Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

Το LSD των '00s

Αν δεν βρεθώ στα επείγοντα μία απ’ αυτές τις μέρες, θα είμαι ευτυχής. Σαν το ζωντόβολο σκουντουφλάω από γωνία σε γωνία κι από τοίχο σε ράφι. Που υπάρχει καρφί; Κανά σκαμπό παρατημένο; Αφήστε το, παιδιά, για ‘μένα είναι.
Το όλο κόνσεπτ – σκουντούφλημα, κουτούλημα, γλίστρα, σαβούρδα και πάει λέγοντας – συνοδεύεται και από κραυγές πόνου (από 9 πρωί μέχρι 1 μεσημέρι και από 5 απόγευμα μέχρι 9 βράδυ). Τις ώρες κοινής ησυχίας κάνω βουβό πόνο (τι φταίνε οι γείτονες, αν εγώ είμαι ζαβλαμού;) , ο οποίος συνοδεύεται από εντελώς γελοίες γκριμάτσες και από χοροπηδητά τύπου «σπουργιτάκι μουλάρα» που χοροπηδάει σε στυλ «κουτσό» μέσα στο σπίτι, καθότι με τα χέρια κρατάω πατούσα που για 80η φορά σακατεύτηκε στην ίδια (γαμω) γωνία!
Η φάση συμπληρώνεται από απηυδισμένες μητρικές-φιλικές- γκομενικές (όποιος είναι μπροστά εν πάση περιπτώσει) ερωτήσεις / διαπιστώσεις «αμάν παιδί μου!», «θα σκοτωθείς!», «δεν σε είδε, ε;»…
Κουτσή, χωρίς χέρια, συνεχίζω για λίγο ακόμη το ντόμινο (σε ράφια, εταζέρες, κορνίζες, κέρατα δίφορα) και στη συνέχεια πολύ θα βόλευε και ένα τρίτο χέρι για να πιάσω και το κεφάλι μου, που όλο και κάπου έχει κοπανήσει (και αυτό!).
Σε τέτοια κατάσταση (ένα πόδι, κανένα χέρι ελεύθερο, κεφάλι - μπαλάκι πινγκ πονγκ) με βρήκε το τηλεφώνημα συναγωνίστριας γαζώτριας σε παράκρουση.
«Είμαι γριά, χοντρή και συμβασιούχα».
Είναι 29 χρονών, 55 κιλών στο 1,61. Και συμβασιούχα.
Αλλά σε κάποιον που εσχάτως βλέπει μόνο Βίκυ Καγιά και δελτία ειδήσεων, δε φέρνεις αντίρρηση. Υπάρχει πρόβλημα, οπότε συμπαραστέκεσαι και συμπάσχεις. Και πας και σε πορείες.
Και – τι να κάνω; - πήγα. Τσούκου τσούκου, μασώντας καραμέλες και γνωρίζοντας καινούριο άνεργο κόσμο, βρεθήκαμε μέχρι το Σύνταγμα.
Κάπου εκεί, κάτι τα αυχενικά, κάτι που είχα βγάλει το πετσί μου από τη ζέστη κι από τη δίψα, άρχισα να τραβάω τη συμβασιούχα μου απ’ το μαλλί να κάνουμε μια στάση.
Στρίβουμε δεξιά για Κολωνάκι – άλλο που δεν ήθελε που μου κατέβηκε για πορεία με πουλόβερ και μπουφάν στους 22 βαθμούς – και ξαφνικά! Άλλη χώρα!
Στρίβοντας στην Κανάρη και αφήνοντας πίσω μας τους τελευταίους χακί ένστολους, έψαχνα να βρω τη… ντουλάπα.
Σαν τα μούλικα στη Νάρνια, ήταν λες και μπήκαμε από μια πόρτα (χάος, φωνές, μπάτσοι, κομμένη κυκλοφορία) και βγήκαμε στο «αλλού». Βιτρίνες, μανικιούρ, (πολύ) κυρίες, με (πολύ) φουσκωτά μαλλιά, ο κ. Βουλγαράκης με τη βέσπα του, κι ο χρόνος να κυλάει πιο αργά.
Γυαλισμένες καλημέρες και «καυλ’ άρ γιου;», «αγάπη μου» και «χρυσό μου» στη λιακάδα, πουρομπεμπέκες και πιπίνια με μπότες μέχρι το λαιμό, λες και η χώρα της κυρίας Κακανιά (που να ‘ναι καλά κι αυτή κι ο άνθρωπος που την έφτιαξε) υπάρχει κάπου σ’ ένα θόλο μέσα στην Αθήνα. Ένα θόλο που ανοίγει με κωδικούς θησαυροφυλακίου ή εκ λάθους, από ζαβές, καλή ώρα σαν κι εμάς.
Όξω φρύαζε το σύμπαν, μέσα πέρα βρέχει.
Ποιοι συμβασιούχοι, ποια stages, ποια ανεργία και ποια απεργία. Η συμβασιούχα μου είχε πάρει γραμμή την Κανάρη και χάζευε μοντελάκια με εμβρίθεια ηλικιωμένης fashionista.
Το Κολωνάκι θα μπορούσε να είναι το lsd των ’00s. Ένα τέταρτο στους δρόμους του και η φίλη γαζώτρια είχε ξεχάσει τις αψιλίες της και μου εξηγούσε, γιατί φέτος θα φορεθεί το φλούο λαχανί και τι ντροπή θα ήταν να μας συλλάβει ο φωτογραφικός φακός με… κάμελ τόου (σε περίπτωση που σαλτάρουμε τελείως κι αρχίσουμε να κυκλοφορούμε σαν την Λέιντι Γκάγκα με το βρακί στους δρόμους… Έλα, Χριστέ μου!).
«Τι θα γίνει μανίτσα μου, θα κάτσουμε κάπου τον ταλαιπωρημένο μας κώλο να πιούμε έναν καφέ;» (ε, μα είχα ξεπετσιαστεί, πια!).
Η fashionista είχε γίνει πάλι συμβασιούχα. Κι ακόμη χειρότερα είχε μπήξει τα κλάματα. Αισθανόταν πάλι ξανά γριά, χοντρή. Και συμβασιούχα. Το ναρκωτικόν Κολωνάκι είχε κάνει τον κύκλο του.
Και εγώ είχα ξαναβρεί κάτι – ένα προεξέχον κάγκελο, για την ακρίβεια - γωνία για να σκουντουφλήσω.
(Όχι, που δεν θα… μ’ έβλεπε!).
Δεν ξεφεύγεις από το πεπρωμένο σου, παιδί μου. Ούτε καν στο Κολωνάκι.



ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: lamiavitafolle.files.wordpress.com/2008/06