Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

"Φιλαράκι, ψήφισε με!"

Κάποτε, σε κάποιο μουτζαχεντίν του spin doctoring (my ass) είχα παραπονεθεί για τα μαζικά μηνύματα, παραμονιάτικα εκλογών, προς καψερούς ψηφοφόρους.

Από τη Μεγάλη Δευτέρα μετανιώνω πικρά για το παράπονο μου. Τα sms που καταφθάνουν είναι τόσο προσωπικά που ακόμη κι εγώ κοκκινίζω κι αναρωτιέμαι πότε κούνησα την ουρά μου και λαμβάνω τέτοιες προστυχιές Πασχαλιάτικα.


Πρόστυχο μήνυμα Νο1:

«Φιλαράκι, θα με κάνεις πολύ περήφανη, αν στηρίξεις τον αγώνα που ξεκινάω. Κατεβαίνω στη Β’ Αθήνας και θα ήθελα τη βοήθεια σου. Στο μέιλ σου προωθώ και το βιογραφικό μου και είμαι σίγουρη ότι θα το προωθήσεις σε όλες σου τις λίστες».


«Φιλαράκι»; «Θα με κάνεις περήφανη»; «Είμαι σίγουρη»;


(Κάπου εδώ, για εντελώς προσωπικούς λόγους να αναφέρω ότι σ’ αυτή τη ζωή «φιλαράκι» με αποκαλούν δύο άνθρωποι: ο Νικόλας και η Σταυριάνα. Είναι τίτλος κερδισμένος με ζόρι και με χρόνο. «Περήφανη» έχω κάνει τη μαμά, άντε και καμιά δεκαριά φίλους, για λόγους ηλίθιους, τύπου έμαθα ποδήλατο, δεν έκλαψα στο πρώτο εμβόλιο, τίναξα στον αέρα «ευτυχίες» που δεν μου ταίριαζαν, τέτοιες μαλακίες. Όσο για το «σίγουρη», ας μην το αναλύσω, ε;).


Από Μεγάλη Τρίτη έως Μεγάλο Σάββατο τα sms το χαβά τους. Κλισεδιάρικα («νέοι κι άφθαρτοι να μπουν στη Βουλή», «ένα λιθαράκι θα βάλω κι εγώ», «φιλενάδα, αποφάσισα να κατέβω για να τους δώσουμε ένα μάθημα», «έλα να τους τιμωρήσουμε μαζί», «με την ελπίδα ότι μπορούμε και θα τα καταφέρουμε»), ενοχλητικά, αναγκεμένα, ζητιανάκια κανονικά. Σαν το...


Πρόστυχο μήνυμα Νο2 (Κυριακή του Πάσχα)

«Συναδέλφισσα, ξέρω ότι είσαι αντράκι και θα κάνεις το σωστό. Βοήθα με και λίγο απ’ το διαδίκτυο. Παλεύω για το καλό μας».


(Όχι, κύριος. Δεν είμαι «αντράκι». Θέλω δε να σου πω ότι με πιάνει θλίψη τρελή με όλα αυτά τα φοβισμένα κορίτσια που αυτοτιτλοφορούνται έτσι. Γυναίκα είμαι, χοντρά ταλαιπωρημένη, αλλά όχι απελπισμένη. Όχι ψήφο, ούτε τον πυρετό μου δε σου δίνω. Και το διαδίκτυο στενάζει από κάτι κομματοβλαμμένους σαν κι εσένα).


Αφήνω το κινητό στο τραπέζι. Ανοίγω τον υπολογιστή. Μπαίνω στο Facebook στη σελίδα που με το «έτσι θέλω» ο αποστολέας του τελευταίου μηνύματος με έχει κάνει add στο group των υποστηρικτών του. Πριν «απεμπλακώ» από το εν λόγω group κοιτάω τη φάτσα του. (Αιωνίως) άπλυτο, αξύριστο και με κοιλιά τον είχα αφήσει και πλέον από το ρετούς θυμίζει τον παραμελημένο αδερφό του Κώστα Μαρτάκη. Πριν αυτοδιαγραφώ , τον θυμάμαι χρόνια πίσω, στο απέναντι γραφείο να βρίζει με πάθος τους δημοσιογράφους που εξαργύρωναν τη δουλειά τους με μια «χεσμένη βουλευτική έδρα» (sic).


Με πιάνει ντροπή που σε λιγότερο από 3 λεπτά μετά την «αυτοδιαγραφή» μου ‘ρχεται μήνυμα επιθετικό: «Μπορώ να μάθω γιατί;».


Ντροπή που κοτζαμάν μαντράχαλος μετράει τις ψήφους με τα “likes” και παραμονεύει ποιος αποσυνάγωγος την «κάνει» απ’ τον... αγώνα.


Το καλό είναι ότι αυτές οι εκλογές θα είναι σαν πιστολιά. Μία που την άκουσες, μία που έγινε η ζημιά. Δεν θα προλάβουν να ανοίξουν εφημερίδες και να κλείσουν σε δυο μήνες. Δεν θα μας ταλαιπωρήσει πολύ όλος αυτός ο αριβίστας θίασος. Θα πέσει και κανά γιαούρτι παραπάνω. Δεν συμφωνώ και δεν θα το ‘κανα. Αλλά εννοείται ότι αγαπώ τον κόσμο που ξύπνησε και δεν μασάει από φέιγ βολάν και γλιτσιές τύπου «είμαι ένας από εσάς».

Και κυρίως, σχεδόν νοσταλγώ (τι νοσταλγώ; Καίγομαι) τα παλιά μαζικά βιομηχανοποιημένα μασίφ πολιτικάντικα μηνύματα (ούτε πολύ κοντά να πιάσουμε παιδί ούτε πολύ μακριά): «Αγαπητέ συμπολίτη, στήριξε μας με την ψήφο σου»...

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

"Αδύναμοι χαρακτήρες"...

Το χειρότερο με τις δημοσιογραφικές ταχύτητες είναι ότι σου στερούν το προνόμιο του να «παγώσεις». Είναι τρελό μανίκι να πρέπει να μεταδώσεις μια τραγωδία εδώ και τώρα κι ας έχει φριζάρει ο εγκέφαλος και το συναίσθημα σου. Το δεύτερο χειρότερο μετά από αυτό είναι ότι ΠΡΕΠΕΙ να δείξεις ότι πονάς.
Αλλά συνήθως, όταν πονάς ή βογκάς ή δεν μιλάς. Πάντως, δεν λες βλακείες. Δεν βιάζεις τον εαυτό σου να κλάψει. Συνήθως, κλαις ή το βουλώνεις. Αλλά η τηλεόραση δεν καταλαβαίνει από τέτοια. Είναι ένας 24ωρος κατεψυγμένος θίασος, στον οποίο ανά πάσα στιγμή πρέπει να ξεπαγώνεις το κατάλληλο «σακουλάκι».
Κι αντί να καταφύγει στην αξιοπρεπή μετάδοση της είδησης, ο θίασος ζητάει τη βοήθεια του «Μπαρμπά – Στάθη».
Από εκεί ο θεατρικός πόνος, πιο κάτω ο θεατρικός θυμός, στο δεξί ράφι το δάκρυ που ζεσταίνεται και στους μείον 20 που λέει ο λόγος.
Έτσι, χθες, ανοίγοντας τηλεόραση το πρωί, έπεσα πάνω σε μία μισο-ηλίθια, μισο-διεστραμμένη ρεπόρτερ των 500 ευρώ (αλλά με ύφος 2500 ευρώ) που (μου) εξηγούσε ότι «υπάρχουν και αδύναμοι χαρακτήρες που προχωρούν τελικά σε τέτοια απονενοημένα διαβήματα», όπως του 77χρονου που έβαλε τέλος στη ζωή του στη Πλατεία Συντάγματος.
Χρόνια ωρύομαι, στα όρια της γραφικότητας πια, ότι τα κανάλια πρέπει να διαθέτουν στόλο από διορθωτές και φιλολόγους για να περνάνε από καθημερινά σεμινάρια τα «σαϊνια» με το μαρκούτσι. Πλέον πιστεύω ότι έχουν υποχρέωση να προσλάβουν ψυχολόγους, έστω και part time. Και να τσεκάρουν τακτικά (τακτικότατα) την ψυχολογική κατάσταση των συνεργατών τους, που αισθάνονται super μάχιμοι και δυνατοί χαρακτήρες, ώστε να εκσφενδονίζουν τέτοιες ηλιθιότητες σε εθνικό δίκτυο, χωρίς να αισθάνονται πόνο κάπου, έστω και στη φτέρνα τους.
Δεν ξέρω, παλιότερα μ’ έπιανε ντροπή ανακατεμένη με λίγη απελπισία, ξέρεις εκείνο το φιλικό που θες να πας να τον πιάσεις τον άλλο και να του πεις, «ρε συ, έλα με τα σωστά σου, μη λες μαλακίες». Μετά τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου και των ανθρώπων της Marfin, η ντροπή έγινε θυμός. Τώρα είναι απλώς η κάρτα ενός πολύ καλού ψυχολόγου.
Να σ’ τη δώσω, να σε δει, να μιλήσεις λίγο, να ξεμπουκώσεις, μπας κι αρχίσεις να συναισθάνεσαι τι κορωνάτες χαζομάρες πετάς.
ΥΓ: Για τον άνθρωπο που διάλεξε αυτό το τέλος έχουν γραφτεί τα πάντα. Σοβαρά κι ασόβαρα, μετρημένα και ζεστά, αποστασιοποιημένα και ψιλο-αιρετικά. Μόνο αυτό: αν υπάρχει κάτι που μπορεί να σε απελπίσει στα 77 σου και να σε στείλει ντουγρού πάνω σε μια τέτοια απόφαση, το τέλος δεν έρχεται. Ήρθε, δεν μας το είπανε κι απλώς μας αφήνουν σαν τα χαμστεράκια να ζοριζόμαστε στη ρόδα.