Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2007

Δε νάιτμερ μπιφόρ Κρίστμας (μανικιούρ, Εκάλιανς και χριστουγεννιάτικες φοβίες...)


Από τα 5 μέχρι τα 10 (μη σου πω και παραπάνω), ο φόβος σου σ’ αυτή τη ζωή είναι μη μείνεις ορφανό.
Από τα 15 μέχρι τα 20 (25 πες) ο εφιάλτης σου είναι να μη σε παρατήσει ο γκόμενος/-α.
Και από τα 25 μέχρι τα 75, έτσι που τα ‘κανε η εκλεκτή μας κυβέρνηση, η τρισμέγιστη αγωνία σου είναι να μη μείνεις από...εργασία.
Οι συγκεκριμένες φοβίες έχουν την τάση να διογκώνονται κατά την διάρκεια των γιορτών – ειδικά τα Χριστούγεννα – και πολλαπλασιάζονται επί δύο αναλόγως της φυσικής κουλαμάρας και του σκατοχαρακτήρα που διαθέτεις.
Το κοπτοραπτείο σεβόμενο απολύτως του προ – Χριστουγεννιάτικους και μετά – Πρωτοχρονιάτικους εφιάλτες συμπάσχει με όλες τις παραπάνω ηλικίες (και τα ζόρια τους) και εύχεται χρόνια πολλά σε όλους, γνωστούς και φίλους, θαμώνες και απλούς περαστικούς και συνιστά απόσταση από τα μουρλόχαπα και όπως έλεγε κι η γιαγιά μου, «όπου δυο και εγώ τρεις».
Επ’ ευκαιρία ανάλυσης φόβων και εμμονών (Δε Νάιτμερ μπιφόρ – και άφτερ – Κρίστμας, κατά το κοινώς λεγόμενον), οφείλω να σας εξομολογηθώ ότι η απομάκρυνση – λόγω χριστουγεννιάτικων πανηγυριών – εκ του κοπτοραπτείου, εμένα προσωπικά μου προκαλεί τεράστια αμηχανία, καθότι όταν δεν «γαζώνω» δεν ξέρω τι να κάνω τα.... ανοικονόμητα χέρια μου, χώρια που συμπεριφέρομαι σαν τινέιτζερ σε δείπνο υπουργών. Γκάγκα δηλαδή.
Αυτό για μένα είναι φόβος. Φοβάμαι, ότι δεν ταιριάζω με το οικοσύστημα και συμπεριφέρομαι...ακατάστατα.
Επί παραδείγματι, το Σάββατο εσύρθην από άλλες «κοπτοραπτούδες» σε Σαλόν Ντε Μποτέ της γειτονιάς και έφριξε το σύμπαν των εξεχουσών πελατισσών από τη μαλακία μου.
(Τι το ‘θελα;).
Βλέπετε, με έπεισε η τιγκελού ότι δεν είναι δάχτυλα κοριτσιού αυτά κι ότι κάποια που γράφει για τις κιουρίες της τιβί πρέπει να έχει και το πρέπον μανικιούρ.
Κάτι το Κρίστμας μουντ, κάτι (ε, ας μην ψευδόμεθα) η κοιμώμενη γυναικεία φιλαρέσκεια εντός του σαρκίου μου, το ομολογώ, τις ακολούθησα.
Αλλά σ’ αυτά τα μαγαζιά πρέπει να έχεις και το πρέπον άτιτιουντ.
Πάω κι εγώ η «γαζώτρια», εισέρχομαι του σαλόν ντε μποτέ και βλακωδώς καλημερίζω τις εργαζόμενες με τεράστιο χαμόγελο.
Αυτομάτως, αντιλαμβάνομαι ότι οι κοκοροφαντασμένες πελάτισσες με κοιτούν με οίκτο. Προφανώς ενόμισαν ότι είμαι η νέα μαθητεύομενη για το πεντικιούρ.
Με καθίζουν σε ένα πουφ (βούλιαξα μέσα το κοντοστούπικο), με μπουκώνουν με μία περιοδικάρα (Ελένη Μενεγάκη είχε στο εξώφυλλο), μου πασάρουν και μια φλιτζάνα καυτό καφέ και εννοείται ότι περιμένω τη σειρά μου.
Κουβέντα δεν μπορώ να πιάσω – τι να πω με τις Εκάλιανς που έρχονται στο Κουκάκι για φθηνό πεντικιούρ;;; - οπότε τι να κάνω η δόλια, κοιτάω και παρατηρώ. Α, κι ακούω (μη ξεχνιόμαστε). Της μιανής το Καγιέν ήταν στο συνεργείο, της αλληνής ο γκόμενος στον Βόλο για... κρίστμας κοκούνιγκ (;).
Κάνω να πω καμιά κρυάδα με την τιγκελού, μου ρίχνει ένα αυστηρό βλέμμα και μαζεύομαι, μη και γίνουμε ρεζίλι.
Πούσου πούστη μου, πως θα περάσει η ώρα; Έξαφνα το αυτί μου συλλαμβάνει έναν ήχο σβββιν – σββιν και βλέπω την πεντικιουρίστα να αγωνίζεται να βγάλει τους κάλους από την πατούσα μιας (μετά συγχωρήσεως) βούζας.
Μου ανεβαίνει το (φιλότιμο) αίμα στο κεφάλι, καθώς η πεντικιουρίστ ιδρώνει, αλλά η βούζα εννοεί να τρώει, καπνίζει, μιλάει στο κινητό και κουνιέται πέρα δώθε (όλα ταυτοχρόνως) κάνοντας δύσκολο το έργο της άμοιρης τσούπας.
Σηκώνομαι με χάρη – τάχα δήθεν για να πάρω άλλο περιοδικό - και τραγουδιστά σφυρίζω στο αυτί της πεντικιουρίστ: «κοπελιά, να λες καλά που δεν τους βγάζεις από το κεφάλι της τους κάλους».
Σκυλοπνίγεται η πεντικιουρίστ – γιατί δεν μπορεί και να γελάσει – κι εγώ επιστρέφω φρόνιμα φρόνιμα στη θέση μου.
Η τιγκελού με κοιτάει παγερά και σφυριχτά, για να μη γίνουμε και ρεντίκολο με ρωτάει: «Την έκανες πάλι την παπαριά σου, έτσι;».
Αρχίζω να έρχομαι στα ίσα μου, γράφω στις παλιές μου κλωστές την τιγκελού και ανάβω τσιγάρο.
Την ώρα που ο αναπτήρας μου θυμίζει ότι ναι, εδώ μέσα υπάρχει κατιτίς το φλογερόν, παγώνει το αίμα μου από τις τσιρίδες κυρίας, της οποίας η Ρωσίς υπάλληλος από λάθος της έκανε δαχτυλιά πάνω στο τελευταίο νύχι.
«Δεν είναι τίποτα, δεν είναι τίποτα», παρεμβαίνει η αρχι-Κιουρία του Σαλόν κι αρπάει το ασετόν για να διορθώσει το... λάθος που προκάλεσε τη βλακώδη έκρηξη της Εκάλιαν.
Κι εκεί που αρχίζουν να με τρώνε τα χέρια μου (γιατί κάπου ήθελα να ρίξω ένα σβούμπο!) έρχεται το ρωσιδάκι, κλαμένο και μου λέει: «Θέλει το γκυρία να περάσσσει;».
Περνάει κανά δίλεπτο για να αντιληφθώ ότι το «κύρια» είμαι εγώ, σηκώνω τον πίττο μου από το πουφ και κάθομαι απέναντι στο κορίτσι.
Την περιεργάζομαι καλά – καλά, της λέω μια βλακεία για να μην κλαίει, ξεκαρδίζεται στο γέλιο κι αρχίζει να μου πιλατεύει το δεξί χέρι με τα σύνεργα της μανικιουριστικής.
«Τι τα κάνομμμε;», με ρωτάει ενώ χαζεύω τα κουλά τεράστια νύχια, στις προθήκες μπροστά μου.
«Ε, ξέρω εγώ; Κάτι απλό...», ψυθιρίζω τρομαγμένη και το βλέμμα μου πέφτει στα μάτια της. Μάτια γαλάζια, τεράστια, ταλαιπωρημένα, ετών (μόλις) 19.
Αφού μου έχει μουλιάσει τα ξερά για να μαλακώσουν, αρχίζει το μασάζ. Ξαφνικά ακούγονται κάτι κρακ κρικ (καταραμένο ντεκερβέν) κι ακούω το ρωσιδάκι να μου λέει: «Το γκυρία είναι κουρασμένο, ε;». Τι να απαντήσω; Ακούγανε και οι Εκάλιανς!
Οι οποίες με γκριμάτσες κορόιδευαν την καημένη τη μικρή, ακριβώς δίπλα της.
Τέλος πάντων μετά από 30 λεπτά της ώρας έχω αποκτήσει τα κρινοδάχτυλα της Πλισέσκαγια και με αυτά σας γράφω τώρα (όχι για να ξέρετε).
Δίνω χίλιες ευχές στο πιτσιρίκι, το οποίο τρέχει να μου φέρει το σκουτί μου και μου το φοράει με προσοχή μην τύχει και χαλάσει το νύχι.
Οι Εκάλιανς έχουν μείνει κόκκαλο από την περιποίηση, εγώ δεν ξέρω που να βάλω τη ντροπή μου και την ώρα που πληρώνω ακούω: «Γκυρρρία, να πιράσετε καλές γκιορτές κι όταν έκετε κρόνο να ξανάρθετε να σας μπάψω δωρεάν».
Συγκινούμαι, ξεχνάω την τιγκελού πίσω μου, φοράω το σκουφί μου μέχρι τα αυτιά και βγαίνω στο κρύο με γαμάτο μανικιούρ και τη λιγοστή μάσκαρα να έχει κυλήσει στα γόνατα.
Κοινώς, πάλι σκατά τα έκανα...


ΥΓ1.: Τηλεόραση οφ αυτές τις μέρες. Χριστούγεννα με τηλεόραση δεν είναι χριστούγεννα. Εύχομαι καλές γιορτές σε όλους σας και να μου προσέχετε πολύ!!!
ΥΓ2.: Με ενημέρωσαν ότι κυκλοφόρησε το βιβλίο που γράψαμε καμιά τριαντάρια νοματαίοι παρέα. Τι να πω; Είναι το καλύτερο δώρο που μου ‘χουν κάνει. Μόλις ενημερωθώ – γιατί είμαι και κουλίδου μ’ αυτά – θα «ανεβάσω» περισσότερα!
ΥΓ3. : Κι επειδή πρώτα βγαίνει το χούι και μετά η ψυχή, τώρα άκουσα τον Μάκη Τριανταφυλλόπουλο να μιλάει στον Νίκο Χατζηνικολάου και να διαμαρτύρεται ότι ο συνεργάτης του Θέμος Αναστασιάδης ενώ είχε ενημερωθεί για το θέμα του Γενικού Γραμματέα, τις ροζ κασέτες, ωστόσο δεν μπήκε στη διαδικασία να ενημερώσει τον Ταρζάν. Ώπα...
ΥΓ4.: MonahikeLike, επειδή ξέρω ότι θα μου την «πεις» για τα νύχια ένα έχω να σου πω: Το νύχι του αντίχειρα – γαμώτι – μόλις έσπασε! Σε φιλώ!


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.xmasjoys.com

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2007

Βρείτε μου μια δικαιολογία (για τον ΩΡΙΛΑ, τα δήθεν τηλεπεριοδικά... άποψης, τον πάτο του βαρελιού, κλπ )


Τελικά η κουφαμάρα ήταν για ‘μένα στάτους οβ χάπινες. («Ευτυχισμένους» δεν τους λένε χάριν αστειότητας τους βαρύκοους; Ε, αυτό!). Γιατί εκεί προς το Σάββατο που εν τέλει ξεβούλωσε το ζερβί αυτί άρχισε να με πιάνει αντράλα. Μ’ αυτά που άκουγα.
Απ΄την μια η αποπομπή Μαγγίνα, απ’ την άλλη η... παραίτηση της Μάρας Ζαχαρέα, ε, δεν θέλει και πολύ ο ασθενής;
Για να αντιληφθεί κανείς το επίπεδο... εσωτερικής ενημέρωσης – στα ελληνικά μίντια – αρκεί να ακούει τα λεχθέντα στην τιβί και στα χέρια του να κρατά ορισμένες κυριακάτικες εφημερίδες.
Οι οποίες έβλεπαν τον... «Ξένιο Δία» του υπουργείου Απασχόλησης να γερνάει στην καρέκλα του.
Συνεκδοχικώς, (κούφια η ώρα που τ’ ακούει) όλοι εμείς, αυτή τη στιγμή που «γαζώνω» είμεθα με μασέλες και Πι, τον δε υπουργό τον «ξεκόλλησαν» από την καρέκλα του με σκαρπέλο, καθ’ ότι ρίζωσε εκεί (βρε, για δε τι γρήγορα που περνά ο καιρός!). Το ωραίο όμως είναι πόσο υπέροχα αμετακίνητοι και... καλοδιαβασμένοι είναι στις απόψεις τους οι τηλεοπτικοί ταγοί και οι γραφιάδες.
Άκουγα (σημ.: τι το θελα και ξεμπούκωσα το βουλωμένο μου ους;) τα ρεπορτάζ για τη Μάρα Ζαχαρέα, απ΄το Άλτερ.
Και στάθηκα σ’ εκείνη τη διευκρίνηση ότι όταν ξεφώνιζε το δελτίο του Μέγκα, οι ειδήσεις του καναλιού ήταν πρώτες.
Εμ, γιατί, τώρα τι είναι μάνα μου;
Και μήπως η πρωτιά ουδεμία σχέση είχε με το πρόσωπο μπροστά από την κάμερα, αλλά με τον κύριο που βρίσκεται (και βρισκόταν) πίσω από τις κάμερες;
Παναγιωτόπουλος Χρήστος το όνομα του κι ο Λουμίδης στους καφέδες. Αν κάποιος έχει έστω και την παραμικρή ιδέα για το πως καλοκουρδίζεται το δελτίο του εν λόγω σταθμού, το όνομα αυτό το γνωρίζει. Ασχέτως αν συμπλέει με το τελικό αποτέλεσμα.
Ένιγουει, η κουφαμάρα μου αποδείχθηκε ευεργετική και για έναν ακόμη λόγο. Όσο ήμανε κουφή το ‘ριξα στις παλιές εφημερίδες.
Παρένθεση: Την προηγούμενη Τρίτη Λαζόπουλο δεν είχα δει. Είχα όμως διαβάσει πολύ σκληρές κριτικές σε τηλεπεριοδικό αριστερίζουσας – λέμε τώρα - εφημερίδας.
Και φτάνει το Σάββατο που μας πέρασε. Με ανοιχτά αυτιά – πλέον – στήνομαι να δω Λαζό σε επανάληψη και τον ακούω να εξυμνεί ένθετο περιοδικό της ίδιας εφημερίδας.
Και φτάνει και η Κυριακή. Ούτε μία κουβέντα από το τηλεπεριοδικό περί μακάκηδων και φούστηδων.
Άραγε, κάπως έτσι...φιλιώνουν οι κριτικές;
Μπορεί. Τι να ξέρω εγώ από υψηλά μαθηματικά, όταν το μόνο που ξέρω να μετράω είναι το κατοστάρι της μεζούρας;
Η οποία μεζούρα δείχνει ότι όλος αυτός ο καβγάς δεν παίρνει κανέναν να τίθεται υπέρ του ενος ή του άλλου, είτε φωναχτά είτε σιωπηρά.
Όταν η μεζούρα δείχνει πάτο στο βαρέλι, είναι πάτος. Πάει και τελείωσε.
Και στον πάτο του ίδιου βαρελιού δεν είναι για να συγκρίνεσαι είτε είσαι δημοσιογράφος είτε κανάλι είτε καλντεριμιτζού τιμημένη και αξιοπρεπής. Βγες στην επιφάνεια και τα λέμε.

ΥΓ.1 : Τι χαρά! Επιτέλους μπορώ και να «γαζώνω» και να ακούω. Μέχρι πρότινος ούτε το ένα μπορούσα ούτε το άλλο.
ΥΓ.2: Βρείτε μου μία μη φθηνή δικαιολογία να αποφύγω τον ΩΡΙΛΑ αύριο. Με ανατριχιάζει ο τρόπος που χαρχαλεύει μεσ’ τ’ αυτί μου μ’ εκείνη τη μεταλλική αηδία.
Κισίζ του εβριμπόντι.





ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: http://www.valkan-barel.gr/

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2007

Αυτάκι καημένο...


Παιδιά ντοντ πάνικ! Δεν ψόφησα, δεν σκοτώθηκα, δεν λάλησα εντελώς!

Στα μηνύματα σας με ρωτάτε που είμαι. Ήμανε - και μερικώς εξακολουθώ να είμαι - κωφή. Εδώ και κανά δεκαήμερο είμαι με ωτίτιδα, πυρετούς και το κορυφαίο; Ακούω ό,τι να 'ναι.

Βέβαια, αυτό δεν το λες και κακό, καθότι τα αφεντικά ξελαρυγγιάζονται για να επικοινωνήσουν μαζί σου (χε,χε) κι ακούς ό,τι γουστάρεις.

Πολύ σύντομα - μπορεί και Κυριακή βράδυ, γιατί η αρρώστια αρρώστια κι οι αλητείες αλητείες - θα "γαζώσω" για τις ευεργετικές συνέπειες της κουφαμάρας σε εποχές "ξεφωνητού", φωναχτού "τηλεξεσκίσματος" και λοιπών τζαζ της εγχώριας τηλεοπτικής μπάντας.

Φιλιά κι ας ελπίσουμε ότι αυτό το Σαββατοκύριακο δεν θα πονέσω έτι περαιτέρω και κυρίως δεν θα ακούω ό,τι κάμω κέφι. (Σημ.: Ενίοτε η κουφαμάρα σε κάνει να μιλάς σαν τον Χάρη Ρώμα;;; Αμάν! Τις σταγόνες γρήγορα!).



ΥΓ.: Είναι η τρίτη φορά που τα "παίζω" απ' τον Σεπτέμβριο. Οπότε δύο τινά παίζουν: ή ξεπληρώνω μια 7ετία κτηνώδους υγείας ή κάποιος με φασκέλωσε. Αυτός ο τελευταίος να πάει να χεστεί. Α σιχτίρ πια.




ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: http://www.eslkidstuff.com/

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2007

Θοτς εντ μπιλίφς (για διάφορα)…


Δεν ξέρω αν έχει λάχει να το αναφέρω, αλλά σ’ αυτή τη ζωή σε δύο πράγματα πιστεύω: στη θεία δίκη και στους άντρες.
Είναι η «τιγκελού», πι χι, λίγο κάθαρμα και μου πηδάει τη ζωή καθεκάστην εντός του «κοπτοραπτείου»; Νόου πρόμπλεμ, μάι φρεντ. Δεν θα κάνω τίποτα άλλο.
Απλώς θα περιμένω να της έρθει μία κοσμική κατραπακιά και μάλιστα από ‘κει που δεν το βάνει ο νους της.
Το αυτό ισχύει και για τη μουτσούνα μου, βέβαια. Κάθε φορά που έχω σκεφτεί (ή έχω προλάβει να σκεφτώ και να κάνω) καμιά βρωμιά, μου βροντάει το σύμπαν μια ξεγυρισμένη και ψάχνομαι για κανά μήνα (σημείωση: δεν το παίζω καλό παιδί, απλώς «γαζώνω» χύδην διαπιστώσεις…).
Στο άλλο στο οποίο έχω τυφλή εμπιστοσύνη σ’ αυτή τη ζωή, όπως προείπα (σημ: τι έπαθα; Σαν τη χήρα Μήτση μιλάω σήμερα) είναι οι άντρες.
Το τι βρισίδι έχουν φάει τα καημένα ανά τους αιώνες δεν φτάνουν δύο σειρές της «ΔΟΜΗΣ» για να καταγραφεί.
Κι όμως το Ντι Εν Ει τους είναι «γραμμένο» με αθωότητα και αγωνία. Αθωότητα, λόγω κατασκευής, αγωνία να μας καταλάβουν (είμαστε τρελές), να μας ευχαριστήσουν (έχουμε το ακαταλόγιστο), να μας φτάσουν (είμαστε και παλαβιάρες και τρεχαλιτζούδες).
Μέρες τώρα τραβώ το ζόρι που τα σουξεδιάρικα περιπτεροκρεμούμενα… φανζίνς έχουν καταγράψει ως ράιτερς μπλοκ.
Τι σκατά; 1ον δεν είμαι ράιτερ, είμαι κοπτοραπτού. 2ον δεν έχω μπλοκάρει, απλώς χαζολόγαγα δώθε κείθε, βολτάριζα, αγάπαγα, συμπέραινα ότι η θεία δίκη κάνει μια χαρά τη δουλειά της (κι ας μην το παίρνουμε πρέφα, παριστάνοντας βλακωδώς του εκδικητικές με τον νυχοκόπτη. Τόσο βούρλα είμαστε!) κι ότι πάντα (ΜΑ ΠΑΝΤΑ!) μπορείς να στηριχθείς σ’ έναν αντρικό λόγο (πολύ Μπλανς Ντυμπουά αυτό, αλλά θα το αφήσω).
Κι ύστερα απ’ όλα αυτά που κάνουν τη ζωή μας εξαιρετική, να πρέπει να ασχοληθώ μ τη Βροχοπούλου (μαμάάάά μου!!!) και με τον Καμπουρακοοικονομέα που ένα τέταρτο της ώρας σήμερα το πρωί (έχομεν Παρασκευή 7 του Δεκέμβρη) είχαν ρεπορτάζ για το Χριστουγεννιάτικο δέντρο που η μόδα το θέλει κρεμασμένο ανάποδα απ’ το ταβάνι (έλεος, δηλαδή!).
Που, σχωράτε με κιόλας, αλλά άμα κάνω κέφι κρεμιέμαι μόνη μου ανάποδα σαν τη νυχτερίδα και μου μένουν και τα φραγκόπουλα στην τσέπη.
Δεν συμπάσχω με όλα αυτά. Δεν συγκινούμαι.
Πες μου για Αρναούτογλου να βάλω τα κλάματα αμέσως. Χρονιάρες μέρες υποφέρει ο Γκρέγκορι. Από τη μία να τον ζορίζει ο μεσιέ Μπούτος, από την άλλη να του λένε ότι δεν θα κάνει τον «Εισοδηματία» και στη γωνία να (μην) τον περιμένει ο τηλεθεατής, ε, του κερατά δεν είναι ζωή αυτή.
Ζωή είναι αυτή που ζουν στον ΣΚΑΪ. Καμιά αντάρα δεν σκιάζει τα όνειρα τους. Οι από πάνω λένε στους από κάτω ότι το δελτίο σκίζει – «ναι, παιδί μου σου λέω, το 7% φτάσαμε» (ΝΑΙ;;;) – και όλα είναι υπέροχα. Καλά τα λέω φίλε, μηχανόβιε;

ΥΓ1.: Όχι, που νομίζατε ότι το κείμενο θα είναι σοβαρόν. Χα,χα. Δεν κρεμιέμαι ανάποδα καλύτερα;
ΥΓ2: Στη Cinderella που σε μέιλ της με ρωτάει πότε θα «γαζώσω» κάτι για τον Λαζόπουλο, της απαντώ ότι για την ώρα παριστάνω το «ευγενικό άγαλμα». Περιμένω να λήξει η σεζόν για να έχω ολοκληρωμένο πατρόν.
ΥΓ3: Γράφτηκε ένα απρεπέστατο σχόλιο για τη Ρούλα Κορομηλά σε εβδομαδιαίο περιοδικό άλλοτε ιστορικής εφημερίδας. Όχι ότι είμαι φαν της κυρίας (επ' ουδενί), αλλά όταν δεν γνωρίζεις πράγματα και καταστάσεις, καλό θα ήταν να μην κάθεσαι στη «γαζωτική», αστέρα της καρεκλάτης δημοσιογραφίας. Εκτός κι αν αγνοείς το ρεπορτάζ που υπηρετεί το περιοδικό σου. Αλλά αν το αγνοείς, γιατί το υπογράφεις και μάλιστα με ψευδώνυμο; Όσοι γνωρίζουν, το ‘πιασαν. Θα επανέλθω
ΥΓ4: Εύχομαι καλό σου κου στις φίλες "κοπτοραπτούδες" και τους φίλους "ράφτες". Είναι το τελευταίο μας σαββατοκύριακο πριν αρχίσουν οι εορταστικές παραγγελιές που θα μας αλλάξουν τον αδόξαστο.
ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.anewday-anewway.com