Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Και σιγά τα όργια, δηλαδή... (την Κυριακή είδαμε τα καλύτερα)


Παλιά, οι τσόντες είχαν υπόθεση. Έβλεπες ας πούμε τη λαίδη Σκορδοπιπίτσογλου να κουτουπώνει τον σταβλίτη, αλλά προηγουμένως είχε γεμίσει το μάτι σου με πλάνα από τον παραδιπλανό δρυμό, με δυο κυματάκια, καμιά πίπα δίπλα σε καμιά ζαρντινιέρα περιοπής.
Υπήρχε ένα βάθος, ένας συναισθηματικός οίστρος – δεν ξέρω αν με παρακολουθείς – και κυρίως είχες μια σιγουριά, ότι η λαίδη Σκορδοπιπίτσογλου στο τέλος θα έκανε 18 παιδιά με τον σταβλίτη, κοινώς θα την αποκαθιστούσε λευκή και άσπιλη (και χοντρή και σακουλιασμένη, αλλά δεν ‘ν’ της ώρας) στα μάτια της κοινωνίας.
Επίσης, εκτός από το βασικό σενάριο, υπήρχε ένας μπαγλαμάς σκηνοθέτης που εξηγούσε στη λαίδη που να στήσει τον απαυτό της και από ποια γωνία λήψης θα της τον έβγαζε πιο φακάμπλ, όχι έτσι αβέρτα κουβέρτα στήσου και κάτσε να σε παλαμαριάσουνε.
Για να μην μπω στη διαδικασία να αναφέρω, ότι με τις παλιές καλές τσόντες, υπήρχε ένα συναισθηματικό δέσιμο. Εσένα, δηλαδή, δεν σου θυμίζει τίποτα η «Εμμανουέλα στην Αφρική»; (Στην Ασία ή στο Περιστέρι έστω;). Δεν σου κάνει κάτι όλη αυτή η μουσική, όλο αυτό το τιριτόμπα που η γυναίκα είναι τόσο τσούλα και ταυτοχρόνως τόσο κυρία και ο άντρας τόσο φιφίτσουλας – την έχει πάντα, έτοιμη, ρε παιδί μου – και τόσο τσέτλεμαν ταυτοχρόνως;
Δεν αισθάνεσαι, ότι τις παλιές τσοντόβιες – τουλάχιστον, πριν την Τζένα Τζέιμσον, γιατί από εκεί άρχισε η έκπτωσις – και στα τέσσερα με τέσσερις να τις δεις και πάλι ένα σέβας θα τους το ‘χεις;
Και ξαφνικά έρχεται ένα όργιο της πλάκας, λόου μπάτζετ και με παγκοσμίως άγνωστους πρωταγωνιστές, σε ένα – υποθέτω – τριζάτο νοσοκομειακό κρεβάτι να σ’ τα κάνει όλα μούτι.
Τι ήταν να βγει αυτή η υπόθεση; Συναδέλφισσες και λοιπές γνωστές τρώνε τα χρόνια τους να ψάχνουν γκρικ άματουρς βίντεο στο ίντερνετ. Από την υστερία της όλης αναζήτησης κι από την ώρα που το γουγλ αρχίζει να σκορτσάρει, αντιλαμβάνεσαι ότι η καλή συνάδελφος δεν σκάμπαζε πολλά από… σκηνοθεσία και μια ανησυχία την έχει, μήπως ο φακός δεν έπιασε σωστά το…μουντ και μήπως στο μοντάζ δεν κόπηκαν τα ξύγκια.
Ταλαιπώρια και ωμότης.
Έκανε ζημιά η τεχνολογία και το μονοκάμερο. Έμεινε κόσμος άνεργος. Σκηνοθετάδες, πρωταγωνιστές, προδιούσερς, έχουν να συναγωνιστούν πλέον με κάθε καρυδιάς καρύδι που βγάζει ‘κει χάμου ένα μπλιμπλίκι, τραβάει ένα σκατόπλανο κακοφωτισμένο και μετά το μοστράρει στο Διαδίκτυο και κάνει και τον καμπόσο. Και δεν του κοστίζει και τίποτα. Τάζει ένα στεφάνι, ένα δαχτυλίδι, ένα πορτατίφ τελοσπάντων κι άμα του ζητήσεις και τα ρέστα σου κουνάει και τον κώλο του. Κατάλαβες, θράσος;
Και επιτέλους, ας εξηγήσει κάποιος στην κ. Τσιμτσιλή, ότι δεν συζητάει όλη η Ελλάδα ΤΑ όργια. Ένα μέρος της, ενδεχομένως, να συζητά – καλή ώρα – την κακή ποιότητα της συγκεκριμένης παραγωγής. Είπαμε, παιδί μου, ερασιτέχνες, αλλά αυτοί το παραχέσανε.
Τέλος πάντων. Το δίδαγμα είναι ένα: Να τα αφήσετε τα νουβοτέ, κορίτσια. Κι άμα δεν σκαμπάζετε κι από τεκνόλοτζι και σκουληκιάρη γκόμενο, να τα αφήσετε δυο φορές. Αυτές είναι δουλειές για επαγγελματίες. Κι άμα ντε και καλά σας τρώει ο πωπός σας για σταριλίκια, να ζητάτε αμοιβή για τον κόπο σας. Δε ‘ν’ ντροπή. Ντροπή είναι να γλείφετε τις φλοκάτες και μετά να σας ζητάνε και τα ρέστα για το καθαριστήριο.
Και μην ξεχνιέστε, παγκόσμια Ημέρα Κατά του Aids σήμερα, στο φαρμακείο να ζητάτε και τίποτα άλλο εκτός από βιταμίνες και λευκαντικά για τα δόντια. Προφυλακτικά τα λένε και για να τα χαρίζουν ακόμη κι οι εκδοτάδες, κάτι θα ξέρουν παραπάνω.
Άντε, παιδιά, χρόνια μας πολλά, μακριά από «παράσημα» κι όπου σας τάζουν γάμους να ζητάτε εγγυήσεις πρώτα και μετά να τσιτσιδώνεστε on camera. Τουλάχιστον να διεκδικείτε από κοινού τα εμπορικά δικαιώματα.


ΥΓ1.: Η καλύτερη τσόντα παίχτηκε την Κυριακή το βράδυ. Οι δεξιοί όταν θέλουν γίνονται μαστόρια ασύλληπτης χάρης, πρωτοτυπίας και αισθητικής. Άξιοι!
ΥΓ2: Το ίδιο έργο με πρωταγωνιστές από τον Περισσό θα ήταν πεταμένα λεφτά. 100 χρόνια στην ίδια στάση. Αμάν πια.
ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: newyinzer.com

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

Το LSD των '00s

Αν δεν βρεθώ στα επείγοντα μία απ’ αυτές τις μέρες, θα είμαι ευτυχής. Σαν το ζωντόβολο σκουντουφλάω από γωνία σε γωνία κι από τοίχο σε ράφι. Που υπάρχει καρφί; Κανά σκαμπό παρατημένο; Αφήστε το, παιδιά, για ‘μένα είναι.
Το όλο κόνσεπτ – σκουντούφλημα, κουτούλημα, γλίστρα, σαβούρδα και πάει λέγοντας – συνοδεύεται και από κραυγές πόνου (από 9 πρωί μέχρι 1 μεσημέρι και από 5 απόγευμα μέχρι 9 βράδυ). Τις ώρες κοινής ησυχίας κάνω βουβό πόνο (τι φταίνε οι γείτονες, αν εγώ είμαι ζαβλαμού;) , ο οποίος συνοδεύεται από εντελώς γελοίες γκριμάτσες και από χοροπηδητά τύπου «σπουργιτάκι μουλάρα» που χοροπηδάει σε στυλ «κουτσό» μέσα στο σπίτι, καθότι με τα χέρια κρατάω πατούσα που για 80η φορά σακατεύτηκε στην ίδια (γαμω) γωνία!
Η φάση συμπληρώνεται από απηυδισμένες μητρικές-φιλικές- γκομενικές (όποιος είναι μπροστά εν πάση περιπτώσει) ερωτήσεις / διαπιστώσεις «αμάν παιδί μου!», «θα σκοτωθείς!», «δεν σε είδε, ε;»…
Κουτσή, χωρίς χέρια, συνεχίζω για λίγο ακόμη το ντόμινο (σε ράφια, εταζέρες, κορνίζες, κέρατα δίφορα) και στη συνέχεια πολύ θα βόλευε και ένα τρίτο χέρι για να πιάσω και το κεφάλι μου, που όλο και κάπου έχει κοπανήσει (και αυτό!).
Σε τέτοια κατάσταση (ένα πόδι, κανένα χέρι ελεύθερο, κεφάλι - μπαλάκι πινγκ πονγκ) με βρήκε το τηλεφώνημα συναγωνίστριας γαζώτριας σε παράκρουση.
«Είμαι γριά, χοντρή και συμβασιούχα».
Είναι 29 χρονών, 55 κιλών στο 1,61. Και συμβασιούχα.
Αλλά σε κάποιον που εσχάτως βλέπει μόνο Βίκυ Καγιά και δελτία ειδήσεων, δε φέρνεις αντίρρηση. Υπάρχει πρόβλημα, οπότε συμπαραστέκεσαι και συμπάσχεις. Και πας και σε πορείες.
Και – τι να κάνω; - πήγα. Τσούκου τσούκου, μασώντας καραμέλες και γνωρίζοντας καινούριο άνεργο κόσμο, βρεθήκαμε μέχρι το Σύνταγμα.
Κάπου εκεί, κάτι τα αυχενικά, κάτι που είχα βγάλει το πετσί μου από τη ζέστη κι από τη δίψα, άρχισα να τραβάω τη συμβασιούχα μου απ’ το μαλλί να κάνουμε μια στάση.
Στρίβουμε δεξιά για Κολωνάκι – άλλο που δεν ήθελε που μου κατέβηκε για πορεία με πουλόβερ και μπουφάν στους 22 βαθμούς – και ξαφνικά! Άλλη χώρα!
Στρίβοντας στην Κανάρη και αφήνοντας πίσω μας τους τελευταίους χακί ένστολους, έψαχνα να βρω τη… ντουλάπα.
Σαν τα μούλικα στη Νάρνια, ήταν λες και μπήκαμε από μια πόρτα (χάος, φωνές, μπάτσοι, κομμένη κυκλοφορία) και βγήκαμε στο «αλλού». Βιτρίνες, μανικιούρ, (πολύ) κυρίες, με (πολύ) φουσκωτά μαλλιά, ο κ. Βουλγαράκης με τη βέσπα του, κι ο χρόνος να κυλάει πιο αργά.
Γυαλισμένες καλημέρες και «καυλ’ άρ γιου;», «αγάπη μου» και «χρυσό μου» στη λιακάδα, πουρομπεμπέκες και πιπίνια με μπότες μέχρι το λαιμό, λες και η χώρα της κυρίας Κακανιά (που να ‘ναι καλά κι αυτή κι ο άνθρωπος που την έφτιαξε) υπάρχει κάπου σ’ ένα θόλο μέσα στην Αθήνα. Ένα θόλο που ανοίγει με κωδικούς θησαυροφυλακίου ή εκ λάθους, από ζαβές, καλή ώρα σαν κι εμάς.
Όξω φρύαζε το σύμπαν, μέσα πέρα βρέχει.
Ποιοι συμβασιούχοι, ποια stages, ποια ανεργία και ποια απεργία. Η συμβασιούχα μου είχε πάρει γραμμή την Κανάρη και χάζευε μοντελάκια με εμβρίθεια ηλικιωμένης fashionista.
Το Κολωνάκι θα μπορούσε να είναι το lsd των ’00s. Ένα τέταρτο στους δρόμους του και η φίλη γαζώτρια είχε ξεχάσει τις αψιλίες της και μου εξηγούσε, γιατί φέτος θα φορεθεί το φλούο λαχανί και τι ντροπή θα ήταν να μας συλλάβει ο φωτογραφικός φακός με… κάμελ τόου (σε περίπτωση που σαλτάρουμε τελείως κι αρχίσουμε να κυκλοφορούμε σαν την Λέιντι Γκάγκα με το βρακί στους δρόμους… Έλα, Χριστέ μου!).
«Τι θα γίνει μανίτσα μου, θα κάτσουμε κάπου τον ταλαιπωρημένο μας κώλο να πιούμε έναν καφέ;» (ε, μα είχα ξεπετσιαστεί, πια!).
Η fashionista είχε γίνει πάλι συμβασιούχα. Κι ακόμη χειρότερα είχε μπήξει τα κλάματα. Αισθανόταν πάλι ξανά γριά, χοντρή. Και συμβασιούχα. Το ναρκωτικόν Κολωνάκι είχε κάνει τον κύκλο του.
Και εγώ είχα ξαναβρεί κάτι – ένα προεξέχον κάγκελο, για την ακρίβεια - γωνία για να σκουντουφλήσω.
(Όχι, που δεν θα… μ’ έβλεπε!).
Δεν ξεφεύγεις από το πεπρωμένο σου, παιδί μου. Ούτε καν στο Κολωνάκι.



ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: lamiavitafolle.files.wordpress.com/2008/06

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2009

Γεροντάματα


Με απάθεια Τζαμαϊκανού καλλιτέχνη περιφέρω το σαρκίο μου από (γ)ραφείο σε (γ)ραφείο, αφήνω ηδυπαθώς βιογραφικά, απαντώ μονολεκτικά σε τσίρκουλο ερωτήσεις («...Kαι τι είστε διατεθειμένη να κάνετε για το «μαγαζί»; - Να το βλέπω να καίγεται;) και δέομαι αδύναμα να μπουκάρει επιτέλους ο χειμώνας από παντού.
Στο μεταξύ, πιάνω κουβέντα με κακογαμημένες γραμματείς (κακό σημάδι), περιμένω 4 ώρες έξω από το γραφείο ενός γκράντε Μπαρμπά – Μαλάκα κι όταν έρθει η σειρά μου (επιτέλους) χαμογελάω αλά Κολγκέιτ, φεύγω με επιδεικτικό κουνιολύγισμα και γενικά αντιδρώ… άσχετα!
Αν ο «γκράντε» είναι και κάπως πιο ζάβαλος, μπορεί να πατήσω τη μοκετούλα του, να καθίσω κανά 10λεπτάκι για μια μίνι συζήτηση – καγκουρό (απ’ αυτές που πηδάς από θέμα σε θέμα: καιρός, κακές συγκοινωνίες, αστικές αγένειες, κρίση, σκατά με ρίγανη, ναι πόσο ωραία τα λέτε) και να φύγω τρέχοντας πριν προλάβει να θυμάται τη φάτσα μου στο επόμενο μισάωρο (γιες!!!).
Σκέφτομαι ότι θα έχω μια πρώτης τάξεως δικαιολογία να βγαίνω από το σπίτι μόνο για τσιγάρα, να τρώω ένα σκασμό σοκολάτες και να προφασίζομαι χοντρή γρίπη στον απερίσκεπτο εκείνο άνθρωπο που θα αποφασίσει να με προσλάβει (πενθήμερο, πεντάωρο, 400 ευρώ) και να μου σκλαβώσει έναν ακόμη χρόνο από τη ζωή μου για να του γαζώνω κορωνάτες παπαριές και να σπαταλάω τον ύπνο μου σε κουλαμάρες.
Πριν από 5 χρόνια θα έκλαιγα γοερά για το κακό που με βρήκε, θα έτρεχα πανικόβλητη με «χρυσές ευκαιρίες» και στα δύο χέρια και θα μούτζωνα πάνω – κάτω – δεξιά κι αριστερά για την τύχη μου την πουτάνα, τον κόσμο που είναι κακός, την γαμημένη ανατροφή που μου ‘δωσε η μαμάκα μου, την ξεχασμένη επιλογή να γίνω αεριτζού και να βγάζω 3.000 ευρώ το μήνα.
Αντί αυτού σέρνω μια γελοία χαρούμενη «στ’ αρχίδια μου» διάθεση, η κάθε μου ατάκα καταλήγει σε ένα μεγαλοπρεπές «δε γαμείς» και αν αρχίσω να λέω και «έχει ο Θεός» θα είμαι απολύτως σίγουρη ότι πρόωρη κλιμακτήριος χτύπησε την πόρτα μου και υπερηφάνως βαδίζω προς αυτό που οι άνθρωποι αποκαλούν γηρατειά.
Θες απόδειξη; Ξαφνικά πιστεύω ότι η τύχη μου παραείναι γαλιάντρα μαζί μου, ο κόσμος δεν είναι κακός, αλλά ταλαίπωρος και η ανατροφή που μου δώκανε στο σπιτάκι μου ήταν μια χαρά, απλώς υποφέρει από κακό τάιμινγκ. Στο 1800 ας πούμε θα ήμουν απολύτως κουρδισμένη.
Αμ το άλλο; Που το πας το άλλο; Όλοι ξαφνικά μου μιλάνε για το κλιμάκιον μου. Και μου μιλάνε με τρόπο που αν εγώ ήμουν άντρας και το κλιμάκιον μου πέος, θα ήμουν ο πιο ευτυχής καβαλάρης στην οικουμένη. «Είναι πολύ μεγάλο, πολύ υψηλό, πρέπει να το ξανακοιτάξουμε, αν δεχόσασταν κι εσείς να το ρίξουμε λίγο και να βρεθούμε σε μια συνεννόηση». Καταλαβαίνεις τώρα, η κουβέντα, αναπόφευκτα γίνεται σεξιστική και επειδή κατά βάθος είμαι πολύ… τζέντλεμαν, εννιά στις δέκα δεν δύναμαι να τη συνεχίσω.
Κι αντί να κάτσω να σκεφτώ τη χλαπαταγή που με περιμένει στο τέλος του μήνα (νοίκι, νερό, φως, τηλέφωνο, λοιπά τοκοχρεολύσια) και να πέσω στα γόνατα εκλιπαρώντας για οτιδήποτε, έχω διάθεση κανιβαλίζουσα και διλήμματα του τύπου «οι λεοπάρ γόβες πάνε μόνο με μαύρα ή να το σπάσω με κανά φούξια τσαντάκι να ξαλεγράρει το ντεπιές;».
Τέτοια αποστασιοποίηση μιλάμε. Μπα σε καλό μου! Φταίει κι ο κολλητός (τ’ ακούς βρε μπάρμαν του γλυκού νερού;) που μου λέει ότι έχει καλό φίλινγκ και άλλα τέτοια μαλακτικά.
Δε γαμείς… (να το πάλι!).
Όσο ακόμη κρατεί η καλοκαιρία – μην ακούτε για βροχές, νεράκι βιαστικό θα είναι – να πάτε μια βόλτα μέχρι το Μουσείο της Ακρόπολης, να δείτε κανά χριστιανό που δεν θα σας φορτώσει με προβλήματα του και να πάρετε μπόλικες σοκολάτες για προμήθειες.
Θα τις χρειαστούμε φέτος τις κολασμένες, το βλέπω.

Υγ.: Τι ωραία που έχει βολέψει τους μπαρμπάδες η οικονομική κρίση! Προσλαμβάνουν αβέρτα κόσμο με 500 ευρώ, (αν)ελαστικό ωράριο εργασίας, μηδέν ένσημα, μηδέν παροχές, κάργα αγγαρεία και απόλυση επειδή ανάσανες στραβά. Μάνα,ε, μάνα: Πιάσε ένα πάπλωμα ακόμη! Φέτος θα πέσω σε χειμερία νάρκη!

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: clubtroppo.com.au

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

Μη μου τα πρήζεις με το φέισμπουκ!

Κακό βιολί το φέισμπουκ. Το ρημάδι το ανοίγεις με την προοπτική να μιλάς με δυο (τρεις, άντε δέκα) νοματαίους που πήγαν να μείνουν στου διαβόλου το τσουτσούνι και δε βολεύει ούτε το τηλέφωνο ούτε το αμάξι.
Περνάς μια χαρά, λέτε μαλακιούλες (που από κοντά θα ντρεπόσασταν να πείτε κιόλα) μέχρι που σε ανακαλύπτει φιλογνωστός / πρώην γκόμενος / πρώην συνάδελφος κλπ και σου κάμει «αίτηση φιλίας».
Αν είσαι πρωτάρης, μπαίνεις σε μαύρες σκέψεις… Να του δώκω μία να πάει στα τσακίδια ή να μη φανώ γαϊδούρης και να τον κάμω αντ;
Σε αυτή τη φάση του πρωτάρη, έστω και με βαριά καρδιά τον βάζεις στη λίστα με τους φίλους και μετά τον ξεχνάς. Όπως τον είχες ξεχάσει και πριν το φεισμπουκ.
Από καιρού εις καιρόν σου στέλνει διάφορες ανοστιές, παπαριές, κουϊζάκια, σκατολοίδια. Κάμεις ευγενώς το μαλάκα. Τσιριμόκο. Βούβα.
Μιλάς κανονικά με τα φιλαράκια σου, κάνεις πλακίτσες, στέλνεις καρδούλες, ζουζουνάκια, παπαράκια, σχολιάζεις, χτυπιέσαι απ’ τα γέλια, μέχρι που ο παπαρολεβέντης βλέπει κίνηση στο μαντρί και σπεύδει να εισέλθει στη συζήτηση, προσθέτοντας κι αυτός την παπάρα του.
Εν τω μεταξύ, και επειδή σ’ έχει μαύρο άχτι που δεν του μιλάς (όπως δεν του πολύ-μιλούσες και στην πραγματική ζωή), αρχίζει και ψάχνει το προφίλ σου, ξεψειρίζει τους φίλους σου, μπανίζει τις φωτογραφίες σου, παθαίνει μια ψυχοπάθεια τέλος πάντων, μέχρι που αρχίζει να κάμει… «αιτήματα φιλίας» και στους φίλους σου.
Πρωτάρηδες ή μη και αυτοί, ξύνουν λίγο την κούτρα τους, αλλά μετά σκέφτονται «για να τον έχει φίλο η τάδε, δε γαμείς, κάν’του ένα αντ να μας πει κι αυτός τι έχει να μας πει…». Κι εκεί αρχίζει ο ασυμμάζευτος, μην τον πάμε πιο μακριά, απλώς φανταστείτε το…
Περνάμε με επιτυχία το στάδιο του πρωτάρη και μετά από ένα 8μηνο πλέον, που είσαι και πεπειραμένος, αρχίζεις κι εσύ να μπανίζεις ξένες φωτό, μπαίνεις στον πειρασμό να δεις και λίγο παραπέρα σαν την κυρα- Κατίνα, και σε τρώει ο κώλος σου να δεις ποιος μιλάει με ποιον, ποιος μπιπ ποιον, πούθε μπορεί να συζητιέται κάτι για ‘σένα που δεν το πήρες πρέφα και που άμα το πάρεις θα σε πάρει από κάτω και χέσε μέσα μετά.
Σ’ αυτό το στάδιο, επειδή έχει βγει σουργούνι ότι κι εσύ γυροφέρνεις στο φέισμπουκ – ανάθεμα την ώρα – τα… «αιτήματα φιλίας» πολλαπλασιάζονται. Άνθρωποι που έχεις δει μια φορά (άντε και δύο), καραγκιόζηδες της κακιάς ώρας που έτυχε να συνυπάρξεις στο ίδιο (γ)ραφείο κάποτε μαζί τους, μετανοημένα αστροπελέκια που κάποτε σου έκαναν τη ζωούλα κάρβουνο και άλλα κακά συναπαντήματα θέλουν να σε κάνουν φίλο τους.
Αν μάλιστα έχεις αποδεχθεί το «αίτημα φιλίας» ενός παπάρα, ξεθαρρεύουν κι άλλοι και με τη λογική του «βάλαμε χέρι στο βυζί, δέξου μουνί μαντάτα», ξεκινάει ένα ξεχείλωμα άνευ προηγουμένου που σε πείθει ότι όντως ο κόσμος είναι πολύ μικρός, βουνό με βουνό δε σμίγει, κι άλλες τέτοιες συμπαντικές παπαροφιλοσοφίες.
Κι εκεί αρχίζει η ψυχασθένεια και τα τινά είναι δύο:
Α) Σε πιάνει μανία να δεις τι απέγινε σ’ αυτή τη ζωή το εν λόγω αστροπελέκι και το κάμεις «φίλο» επί τόπου
Β) Σε πιάνει αηδία πηχτή και ζόρικια κι αρχίζεις και διαγράφεις τρελούς και τρελές με ταχύτητα ψεκαστήρα
Παραλλήλως, έχεις πάθει και μια καχυποψία και αρχίζεις και ψάχνεις (ΚΑΙ ΕΣΥ!!!!) τους «φίλους» των άλλων «φίλων» σου και παθαίνεις λαλά. Είσαι στην ίδια κατηγορία «φίλων» με αυτόν-ην που σου έφαγε κάποτε τη δουλειά / το-η γκόμενο –α / το τελευταίο ζευγάρι γόβες για τις οποίες είχες δώσει και προκαταβολή.
Είσαι στο σημείο που σ’ ανάβουν τα γλομπάκια, θέλεις να φας με τα δόντια σου τη σελίδα που έφτιαξες και πολλούς από τη λίστα των «φίλων» και ορκίζεσαι με σθένος να μην ξαναμπλέξεις με την…τεχνολογία.
Αρχίζεις τα πίσω μπρος, («όχι θα την κλείσω», «όχι μωρέ κρίμα είναι, θα την αφήσω») και ζεις μια ωραιότατη διαδικτυακή ψυχασθένεια για την οποία ακόμη δεν έχει βρεθεί χαπάκι.
Κι ενώ αναρωτιέσαι τι δουλειά έχεις εσύ στο ίδιο target group με τη σιλικονάτη μοντέλα που έχει 3.900 «φίλους», κάποιος κυβερνο-νευρωτικός θα υπάρχει στη δικιά σου λίστα που σε βομβαρδίζει με προσωπικά μηνύματα ή με κράξιμο… «τοίχου».
«Που είσαι, κοριτσάκιιιι;;; Γιατί δεν μπαίνεις να σε βλέεεεπωωω;;;; Μη μου κρύβεσαιαιαιαιαιαι!!!! Που χάθηκεεεεες;;;».
Είμαι σπίτι μου, βλαμμένε και κάνω φασίνα.
Έχω φίλους που λιώνουμε με τις ώρες στους καναπέδες, στα τηλέφωνα, στα καφέ και τα ταβερνεία. Περπατάω ατέλειωτες ώρες, παίζω, γελάω, τραγουδάω, κυλιέμαι στα πατώματα κλαίγοντας, σκοτώνομαι με το γκόμενο μου / κολλητό μου / μάνα μου / φιλενάδες μου (κανονικές) και μετά κάνουμε αγάπες και πάμε να δούμε κι άλλο κόσμο να ξεγυαλίσει το μάτι μας.
Τρέχω σαν το Βέγγο απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ για να πληρώσω λογαριασμούς, χρέη και λοιπά ζόρια.
Κοιμάμαι σα βόδι και ονειρεύομαι και ούτε που σκέφτομαι με τη τσίμπλα στο μάτι να ανοίξω λαπ τοπ και συνδέσεις για να δω τι κάνετε.
Αν έχω τέτοιες ανησυχίες (κάθε μέρα δηλαδή) παίρνω τηλέφωνα, κανονίζω καφέδες και φαγιά και χαίρομαι να σκουντάω – σαν τη Μενεγάκη – κόσμο που είναι δίπλα μου, τον αγγίζω, τον μυρίζω και δεν περιμένει να του κάνω «κλικ» και «πόουκ» για να νιώσει φίλος μου!
Κι αν χαθήκαμε στο φέισμπουκ, πουλάκι μου, είναι γιατί χαθήκαμε και στη ζωή.
Και αν χαθήκαμε στη ζωή – πίστεψε με – υπήρχε λόγος. Σοβαρός ή γελοίος, αδιάφορο.
Να χαρείς, σταμάτα τα μηνύματα «τοίχου» ειδικά αν μένεις δυο τετράγωνα παρακάτω, πάρε με τηλέφωνο να χεστούμε σαν άνθρωποι και άμα γουστάρεις πάτα μου και ένα ντιλίτ να γουστάρω κι εγώ.
Που θα με πεις ακοινώνητη, επειδή μπαίνω στο ρημάδι, όποτε προφταίνω. Κι όποτε ΘΕΛΩ!
Α, σιχτίρι πια!

Υγ: Ω, ναι πρόκειται για μεγάλη ανακάλυψη, καμία αντίρρηση. Βλέπεις κόσμο που πεθύμησες, παίζεις παιχνίδια, γουστάρεις κι άμα είσαι και single κάνεις και τις ψαχτικές σου. Με την οικειότητα του… γλυκού νερού έχω ένα θέμα, με τις διαφημιστικές καταχωρήσεις που μου λένε πως θα μεγαλώσω ό,τι μου έχει μείνει μικρό (το μυαλό μου, ας πούμε;) και με τις δημόσιες σχέσεις της κακιάς ώρας. Δατς ιτ!




ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: wearthefunny.blogspot.com

Κυριακή, 04 Οκτωβρίου 2009

Τσίλντρεν οφ δε νάιτ, αμ κάμινγκ...


…Όπου η Ντόρα βγάζει το ροζ προσκοπικό σωβρακάκι, ξεζαλώνεται το πενταβρώμικο σακιδιάκι, στέλνει στα τσακίδια το πριονάκι (γρούτσου – γρούτσου) και αφήνει τους τοίχους να λιώσουν δίπλα στα αχνιστά (πιφ!) σπορτεξάκια της.
Βάζει μαύρη ολόσωμη φόρμα, αφήνει νύχι να μακρύνει και ξεκαρφώνει τη γόβα στιλέτο από το μάτι του Μπάμπι (γιου νόου, το γνωστό ελαφάκι της πολιτικής μας άνοιξης).
Μαζί της έχει τον Μπομπ τον Μάστορα, τον Μπομπ τον Σφουγγαράκη και την ευχή του μπαμπά της και ασχέτως αν δεν το βλέπετε, από μακριά τη χαιρετάει κι ο Ομπάμα.
Το παιδικό πρόγραμμα, όπως αντιλαμβάνεστε, ποτέ ξανά δεν θα είναι το ίδιο κι αν είστε γονείς, καλά θα κάνετε να διπλοτσεκάρετε τι δείχνουν οι κανάλες στα παιδιά σας.
Καλή μας νύχτα. Για την ασφάλεια του ξημερώματος, θα εγγυάται τώρα πια η Ντόρα (μουαχαχα! Τσίλντρεν οβ δε νάιτ στεντ μπάι μι!!!).


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.ibid.gr

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009

Good fellas

Χρόνια τώρα, όταν ακούω για «καλό παιδί» κουμπώνομαι και μετά από κάθε κοινωνική επαφή – με «καλά παιδιά» - καλού κακού ξαναμετράω τα δάχτυλα μου (και των ποδιών).
Η (όποια) πείρα με έχει διδάξει πως ό,τι κι αν είναι το «καλό παιδί» (γκόμενος, φίλος, συνεργάτης, συγγενής, πολιτικός, δημοσιογράφος, καλλιτέχνης) αργά ή γρήγορα θα χάσεις…δαχτυλάκι.
Στην καλύτερη των περιπτώσεων, θα γλιτώσεις με γρατζουνιά, έγκαυμα, δαγκωματιά.
Διότι 9,5 στις 10 μέσα σε κάθε πολύ «καλό παιδί» βρίσκεται μια σακουλίτσα τίγκα στο σπασμένο γυαλί, έτοιμη να σκάσει στα μούτρα αυτού που δεν θα πειστεί περί της καλοσύνης του.
Οι υπόλοιποι – οι πεπεισμένοι και ευτυχείς που γνώρισαν ένα τέτοιο…παιδί – καταπίνουν ένα μικρό γυαλάκι κάθε μέρα, μαζί με τον καφέ τους, κερασμένο φυσικά από το "καλό παιδί".
Δε χρειάζεται να πας πολύ μακριά: Άνοιξε την τηλεόραση. Πόσα «καλά παιδιά» – και «καλά κορίτσια», βεβαίως βεβαίως – βλέπεις; Πόση μαζεμένη τελειότητα; Τέλειες και τέλειοι σύζυγοι, άψογοι επαγγελματίες, σούπερ μαμάδες και πατεράδες ντούρασελ, αψεγάδιαστα καμάρια του κοινωνικού συνόλου, έτοιμα για Θεία Κοινωνία, άνευ νηστείας;
Στη ζούλα, φυσικά, η τέλεια σύζυγος και μητέρα μπορεί να σε κάνει καταπιτό μαζί με τον ρουχισμό σου, που λέει ο λόγος, αν υποψιαστεί και μόνο ότι αμφισβητείς τελειότητα και καλοσύνη.
Την ώρα που θα παίρνει το απογευματινό της καφεδάκι, θα ρευτεί διακριτικά, φτύνοντας το ρολόι σου, αφού στο μεταξύ θα σε χωνεύει…
Όσο για την πολιτική; Εκεί το πράγμα είναι προκλητικά εμφανές. Εκείνο το αιώνιο κνίτικο σύνθημα «πρώτοι στα μαθήματα, πρώτοι στον αγώνα», έχει μπολιάσει πολλούς και εκτός ΚΚΕ «καλούς ανθρώπους», κομμουνιστικών αισθημάτων, πλην ακροδεξιού μοντέλου ζωής.
Εδώ μιλάμε για το worst case σενάριο «καλού παιδιού»: ξεφωνίζει στις κανάλες, στα σπίτια και τις περιοδείες για τα δικαιώματα και τα ένσημα του εργάτη για κοινωνική δικαιοσύνη και μισθολογική ισότητα κι αν μια ωραία πρωία μπουκάρει το ΣΔΟΕ στην (όποια) επιχειρησούλα του, ο χειρότερος καπιταλιστής φαντάζει μπροστά του ως μία εκ των μωρών παρθένων.
Άσε που εκλογές έρχονται κι αυτό το αγωνιστικό φιλόστοργο μπλα μπλα με κάνει τρελή, καθότι το «καλό παιδί», απευθυνόμενο κατευθείαν στην καρδιά σου τη ρουφιάνα έχει βουτήξει το ψηφαλάκι (μου, σου, του), πριν καν το καταλάβεις.
Δεν θα επεκταθώ στον γκόμενο – «καλό παιδί». Έχουν περάσει χρόνια και ζαμάνια, απ’ την πρώτη και τελευταία φορά που ως μωρή παρθένα (κι εγώ... Αμ πως!) τακίμιασα με ένα τέτοιο παίνεμα του αντρικού γένους (οπότε, κορίτσια ξέρετε πλέον από πού πηγάζει η αρχέγονη προτίμηση στα τιμημένα καθαρόαιμα, πλην ξηγημένα καθάρματα).
Ούτε στον συνεργάτη – «καλό παιδί». Όλοι κλαίμε μια δουλειά, μια συνεργασία, έναν (μωρέ και δύο μισθούς) από ένα καμάρι που μπορεί να μην είχε απολύτως κανένα προσόν, αλλά ήταν – γιου νόου - «καλό παιδί».
Εννοείται – για να μην τα βάλουμε όλα στον αποχυμωτή – ότι υπάρχουν και πτσιχούλες (κυριολεκτικώς), ωστόσο δεν κυκλοφορούν με διαφημιστική πινακίδα πάνω από το κεφαλάκι με την τέλεια χωρίστρα, κάτω ακριβώς από το φωτοστέφανο.
Προσωπικώς, ειλικρινά προτιμώ τις άγριες φάτσες (μανάρι μου, εσύ!), με κανά σκίσιμο πάνω απ’ το φρύδι, που δεν χρειάζονται προλόγους και προσευχές και που στην ντουλάπα τους έχουν πολλά άπλυτα, τα οποία ούτε κρύβουν ούτε διαφημίζουν (ούτε αποφασίζουν τα στείλουν για… μπουγάδα, με έναν καλό γάμο, ένα καλό ρουφιανιλίκι, ένα καλό ξεπάστρεμα των… εχθρών σε ακτίνα 100 χιλιομέτρων).
Είτε ως φίλοι είτε ως συνεργάτες είτε ως βουλευτές ή περιπτεράδες, τουλάχιστον ξέρεις με τι έχεις να κάνεις, οπότε κυκλοφορείς ξεκούμπωτος.
Και επειδή – για να επανέλθουμε στο μέτρημα των δαχτύλων – πλέον έχω μείνει με…19, ειδικώς σ’ αυτές τις εκλογές, όπου τα «καλά παιδιά» έχουν βγει για πελάτες, κυκλοφορώ με γάντια μηχανής και γυαλιά ηλίου για να μη στραβωθώ από τα…φωτοστέφανα.
Από τώρα εύχομαι καλό βόλι και το νου σας στα δάχτυλα σας!

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: ticoweb.fr

Δευτέρα, 07 Σεπτεμβρίου 2009

"Γλυκιά!"


Απλώς κάν’το εικόνα: Ο Ψινάκης στη Βουλή!
Μόλις το κάνεις εικόνα δεν χρειάζεται ούτε ρεπορτάζ ούτε αναλύσεις ούτε παπαρολογία.
Απολύτως μεταξύ μας, δεν μπορώ να σκεφτώ πιο ταιριαστή μεταχείριση για τους θαμώνες του Κοινοβουλίου. Επειδή ο κ. Καρατζαφέρης είναι βαθιά χιουμορίστας και πνεύμα σπινθηροβόλο, δεν μπορούσε να σκεφτεί καλύτερο γδικιωμό, από όσους τον βλέπουν και τινάζουν ανάστατοι τα πέτα τους.
Και ξανακάντε το εικόνα: σκεφτείτε απλώς την κ. Παπαρήγα να υποχρεώνεται σε «καλημέρες» - για λόγους ευγενείας βεβαίως – με τον σοκολατένιου τάνινγκ manager.
Δεν είναι αυτή μια εικόνα κατάμαυρου ποιοτικότατου χιούμορ που φλερτάρει με το μπουρλέσκ χωρίς να καταλήγει σε β’ διαλογής επιθεώρηση;
Διότι δεν είναι ότι αυτός καθαυτός ο κύριος Ηλίας θα είναι ένα ποίημα, μια ζωγραφιά στα βουλευτικά έδρανα.
Είναι ότι, καθώς ο κύριος Ηλίας θα αγορεύει, από κάτω τα 299 καμάρια του Έθνους, θα χτυπάνε παρέσεις, εγκεφαλικά, προκάρδια άλγη και μαρμαρυγές με ταχύτητα ψεκαστήρα φορητού φλογοβόλου.
Μπορώ να σκεφτώ ακόμη πολλά οφέλη από την είσοδο του Sakis ex manager εις το Κοινοβούλιον:
1. Θα παραδίδει δωρεάν μαθήματα στυλ σε διάφορους γατουλογαμούληδες που ακόμη μπερδεύουν τις ποσέτ με τα μυξομάντηλα
2. Θα κάνει την κομμουνιστική πτέρυγα να συμμετάσχει – για λόγους εξορκισμού – σύσσωμη στο χρηστοήθες τελετουργικό της ορκωμοσίας
3. Ενώ ενδέχεται να εξαναγκάσει διάφορες νεοδημοκράτισσες κυρίες σε πενθήμερη ψυχανάλυση μεθ’ υπνωτισμού, κατά τη διάρκεια του οποίου δεν αποκλείεται να ανακαλύψουν ότι στην προηγούμενη ζωή τους ήταν αγρότισσες, οπότε και η περιφέρεια θα ενισχυθεί και θα γλιτώσουμε πεταμένα λεφτά
4. Στον ΣΥΡΙΖΑ ενδέχεται να γουστάρουν καθ’ ότι πιο αλέγροι, ενώ στο ΠΑΣΟΚ ήδη ανοίγουν μπύρες και ανέκαθεν εκτιμούσαν τις ποιοτικές προτάσεις ψυχαγωγίας.
Τι κρίμα που δεν μπορώ να τον ψηφίσω (είναι βλέπετε να μη δώσω τον λόγο μου για κάτι, οπότε κωλύομαι), αλλά πιστέψτε με ότι δέομαι για την ανεπανάληπτη εκείνη στιγμή που από το κανάλι της Βουλής θα ακούσω μία λέξη, η οποία θα εκφέρεται λάγνα και αργόσυρτα: «Γλυκιααααά!».
Τώρα που φεύγει και ο κ. Αλαβάνος («λέγε με, αγάπη…») από την ενεργό δράση, νομίζω ότι ο κύριος Ηλίας μπορεί να γίνει παρηγοριά. Δική μου, δική σου, του αγωνιζόμενου λαού της Μυκόνου…
Μόνη στραβή που αναμένεται, να αρνηθεί ο manager μια τέτοια τιμή (γουάι Ηλίας; Γουάι;). Ακόμη και για τόσο λίγο ωστόσο, περάσαμε υπέροχα. Το ότι καμιά 500αριά Κολωνακιώτισσες οδηγήθηκαν σε ΩΡΙΛΑ με εξάρθρωση σιαγώνος (ήθελες να περάσεις από το Τζέι Κέι βραδιάτικα και σου βγήκαν τα μάτια έξω, κουκλίτσα;) μόνο ως γκουντ νιουζ θεωρούνται.
Θενκ γιου, Ηλίας!