Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

Η κουτσουλιά



Το πιο δεσμευτικό και ψυχοφάγο πράγμα σ’ αυτή τη ζωή – νομίζω – είναι οι αναμνήσεις. Ειδικά, εκείνες της πρώτης παιδικής ηλικίας, που μ’ ένα σκατόσχοινο που δεν κόβεται με τίποτα σε φτάνουν μέχρι την εφηβεία και μετά άντε βγάλε άκρη (μόνος σου, φυσικά!) και τράβα ζήτα ευθύνες (από ποιόν;).

Τη Δευτέρα, για λόγους οικογενειακούς, αναγκάστηκα (το τονίζω, αναγκάστηκα) να φτάσω μέχρι μία κουτσουλιά - κοινότητα της νοτιο-ανατολικής Αττικής για να τακτοποιήσω διάφορες γραφειοκρατικές, και γι’ αυτό απολύτως μακάβριες, εκκρεμότητες.

Σ’ αυτήν την κουτσουλιά που οι -σφόδρα ερωτευμένοι- γονείς μου είχαν αγαπήσει για τη θάλασσα και την ησυχία της (ειλικρινά δεν υπήρχε κάτι άλλο για να την αγαπήσεις και πλέον την ησυχία έχει υποκαταστήσει η αμήχανη ερημιά του νεόπλουτου που έσπασε τα μούτρα του), σ’ αυτή την κουτσουλιά, λοιπόν, βούτηξε για πρώτη φορά σε θαλασσινό νερό η ασαράντιστη πατούσα μου, σ’ αυτή την κουτσουλιά έμαθα ποδήλατο, σ’αυτή την κουτσουλιά που μέχρι τα 10 μου είχα συνδέσει με τη λέξη «εξοχικό», κατάλαβα τι συμβαίνει, όταν η μάνα σου αγαπάει, μέχρι θανάτου, τον πατέρα σου: ατέλειωτες βόλτες στην παραλία με το φεγγάρι να φωτίζει μόνο εμάς τους τρεις, μυρωδιές από τηγανητή πατάτα, ούζο και μελιτζάνες, κρυφτό, κυνηγητό, συγγενείς και φίλοι να μπαινοβγαίνουν για τάβλι, μπύρες, ψάρεμα, μπάνιο, γέλια. Μόνο.

Αλλά η κουτσουλιά είναι κουτσουλιά. Κι όταν είσαι ευτυχισμένος, δεν το βλέπεις. Κακό χωριό τα λίγα σπίτια, αλλά το ζευγάρι των ερωτευμένων, πίστεψε ότι το «εξοχικό» μπορεί να γίνει κάτι περισσότερο από εξοχικό, ότι μπορεί να αντέξει μια επιχείρηση, ας πούμε, κι ότι το μέρος δεν ήταν απλώς μία παραθαλάσσια συγκυρία που ευνόησαν «οι τρύπες του Καραμανλή» (για όσους γνωρίζουν) και οι μοσχοπουλημένες φυστικιές.

Λάθος. Πολύ λάθος. Η επιχείρηση έγινε, πήγε καλά, με σκληρή δουλειά –είπαμε, όταν είσαι ερωτευμένος δουλεύεις σαν τον είλωτα και νιώθεις ότι σου κάνουν αέρα κοπανιστό τα ουρί του Παραδείσου – αλλά, η κουτσουλιά συμπεριφέρεται σαν κουτσουλιά.
Δε πα’ να προσπαθείς να αλλάξεις το ΕΛΕΝΙΤ με μάρμαρο; Η κουτσουλιά θέλει το ΕΛΕΝΙΤ. Και σε σνομπάρει κιόλας. Σε αρρωσταίνει. Και σε πεθαίνει. Κυριολεκτικά.

Το «εξοχικό» των παιδικών μου χρόνων, έγινε ο «τόπος κατοικίας» μου για τρία χρόνια. Τρία γαμημένα χρόνια. Μία γαμημένη ευθεία οδηγούσε από το σχολείο, στο νεκροταφείο, από εκεί στο σπίτι και παρέκει στην επιχείρηση των γονιών, που πλέον ήταν «κουτσή». Τρία χρόνια και τέσσερα χιλιόμετρα ελεεινής ευθείας, "κομμένα" καθημερινά με το ποδάρι, σε μία κουτσουλιά, αφιλόξενη, ανάγωγη, νεοπλουτισμένη και γι’ αυτό βαθιά άξεστη. 

Τον 4ο χρόνο φύγαμε, αλλά η κουτσουλιά είχε κρατήσει έναν από εμάς πίσω.

Γύρισα χθες, μετά από 18 χρόνια. Με γνωρίσαν, δεν τους γνώρισα και φυσικά δεν περίμενα ότι η κουτσουλιά θα κατάφερνε να γίνει ένα αξιοπρεπές σκατό, έστω. Μετά από τόσα λεφτά – φαγωμένα σε μπαρμπουτιέρες της περιοχής -, μετά από τόση ξιπασιά και τέτοιο χαϊλίκι περίμενα, τουλάχιστον, να μην ξαναδώ μπάζα και καλαμιές στην ευθεία, κομμωτήρια και νυχάδικα παντού, είδη γάμου, ζαχαροπλαστεία, μπαράκια, μπαράκια, μπαράκια (περνάει δύσκολα ο χειμώνας στην κουτσουλιά), ένα αστείο έργο ομβριών υδάτων και ούτε ένα βιβλιοπωλείο! Ούτε φωτοτυπάδικο. Α, και τουλάχιστον δύο parking για ακριβά σκάφη που κάποια σαπίζουν απ’ το δάκρυ των ιδιοκτητών τους.

Ταξί; Ούτε για δείγμα. Τι να τα κάμουν οι νοικοκυραίοι της κουτσουλιάς; Δεν περιμένουν μουσαφίρηδες. Συγκοινωνία; ΚΤΕΛ ανά όποια ώρα αγαπά και γουστάρει το αγόρι που σοφάρει.
Πήρα πάλι, λοιπόν, τη γαμημένη την ευθεία. Κι έγιναν τα 34, ξανά 15, με σάκα στον ώμο, απ’ το σχολείο στο νεκροταφείο κι από εκεί σπίτι για διάβασμα και μαγαζί για δουλειά.
Μόνο κέρδος, που η ευθεία έβγαζε (και βγάζει) στη θάλασσα. Από εκεί και η φωτογραφία. Να ‘χω κάτι να θυμάμαι. Όχι απ’ την κουτσουλιά. Από το κομμάτι της που δεν γίνεται να λερωθεί. Κι άλλο.


ΥΓ.: Γράφω πια, όποτε μου ‘ρθει. Όρεξη για χάχανα μόνο στα τηλέφωνα και οι πολύ δικοί μου, στο σπίτι, ξέρετε.
Δεν του βάζω «χι» του "ραφείου", λόγω αναμνήσεων, μην τα ξαναλέμε, καλών και κακών. Και το αφήνω να "σέρνεται" από μαζοχισμό (περισσότερο) κι από αγάπη (λιγότερο).

Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2012

Λύκε, που δεν είσαι πια εδώ

«BloggerΟ/Η monaxikoslikos είπε...
Καλωσόρισες στη ζούγκλα του διαδικτύου και καλή δύναμη να ΄χεις να μείνεις.
20 Ιουνίου 2007 4:10 μ.μ».

Το πρώτο σχόλιο, ο πρώτος αναγνώστης, ο πρώτος μου φίλος (κι αληθινός), εντός και εκτός (γ)ραφείου, η πρώτη μου αληθινή κουβέντα από συνάδελφο σε συνάδελφο. Δεν υπάρχει πια.

Ο Αντώνης είναι – δεν γράφεται το «ήταν» για τέτοιους ανθρώπους – από εκείνους που έπρεπε να ξέρεις. Το «έπρεπε», στις μέρες μας, μεταφράζεται σαν τη γνωριμία που θα σε βόλευε κάπου, θα σε ανέβαζε, θα σου έφτιαχνε το επαγγελματικό προφίλ. Φυσικά και δεν εννοώ αυτό.

«Έπρεπε» να τον ξέρεις για να μπορείς να φτιάξεις σωστό συγκριτικό πίνακα: από ‘δω οι λίγοι, από ‘δω οι κύριοι, παρέκει οι λεχρίτες.

Σε μια εποχή που γινόταν της τρελής, από μαζώξεις bloggers και πάρτυ “to know us better”, τάχα μου, που το διαδίκτυο ήδη είχε αρχίσει να γίνεται της τρελής το μαλλί, εκείνος ήξερε να κάνει φίλους, να προσεγγίζει σωστά κι άμα του έκανες και του ταίριαζες να σε κρατάει για πάντα.

Τους αγαπώ αυτούς τους ανθρώπους.

Που ξέρουν πολλά και λένε λίγα, που είναι μαζί και πατεράδες και δάσκαλοι και επιστήμονες και μάγειρες και φυτευτές –

«πάρε λίγο βασιλικό απ’ το μπαλκόνι μου και δες αν θα σου “πιάσει”»,

που περιφέρουν ανύποπτοι το μεγαλείο και τη γενναιοδωρία τους –

«να διαβάσεις αυτό και εκείνο και τ’ άλλο»,  

που έχουν συναίσθηση της θέσης τους, αλλά δεν τη χρησιμοποιούν, -

«ρε συ, αυτός γράφει με κεφαλαία για να καταλάβεις. Αφού όταν διόρθωνα κείμενο του κι ήθελα να τον πειράξω του ‘λεγα “πουλί μου, μόνο οι μαρμαράδες στους τάφους γράφουν με κεφαλαία. Τίμησε μας και με κανένα πεζό”»-,

που ξέρουν να υποκρίνονται τους νικημένους για να σου κάνουν την καρδιά -

«ρε μικρή, θα μάθεις να παίζεις τάβλι; Παπάρια νίκησες! Έχε χάρη που έχεις τις μαύρες σου!»  -

που οι -σε χρόνο ανύποπτο φιλοφρονήσεις- τους δεν σ’ έκαναν στιγμή να νιώσεις άβολα

«εντυπωσιακό κείμενο, αλλά ρε συ Χριστίνα, σχώρα με κιόλας που σε κοιτάω έτσι, κόρη μου είσαι στην ηλικία και στην ουσία. Τι μεγάλα μάτια που έχεις, ρε παιδάκι μου. Σα λημνούλες είναι! Για συνέχισε!»-

που το μεσημεριανό τους, γινόταν προσκλητήριο σε πανηγύρι, -

«ξεκουβάλα λέμε! Έχω κάνει μακαρόνια με κιμά!»...

Δε φοβόταν μία. Καλοκαίρι, επί της Κηφισίας, πατούσα και γκάζι, ένα. Σε φίλο με άδεια χέρια ποτέ, γλάστρες και κρασί, απογευματινοί καφέδες και τάβλι στο Θησείο που κατέληγαν αξημέρωτα στα μπριζολάδικα της γειτονιάς, με ατέλειωτες κουβέντες που είχαν ιστορία, επαναστάσεις, παραλειπόμενα από συνεντεύξεις Τύπου κι από ζωές «προϊσταμένων» για το πώς έγιναν προϊστάμενοι. Όσο για το ρεπορτάζ, έχασαν όσοι αυτόκλητοι φωστήρες του οικονομικού ρεπορτάζ δεν αξιώθηκαν ούτε μισή «καλημέρα» του.

Άντε, μωρέ Λύκε. Εσύ ποτέ δεν αργούσες σε ραντεβού. Πώς πήγες και την κοπάνησες έτσι και μας άφησες με τ’ ασσόδυο;




Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

"Φιλαράκι, ψήφισε με!"

Κάποτε, σε κάποιο μουτζαχεντίν του spin doctoring (my ass) είχα παραπονεθεί για τα μαζικά μηνύματα, παραμονιάτικα εκλογών, προς καψερούς ψηφοφόρους.

Από τη Μεγάλη Δευτέρα μετανιώνω πικρά για το παράπονο μου. Τα sms που καταφθάνουν είναι τόσο προσωπικά που ακόμη κι εγώ κοκκινίζω κι αναρωτιέμαι πότε κούνησα την ουρά μου και λαμβάνω τέτοιες προστυχιές Πασχαλιάτικα.


Πρόστυχο μήνυμα Νο1:

«Φιλαράκι, θα με κάνεις πολύ περήφανη, αν στηρίξεις τον αγώνα που ξεκινάω. Κατεβαίνω στη Β’ Αθήνας και θα ήθελα τη βοήθεια σου. Στο μέιλ σου προωθώ και το βιογραφικό μου και είμαι σίγουρη ότι θα το προωθήσεις σε όλες σου τις λίστες».


«Φιλαράκι»; «Θα με κάνεις περήφανη»; «Είμαι σίγουρη»;


(Κάπου εδώ, για εντελώς προσωπικούς λόγους να αναφέρω ότι σ’ αυτή τη ζωή «φιλαράκι» με αποκαλούν δύο άνθρωποι: ο Νικόλας και η Σταυριάνα. Είναι τίτλος κερδισμένος με ζόρι και με χρόνο. «Περήφανη» έχω κάνει τη μαμά, άντε και καμιά δεκαριά φίλους, για λόγους ηλίθιους, τύπου έμαθα ποδήλατο, δεν έκλαψα στο πρώτο εμβόλιο, τίναξα στον αέρα «ευτυχίες» που δεν μου ταίριαζαν, τέτοιες μαλακίες. Όσο για το «σίγουρη», ας μην το αναλύσω, ε;).


Από Μεγάλη Τρίτη έως Μεγάλο Σάββατο τα sms το χαβά τους. Κλισεδιάρικα («νέοι κι άφθαρτοι να μπουν στη Βουλή», «ένα λιθαράκι θα βάλω κι εγώ», «φιλενάδα, αποφάσισα να κατέβω για να τους δώσουμε ένα μάθημα», «έλα να τους τιμωρήσουμε μαζί», «με την ελπίδα ότι μπορούμε και θα τα καταφέρουμε»), ενοχλητικά, αναγκεμένα, ζητιανάκια κανονικά. Σαν το...


Πρόστυχο μήνυμα Νο2 (Κυριακή του Πάσχα)

«Συναδέλφισσα, ξέρω ότι είσαι αντράκι και θα κάνεις το σωστό. Βοήθα με και λίγο απ’ το διαδίκτυο. Παλεύω για το καλό μας».


(Όχι, κύριος. Δεν είμαι «αντράκι». Θέλω δε να σου πω ότι με πιάνει θλίψη τρελή με όλα αυτά τα φοβισμένα κορίτσια που αυτοτιτλοφορούνται έτσι. Γυναίκα είμαι, χοντρά ταλαιπωρημένη, αλλά όχι απελπισμένη. Όχι ψήφο, ούτε τον πυρετό μου δε σου δίνω. Και το διαδίκτυο στενάζει από κάτι κομματοβλαμμένους σαν κι εσένα).


Αφήνω το κινητό στο τραπέζι. Ανοίγω τον υπολογιστή. Μπαίνω στο Facebook στη σελίδα που με το «έτσι θέλω» ο αποστολέας του τελευταίου μηνύματος με έχει κάνει add στο group των υποστηρικτών του. Πριν «απεμπλακώ» από το εν λόγω group κοιτάω τη φάτσα του. (Αιωνίως) άπλυτο, αξύριστο και με κοιλιά τον είχα αφήσει και πλέον από το ρετούς θυμίζει τον παραμελημένο αδερφό του Κώστα Μαρτάκη. Πριν αυτοδιαγραφώ , τον θυμάμαι χρόνια πίσω, στο απέναντι γραφείο να βρίζει με πάθος τους δημοσιογράφους που εξαργύρωναν τη δουλειά τους με μια «χεσμένη βουλευτική έδρα» (sic).


Με πιάνει ντροπή που σε λιγότερο από 3 λεπτά μετά την «αυτοδιαγραφή» μου ‘ρχεται μήνυμα επιθετικό: «Μπορώ να μάθω γιατί;».


Ντροπή που κοτζαμάν μαντράχαλος μετράει τις ψήφους με τα “likes” και παραμονεύει ποιος αποσυνάγωγος την «κάνει» απ’ τον... αγώνα.


Το καλό είναι ότι αυτές οι εκλογές θα είναι σαν πιστολιά. Μία που την άκουσες, μία που έγινε η ζημιά. Δεν θα προλάβουν να ανοίξουν εφημερίδες και να κλείσουν σε δυο μήνες. Δεν θα μας ταλαιπωρήσει πολύ όλος αυτός ο αριβίστας θίασος. Θα πέσει και κανά γιαούρτι παραπάνω. Δεν συμφωνώ και δεν θα το ‘κανα. Αλλά εννοείται ότι αγαπώ τον κόσμο που ξύπνησε και δεν μασάει από φέιγ βολάν και γλιτσιές τύπου «είμαι ένας από εσάς».

Και κυρίως, σχεδόν νοσταλγώ (τι νοσταλγώ; Καίγομαι) τα παλιά μαζικά βιομηχανοποιημένα μασίφ πολιτικάντικα μηνύματα (ούτε πολύ κοντά να πιάσουμε παιδί ούτε πολύ μακριά): «Αγαπητέ συμπολίτη, στήριξε μας με την ψήφο σου»...

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

"Αδύναμοι χαρακτήρες"...

Το χειρότερο με τις δημοσιογραφικές ταχύτητες είναι ότι σου στερούν το προνόμιο του να «παγώσεις». Είναι τρελό μανίκι να πρέπει να μεταδώσεις μια τραγωδία εδώ και τώρα κι ας έχει φριζάρει ο εγκέφαλος και το συναίσθημα σου. Το δεύτερο χειρότερο μετά από αυτό είναι ότι ΠΡΕΠΕΙ να δείξεις ότι πονάς.
Αλλά συνήθως, όταν πονάς ή βογκάς ή δεν μιλάς. Πάντως, δεν λες βλακείες. Δεν βιάζεις τον εαυτό σου να κλάψει. Συνήθως, κλαις ή το βουλώνεις. Αλλά η τηλεόραση δεν καταλαβαίνει από τέτοια. Είναι ένας 24ωρος κατεψυγμένος θίασος, στον οποίο ανά πάσα στιγμή πρέπει να ξεπαγώνεις το κατάλληλο «σακουλάκι».
Κι αντί να καταφύγει στην αξιοπρεπή μετάδοση της είδησης, ο θίασος ζητάει τη βοήθεια του «Μπαρμπά – Στάθη».
Από εκεί ο θεατρικός πόνος, πιο κάτω ο θεατρικός θυμός, στο δεξί ράφι το δάκρυ που ζεσταίνεται και στους μείον 20 που λέει ο λόγος.
Έτσι, χθες, ανοίγοντας τηλεόραση το πρωί, έπεσα πάνω σε μία μισο-ηλίθια, μισο-διεστραμμένη ρεπόρτερ των 500 ευρώ (αλλά με ύφος 2500 ευρώ) που (μου) εξηγούσε ότι «υπάρχουν και αδύναμοι χαρακτήρες που προχωρούν τελικά σε τέτοια απονενοημένα διαβήματα», όπως του 77χρονου που έβαλε τέλος στη ζωή του στη Πλατεία Συντάγματος.
Χρόνια ωρύομαι, στα όρια της γραφικότητας πια, ότι τα κανάλια πρέπει να διαθέτουν στόλο από διορθωτές και φιλολόγους για να περνάνε από καθημερινά σεμινάρια τα «σαϊνια» με το μαρκούτσι. Πλέον πιστεύω ότι έχουν υποχρέωση να προσλάβουν ψυχολόγους, έστω και part time. Και να τσεκάρουν τακτικά (τακτικότατα) την ψυχολογική κατάσταση των συνεργατών τους, που αισθάνονται super μάχιμοι και δυνατοί χαρακτήρες, ώστε να εκσφενδονίζουν τέτοιες ηλιθιότητες σε εθνικό δίκτυο, χωρίς να αισθάνονται πόνο κάπου, έστω και στη φτέρνα τους.
Δεν ξέρω, παλιότερα μ’ έπιανε ντροπή ανακατεμένη με λίγη απελπισία, ξέρεις εκείνο το φιλικό που θες να πας να τον πιάσεις τον άλλο και να του πεις, «ρε συ, έλα με τα σωστά σου, μη λες μαλακίες». Μετά τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου και των ανθρώπων της Marfin, η ντροπή έγινε θυμός. Τώρα είναι απλώς η κάρτα ενός πολύ καλού ψυχολόγου.
Να σ’ τη δώσω, να σε δει, να μιλήσεις λίγο, να ξεμπουκώσεις, μπας κι αρχίσεις να συναισθάνεσαι τι κορωνάτες χαζομάρες πετάς.
ΥΓ: Για τον άνθρωπο που διάλεξε αυτό το τέλος έχουν γραφτεί τα πάντα. Σοβαρά κι ασόβαρα, μετρημένα και ζεστά, αποστασιοποιημένα και ψιλο-αιρετικά. Μόνο αυτό: αν υπάρχει κάτι που μπορεί να σε απελπίσει στα 77 σου και να σε στείλει ντουγρού πάνω σε μια τέτοια απόφαση, το τέλος δεν έρχεται. Ήρθε, δεν μας το είπανε κι απλώς μας αφήνουν σαν τα χαμστεράκια να ζοριζόμαστε στη ρόδα.

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Μανάβης!

Κάποιες σχέσεις είναι σαν το νερό. Αβίαστες, εύκολες, καθαρές, το μόνο που χρειάζονται είναι κανάλια (ώπα, το βάρυνα πολύ, το ξέρω, θα το «ισιώσω»). Δεν χρειάζεται να μιλάς πολύ, δεν χρειάζεται να «καίγεσαι» στην προσπάθεια.

Σαν τη σχέση με το μανάβη μου. Είναι σχέση ετών! Σχέση που ‘χει περάσει απ’ όλα τα στάδια, αλλά χωρίς γωνίες, σκιές και «σου – μου – του». Ποτέ δεν τον ρώτησα - και δεν πρόκειται να τον ρωτήσω – αν μ’ αγαπάει. Το ξέρω και το ξέρει. Σάπιο πράμα δεν μου ΄δωσε ποτέ! Ποτέ δεν χρειάστηκε να με ρωτήσει, αν ποτέ θα προτιμήσω κάποιον άλλο, με περισσότερα μαλλιά, παρντόν, με πιο γυαλισμένα μήλα, πιο «φουσκωμένες» ντομάτες, πιο σινεμαδιάρικη παρουσίαση στη βιτρίνα.

Αν οι πατάτες (ερχόμαστε στο ζητούμενο, σταδιακώς...) μου μαυρίσουν στο τηγάνι, κατεβαίνω όπως είμαι, με τη σαγιονάρα, τις σβουράω πάνω στον πάγκο του με τσαντίλα και δεν βγάνει γλώσσα καθόλου. Ξέρει πως έχει γίνει στραβή (αλλά και μέσα στην πατάτα δεν ήτανε!) και τσακίζεται να ψάξει πώς θα με καλμάρει.

Την επομένη και επειδή είναι καλό παιδί, ξεχνώ να μαζέψω τα ρέστα ή κερνάω πιτόγυρο από τον απέναντι σουβλακοτυλιχτή που είναι μεγάλη λινάτσα, αλλά κανείς μας δεν το κάνει θέμα (απλώς δεν παραγγέλνουμε κεμπάπ).

Ο (σωστός) μανάβης είναι «φάρμακο». Έτσι είναι κάποιοι άνθρωποι. Ξεφυτρώνουν απ’ το πουθενά με τα καφασιά τους και (σου) θεραπεύουν πληγές, γενικώς. Τον βλέπεις λίγο ζαβλαμά (τον μανάβη), τον κάνεις για χοντράνθρωπο, αλλά σου φτύνει ένα κοπλιμάν τύπου, «ρε συ, μανίτσα, τώρα που σε ξανακοιτάω έχεις έξυπνες κοτσίδες» («και ένα κιλό φράουλες κερασμένες από ‘μένα») και σου περνάνε τα φαρμάκια.

Δεν ξέρω τις σχέσεις του δικού μου μανάβη με το σύστημα και τους μεσολαβητές. Δεν ρώτησα ποτέ την άποψη του για το κίνημα του Νευροκοπίου και δεν με βλέπω να το κάνω άμεσα, διότι τώρα τελευταία σέρνεται μεσ’ το μανάβικο του σαν την άδικη κατάρα, κι ας κρατάει τις τιμές χαμηλά και το χαμόγελο του ψηλά.

Ξέρω ότι ο δικός μου ο μανάβης είναι μεγάλη ξήγα («- Βάλε ένα λάχανο. – Να μη φας λάχανο, σήμερα. Κάνε γεμιστά!». Με εννοείτε...). Χώρια το πόσο κόσμο ταϊζει στα κρυφά και δεν το λέει. Κι όταν του το αναφέρουν, έρχεται και γίνεται πιο κόκκινος κι από τα Στάρκιν του και για να μην εκτεθεί χειρότερα κατεβάζει καντήλια για τους κουτσομπόληδες, που το στόμα τους δεν κλείνει ούτε με δύο καρτέλες αυγά Χιλιομοδίου.

Άσε που όταν του λέω ότι θέλω παπάγια δεν με κοιτάει πρόστυχα σαν τον αγράμματο γυμνοσάλιαγκα της παραπάνω γειτονιάς, αλλά την ώρα που τα φορτώνει στη χαρτοσακούλα τσαμπουνάει και μία συνταγή μποτέ της γιαγιάς του για λαμπερό μαλλί (άτσα!).


ΥΓ1: Με λίγα λόγια, καλά τα κινήματα για τις πατάτες και τα κουνουπίδια, στα τσακίδια οι μεσολαβητές (πάσης φύσεως επαγγελματίες τεμπελχαναίοι), αλλά προς Θεού μέσα στην αντράλα και το ανύπαρκτο φιλτράρισμα μη «λουκετάρουν» όλα τα μαγαζιά της γειτονιάς. Τα μισά «γονάτισαν» από τις «αλυσίδες», μη χαθούν και τα άλλα μισά, έτσι, γιατί... αγανακτήσαμε. (Που αγανακτήσαμε, αλλά, ας φροντίσουμε οι μασέλες μας να κλείνουν στα οπίσθια αυτών που φταίνε, χωρίς να τσαμπουνάμε δικαιολογίες για «παράπλευρες απώλειες»).


ΥΓ2: Και ναι, πέρασαν σχεδόν 2 χρόνια για να το πω ανοιχτά, αλλά (ξανά) ναι, υπάρχουν άνθρωποι σαν τον μανάβη. Γρήγοροι, εύκολοι, καθαροί σαν το νερό. Αλλά εξαρτάται που διαλέγεις να... κολυμπήσεις.

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012

Κουκούλα ή γραβάτα;

Νομίζω δεν υπάρχει χειρότερη αίσθηση από το να περπατάς πάνω σε σπασμένα γυαλιά και τα ρουθούνια σου να τα μπουκώνει καπνός από κατεστραμμένες προσπάθειες.

Αυτή η σιγουριά ότι πνίγεσαι, ότι δεν υπάρχει αέρας στην πόλη, ότι ξαφνικά δεκάδες τσόγλανοι αποφάσισαν ότι δεν σου αξίζει ούτε μισό κυβικό χιλιοστό οξυγόνου, αυτή η σιγουριά ότι μπορείς να να πεθάνεις αβοήθητος μέσα στο ιστορικό κέντρο... Και μετά όλοι αυτοί οι μαραθώνιοι πολιτικής αλητείας, όλη αυτή η βρωμιά να μουτζουρώνει (και) τον τηλεοπτικό αέρα, όλος αυτός ο εμετός με τα κολάρα να ξεμπουκώνει άτακτα από δελτία και εκπομπές, όλη αυτή η γελοιότητα λογίων και πολιτών που τα ‘χουν χαμένα να τρέχουν με κεριά και λαμπάδες έξω από το καμένο «Αττικό».

Νομίζω ποτέ τόσοι πολλοί δεν ήμασταν τόσο μόνοι και τόσο ανεκτικοί απέναντι σε μια χούφτα λοβοτομημένους μέσα και έξω απ’ τη Βουλή, ποτέ τόσο τίποτα δεν έβγαλε τόση γλώσσα απέναντι στο «όλο», ποτέ τόσοι αστοιχείωτοι δεν μπέρδεψαν τόσο κόσμο που θέλει και ξέρει να ζήσει και το χειρότερο;

Αγαπάει τη ζωή τόσο που σ’ ένα μήνα θα ‘χει ξεχάσει... Την αγαπάει μ’ έναν σκασμό στρεβλές εικόνες, φωτιές κι αποκαϊδια, μεταδόσεις χάους λεπτό προς λεπτό, χρονικά και καταγραφές, καμένα σώβρακα και πλιατσικολογημένα παπούτσια στην οθόνη μου και το πρωί μια γκόμενα που μοιάζει με ξεκούρδιστο τελώνιο να μου λέει ότι η εκπομπή (της) θα συνεχίσει με κανονική ευχάριστη ροή και θεματολογία του σουτιέν και και του πηχτού καθόλου, γιατί η ζωή συνεχίζεται.

Παλιά, στο σπίτι, όταν υπήρχε πένθος, δεν έπαιζε ραδιόφωνο για καιρό, δεν ξεφωνίζαμε σαν τους παλαβούς τάχα για να ξορκίσουμε το κακό, σκεπάζαμε τους καθρέφτες, κάτι σαν προσευχή σεβασμού σ’ αυτόν που μας άφησε. Ναι, η ζωή συνεχίζεται, αλλά για λίγο (ας) κάνει μια στάση στη βούβα, στη σιωπή.

Είναι σίγουρο (βρε ηλίθια) ότι ναι, κάποιο καταστηματάκι θα ξανανοίξει για να μπορείς με τις ώρες (ηλίθια) να διαλέγεις κιλότες με τις φίλες σου, είναι σίγουρο ότι (και αυτό) θα το ξεχάσεις, όπως είναι σίγουρο ότι η ζωή μας αλλάζει για πάντα με τρόπο που η βλακεία σου σε προστατεύει για να μην τον δεις και φρίξεις.

Και στην τελική, ενώ ακόμη καθαρίζω γυαλάκια θρύψαλα από τις μπότες μου και με δεύτερο λούσιμο το κεφάλι μου βρωμάει Cs, ειλικρινά, δεν κατάλαβα: το δίλημμα προχθές ποιό ήταν; Ευρώ ή δραχμή; Κουκούλα ή γραβάτα;


Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

"Στο Μαλανδρίνο, Λάκη μου; Στο Μαλανδρίνο!"

Αληθινό περιστατικό, μερικά χρόνια πίσω στο χλοερό Κολωνάκι. Περπατάμε με ζουμπουρλού συνάδελφο επί της Σκουφά, ποιος θυμάται τώρα τι βλακείες συζητώντας, όταν με την περιφερειακή της όραση «τσιμπάει» τον Λάκη Γαβαλά (τον γνωστό).

«Τον ξέρεις τον Λάκη;», με ρωτάει με μάτι γυαλισμένο και με ύφος «ετοιμάζομαι να σου συστήσω το επόμενο Νόμπελ, γι’ αυτό σκασμός!».

«Όχι», ψελίζω και είναι σα να έχω πυροδοτήσει το πείραμα Παβλόφ, εκεί στα μισά της Σκουφά.
«Δεν ξέρεις, τον ΛΑΚΗ;;; ΤΩΡΑ θα στον γνωρίσω. Είναι φίλος ΜΟΥ!!!».

(Αυτό το τελευταίο με την αυτοπεποίθηση του ανθρώπου που γνωρίζει όλη την Αθήνα τουλάχιστον, και φυσικά σε κάνει να νιώθεις ντιπ ζώον που δεν έχεις αναπτύξει τέτοια επαφή ούτε με τον περιπτερά της γειτονιάς σου).

Και με βουτάει απ’ το χέρι κι αρχίζει να με σέρνει, εκείνη πάνω στα 15ποντα (που λύγιζαν προς τα έξω απ’ το βάρος και την πηλάλα) σκούζοντας «Λάκη – Λάκη» κι εγώ με ένα σκασμό φακέλους να κρέμονται από παντού να προσπαθώ να απεμπλακώ από το «με το έτσι θέλω σλάλομ» στη Σκουφά.
Τα καταφέρνω στο παρά ένα, η συνάδελφος έχει ήδη πιάσει την ψιλοκουβέντα με τον «Λάκη – Λάκη», χωρίζουν μετά από 10 λεπτά, φιλώντας κι οι δύο χιαστί τον αέρα τον κοπανιστό και με εμένα, με ύφος κατατονικού που εκτυλίσσονται μπροστά του κοσμογονίες, να περιμένω στο απέναντι πεζοδρόμιο.
«Πότε θα πάψεις να είσαι αντικοινωνικιά, βρε παιδί μου; Ένα “γεια” θα έλεγες! It’s not the end of the world, you know!», μου κοπανάει στα μούτρα, με φιλάει επίσης χιαστί και με το φιλί να συναντά το χάος, εκείνη στη δουλειά της κι εγώ στη δικιά μου.

Φυσικά, γι’ αυτήν το θέμα είχε τελειώσει εκεί, για ‘μένα όμως ήταν μία ακόμη άσκηση θάρρους. Όλο εκείνο το απόγευμα, στο κακόμοιρο (γ)ραφείο μου, σκεφτόμουν πόσο ζαβό μπορεί να ήμουν που δεν αφήνω τον (γνωστό μου) κόσμο να με συστήνει σε άλλο κόσμο, από τι κοινωνική αβιταμίνωση μπορεί να πάσχω που σιχαίνομαι να φιλάω τον αέρα χιαστί και τι ζωντόβολο ακοινώνητο, που όταν βλέπω τέτοιαι μαλακίαι καταμεσής του δρόμου (του σουαρέ, του πάρτι, μιας απλής συνέντευξης Τύπου, ρε γαμώτη!) λυπάμαι και σιχαίνομαι ταυτόχρονα (τον εαυτό μου, πάντα) που κάθεται σαν το αγγούρι και περιμένει να τελειώσει την κουβέντα ο σούπερ κοινωνικός τύπος ή τύπισσα, με την οποία έτυχε να βρίσκομαι εκείνη τη στιγμή.


Αφού αυτομαστιγώθηκα δεόντως και ορκίστηκα ότι την επόμενη φορά θα είμαι ευγενής και θα εντάξω πάραυτα στο λεξιλόγιο μου 44 «αγάπη μου» και 84 «φίλη μου, γλυκειά μου, αγαπημένη μου», εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα βαριά και με την εικόνα του Λάκη Γαβαλά με ντυμπά στο κεφάλι να μου κάνει μαθήματα καλών τρόπων.

Τα χρόνια πέρασαν, με τον "Λάκη" - εννοείται - δεν γνωριστήκαμε ποτέ και με την καλή «συνάδελφο» ψιλο-χαθήκαμε και βρεθήκαμε πριν από λίγες μέρες, τυχαία.

Αν και πλέον είναι εξαιρετικά δύσκολο να με σύρει κανείς για να με γνωρίσει σε κάποιον, με «γαργάλαγε» το θέμα «Λάκης», λόγω και της φυλακόβιας εξέλιξης και τόλμησα να ρωτήσω, αν έχει επικοινωνήσει καθόλου μαζί του (έτσι κάμουν οι «φίλοι», τουλάχιστον)...

«Μη φωνάζεις, χρυσή μου! (Σ.Σ.: Δεν είχα φωνάξει! Σχεδόν συνωμοτικά είχα ρωτήσει...) Όχι, βέβαια! Τι επαφή να διατηρώ;;; Αυτό μου έλειπε δα μετά από τέτοια ξεφτίλα! Κι αυτό το “φίλος” μην το πολυφωνάζεις κι εκτεθούμε. Μια κοινωνική επαφή ήταν...».

Για να πω την αλήθεια, δεν ξέρω αν υπάρχει λέξη για το αίσθημα που πηγαινοέρχεται ανάμεσα στην ντροπή και τον θυμό. Ήταν ακριβώς το ίδιο αίσθημα που μου γαργάλησε τα νυχοπόδαρα, όταν είδα ένα επεισόδιο του “Fab5”, ακριβώς το ίδιο πράμα, όταν διάβασα το άρθρο για τις απλήρωτες γαζώτριες του κ. Γαβαλά.

Και πάλι, όμως, αν ο «Λάκης» ήταν φίλος ή έστω κοινωνική επαφή, ό,τι σκατά και να ‘χε κάνει, όσες ασυναρτησίες κι αν τσαμπούναγε, μαν – και πως γίνει τώρα; - η μπουζού είναι μπουζού.
Κι εκεί ένα πράμα, λες: «Λάκη μου, στο Μαλανδρίνο; Στο Μαλανδρίνο, αγόρι μου θα έρθω να σε δω!».

ΥΓ1.: Πράγμα που ανελλιπώς θα πράξουν τα στελέχη του ΑΝΤ1 που τον εκτιμούν και τον υπολήπτονται.

ΥΓ2: Για σκέψου: χώσανε μέσα τον Λάκη και κυκλοφορούν ανάμεσα μας οι «αδιάβαστοι» του Μνημονίου κι όλοι οι "καλοπληρωτάδες" της κοσμικής Αθήνας.


ΥΓ3: Ευτυχώς, Παναγιά μου, που έζησα τόσα χρόνια μέσα στα (γ)ραφεία και δεν αξιώθηκα να αποκτήσω «διάσημους φίλους». Άϊντε, κανά δυο. Και πάλι τσεκαριζόμαστε...