Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

Σκασίλα

Η λέξη «άρνηση» σίγουρα κάτι σας λέει.
Πάω κι ένα στοιχηματάκι ότι οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, έχετε συστηθεί με την «κυρία». Κάποιοι την έχετε τρατάρει και φοντανάκι, μερικοί της έχετε τραβήξει και κανά δυο μανίκια {τόσο πετυχημένη ήταν η γνωριμία} και μετά τη στείλατε πίσω στη μαμά της. εμένα μου ‘χει κατσικωθεί στο σπίτι κανά μήνα τώρα και δεν ξέρω αν πρέπει να τη βγάλω έξω με τις καρακλωτσές ή να τις παραχωρήσω το κρεβάτι, τον άντρα και τα λιγοστά υπάρχοντα μου και να ζήσουμε τα τρία μας ζωή χαρισάμενη.
Διότι η συγκεκριμένη μανδάμ, α όλα κι όλα, είναι πολύ βολικιά. Συνήθως σε επισκέπτεται με προβληματάκι υγείας. Μυξοκλαίγεσαι τον πρώτο καιρό, σκανιάζεις που δεν είσαι ακριβώς περδίκι, αλλά μετά αρχίζεις να την ψιλοβρίσκεις. Πιο μετά συνέρχεσαι και επιστρέφεις {στη δουλειά, ας πούμε} και υπάρχει ένα σχετικό κανάκεμα {!!!}, ένα κουπεπέ, κι όπως συνηθισμένος στις σφαλιάρες με το «καλημέρα σας», κάπως σου κάνει, σα να σε βολεύει.
Άσε που βλέπεις τον κόσμο με άλλο μάτι. Πράγματα που παλιά σε βγάζανε στα μανταλάκια, τώρα τα ‘χεις λυμένα, τακτοποιημένα, σχεδόν χεσμένα.
Παραδείγματος χάριν, πριν από τρία χρόνια να ‘χε γυρίσει το dvd του το Τζουλάκι, θα ‘χες ανεβάσει τρεις επιθεωρήσεις και οχτώ μονόπρακτα. Σήμερα το σχόλιο {σου} είναι ανακουφιστικά λακωνικό: Σκασίλα μου
Σκέτο. Χωρίς θαυμαστικό, χωρίς αποσιωπητικά, χωρίς τελεία καν.
Εν τω μεταξύ, ο κόσμος πάει κι έρχεται, δουλειές ψήνονται και κρυώνουν πριν καν σερβιριστούν {κάργια κρίση}, τα νοίκια, τα κοινόχρηστα, οι δόσεις τρέχουν, φίλοι χάνονται κυριολεκτικά και μεταφορικά {για ποιους να χολοσκάσεις πιο πολύ;}, κοντεύεις να πιστέψεις ότι το ΔΝΤ είναι κάτι σαν την θεία Σούλα {μακρινή, βρωμιάρα, αντιπαθής και κλεπτομανής}, γενικώς το πράγμα ξεπερνάει κι εσένα και τις προσπάθειες σου.
Στο ίδιο διάστημα, το οποίο κυλάει σαδομαζοχιστικά αργά, σα να ‘χεις χώσει το κεφάλι σου σε κενό αέρος, με την «κυρία»έχετε γίνει σταυροκουμπάρες και η παρεούλα μαζί της είναι διδακτική: σταματάς να τρέχεις σαν τον Βέγγο, χέζεις τις προθεσμίες, κοντοστέκεσαι στον δρόμο να μυρίσεις τις νερατζιές, γίνεσαι τσιγκούνης στα λόγια, κι όταν σε ενημερώνουν ότι το pay-day αργεί {και} αυτό τον μήνα, πας για καφέ.
Ας κόψουν και τα νερά και το ρεύμα, ας γκαρίξει κι η σπιτονοικοκυρά, ας κουνήσει και κανάς άλλος τον κώλο του, στην τελική. Ώχου πια. Άνευ θαυμαστικών και αποσιωπητικών, μόνο με τελεία.
Σταματάς να απολογείσαι, κάνεις στην άκρη, διαβάζεις κανά βιβλίο παραπάνω, δεν τσακίζεσαι να σηκώσεις το κινητό {και το σταθερό}, ξυπνάς πιο αργά και χωρίς ενοχές. Γερνάς; Μπορεί.
Χάνεις τον στόχο; Ε, δεν χάθηκε κι ο κόσμος. Βρωμάνε οι επιχειρήσεις από στελεχάρες και «πρώτους».
Πόσες Μεγαλοβδομάδες πέρασες ληξιπρόθεσμες; Και τι σου κόστισαν; Ένα χέρι, ένα φίλο, τα μάτια, την ησυχία σου;
Πες σκασίλα μου, παιδί μου και σάλτα να πιεις ένα ούζο με μεζέ νηστίσιμο.
Δε ‘ν’ κακό πράμα η άρνηση. Τσούζει μόνο αυτούς τους λιγοστούς που σ’ αγαπούν, που είναι πιο λιγοστοί απ’ όσο υπολόγιζες, και δε στο κρατούν γινάτι {τ’ ακούς πουλί μου; Το γινάτι βγάνει μάτι και δεν υπολογίζει αν είν’ δικό σου ή δικό μου…}, που διπλομαντάλωσες και εξαφανίστηκες μέρα μεσημέρι.

Αυτά τα ολίγα, Μεγαλοβδομαδιάτικα, γειτόνοι, που Καλό Πάσχα να ‘χετε οι ένθεοι και οι λοιποί πάλι, καλή ξεκούραση και καλές βόλτες.

ΥΓ: Με συμπαθάτε που εξαφανίστηκα κι από ‘δω κι απ’ τα τσαρδιά σας. Το πνεύμα ήταν πρόθυμο και διαβαστερό, η σάρκα μετά από 12ωρα εργασίας, ασθενής.
ΥΓ2: Φίλε, εσύ ξέρεις καλύτερα από ‘μένα τα όρια σου. Τα «ρολά» είναι κλειστά, αλλά ο «συναγερμός» απενεργοποιημένος. Για την ώρα.



ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: http://media.ebaumsworld.com