
Παλιά, οι τσόντες είχαν υπόθεση. Έβλεπες ας πούμε τη λαίδη Σκορδοπιπίτσογλου να κουτουπώνει τον σταβλίτη, αλλά προηγουμένως είχε γεμίσει το μάτι σου με πλάνα από τον παραδιπλανό δρυμό, με δυο κυματάκια, καμιά πίπα δίπλα σε καμιά ζαρντινιέρα περιοπής.
Υπήρχε ένα βάθος, ένας συναισθηματικός οίστρος – δεν ξέρω αν με παρακολουθείς – και κυρίως είχες μια σιγουριά, ότι η λαίδη Σκορδοπιπίτσογλου στο τέλος θα έκανε 18 παιδιά με τον σταβλίτη, κοινώς θα την αποκαθιστούσε λευκή και άσπιλη (και χοντρή και σακουλιασμένη, αλλά δεν ‘ν’ της ώρας) στα μάτια της κοινωνίας.
Επίσης, εκτός από το βασικό σενάριο, υπήρχε ένας μπαγλαμάς σκηνοθέτης που εξηγούσε στη λαίδη που να στήσει τον απαυτό της και από ποια γωνία λήψης θα της τον έβγαζε πιο φακάμπλ, όχι έτσι αβέρτα κουβέρτα στήσου και κάτσε να σε παλαμαριάσουνε.
Για να μην μπω στη διαδικασία να αναφέρω, ότι με τις παλιές καλές τσόντες, υπήρχε ένα συναισθηματικό δέσιμο. Εσένα, δηλαδή, δεν σου θυμίζει τίποτα η «Εμμανουέλα στην Αφρική»; (Στην Ασία ή στο Περιστέρι έστω;). Δεν σου κάνει κάτι όλη αυτή η μουσική, όλο αυτό το τιριτόμπα που η γυναίκα είναι τόσο τσούλα και ταυτοχρόνως τόσο κυρία και ο άντρας τόσο φιφίτσουλας – την έχει πάντα, έτοιμη, ρε παιδί μου – και τόσο τσέτλεμαν ταυτοχρόνως;
Δεν αισθάνεσαι, ότι τις παλιές τσοντόβιες – τουλάχιστον, πριν την Τζένα Τζέιμσον, γιατί από εκεί άρχισε η έκπτωσις – και στα τέσσερα με τέσσερις να τις δεις και πάλι ένα σέβας θα τους το ‘χεις;
Και ξαφνικά έρχεται ένα όργιο της πλάκας, λόου μπάτζετ και με παγκοσμίως άγνωστους πρωταγωνιστές, σε ένα – υποθέτω – τριζάτο νοσοκομειακό κρεβάτι να σ’ τα κάνει όλα μούτι.
Τι ήταν να βγει αυτή η υπόθεση; Συναδέλφισσες και λοιπές γνωστές τρώνε τα χρόνια τους να ψάχνουν γκρικ άματουρς βίντεο στο ίντερνετ. Από την υστερία της όλης αναζήτησης κι από την ώρα που το γουγλ αρχίζει να σκορτσάρει, αντιλαμβάνεσαι ότι η καλή συνάδελφος δεν σκάμπαζε πολλά από… σκηνοθεσία και μια ανησυχία την έχει, μήπως ο φακός δεν έπιασε σωστά το…μουντ και μήπως στο μοντάζ δεν κόπηκαν τα ξύγκια.
Ταλαιπώρια και ωμότης.
Έκανε ζημιά η τεχνολογία και το μονοκάμερο. Έμεινε κόσμος άνεργος. Σκηνοθετάδες, πρωταγωνιστές, προδιούσερς, έχουν να συναγωνιστούν πλέον με κάθε καρυδιάς καρύδι που βγάζει ‘κει χάμου ένα μπλιμπλίκι, τραβάει ένα σκατόπλανο κακοφωτισμένο και μετά το μοστράρει στο Διαδίκτυο και κάνει και τον καμπόσο. Και δεν του κοστίζει και τίποτα. Τάζει ένα στεφάνι, ένα δαχτυλίδι, ένα πορτατίφ τελοσπάντων κι άμα του ζητήσεις και τα ρέστα σου κουνάει και τον κώλο του. Κατάλαβες, θράσος;
Και επιτέλους, ας εξηγήσει κάποιος στην κ. Τσιμτσιλή, ότι δεν συζητάει όλη η Ελλάδα ΤΑ όργια. Ένα μέρος της, ενδεχομένως, να συζητά – καλή ώρα – την κακή ποιότητα της συγκεκριμένης παραγωγής. Είπαμε, παιδί μου, ερασιτέχνες, αλλά αυτοί το παραχέσανε.
Τέλος πάντων. Το δίδαγμα είναι ένα: Να τα αφήσετε τα νουβοτέ, κορίτσια. Κι άμα δεν σκαμπάζετε κι από τεκνόλοτζι και σκουληκιάρη γκόμενο, να τα αφήσετε δυο φορές. Αυτές είναι δουλειές για επαγγελματίες. Κι άμα ντε και καλά σας τρώει ο πωπός σας για σταριλίκια, να ζητάτε αμοιβή για τον κόπο σας. Δε ‘ν’ ντροπή. Ντροπή είναι να γλείφετε τις φλοκάτες και μετά να σας ζητάνε και τα ρέστα για το καθαριστήριο.
Και μην ξεχνιέστε, παγκόσμια Ημέρα Κατά του Aids σήμερα, στο φαρμακείο να ζητάτε και τίποτα άλλο εκτός από βιταμίνες και λευκαντικά για τα δόντια. Προφυλακτικά τα λένε και για να τα χαρίζουν ακόμη κι οι εκδοτάδες, κάτι θα ξέρουν παραπάνω.
Άντε, παιδιά, χρόνια μας πολλά, μακριά από «παράσημα» κι όπου σας τάζουν γάμους να ζητάτε εγγυήσεις πρώτα και μετά να τσιτσιδώνεστε on camera. Τουλάχιστον να διεκδικείτε από κοινού τα εμπορικά δικαιώματα.
ΥΓ1.: Η καλύτερη τσόντα παίχτηκε την Κυριακή το βράδυ. Οι δεξιοί όταν θέλουν γίνονται μαστόρια ασύλληπτης χάρης, πρωτοτυπίας και αισθητικής. Άξιοι!
ΥΓ2: Το ίδιο έργο με πρωταγωνιστές από τον Περισσό θα ήταν πεταμένα λεφτά. 100 χρόνια στην ίδια στάση. Αμάν πια.
Υπήρχε ένα βάθος, ένας συναισθηματικός οίστρος – δεν ξέρω αν με παρακολουθείς – και κυρίως είχες μια σιγουριά, ότι η λαίδη Σκορδοπιπίτσογλου στο τέλος θα έκανε 18 παιδιά με τον σταβλίτη, κοινώς θα την αποκαθιστούσε λευκή και άσπιλη (και χοντρή και σακουλιασμένη, αλλά δεν ‘ν’ της ώρας) στα μάτια της κοινωνίας.
Επίσης, εκτός από το βασικό σενάριο, υπήρχε ένας μπαγλαμάς σκηνοθέτης που εξηγούσε στη λαίδη που να στήσει τον απαυτό της και από ποια γωνία λήψης θα της τον έβγαζε πιο φακάμπλ, όχι έτσι αβέρτα κουβέρτα στήσου και κάτσε να σε παλαμαριάσουνε.
Για να μην μπω στη διαδικασία να αναφέρω, ότι με τις παλιές καλές τσόντες, υπήρχε ένα συναισθηματικό δέσιμο. Εσένα, δηλαδή, δεν σου θυμίζει τίποτα η «Εμμανουέλα στην Αφρική»; (Στην Ασία ή στο Περιστέρι έστω;). Δεν σου κάνει κάτι όλη αυτή η μουσική, όλο αυτό το τιριτόμπα που η γυναίκα είναι τόσο τσούλα και ταυτοχρόνως τόσο κυρία και ο άντρας τόσο φιφίτσουλας – την έχει πάντα, έτοιμη, ρε παιδί μου – και τόσο τσέτλεμαν ταυτοχρόνως;
Δεν αισθάνεσαι, ότι τις παλιές τσοντόβιες – τουλάχιστον, πριν την Τζένα Τζέιμσον, γιατί από εκεί άρχισε η έκπτωσις – και στα τέσσερα με τέσσερις να τις δεις και πάλι ένα σέβας θα τους το ‘χεις;
Και ξαφνικά έρχεται ένα όργιο της πλάκας, λόου μπάτζετ και με παγκοσμίως άγνωστους πρωταγωνιστές, σε ένα – υποθέτω – τριζάτο νοσοκομειακό κρεβάτι να σ’ τα κάνει όλα μούτι.
Τι ήταν να βγει αυτή η υπόθεση; Συναδέλφισσες και λοιπές γνωστές τρώνε τα χρόνια τους να ψάχνουν γκρικ άματουρς βίντεο στο ίντερνετ. Από την υστερία της όλης αναζήτησης κι από την ώρα που το γουγλ αρχίζει να σκορτσάρει, αντιλαμβάνεσαι ότι η καλή συνάδελφος δεν σκάμπαζε πολλά από… σκηνοθεσία και μια ανησυχία την έχει, μήπως ο φακός δεν έπιασε σωστά το…μουντ και μήπως στο μοντάζ δεν κόπηκαν τα ξύγκια.
Ταλαιπώρια και ωμότης.
Έκανε ζημιά η τεχνολογία και το μονοκάμερο. Έμεινε κόσμος άνεργος. Σκηνοθετάδες, πρωταγωνιστές, προδιούσερς, έχουν να συναγωνιστούν πλέον με κάθε καρυδιάς καρύδι που βγάζει ‘κει χάμου ένα μπλιμπλίκι, τραβάει ένα σκατόπλανο κακοφωτισμένο και μετά το μοστράρει στο Διαδίκτυο και κάνει και τον καμπόσο. Και δεν του κοστίζει και τίποτα. Τάζει ένα στεφάνι, ένα δαχτυλίδι, ένα πορτατίφ τελοσπάντων κι άμα του ζητήσεις και τα ρέστα σου κουνάει και τον κώλο του. Κατάλαβες, θράσος;
Και επιτέλους, ας εξηγήσει κάποιος στην κ. Τσιμτσιλή, ότι δεν συζητάει όλη η Ελλάδα ΤΑ όργια. Ένα μέρος της, ενδεχομένως, να συζητά – καλή ώρα – την κακή ποιότητα της συγκεκριμένης παραγωγής. Είπαμε, παιδί μου, ερασιτέχνες, αλλά αυτοί το παραχέσανε.
Τέλος πάντων. Το δίδαγμα είναι ένα: Να τα αφήσετε τα νουβοτέ, κορίτσια. Κι άμα δεν σκαμπάζετε κι από τεκνόλοτζι και σκουληκιάρη γκόμενο, να τα αφήσετε δυο φορές. Αυτές είναι δουλειές για επαγγελματίες. Κι άμα ντε και καλά σας τρώει ο πωπός σας για σταριλίκια, να ζητάτε αμοιβή για τον κόπο σας. Δε ‘ν’ ντροπή. Ντροπή είναι να γλείφετε τις φλοκάτες και μετά να σας ζητάνε και τα ρέστα για το καθαριστήριο.
Και μην ξεχνιέστε, παγκόσμια Ημέρα Κατά του Aids σήμερα, στο φαρμακείο να ζητάτε και τίποτα άλλο εκτός από βιταμίνες και λευκαντικά για τα δόντια. Προφυλακτικά τα λένε και για να τα χαρίζουν ακόμη κι οι εκδοτάδες, κάτι θα ξέρουν παραπάνω.
Άντε, παιδιά, χρόνια μας πολλά, μακριά από «παράσημα» κι όπου σας τάζουν γάμους να ζητάτε εγγυήσεις πρώτα και μετά να τσιτσιδώνεστε on camera. Τουλάχιστον να διεκδικείτε από κοινού τα εμπορικά δικαιώματα.
ΥΓ1.: Η καλύτερη τσόντα παίχτηκε την Κυριακή το βράδυ. Οι δεξιοί όταν θέλουν γίνονται μαστόρια ασύλληπτης χάρης, πρωτοτυπίας και αισθητικής. Άξιοι!
ΥΓ2: Το ίδιο έργο με πρωταγωνιστές από τον Περισσό θα ήταν πεταμένα λεφτά. 100 χρόνια στην ίδια στάση. Αμάν πια.
ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: newyinzer.com




