Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Ο βαθμός της ημέρας (και μια ιστορία στις "Προσωπογραφίες")

Για πολλά χρόνια, συνήθιζα κάθε βράδυ να βάζω βαθμό σε κάθε μέρα. Εσύ ήσουν καλή, εσύ ήσουν ήρεμη, εσύ ήσουν σκατά -να πας και να να μην ξαναγυρίσεις-, εσύ ήσουν υπέροχη. Ανήμερα Πρωτοχρονιάς, εκεί που το body count της γαλοπούλας είχε χτυπήσει ρεκόρ και άπαντες κείτονταν τέζα σε καναπέδες, μπερζέρες, κρεβάτια και χαλιά, βούταγα το καλαντάρι και τα τσιγάρα μου, κλεινόμουν ήσυχα – ήσυχα στην κουζίνα και τις μέτραγα. Τόσες οι καλές, τόσες οι παράξενες, τόσες οι σιχαμένες. Συνήθως, δεν «έκλεβα» στο ζύγι. Άντε καμιά φορά τις «ήσυχες» μέρες να τις μέτραγα για «καλές» ή «υπέροχες» και κάπως έτσι ο ετήσιος απολογισμός έβγαινε υπέρ μου (σαν τον ερωτευμένο, που μαδάει τη μαργαρίτα, στο τέλος του περισσεύει φύλλο και τσαμπουνάει «μ’ αγαπάει και μένει και ένα», τέτοιαι μαλακίαι...).

Τη συνήθεια αυτή, μετά από καμιά δεκαετία, την έκοψα στις 16 Φεβρουαρίου. Μαχαίρι. Και το καλαντάρι το ξαπόστειλα οριστικά στις 30 Αυγούστου. Για πρώτη φορά, πατημένα 33 (μάλλον φταίει η ηλικία) σταμάτησα να μετράω. Όσο και να «κλέψω» φέτος, το ’11, θα είναι - και όχι μόνο για 'μένα, δυστυχώς - για πάντα ένα διπλό σουγιαδάκι που δεν ξέρω πότε ακριβώς θα βγάλω απ’ την πλάτη μου.

(Γενικώς, τον αριθμό «11» τον σιχαίνομαι, αλλά αυτά είναι για άλλη ώρα).

Ακόμη κι έτσι, πάντως, τις προάλλες – και αν συνέχιζα να... βαθμολογώ τις μέρες – ήταν μία εξαιρετική μέρα, ή για την ακρίβεια μία ζεστή και ενδιαφέρουσα νύχτα.

Στο "Black Duck, έναν πολύ όμορφο χώρο, στη Χρήστου Λαδά, μαζευτήκαμε κάμποσοι φίλοι, για τις «Προσωπογραφίες», ένα βιβλίο που ήρθε να σφραγίσει τον 3ο χρόνο της λειτουργίας του πολυχώρου.

Σ’ αυτό το βιβλίο – τ’ ορκίζομαι, όμως – θα διαβάσετε υπέροχες ιστορίες, πραγματικές ή «πλεγμένες», από γνωστά και μη ονόματα, κείμενα που δύσκολα ξεχνιούνται, που ζορίζουν, που σε κάνουν να χαμογελάς ή να τρέχεις για χαρτομάντηλα, πάντως κείμενα αληθινά.

Αυτά τα λέω για τις ιστορίες των άλλων. Για τη δικιά μου δε λέω λέξη, γιατί σχεδόν δεν μου ανήκει (ειδάλλως, θα ‘χα αρχίσει τις ντροπές και τα «καλέ μη, δεν πρέπει, δεν είναι σωστό». Ανήκει στη Σταυριάνα και στο «ανίψι» μου, τη Μαριλένα, που είναι σταθεροί χορηγοί καλών ιστοριών. Εγώ απλώς άκουσα και έγραψα (ε, έβαλα λίγο κι απ’ το προσωπικό μου ζόρι μέσα).

Και εδώ αρχίζουν οι ευχαριστίες. Κατ’ αρχάς στην κυρία Ζαχαρούλα Λαδά που με έβαλε στη σκέψη για τη δημιουργία μίας τέτοιας ιστορίας στις «Προσωπογραφίες». Κατά δεύτερον στην κυρία Ντόρα Ρίζου που με φιλοξένησε στο 3ο κατά σειρά βιβλίο του “Black Duck” και κατά τρίτον στην ομάδα που επιμελήθηκε τα κείμενα (με πρώτη και καλύτερη την κυρία Ρούλα Βαλακίδου) που με σεβάστηκαν και δεν «πείραξαν» ούτε μισή τελεία από το αγχωμένο κείμενο που τους έστειλα. Είμαι υπόχρεη!

ΥΓ1.: Δυστυχώς, ούτε εκείνο το βράδυ αποφεύχθησαν τα πηγαδάκια για τις ντροπές του Τύπου. Για τις ορδές των απλήρωτων, για τα καζάντια του Alter και της «Ελευθεροτυπίας», για το ότι και η τελευταία κουτσή σαρανταποδαρούσα ζητά από τους εργαζόμενους της να δουλέψουν τσάμπα.

ΥΓ2.: Απίστευτο! Η Νάνα Μούσχουρη μας κάνει κριτική. Με «βασιλικό γιαρέμ γιαρέμ και δυόσμο» κι από την άνεση της απουσίας.

ΥΓ3.: Τα χαιρετίσματα και τις ευχές μου και στην κα Γκολεμά. Όσο για τον φίλο που με mail με ενημέρωσε ότι τα παλιά κείμενα της Κοπτοραπτούς «συστεγάζονται» με εκείνα νέου αρθρογράφου, τον πληροφορώ ότι είμαι ενήμερη και να μην σκανιάζει. Πρόκειται, όπως μου εξήγησαν, για τεχνικό λάθος το οποίο θα αποκατασταθεί.

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

Πι Αρ, το τηλεοπτικόν

Αν το δεις χριστιανικά, το Πι Αρ (το λέμε και «δημόσιες σχέσεις») είναι η εισαγωγή στη θεωρία της συγχώρεσης. Γνωρίζεις (απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη) όλο τον καλό τον κόσμο, έχεις κακοπάθει (κι ας πρόσεχες) και φυσικά η γούνα σου θυμάται τον πόνο απ’ τα καψίματα και παρ’ όλ’ αυτά εις τας κοινωνικάς εκδηλώσεις χαμογελάς πλατιά, φιλάς σταυρωτά τον αέρα τον κοπανιστό και παριστάνεις την ευγενικιά πυργοδέσποινα (ή τον στραβοχυμένο οικοδεσπότη, αναλόγως) που γνοιάζεται για το πολύτιμο της υγείας του κάθε καραγκιόζη.

Υπό αυτό το πρίσμα, θαυμάζω (μόνο θαυμάζω; Προσκυνώ) τους ανθρώπους που επαγγέλλονται τους ΠιΑριτζήδες, πλην όμως αδυνατώ να πάρω στα σοβαρά ακόμη και την καλημέρα τους, ειδικά δε με τον τρόπο που γίνεται το εν λόγω σπορ στην Ελλάδα.

Δυστυχώς, ανήκω (ακόμη) στην αγαθιάρα εκείνη ανθρωποκατηγορία που πιστεύει ακράδαντα ότι οι σχέσεις, δημόσιες ή ιδιωτικές, «χτίζονται» - όπως λέει και η ευγενής κάστα των ΠιΑριτζήδων – πάνω στην εμπιστοσύνη (την κανονική, όχι τη σουξεδιάρα) και έτσι προχωράνε.

Της οποίας εμπιστοσύνης – μεταξύ μας... – αν της βγάλεις μια φορά το μάτι, συγνώμη που το μαθαίνεις από ‘μένα, αλλά δεν έχει δεύτερη.

(Πόσες φορές μου ‘χουν ζαλίσει τ’ αυτιά μ’ εκείνο το αντιπαθητικό: «έχω να σου δώσω μια ειδησούλα...», την οποία όση ώρα μου την... εμπιστεύονται κάνει τον γύρο του Διαδικτύου... Μα δεν είσαι χαζό, καλό μου; Από ‘σένα λες την περιμένω τη ρουφιάνα την είδηση;).

Αυτά, όμως, προφανώς, ισχύουν για γκαούτσαλα σαν την αφεντιά μου. Η τηλεόραση – και δη οι δημόσιες σχέσεις της – έχουν άλλους κανόνες, τον εξής έναν δηλαδή, «εκεί που γλείφεις (πολύ. Μέχρι παρεξηγήσεως, κυριε εκπομπάρχα) φτύνεις» και τούμπα πάλι το αυγό (έτσι, για να ψηθεί καλά).

Προφανώς, γι’ αυτό (και λόγω της γενικότερης ανέχειας στα κανάλια) γράφονται ύμνοι για τηλεπανηγυρτζήδες που ούτε το σκύλο σου δεν θα τους έδινες να τον πάει για πιπί, ενδεχομένως για τους ίδιους λόγους έχει στενάξει το e-mail μου με πρωτιές (πρώτη η τάδε εκπομπή, πρώτο το δείνα τηλεκακόμοιρο) του στυλ «στους στραβούς βασιλεύει η καλύτερη προσθετική σιλικόνης».

Προφανώς, και για τους ίδιους λόγους στις παρουσιάσεις τηλεοπτικών προγραμμάτων, οι μοκέτες είναι παχιές, για να απορροφούν τα (κάθε λόγης) σάλια, μεταξύ ανθρώπων που αλληλοσιχαίνονται, αλλά ας όψεται η κακούργα η ανάγκη:)

Φίλοι, των δημοσίων σχέσεων και «κολλητοί» των πιτσιρικίων που γεμίζουν αμισθί τηλεοπτικές στήλες γεμάτες «αγάπη μου», «λατρεία μου», θαυμαστικά και τεθλασμένες υστερίες, δεν θα μπορέσω να εξυπηρετήσω.

(Και προς Θεού, στα δελτία Τύπου μη με αποκαλείτε "συνεργάτη". Πρώτον δεν είμαι, δεύτερον δεν παίρνω την τηλεόραση στα σοβαρά, εκτός κι αν μου πατάει κάλους και τρίτον...το ξέχασα. Αφήστε τις αμερικανιές και φερθείτε απλώς επαγγελματικά. Τζαστ ινφόρμ μι. Θενκς!)

Έχω το κακό συνήθειο, όταν μ’ αρέσει κάτι να μ’ αρέσει πολύ και να το υποστηρίζω χωρίς πολλά θαυμαστικά και αποσιωπητικά και το ακόμη χειρότερο χούι, όταν αγαπώ να μην το λέω (τσούζει αυτό), κι όταν σιχαίνομαι και ξερνάω μ’ αυτό που βλέπω να βάζω το καπέλο μου στραβά και να πηγαίνω για τάβλι (αφού σου πω μεσ’ τη μούρη ότι η prime time σου είναι πόνος για τα μάτια μου, το μυαλό μου και έναν καλόγερο που πήγε και βγήκε στο μπούτι από μέσα).

Καθαρά πράγματα και μπαίνει και τέλος στο κακοφόρμισμα, φίλε ΠιΑριτζή.

(Που πας και μου σκοτίζεις τον Γκιώνη για "Junior Master ಚೆಫ್" τη στιγμή που λιποθυμούνε πιτσιρίκια στα σχολεία από την πείνα, άντρες δυο μέτρα να σαβουριάζονται στον πάγο για μια θέση στο τηλεχάος και πέντε κουλούς {έναν τον συλλάβανε, τον άλλο τον σουτάρανε και ο τρίτος προσπαθεί να ταιριάξει τον Τσαρούχη με τη Βανδή και δεν του βγαίνει}. Α, κι αύριο τελειώνουν και τα «Μυστικά της Εδέμ». Να θυμηθώ να αλλάξω τη βιταμίνη των καναρινιώνε).

Ε, μα!