Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2012

Λύκε, που δεν είσαι πια εδώ

«BloggerΟ/Η monaxikoslikos είπε...
Καλωσόρισες στη ζούγκλα του διαδικτύου και καλή δύναμη να ΄χεις να μείνεις.
20 Ιουνίου 2007 4:10 μ.μ».

Το πρώτο σχόλιο, ο πρώτος αναγνώστης, ο πρώτος μου φίλος (κι αληθινός), εντός και εκτός (γ)ραφείου, η πρώτη μου αληθινή κουβέντα από συνάδελφο σε συνάδελφο. Δεν υπάρχει πια.

Ο Αντώνης είναι – δεν γράφεται το «ήταν» για τέτοιους ανθρώπους – από εκείνους που έπρεπε να ξέρεις. Το «έπρεπε», στις μέρες μας, μεταφράζεται σαν τη γνωριμία που θα σε βόλευε κάπου, θα σε ανέβαζε, θα σου έφτιαχνε το επαγγελματικό προφίλ. Φυσικά και δεν εννοώ αυτό.

«Έπρεπε» να τον ξέρεις για να μπορείς να φτιάξεις σωστό συγκριτικό πίνακα: από ‘δω οι λίγοι, από ‘δω οι κύριοι, παρέκει οι λεχρίτες.

Σε μια εποχή που γινόταν της τρελής, από μαζώξεις bloggers και πάρτυ “to know us better”, τάχα μου, που το διαδίκτυο ήδη είχε αρχίσει να γίνεται της τρελής το μαλλί, εκείνος ήξερε να κάνει φίλους, να προσεγγίζει σωστά κι άμα του έκανες και του ταίριαζες να σε κρατάει για πάντα.

Τους αγαπώ αυτούς τους ανθρώπους.

Που ξέρουν πολλά και λένε λίγα, που είναι μαζί και πατεράδες και δάσκαλοι και επιστήμονες και μάγειρες και φυτευτές –

«πάρε λίγο βασιλικό απ’ το μπαλκόνι μου και δες αν θα σου “πιάσει”»,

που περιφέρουν ανύποπτοι το μεγαλείο και τη γενναιοδωρία τους –

«να διαβάσεις αυτό και εκείνο και τ’ άλλο»,  

που έχουν συναίσθηση της θέσης τους, αλλά δεν τη χρησιμοποιούν, -

«ρε συ, αυτός γράφει με κεφαλαία για να καταλάβεις. Αφού όταν διόρθωνα κείμενο του κι ήθελα να τον πειράξω του ‘λεγα “πουλί μου, μόνο οι μαρμαράδες στους τάφους γράφουν με κεφαλαία. Τίμησε μας και με κανένα πεζό”»-,

που ξέρουν να υποκρίνονται τους νικημένους για να σου κάνουν την καρδιά -

«ρε μικρή, θα μάθεις να παίζεις τάβλι; Παπάρια νίκησες! Έχε χάρη που έχεις τις μαύρες σου!»  -

που οι -σε χρόνο ανύποπτο φιλοφρονήσεις- τους δεν σ’ έκαναν στιγμή να νιώσεις άβολα

«εντυπωσιακό κείμενο, αλλά ρε συ Χριστίνα, σχώρα με κιόλας που σε κοιτάω έτσι, κόρη μου είσαι στην ηλικία και στην ουσία. Τι μεγάλα μάτια που έχεις, ρε παιδάκι μου. Σα λημνούλες είναι! Για συνέχισε!»-

που το μεσημεριανό τους, γινόταν προσκλητήριο σε πανηγύρι, -

«ξεκουβάλα λέμε! Έχω κάνει μακαρόνια με κιμά!»...

Δε φοβόταν μία. Καλοκαίρι, επί της Κηφισίας, πατούσα και γκάζι, ένα. Σε φίλο με άδεια χέρια ποτέ, γλάστρες και κρασί, απογευματινοί καφέδες και τάβλι στο Θησείο που κατέληγαν αξημέρωτα στα μπριζολάδικα της γειτονιάς, με ατέλειωτες κουβέντες που είχαν ιστορία, επαναστάσεις, παραλειπόμενα από συνεντεύξεις Τύπου κι από ζωές «προϊσταμένων» για το πώς έγιναν προϊστάμενοι. Όσο για το ρεπορτάζ, έχασαν όσοι αυτόκλητοι φωστήρες του οικονομικού ρεπορτάζ δεν αξιώθηκαν ούτε μισή «καλημέρα» του.

Άντε, μωρέ Λύκε. Εσύ ποτέ δεν αργούσες σε ραντεβού. Πώς πήγες και την κοπάνησες έτσι και μας άφησες με τ’ ασσόδυο;