Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2011

Twitter: Ψόφα, καλό μου, να ησυχάσουμε

(Ή τουλάχιστον, σταμάτα να κελαηδάς παπαριές...)

Που να με χτυπάς, δεν γράφω στο Twitter. Αλήθεια. Λογαριασμό έχω. Και προφίλ στο Facebook. Αλλά σ’ αυτό το ρημάδι το «Τσίου» δεν γράφω. Δεν αντέχω, λέμε, αυτό το «μία σου, μία μου και μία παραπάνω». Μιλάμε για ασόβαρες καταστάσεις, από τύπους με γραβάτα Κι επειδή δεν το ‘χουν χορτάσει τα μέλη του εγχώριου glam στερεώματος, το πράγμα γίνεται χειρότερο.

Έλα, παραδέξου το, έχει μια γελοιότητα κοτζαμάν άντρες (και γυναίκες) με υποχρεώσεις (λέμε τώρα) και καθημερινά παλούκια να κάθονται να χαζολογάνε με το Άι- Φον στο χέρι ποιος τους απάντησε και ποιος τους σκούντηξε. Παρντόν, αλλά έχω και φαΐ στη φωτιά.

Εντάξει, σούπερ είναι τα σόσιαλ μίντια, δεν το συζητώ ότι είναι τρέλα να κάνεις ένα κλικ και να μαθαίνεις τα πάντα – έστω και διαγωνίως – από ένα σκρολ ντάουν. Αλλά, η φάσις έχει λαστιχάρει.

Δεν είναι το Twitter το γκιογκιό σου, αγαπητέ. Δεν είναι η κλειδαρότρυπα που μεγέθυνες κιόλας, για να βλέπουμε καλύτερα το σώβρακο σου. Ιτ’ς νοτ δε ράιτ πλέις για σπεκουλίτσες, καρδούλα μου.

Και φυσικά δεν βγάζω την ουρά μου απ’ έξω. Η αρρωστίλα δεν κάνει διακρίσεις. Σαφώς και έχω κάνει μπανιστήρι στα tweets αλλουνού. Εννοείται ότι με πιάνει νοσταλγία κοζάροντας φωτογραφίες και πηγαινέλα φίλων, γνωστών και εχθρών μη σου πω.

Αλλά μπάστα. Μετά βαριέμαι. Θέλω βόλτες. Κανονική... δικτύωση. Κανονικές σπρωξιές. Κανονικά φιλιά και αγκαλιές. Και αληθινά μέρη. Και όχι, δεν θα βαλω foursquare για να ‘ρθετε να με βρείτε.(Το σιχαίνομαι αυτό το "νια - νια - νια, κοίτα που είμαι", έχω "πετάξει" κόσμο έξω γι' αυτές τις αηδίες, μα τω Θεώ!).

Αν με πιάσει το φιλότιμο, μπορεί να ποστάρω καμιά φωτό στο Facebook. Άιντε και κανά τραγουδάκι. Κι αν δεν μου κάνεις like δεν θα πεθάνω. Πάει να πει ότι ευτυχώς που δεν έβαλα foursquare, γιατί αυτό το σημείο αρέσει μόνο σ’ εμένα. Κι αυτό το τραγουδάκι μόνο τις δικές μου τρίχες σηκώνει και σ’ εσένα σ’ αφήνει αδιάφορο. Δεν πειράζει. Θα ζήσω και χωρίς “follow”, “re –twit” και “poke”, στ' ορκίζομαι.

Κι αν μου πεις και καμιά μαλακία, πάντα υπάρχει η πιθανότητα να μη σου απάντησω και να την αφήσω να πέσει κάτω. Κάλλιο το ‘χω να κοιμάμαι όλη μέρα, παρά να «μαλλιοτραβιέμαι» μαζί σου στα σόσιαλ μίντια.

(Σ.Σ.: Εκτός κι αν – τι να πω πια; - τα «θέλει» τόσο πολύ ο αποτέτοιος σου, οπότε υπάρχει και το "δια ζώσης". Πιο υγιές μου κάνει).

Και φυσικά, σε κάθε περίπτωση, όχι παιδιά: το μπανιστήρι στο Twitter διασημοτήτων δεν είναι ρεπορτάζ. Μια βλακεία είναι με την οποία το κάθε τούβλο της τηλεόρασης και της Βουλής, "ρίχνει" τζούφιες για να τσιμπήσουν τα "μαλάκια".

Ενδεχομένως, όοολο αυτό, να είναι ok για να διαφημίσεις τη δουλειά σου (είναι;), να δικτυωθείς (είναι), να μάθεις νέα και παράξενα απ’ όλο τον κόσμο (ΕΙΝΑΙ!), να ξεμπουκώσεις λίγο (λίγο λέμε) την ώρα που ακούς τον Βενιζέλο να σου εξηγεί πόσο δίκαιο και πατριωτικό είναι να του δώσεις τα κλειδιά του σπιτιού σου, να τσεκάρεις κάτι (δεν ξέρω τι, οτιδήποτε), να οργανωθείς (παίζεται. Το τι έγινε με τους... «Αγανακτισμένους» φάνηκε...), να κάνεις λίγη πλάκα.

Όλα τα υπόλοιπα είναι ωδή στο κωλοβάρεμα. Ποτέ άλλοτε ο κόσμος δεν βαριόταν τόσο επιδεικτικά και τόσο ανερυθρίαστα (γουάου. Σαν παρατήρηση του πατρός μου «βγήκε» αυτό, αλλά προσπεράστε το).

Ποτέ άλλοτε ο κόσμος δεν υπήρξε τόσο ψεύτης, όσο στο προφίλ του στα social media. Και φυσικά αυτά τα περί διαδραστικής επικοινωνίας είναι κολοκύθια, όταν θέλεις να γράψεις σε κάποιον: «Κατέβασε αυτή τη φωτογραφία, καραγκιόζη. Από τότε έχεις γίνει 800 κιλών και 600 ετών» ή «Που είσαι, καλό μου;;; Στο πενθχάουζ του Χίλτον;;; Φέρε πίσω τα 500 ευρώ που σου δάνεισα, βρε λαμόγιο!!!».

(Εξυπακούεται ότι σχόλια σαν κι αυτά τα τρώει το πισσοσκόταδο. Για ένα... προφίλ ζούμε).

Επίσης, ασχέτως αν σ’ αυτό το ρημάδι το προφίλ διαβάζετε «αγγέλους» για πτυχία, ντοκτορά και μάστερ, η ανορθογραφία έχει αναχθεί σε... χώρα και τα σημεία στίξεως είναι οι αναρχικοί της που πάνε και κάθονται όπου γουστάρουν. Ή την έχουν κοπανήσει. Δια παντός.

Χώρια που αρχίζεις να αμφιβάλλεις για τους φίλους σου. Όταν το "στάτους" σου λέει ότι καμιά πενηνταριά "δικοί σου" κοινοί φίλοι με τον ΓΑΠ, ω, ναι, φίλε μου. Είναι η ώρα να αρχίσεις να ανησυχείς...

Άσε με. Να σ' αγαπάω...

Όταν είσαι ερωτευμένος, θες να φωνάξεις (δεν θες;). Θες να μοστράρεις παντού το αντικείμενο της αισθηματικής σου σούζας. Κι αν το αίσθημα είναι σύνθετο – καψούρα πλας θαυμασμός – πάει, αρρώστησες.

Κι αν ο λεγάμενος, είναι της υπέρβασης και των καλών ελληνικών και σου λέει προστυχόλογα του τύπου «είναι πάρα πολύ δύσκολο να πετύχουμε τον στόχο μας σε συνθήκες ύφεσης», αντιλαμβάνεσαι ότι είσαι πολύ, μα πάρα πολύ μπλεγμένη.

Δεν αρκούν οι φιλενάδες, οι καφέδες και οι «συνεδρίες» με κολλητούς και πρωήν. Τι να χέσει ο ψυχίατρος μπροστά στο μαρτύριο του να μπαινοβγαίνεις στην κόλαση του έρωτα του; Και ποιος; Πες μου, ποιος ταπεινός μπορεί να καταλάβει εκείνο το «...ανυπερθέτως, πρέπει να τηρήσουμε το δημοσιονομικό στόχο για το 2011 και το 2012».

Αντιθέτως, όλοι μπορούν να αντιληφθούν ότι άντρας που χτυπάει το χέρι στο τραπέζι και λέει «η χώρα δεν (θα) δέχεται εκβιασμούς και ταπεινώσεις» (σ.σ.: αν επιτευχθεί ο δημοσιονομικός στόχος), είναι άντρας φτιαγμένος από σίδερο κι γι’ αυτό άξιος (του έρωτα σου).

Στα γεράματα με βρήκε ο μεγάλος, ο ανείπωτος, ο άνευ όρων (έρως). Και πήγα και διάλεξα τον δύσκολο δρόμο (διότι όλες – σοβαρές και ασόβαρες – είναι τ’ανάσκελα με τον άλλονε, τον αθλητικό, με τα κολάν, τα κανό και τα γκρίκλις). Εγώ όμως, ηράσθην εκείνον που δεν θα κωλώνει στο Economist, εκείνον που όταν εγώ θα σφαδάζω στα πατώματα, εκείνος θα μου λέει γι’ αυτό που πρέπει να κάνουμε κι ας πονάει.

Να δεις πως μου το ‘πε: «Αν δεν κάνουμε τώρα αυτά που πρέπει, θα αναγκαστούμε να τα κάνουμε, όχι πολύ αργά, υπό συνθήκες οδυνηρές. Όλοι το ξέρουν αυτό, έχω ενημερώσει τους αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων και τους εκπροσώπους των κοινωνικών φορέων». (Ακόμη τρέμω...).

Κι εγώ εκεί. Να σκίζω τις μπουγάδες μου.

(«Εσύ να φταις κι εγώ συγνώμη να ζητάω (καλέ) σου λέω, άσε με, άσε με, άσε με, να σ’ αγαπάααω!!!»).

Γιατί δεν είναι ότι τα λέει, όπως τα λέει, το άτιμο και σε στέλνει στον Θεό, είναι και το που τα λέει. Στο Καβούρι, που εκεί παρά δίπλα έχει από τα πιο ενημερωμένα spa της ελληνικής ξενοδοχοσύνης. Και πώς, πες μου, πώς αντιστέκεσαι - εσύ η ορθολογίστρια, η τετράγωνη, η ταμπουρωμένη - σ’ έναν άντρα που ξέρει να συνδυάζει το τερπνόν μετά του ωφελίμου;

Και να ‘χεις κι όλες αυτές τις σκορδόμπηχτες να κάμουν ρεπορτάζ για τα κακά ελληνικά του. Γιατί το δόλιο το αγόρι, πάνω σε στιγμές ζέσης και δουλειάς τρελής έγραψε στο Twitter τη Φινλανδία με ένα «νι».

Νιώσε με. Περνάω δύσκολα. Και μοναχικά. Γιατί δεν μπορώ να βγάλω τσιμουδιά. Αυτός είναι ένας αητός και εγώ μία λαλημένη (και μαδημένη) δεκοχτούρα. Μόνη μου το περνάω όλο αυτό. Στα σκοτάδια...

Χριστέ μου, πόσο περήφανη νιώθω. Γι’ αυτό που νιώθω. (Και ενώ ξέρω ότι καμία ελπίδα δεν έχω για ανταπόκριση... Πούσου!!!!)

ΥΓ1.: Τι άλλο να κάνω για ν’ αποφύγω το παλούκι της ΔΕΗ; Η πεθερά μου είναι ήδη στα κλαδιά: 1200 ευρώ της βγαίνει το κουστουμάκι...

ΥΓ2.: Στο Σύνταγμα δεν ξανακατεβαίνω. Αν θέλω σουβλάκια, φτιάνω και μόνη μου.

ΥΓ3: Βρε, μήπως να αγαπήσω τον Αντώνη; Εκείνο το «μας έχει φύγει ο πάτος» με έβαλε σε σκέψεις. Αλλά και πάλι, αν τέτοια λόγια δεν σ’ τα λέει κάποιος με υπολογίσιμο τονάζ δεν φτουράνε...

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

Τι 'χες, Γιάννη; (Τι 'χα πάντα)

Όχι ότι μ’ αρέσαν ποτέ τα συμβατικά θεάματα, αλλά αυτό με τον Μελισσανίδη – Άμλετ με ξεπερνάει, με συγκινεί κι αν δεν είχα καβατζάρει και τα 33, θα έγραφα με δονεί, αλλά πλέον πονούν οι αστραγάλοι μου και δεν είμαι για ζόρια.

Ειλικρινώς, αδυνατώ να εννοήσω προς τι όλο αυτό το μπρούχαχα και η καζούρα που πέφτει εναντίον του Ιωάννη στα διαδίκτυα (ελληνάρες, παιδί μου!!! Προτιμάτε τον Μπένι και τον ΓΑΠ, κρυφομαζόχες!!!).

Και εννοείται ότι δεν είμαι καθόλου αντικειμενικιά, διότι το αγαπώ αυτό το παιδί, από τότε που ήμουν κι εγώ παιδίσκη, καθότι ενσαρκώνει (ναι, ναι, κόφτε τα χάχανα) το όνειρο της ελληνίδας μάνας: πεισματάρικο, σπουδαγμένο, αριστούχο, και της τσογλανιάς και της αριστοκρατίας, και γιατρός και ολυμπιονίκης, και πρώην ασχημόπαπο (αλλά πάντα κορμάρα) και νυν... (βάλτε κάτι τελοσπάντων, δεν μου ‘ρχεται). Και καινοτόμος και τολμηρός και στο Μπρόντγουεϊ (μην το ‘χεις λίγο) και στον «Καλλιγούλα» κι άμα λάχει δέρνει κιόλας (έτσι λένε, μπροστά δεν ήμουν....).

‘Νταξ’. Έχει κάνει και κουλαμάρες.

‘Νταξ’. Έχει φωτογραφηθεί και με σάνδαλο και βρακάκι περίεργο.

‘Νταξ’. Ισιώνει και το μαλλί και έχει κοτσάρει και φακό επαφής που (σε) σκιάζει.

Ε, και; Το ’96 (έδινα πανελλήνιες κι είχα πάθει λαλά, κάποιον έπρεπε να αγαπήσω εκτός από τον Πλάτωνα, πανάθεμα το άγνωστο κείμενο και τη μετάφραση του) τον Αλεξέι Νέμοφ περιμένανε χρυσό και τον έβαλε ο Ιωάννης να φάει τα ταπί και δώρο για επιδόρπιο τον Βιτάλι Σέρμπο.

Ε, και; Το παιδί έχει κάψει τη σπονδυλική του στήλη στη γυμναστική. Δίσκος για δίσκος, σου λέει (ο γιατρός μου) δεν έχει μείνει.

Και τι κακό έκαμε; Στον "Άμλετ" το γύρισε και έτσι νιώθει ευτυχής.

Ενδεχομένως, το πνεύμα του Σέξπιρ σκίζει τα κουρτινάκια της Πίπας (Μίντλτον) και σβουρδάει στο πάτωμα τις πορσελάνες της βασιλίσσης της Αγγλίας.

Και ενδεχομένως, ο πρίγκηψ της Δανιμαρκίας να σφιγγότανε λιγότερο, όταν σκεφτότανε τι τσουλάκι ήταν τελικά η μαμάκα, που αγκαζάρισε τον αδελφό του αντρός της πριν τα 9μερα, πλην όμως τις πλατάρες του Ιωάννη δεν τις είχε που να κοπανιότανε!

Αλλά το παλλικάρι προσπαθεί. Παραδεχτείτε το.

Το ξέρω. Η ερμηνεία κάτι (σας) κάνει, σας ψιλο-αποσυντονίζει το μάτι που έχει ένα αλάφιασμα. Αλλά ο τρόπος με τον οποίο φτύνει με αγγλοσαξωνικό αξάν τις λέξεις, δεν είναι ένα ποίημα (χαλάλι το Ρογιαλ Ακάντεμι οβ Αρτς);

Όχι, βρε Ελληνάρα, πες κι εσύ με τέτοιο αξάν «μπατ του μανθς ντεντ, νέι, νοτ σόου ματς, νοτ του, σόου έξελεντ έι κινγκ δατ γουόζ, του δις χαϊπίριον του έι σέιτιρ: σόου λάβινγκ του μάι μάδερ δατ χι μάιτ νοτ μπιτίμ δε γουίντς οβ χέβεν» και όλον τον λοιπό γλωσσοδέτη του τάχα μου δήθεν σαλταρισμένου Άμλετ και θα σε ράβω τσάμπα μέχρι που να... χρεωκοπήσουμε. Άιντε!


ΥΓ1.: Μη δω κακό σχόλιο για το παιδί, θα βριστούμε.


ΥΓ2: Θα «κρέμαγα» και το σχετικόν βίντεο με τον Ιώαννη – Άμλετ, αλλά τα σχόλια στο Γιου Τιουμπ βρωμούν αντρίλα και πάει καιρός που με συγκινούσε η ποδαρίλα και το νύχι με πένθος.


ΥΓ3: Παρ’ όλ’ αυτά, με το τρέιλερ Σεργουλόπουλου – Μπακοδήμου κλαίω απ’ τα γέλια. Μήπως δεν αγαπώ τόσο τον Ιωάννη, τελικώς;


ΥΓ4: Πάω στοίχημα. Άλλα περιμένατε και τη «βγήκα» με... Ιωάννη. Τι να κάθομαι να «γαζώνω» τώρα για ενάμιση χρόνο απουσίας από το «ραφείον;». Ας πούμε, απλώς, ότι ήταν ένα μεγάααλο ταξίδι με καλούς, κακούς, καραγκιόζηδες, πολύ και λίγο μαλάκες, μικρές και τεράστιες γκαντεμιές, αλλά ευτυχώς κουμπάρε που δεν πάθαμε και τίποτα, που λέει και το ανέκδοτο. (Που πάθαμε και το ξέρει μόνο η ψυχούλα μας και κανά δυο ψοφίμια. Aλλά αυτά θα κρατήσουν το στόμα τους κλειστό για να αποφύγουν την ξεφτίλα και εμείς για να συμμαζέψουμε τα άντερα μας απ’ τα πατώματα, δεν μας φταίνε οι πελάτες. Ελπίζω, δηλαδή, γιατί με τα αληταριά ποτέ δεν ξέρεις, αλλά ποτέ δεν ξέρουν κι αυτά. Σωστά;).


ΥΓ5: Είναι ωραίο να γυρίζεις σπίτι. Αν εξαιρέσεις τις σκόνες, τα άπλυτα και τους ληγμένους λογαριασμούς.(Και τον Γιωργάκη. Και τις βλακείες του. Αλλά είπα να κάνω έντρι χωρίς εμπάθειες).


ΥΓ6: Μωρ’ τι απέγιναν οι «Αγανακτισμένοι»; (το μπι κοντίνιουντ).

Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2011

Κάμινγκ χόμ







Ψαλίδια. Τσεκ. Κλωστές. Τσεκ. Βελόνες. Τσεκ. Μόλις αλλάξω και πατάκι στην εξώπορτα, μιλάμε.