Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2009

Γεροντάματα


Με απάθεια Τζαμαϊκανού καλλιτέχνη περιφέρω το σαρκίο μου από (γ)ραφείο σε (γ)ραφείο, αφήνω ηδυπαθώς βιογραφικά, απαντώ μονολεκτικά σε τσίρκουλο ερωτήσεις («...Kαι τι είστε διατεθειμένη να κάνετε για το «μαγαζί»; - Να το βλέπω να καίγεται;) και δέομαι αδύναμα να μπουκάρει επιτέλους ο χειμώνας από παντού.
Στο μεταξύ, πιάνω κουβέντα με κακογαμημένες γραμματείς (κακό σημάδι), περιμένω 4 ώρες έξω από το γραφείο ενός γκράντε Μπαρμπά – Μαλάκα κι όταν έρθει η σειρά μου (επιτέλους) χαμογελάω αλά Κολγκέιτ, φεύγω με επιδεικτικό κουνιολύγισμα και γενικά αντιδρώ… άσχετα!
Αν ο «γκράντε» είναι και κάπως πιο ζάβαλος, μπορεί να πατήσω τη μοκετούλα του, να καθίσω κανά 10λεπτάκι για μια μίνι συζήτηση – καγκουρό (απ’ αυτές που πηδάς από θέμα σε θέμα: καιρός, κακές συγκοινωνίες, αστικές αγένειες, κρίση, σκατά με ρίγανη, ναι πόσο ωραία τα λέτε) και να φύγω τρέχοντας πριν προλάβει να θυμάται τη φάτσα μου στο επόμενο μισάωρο (γιες!!!).
Σκέφτομαι ότι θα έχω μια πρώτης τάξεως δικαιολογία να βγαίνω από το σπίτι μόνο για τσιγάρα, να τρώω ένα σκασμό σοκολάτες και να προφασίζομαι χοντρή γρίπη στον απερίσκεπτο εκείνο άνθρωπο που θα αποφασίσει να με προσλάβει (πενθήμερο, πεντάωρο, 400 ευρώ) και να μου σκλαβώσει έναν ακόμη χρόνο από τη ζωή μου για να του γαζώνω κορωνάτες παπαριές και να σπαταλάω τον ύπνο μου σε κουλαμάρες.
Πριν από 5 χρόνια θα έκλαιγα γοερά για το κακό που με βρήκε, θα έτρεχα πανικόβλητη με «χρυσές ευκαιρίες» και στα δύο χέρια και θα μούτζωνα πάνω – κάτω – δεξιά κι αριστερά για την τύχη μου την πουτάνα, τον κόσμο που είναι κακός, την γαμημένη ανατροφή που μου ‘δωσε η μαμάκα μου, την ξεχασμένη επιλογή να γίνω αεριτζού και να βγάζω 3.000 ευρώ το μήνα.
Αντί αυτού σέρνω μια γελοία χαρούμενη «στ’ αρχίδια μου» διάθεση, η κάθε μου ατάκα καταλήγει σε ένα μεγαλοπρεπές «δε γαμείς» και αν αρχίσω να λέω και «έχει ο Θεός» θα είμαι απολύτως σίγουρη ότι πρόωρη κλιμακτήριος χτύπησε την πόρτα μου και υπερηφάνως βαδίζω προς αυτό που οι άνθρωποι αποκαλούν γηρατειά.
Θες απόδειξη; Ξαφνικά πιστεύω ότι η τύχη μου παραείναι γαλιάντρα μαζί μου, ο κόσμος δεν είναι κακός, αλλά ταλαίπωρος και η ανατροφή που μου δώκανε στο σπιτάκι μου ήταν μια χαρά, απλώς υποφέρει από κακό τάιμινγκ. Στο 1800 ας πούμε θα ήμουν απολύτως κουρδισμένη.
Αμ το άλλο; Που το πας το άλλο; Όλοι ξαφνικά μου μιλάνε για το κλιμάκιον μου. Και μου μιλάνε με τρόπο που αν εγώ ήμουν άντρας και το κλιμάκιον μου πέος, θα ήμουν ο πιο ευτυχής καβαλάρης στην οικουμένη. «Είναι πολύ μεγάλο, πολύ υψηλό, πρέπει να το ξανακοιτάξουμε, αν δεχόσασταν κι εσείς να το ρίξουμε λίγο και να βρεθούμε σε μια συνεννόηση». Καταλαβαίνεις τώρα, η κουβέντα, αναπόφευκτα γίνεται σεξιστική και επειδή κατά βάθος είμαι πολύ… τζέντλεμαν, εννιά στις δέκα δεν δύναμαι να τη συνεχίσω.
Κι αντί να κάτσω να σκεφτώ τη χλαπαταγή που με περιμένει στο τέλος του μήνα (νοίκι, νερό, φως, τηλέφωνο, λοιπά τοκοχρεολύσια) και να πέσω στα γόνατα εκλιπαρώντας για οτιδήποτε, έχω διάθεση κανιβαλίζουσα και διλήμματα του τύπου «οι λεοπάρ γόβες πάνε μόνο με μαύρα ή να το σπάσω με κανά φούξια τσαντάκι να ξαλεγράρει το ντεπιές;».
Τέτοια αποστασιοποίηση μιλάμε. Μπα σε καλό μου! Φταίει κι ο κολλητός (τ’ ακούς βρε μπάρμαν του γλυκού νερού;) που μου λέει ότι έχει καλό φίλινγκ και άλλα τέτοια μαλακτικά.
Δε γαμείς… (να το πάλι!).
Όσο ακόμη κρατεί η καλοκαιρία – μην ακούτε για βροχές, νεράκι βιαστικό θα είναι – να πάτε μια βόλτα μέχρι το Μουσείο της Ακρόπολης, να δείτε κανά χριστιανό που δεν θα σας φορτώσει με προβλήματα του και να πάρετε μπόλικες σοκολάτες για προμήθειες.
Θα τις χρειαστούμε φέτος τις κολασμένες, το βλέπω.

Υγ.: Τι ωραία που έχει βολέψει τους μπαρμπάδες η οικονομική κρίση! Προσλαμβάνουν αβέρτα κόσμο με 500 ευρώ, (αν)ελαστικό ωράριο εργασίας, μηδέν ένσημα, μηδέν παροχές, κάργα αγγαρεία και απόλυση επειδή ανάσανες στραβά. Μάνα,ε, μάνα: Πιάσε ένα πάπλωμα ακόμη! Φέτος θα πέσω σε χειμερία νάρκη!

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: clubtroppo.com.au

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

Μη μου τα πρήζεις με το φέισμπουκ!

Κακό βιολί το φέισμπουκ. Το ρημάδι το ανοίγεις με την προοπτική να μιλάς με δυο (τρεις, άντε δέκα) νοματαίους που πήγαν να μείνουν στου διαβόλου το τσουτσούνι και δε βολεύει ούτε το τηλέφωνο ούτε το αμάξι.
Περνάς μια χαρά, λέτε μαλακιούλες (που από κοντά θα ντρεπόσασταν να πείτε κιόλα) μέχρι που σε ανακαλύπτει φιλογνωστός / πρώην γκόμενος / πρώην συνάδελφος κλπ και σου κάμει «αίτηση φιλίας».
Αν είσαι πρωτάρης, μπαίνεις σε μαύρες σκέψεις… Να του δώκω μία να πάει στα τσακίδια ή να μη φανώ γαϊδούρης και να τον κάμω αντ;
Σε αυτή τη φάση του πρωτάρη, έστω και με βαριά καρδιά τον βάζεις στη λίστα με τους φίλους και μετά τον ξεχνάς. Όπως τον είχες ξεχάσει και πριν το φεισμπουκ.
Από καιρού εις καιρόν σου στέλνει διάφορες ανοστιές, παπαριές, κουϊζάκια, σκατολοίδια. Κάμεις ευγενώς το μαλάκα. Τσιριμόκο. Βούβα.
Μιλάς κανονικά με τα φιλαράκια σου, κάνεις πλακίτσες, στέλνεις καρδούλες, ζουζουνάκια, παπαράκια, σχολιάζεις, χτυπιέσαι απ’ τα γέλια, μέχρι που ο παπαρολεβέντης βλέπει κίνηση στο μαντρί και σπεύδει να εισέλθει στη συζήτηση, προσθέτοντας κι αυτός την παπάρα του.
Εν τω μεταξύ, και επειδή σ’ έχει μαύρο άχτι που δεν του μιλάς (όπως δεν του πολύ-μιλούσες και στην πραγματική ζωή), αρχίζει και ψάχνει το προφίλ σου, ξεψειρίζει τους φίλους σου, μπανίζει τις φωτογραφίες σου, παθαίνει μια ψυχοπάθεια τέλος πάντων, μέχρι που αρχίζει να κάμει… «αιτήματα φιλίας» και στους φίλους σου.
Πρωτάρηδες ή μη και αυτοί, ξύνουν λίγο την κούτρα τους, αλλά μετά σκέφτονται «για να τον έχει φίλο η τάδε, δε γαμείς, κάν’του ένα αντ να μας πει κι αυτός τι έχει να μας πει…». Κι εκεί αρχίζει ο ασυμμάζευτος, μην τον πάμε πιο μακριά, απλώς φανταστείτε το…
Περνάμε με επιτυχία το στάδιο του πρωτάρη και μετά από ένα 8μηνο πλέον, που είσαι και πεπειραμένος, αρχίζεις κι εσύ να μπανίζεις ξένες φωτό, μπαίνεις στον πειρασμό να δεις και λίγο παραπέρα σαν την κυρα- Κατίνα, και σε τρώει ο κώλος σου να δεις ποιος μιλάει με ποιον, ποιος μπιπ ποιον, πούθε μπορεί να συζητιέται κάτι για ‘σένα που δεν το πήρες πρέφα και που άμα το πάρεις θα σε πάρει από κάτω και χέσε μέσα μετά.
Σ’ αυτό το στάδιο, επειδή έχει βγει σουργούνι ότι κι εσύ γυροφέρνεις στο φέισμπουκ – ανάθεμα την ώρα – τα… «αιτήματα φιλίας» πολλαπλασιάζονται. Άνθρωποι που έχεις δει μια φορά (άντε και δύο), καραγκιόζηδες της κακιάς ώρας που έτυχε να συνυπάρξεις στο ίδιο (γ)ραφείο κάποτε μαζί τους, μετανοημένα αστροπελέκια που κάποτε σου έκαναν τη ζωούλα κάρβουνο και άλλα κακά συναπαντήματα θέλουν να σε κάνουν φίλο τους.
Αν μάλιστα έχεις αποδεχθεί το «αίτημα φιλίας» ενός παπάρα, ξεθαρρεύουν κι άλλοι και με τη λογική του «βάλαμε χέρι στο βυζί, δέξου μουνί μαντάτα», ξεκινάει ένα ξεχείλωμα άνευ προηγουμένου που σε πείθει ότι όντως ο κόσμος είναι πολύ μικρός, βουνό με βουνό δε σμίγει, κι άλλες τέτοιες συμπαντικές παπαροφιλοσοφίες.
Κι εκεί αρχίζει η ψυχασθένεια και τα τινά είναι δύο:
Α) Σε πιάνει μανία να δεις τι απέγινε σ’ αυτή τη ζωή το εν λόγω αστροπελέκι και το κάμεις «φίλο» επί τόπου
Β) Σε πιάνει αηδία πηχτή και ζόρικια κι αρχίζεις και διαγράφεις τρελούς και τρελές με ταχύτητα ψεκαστήρα
Παραλλήλως, έχεις πάθει και μια καχυποψία και αρχίζεις και ψάχνεις (ΚΑΙ ΕΣΥ!!!!) τους «φίλους» των άλλων «φίλων» σου και παθαίνεις λαλά. Είσαι στην ίδια κατηγορία «φίλων» με αυτόν-ην που σου έφαγε κάποτε τη δουλειά / το-η γκόμενο –α / το τελευταίο ζευγάρι γόβες για τις οποίες είχες δώσει και προκαταβολή.
Είσαι στο σημείο που σ’ ανάβουν τα γλομπάκια, θέλεις να φας με τα δόντια σου τη σελίδα που έφτιαξες και πολλούς από τη λίστα των «φίλων» και ορκίζεσαι με σθένος να μην ξαναμπλέξεις με την…τεχνολογία.
Αρχίζεις τα πίσω μπρος, («όχι θα την κλείσω», «όχι μωρέ κρίμα είναι, θα την αφήσω») και ζεις μια ωραιότατη διαδικτυακή ψυχασθένεια για την οποία ακόμη δεν έχει βρεθεί χαπάκι.
Κι ενώ αναρωτιέσαι τι δουλειά έχεις εσύ στο ίδιο target group με τη σιλικονάτη μοντέλα που έχει 3.900 «φίλους», κάποιος κυβερνο-νευρωτικός θα υπάρχει στη δικιά σου λίστα που σε βομβαρδίζει με προσωπικά μηνύματα ή με κράξιμο… «τοίχου».
«Που είσαι, κοριτσάκιιιι;;; Γιατί δεν μπαίνεις να σε βλέεεεπωωω;;;; Μη μου κρύβεσαιαιαιαιαιαι!!!! Που χάθηκεεεεες;;;».
Είμαι σπίτι μου, βλαμμένε και κάνω φασίνα.
Έχω φίλους που λιώνουμε με τις ώρες στους καναπέδες, στα τηλέφωνα, στα καφέ και τα ταβερνεία. Περπατάω ατέλειωτες ώρες, παίζω, γελάω, τραγουδάω, κυλιέμαι στα πατώματα κλαίγοντας, σκοτώνομαι με το γκόμενο μου / κολλητό μου / μάνα μου / φιλενάδες μου (κανονικές) και μετά κάνουμε αγάπες και πάμε να δούμε κι άλλο κόσμο να ξεγυαλίσει το μάτι μας.
Τρέχω σαν το Βέγγο απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ για να πληρώσω λογαριασμούς, χρέη και λοιπά ζόρια.
Κοιμάμαι σα βόδι και ονειρεύομαι και ούτε που σκέφτομαι με τη τσίμπλα στο μάτι να ανοίξω λαπ τοπ και συνδέσεις για να δω τι κάνετε.
Αν έχω τέτοιες ανησυχίες (κάθε μέρα δηλαδή) παίρνω τηλέφωνα, κανονίζω καφέδες και φαγιά και χαίρομαι να σκουντάω – σαν τη Μενεγάκη – κόσμο που είναι δίπλα μου, τον αγγίζω, τον μυρίζω και δεν περιμένει να του κάνω «κλικ» και «πόουκ» για να νιώσει φίλος μου!
Κι αν χαθήκαμε στο φέισμπουκ, πουλάκι μου, είναι γιατί χαθήκαμε και στη ζωή.
Και αν χαθήκαμε στη ζωή – πίστεψε με – υπήρχε λόγος. Σοβαρός ή γελοίος, αδιάφορο.
Να χαρείς, σταμάτα τα μηνύματα «τοίχου» ειδικά αν μένεις δυο τετράγωνα παρακάτω, πάρε με τηλέφωνο να χεστούμε σαν άνθρωποι και άμα γουστάρεις πάτα μου και ένα ντιλίτ να γουστάρω κι εγώ.
Που θα με πεις ακοινώνητη, επειδή μπαίνω στο ρημάδι, όποτε προφταίνω. Κι όποτε ΘΕΛΩ!
Α, σιχτίρι πια!

Υγ: Ω, ναι πρόκειται για μεγάλη ανακάλυψη, καμία αντίρρηση. Βλέπεις κόσμο που πεθύμησες, παίζεις παιχνίδια, γουστάρεις κι άμα είσαι και single κάνεις και τις ψαχτικές σου. Με την οικειότητα του… γλυκού νερού έχω ένα θέμα, με τις διαφημιστικές καταχωρήσεις που μου λένε πως θα μεγαλώσω ό,τι μου έχει μείνει μικρό (το μυαλό μου, ας πούμε;) και με τις δημόσιες σχέσεις της κακιάς ώρας. Δατς ιτ!




ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: wearthefunny.blogspot.com

Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2009

Τσίλντρεν οφ δε νάιτ, αμ κάμινγκ...


…Όπου η Ντόρα βγάζει το ροζ προσκοπικό σωβρακάκι, ξεζαλώνεται το πενταβρώμικο σακιδιάκι, στέλνει στα τσακίδια το πριονάκι (γρούτσου – γρούτσου) και αφήνει τους τοίχους να λιώσουν δίπλα στα αχνιστά (πιφ!) σπορτεξάκια της.
Βάζει μαύρη ολόσωμη φόρμα, αφήνει νύχι να μακρύνει και ξεκαρφώνει τη γόβα στιλέτο από το μάτι του Μπάμπι (γιου νόου, το γνωστό ελαφάκι της πολιτικής μας άνοιξης).
Μαζί της έχει τον Μπομπ τον Μάστορα, τον Μπομπ τον Σφουγγαράκη και την ευχή του μπαμπά της και ασχέτως αν δεν το βλέπετε, από μακριά τη χαιρετάει κι ο Ομπάμα.
Το παιδικό πρόγραμμα, όπως αντιλαμβάνεστε, ποτέ ξανά δεν θα είναι το ίδιο κι αν είστε γονείς, καλά θα κάνετε να διπλοτσεκάρετε τι δείχνουν οι κανάλες στα παιδιά σας.
Καλή μας νύχτα. Για την ασφάλεια του ξημερώματος, θα εγγυάται τώρα πια η Ντόρα (μουαχαχα! Τσίλντρεν οβ δε νάιτ στεντ μπάι μι!!!).


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.ibid.gr