Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

Εντάξει. Οι συγγραφείς δεν είναι πουτάνες...


(απλώς, εθισμένοι στην παρλαπίπα των social media. Ok, τώρα;)

Φοβόμουν πολύ καιρό να το γράψω, αλλά για να ‘μαι ειλικρινής τώρα πια δεν με πολυ-αφορά. Είναι χρόνια τώρα που πιστεύω, ότι όταν κάποιος πολυβγαίνει στο «γυαλί», ας είν’ κι ο Πάπας της Ρώμης που λέει ο λόγος, μοιραία, όσο και χαλύβδινος χαρακτήρας να ‘ναι, δυο πράγματα του συμβαίνουν: σταδιακώς την «ακούει τέρμα» και μετά ψιλο-γελοιοποιείται.

Δυστυχώς, και υποθέτω λόγω επαγγέλματος, το είδα να συμβαίνει πολλές φορές, ακόμη και με κόσμο που πίστευα ότι εκτιμούσα και μετά ψιλοσιχάθηκα και ακόμη πιο μετά μου ‘βγαιναν συναισθήματα καθαρού οίκτου. (Εκείνο το αυθόρμητο, «α, τον καημένο» που σου βγαίνει, όταν βλέπεις θεάματα σαν τη Τζούλια – τη γνωστή – ή τον Κίμωνα και μετά σκυλομετανιώνεις που ξεστόμισες τέτοιο πράγμα για έναν ταλαιπωρημένο συνάνθρωπο. Αυτό).

{Α, και προς Θεού, με όλο αυτό δεν εννοώ ότι εχτιμούσα ποτέ την Τζούλια ή τον Κίμωνα. Μην τρελαθούμε, κιόλας}.

Φαντάζομαι – δεν κατέχω από ντρόγκες– ότι η τηλεόραση είναι κάτι σαν ναρκωτικό, κάτι που σε κάνει να νιώθεις σαν τον Πανάγαθο ένα πράμα, πανταχού παρών και τα πάντα ελέγχων και φυσικά πρώτο τραπέζι πίστα στα καλύτερα, από τα highlands του Κολωνακίου μέχρι τον περίπτερα της γειτονιάς σου.

Στην πορεία βέβαια αποκτάς κουσουράκια που γράφουν ακόμη και στη μουρίτσα σου. Κάνεις κάτι γκριμάτσες τύπου ψυχιατρείο, μιλάς πιο θεατράλε, μ’ έναν στόμφο ανεξήγητο, με μια φόρα σα να κάμεις διάγγελμα, γενικώς βγάζεις γέλιο, αλλά έλα που έχεις αρχίσει ήδη να εθίζεσαι στα ρεζιλίκια, άσε που τη βρίσκεις, κιόλας.

Και μετά έρχονται οι κριτικές, (ενίοτε κι από κάτι τιποτένιες σαν τα μούτρα μου) και αισθάνεσαι, ΕΣΥ η τηλεπερσονα, αδικημένη, αλλά κυρίως πανέτοιμη να μου κανείς τα μούτρα κρέας και αν μου βαστάει κι έχω τα κότσια ας βγω να μετρηθούμε στο γήπεδο σου.

Είναι το σημείο που έχεις χάσει τελείως τη μπάλα, δεν σε φτάνει να μου την πεις, θες να μου απαντάς από παντού, μπλέκεις μέσα και τα social media και δεν σταματάς να μιλάς ακόμη κι όταν ψοφησω που λέει ο λόγος. (Μιλάμε για καημό!).

Και καλά να είσαι τηλεπερσόνα, που είναι στη φύση σου και στη φύση αυτού που νομίζεις ότι (εξ)υπηρετείς, να τα κάμεις σκατά! Αλλά όταν είσαι συγγραφέας, τι γίνεται;

Είναι κανά δεκάρι μέρες που γίνεται της Υπαπαντής και ενώ καίγεται κυριολεκτικά ο κώλος μας, το πλήθος μέγα και μικρό ασχολείται με ερωτήματα τύπου: είναι άραγε οι συγγραφείς πουτάνες; Υπάρχουν άραγες πληρωμένοι κοντυλοφόροι; Μπορεί ένας “ανώνυμος blogger” (άλλη ανόητη καραμέλα κι αυτή) να κρίνει την πνευματική ζωή του τόπου;

(Που κολλάει η τηλεόραση; Κολλάει).
Μα τω Χριστώ, δεν με νοιάζει η ουσία της κόντρας. Πάντα θα υπάρχει ένας καλός ή ένας ανάξιος λόγος για να γίνεται ο κόσμος μαλλί – κουβάρι.

Και πάντα θα υπάρχουν πρόθυμοι «στόχοι», αλλά και καλές δούλες προκειμένου να μεταφέρουν αυτή την κόντρα στο «γυαλί». Αλλά στα social media, ρε γαμώτο; Οι μπουγάδες, τα μανταλάκια κι όλο το νερό της γούρνας; Γιατί; Και στο Twitter και στο Facebook οι ζαβές πρακτικές της τηλεόρασης;

Και πας και απαντάς ΕΣΥ, που δεν είσαι τηλεπερσόνα, αλλά συγγραφέας.
Εσύ που ξέρεις τη δύναμη των λέξεων και την υπεροχή της ψυχραιμίας κι από τουί σε ριτουί και ξαναμανά – ριτουί ανακατεύεις τη χαβούζα του διαδικτύου με κουτάλα που μόνος σου πήρες με τα χεράκια σου. Και το ωραίο; Σε σιγοντάρουν σ’ αυτό το ανακάτεμα όχι μόνο οι φανατικοί σου «αναγνώστες», άλλα αρρωστάκια κι αυτά του διαδικτυακού ξεσκίσματος, αλλά και οι όμοιοι σου συγγραφείς.

Και ξεφωνίζεις ότι η οργή και το δίκιο σε πνίγουν και γλώσσα δε βάζεις μέσα και την Κατίνα της γειτονιάς που κάποτε την έφτανε και την περίσσευε το να βγει στην τηλεόραση, τώρα είσαι ικανός να μου την κουβαλήσεις μέχρι το LinkedIn. Και μου το ονομάζεις αυτό δημόσιο διάλογο...

Άμε, πουλάκι μου, παραπέρα. Βρες μια κάμερα να τα πεις ή γράψε ένα βιβλίο. Σε κάθε περίπτωση θα κερδίσει το διαδίκτυο, θα σωθεί το Facebook από την παράκρουση και θα επανέλθει το Twitter στα συγκαλά του, τύπου «καλημέρα τουϊτάκια μου!!! Σήμερα σηκώθηκα και έκαμα τσισάκια!».


ΥΓ.: Και μετά έρχεται ο Χριστιανόπουλος (που ποτέ δεν χώνεψα την εμπάθεια του με τον Ελύτη, αλλά ok) και σου λέει λιτά, ευγενικά και αυστηρά ότι δεν θέλει το βραβείο Λογοτεχνίας. Κοινώς, πάρτε και βάλτε το στο... ράφι σας. Πως να μην τον σεβαστείς, τον σοφό, μέσα σε τόση παρλαπίπα;


Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

Στην πολυκατοικία...

(... Και αφού σιγουρεύτηκα ότι όντως το ’11 ξεκουμπίστηκε, μπορώ να ευχηθώ «καλή χρονιά»...).

Αλλά δεν μπορώ να το φωνάξω. Βλέπεις, όλη η πολυκατοικία είναι μία πληγή και τα πολλά χάχανα τη σκοτίζουν. Παλιότερα, το μόνο αναμμένο φως μετά τις 2 το χάραμα ήταν το δικό μου. Τώρα, η πλευρά που βλέπει στον ακάλυπτο είναι... φωταγωγημένη.

Κι αν δεν είναι, βλέπεις μικρές φλογίτσες πίσω από τζάμια με τις τραβηγμένες όπως – όπως κουρτίνες. (Και μιλάμε για πολυκατοικία – εξορία, άλλοτε, όπου η μόνη καπνίστρια ήταν η αφεντιά μου).

Γυρίζω το βράδυ στο σπίτι και ξέρω πότε ο διπλανός είναι μέσα. Κλαίει. Χωρίς σταματημό, χωρίς ανάσα, χωρίς διακοπή. Είναι 31, 8 μήνες άνεργος, τους τελευταίους 3 χωρίς ρεύμα. Με βάρδιες και χωρίς πολλά λόγια, ζεσταίνουμε το νερό για τον καφέ του, βράζουμε μακαρόνια, ξέρουμε πότε κάνει μπάνιο απ’ τις κραυγές που σέρνει, όταν πέφτει το κρύο νερό πάνω του.

Δεν λέει «ευχαριστώ» στους γείτονες. Μόνο μας αφήνει σημειώματα κάτω από τις πόρτες με χαρούμενες φατσούλες και μονές λέξεις ευγνωμοσύνης.

Η από πάνω σπούδαζε μουσική. Το καλοκαίρι έδωσε εξετάσεις, «γονάτισε», λέει, το Ωδείο από τη χάρη της και τώρα, πουλάει κατσαρόλες τηλεφωνικά, part time το απόγευμα. Πληρώνεται με ποσοστά. Προχθές, της δώσανε 200 ευρώ, που θα πει ότι μέσα σε 2 μήνες είχε καταφέρει να πουλήσει 3 σετ, δύο χύτρες και 4 βραστήρες.

Τουλάχιστον, ξενυχτάμε, αλλά 2 με 6 το πρωί, μερακλώνουμε με Σούμπερτ, Τάλεμαν και Σοστακόβιτς. Ενίοτε, ο έχων δύο τσιγάρα ή δύο πακέτα (αναλόγως τα κεσάτια), κερνάει διαμπαλκονικώς τους άλλους, με το σύστημα «ζεμπίλι»: πέφτει σχοινάκι, δεμένο με σακουλάκι, βάζεις (στο σακουλάκι) αυτό που προαιρείσαι και με μανταλάκι σου ‘ρχεται χαρτάκι που γράφει «ευχαριστώ».

Στον 2ο, στον 3ο, στο ισόγειο, δεν υπάρχει όροφος χωρίς τον άνεργο του, όπως είχε τόσο σοφά εξηγήσει ο "ήρωας" κ. Παπανδρέου.

Βέβαια, εκτός από σονάτες και λοιπά πρελούδια, ακούς και μπινελίκια. Ξεκινούν στις 8, την ώρα των δελτίων και κρεσεντάρουν όταν «παίζει» το “Master Chef Junior. Κατανοητό. Ο διπλανός που τρώει επί τρίμηνο μακαρόνια – ρύζι – μακαρόνια, έπαθε σύνδρομο Τουρέτ από τη μέρα που είδε λίγη τηλεόραση με τη γιαγιά του 3ου. Με τόσους ξιφίες, σολωμούς και καπνιστά ριζότα ήρθε και την πλήρωσε (αδίκως) η δόλια Μπεκατώρου.

Ε, και φυσικά έχει και τα τυχερά της η πολυκατοικία. Στο άκουσμα της είδησης ότι ο Κουλούρης πήγε να πατήσει αστυνομικό, αρχίσαμε όλοι να ψαχνόμαστε για εφεδρικά μαύρα μαλακά μολύβια ματιών. Τι τα θες; Σε άλλους πάνε τσιγάρα στο κελί, σε άλλους μάσκαρες. Ο ευπατρίδης πολιτικός γλίτωσε τη σύλληψη, οπότε κι εμείς σώσαμε τα νεσεσέρ μας και ο Hondos δεν έχασε έναν καλό πελάτη.

Κατά τα λοιπά, όλα καλά. Μόνο για την κοκορόμυαλη του 4ου φοβάμαι που μπαινοβγαίνει (ακόμη!) με σακούλες από τον «Καρούζο» και τη “Luisa”. Να ‘ναι καλά το κορίτσι, αλλά το μπουγέλο από τον δίπλα και την από πάνω δεν το γλιτώνει. Εκτός κι αν προλάβει ο οικοδόμος του ισογείου...

ΥΓ1.: Δεν έχει νόημα να γράψω κάτι για το ’11, τώρα πια, ε; Απλώς θα το θυμαμαι σαν τον χρόνο που μου πήρε (σχεδόν) τα πάντα και με «σύστησε» με όλο εκείνο το καραγκιοζιλίκι που μια ζωή απέφευγα. Και με θεωρούσα και τυχερή γι’ αυτό. Τρομάρα μου.

ΥΓ2.: Καλή χρονιά, είπα, ε;