Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

Η κατάρα της αλλήθωρης αρκούδας

Αν είσαι γυναίκα, γκόμενος ή γονιός στο ζήτημα «αρκουδάκι» έχεις τριπλό ντοκτορά για ευνόητους λόγους.
Ως γυναίκα – δεν μπορεί! – κάποιο κόλλημα θα έχεις με τα λούτρινα βλήματα. (Εκτός κι αν είσαι αλλεργική ή…εγώ).
Ως γονιός κατάκοπος και κουρασμένος, άφραγκος και μαδημένος σαν ξεπουπουλιασμένη κότα γιορτάρες μέρες, το χνουδωτό σίχαμα είναι η τελευταία σανίδα σωτηρίας της τσέπης σου.
Ως γκόμενος (μπορεί και σύζυγος) αμύνεσαι περί πάρτης και τσιφουτίστικα σκεπτόμενος, αγοράζεις αρκουδάκι (και θα συγκινηθεί η λεγάμενη και θα κάμεις οικονομία).
Κι όσο προσπαθείς να το αποφύγεις (το αρκουδάκι), τόσο πέφτεις πάνω σε παραφουσκωμένα καφέ, ροζ, μουσταρδί, λευκά σιχάματα, τα οποία μαγνητίζουν όλες εκείνες τις σάχλες έξω από βιτρίνες και παιχνιδάδικα: «Τι γλυκούλιιιι!», «Τι καλό!», «Τι μαλακό!!!».
Κι όσο εσένα ξυπνάει ο Ευαγγελάτος μέσα σου («με τι να το έχουν γεμίσει;», «μήπως να το ξεκοίλιαζα να σιγουρευτώ ότι δεν έχει κανά αρούρι μέσα;», «γιατί βρωμάει σαν πετρέλαιο το διαολεμένο;»), τα αρκουδάκια είναι στάνταρ προτίμηση (γαμώτι!).
Τι μπορεί να είναι χειρότερο απ’ αυτό; Για σκέψου λίγο:
Τα συμβατικά αρκουδάκια – ναι, ξέρεις αυτά τα καφέ με τη γλωσσίτσα έξω και το μάτι – κουμπί – κάπως τα αντιμετωπίζεις.
Για την ακρίβεια, απλώς τα κλάνεις. Δεν υπάρχουν, ρε παιδί μου.
Και παιδιά να έχεις και ανίψια, εσύ κάνεις την υπέρβαση και χριστουγεννιάτικα τους παίρνεις κάτι άλλο, πιο προβληματικό, πιο επικίνδυνο, πιο ζόρικο στην κατάποση…
Αδιαφορείς για την ύπαρξη των (συμβατικών) αρκουδακίων και το ζήτημα λήγει εκεί.
Έλα όμως που φέτος ο εκδικητικός Θεός και κάποιος πολύ μάγκας παραγωγός μας καπέλωσε αυτή την λαστιχένια πράσινη χλαπάτσα με το κίτρινο σώβρακο και τον χοντρό κώλο και δεν ξέρουμε – εμείς οι απανταχού εχθροί των τέντι μπέαρς – που να πάμε να κρυφτούμε.
Αυτή η αρκουδο-μπουχέσα λοιπόν – και πώς να μην είναι, αφού όλη μέρα τρώει πάριζα – έχει κάνει κατάληψη στην καθημερινότητα μου, απλώς δεν μπορώ να την προσπεράσω.
Ανοίγω την τηλεόραση, πιάνει τον κώλο καποιανής παρουσιάστριας.
(Βασικά, δεν έχει αφήσει κώλο για κώλο, αλλά τέλος πάντων).
Χαζεύω εφημερίδες και περιοδικά στο ψιλικατζίδικο, το δίνουν σε σιντί μαζί με σπαζοκλαμπάνικο τραγουδάκι που ξετρελαίνει τα πιτσιρίκια.
Ακούω ραδιόφωνο, σκοντάφτουν τα αυτιά μου πάνω στο εν λόγω σπαζοτέτοιο τραγουδάκι.
{Το οποίο τραγουδάκι, χωρίς παρεξήγηση κυρ – στιχουργέ μου, είναι η επιτομή της φλωροσύνης. Διότι το πράσινο, αλλήθωρο και ξεβράκωτο αρκουδάκι επιμένει ότι είναι καλό παιδί, διαβάζει τα μαθήματα του, χορεύει και ποιος ξέρει τι άλλο κάνει, αρκεί να το ταϊζεις το αλλαντικό της αρεσκείας του. Περίεργα τα μηνύματα κύριε στιχουργέ μου, δεν ξέρω, κάτι μ’ ενοχλεί…}.
Μην τα πολυλογούμε, έχω αγκυλώσει. Και τις τελευταίες δύο βδομάδες που οι δρόμοι έξω από σπίτι και δουλειά είχαν τιγκάρει στο σκουπίδι, με όλη αυτή την πράσινη μπίχλα που έχουν αφήσει πάνω στην άσφαλτο – ε, δεν θέλει και πολύ – το αρκουδάκι έχει «κλειδώσει» στο μυαλό μου.
Σχεδόν το…μυρίζω λέμε!
Σχεδόν έχω ‘πεθυμήσει τα άλλα, τα συμβατικά (αρκουδάκια). Που τα δαγκάνεις στο λαιμό και προσπερνάς.
Γιατί μ’ αυτό δεν θα ξεμπερδεύουμε εύκολα, το βλέπω. Ήδη το βάλανε να τραγουδάει χριστουγεννιάτικα. Γαμώτο!


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: indiequill.wordpress.com



ΥΓ1: Νομίζω ότι ξερνάω με την άγρια χαρά κάποιων ότι φέτος θα "ξηλωνόταν" και πάλι η Αθήνα (περισσότερο απ' όσο "ξηλώθηκε", δηλαδή), δίκην μνημοσύνου. Θεία δίκη. Και αυτοί και εμείς τιμωρηθήκαμε με τόνους σκουπιδοσκατών στη μούρη, απευθείας από τους οδοκαθαριστές της γειτονιάς μας.

ΥΓ2: Μα περισσότερο απ' όλα σιχάθηκα τα γλυκερά κείμενα για το αδικοχαμένο παλικαράκι. Ειδικά εκείνα που έφεραν φαρδιές πλατιές πολιτικές υπογραφές. Άλλες αρκούδες αυτές, αλλήθωρες, ξεβράκωτες και υποτακτικές.

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2009

Και σιγά τα όργια, δηλαδή... (την Κυριακή είδαμε τα καλύτερα)


Παλιά, οι τσόντες είχαν υπόθεση. Έβλεπες ας πούμε τη λαίδη Σκορδοπιπίτσογλου να κουτουπώνει τον σταβλίτη, αλλά προηγουμένως είχε γεμίσει το μάτι σου με πλάνα από τον παραδιπλανό δρυμό, με δυο κυματάκια, καμιά πίπα δίπλα σε καμιά ζαρντινιέρα περιοπής.
Υπήρχε ένα βάθος, ένας συναισθηματικός οίστρος – δεν ξέρω αν με παρακολουθείς – και κυρίως είχες μια σιγουριά, ότι η λαίδη Σκορδοπιπίτσογλου στο τέλος θα έκανε 18 παιδιά με τον σταβλίτη, κοινώς θα την αποκαθιστούσε λευκή και άσπιλη (και χοντρή και σακουλιασμένη, αλλά δεν ‘ν’ της ώρας) στα μάτια της κοινωνίας.
Επίσης, εκτός από το βασικό σενάριο, υπήρχε ένας μπαγλαμάς σκηνοθέτης που εξηγούσε στη λαίδη που να στήσει τον απαυτό της και από ποια γωνία λήψης θα της τον έβγαζε πιο φακάμπλ, όχι έτσι αβέρτα κουβέρτα στήσου και κάτσε να σε παλαμαριάσουνε.
Για να μην μπω στη διαδικασία να αναφέρω, ότι με τις παλιές καλές τσόντες, υπήρχε ένα συναισθηματικό δέσιμο. Εσένα, δηλαδή, δεν σου θυμίζει τίποτα η «Εμμανουέλα στην Αφρική»; (Στην Ασία ή στο Περιστέρι έστω;). Δεν σου κάνει κάτι όλη αυτή η μουσική, όλο αυτό το τιριτόμπα που η γυναίκα είναι τόσο τσούλα και ταυτοχρόνως τόσο κυρία και ο άντρας τόσο φιφίτσουλας – την έχει πάντα, έτοιμη, ρε παιδί μου – και τόσο τσέτλεμαν ταυτοχρόνως;
Δεν αισθάνεσαι, ότι τις παλιές τσοντόβιες – τουλάχιστον, πριν την Τζένα Τζέιμσον, γιατί από εκεί άρχισε η έκπτωσις – και στα τέσσερα με τέσσερις να τις δεις και πάλι ένα σέβας θα τους το ‘χεις;
Και ξαφνικά έρχεται ένα όργιο της πλάκας, λόου μπάτζετ και με παγκοσμίως άγνωστους πρωταγωνιστές, σε ένα – υποθέτω – τριζάτο νοσοκομειακό κρεβάτι να σ’ τα κάνει όλα μούτι.
Τι ήταν να βγει αυτή η υπόθεση; Συναδέλφισσες και λοιπές γνωστές τρώνε τα χρόνια τους να ψάχνουν γκρικ άματουρς βίντεο στο ίντερνετ. Από την υστερία της όλης αναζήτησης κι από την ώρα που το γουγλ αρχίζει να σκορτσάρει, αντιλαμβάνεσαι ότι η καλή συνάδελφος δεν σκάμπαζε πολλά από… σκηνοθεσία και μια ανησυχία την έχει, μήπως ο φακός δεν έπιασε σωστά το…μουντ και μήπως στο μοντάζ δεν κόπηκαν τα ξύγκια.
Ταλαιπώρια και ωμότης.
Έκανε ζημιά η τεχνολογία και το μονοκάμερο. Έμεινε κόσμος άνεργος. Σκηνοθετάδες, πρωταγωνιστές, προδιούσερς, έχουν να συναγωνιστούν πλέον με κάθε καρυδιάς καρύδι που βγάζει ‘κει χάμου ένα μπλιμπλίκι, τραβάει ένα σκατόπλανο κακοφωτισμένο και μετά το μοστράρει στο Διαδίκτυο και κάνει και τον καμπόσο. Και δεν του κοστίζει και τίποτα. Τάζει ένα στεφάνι, ένα δαχτυλίδι, ένα πορτατίφ τελοσπάντων κι άμα του ζητήσεις και τα ρέστα σου κουνάει και τον κώλο του. Κατάλαβες, θράσος;
Και επιτέλους, ας εξηγήσει κάποιος στην κ. Τσιμτσιλή, ότι δεν συζητάει όλη η Ελλάδα ΤΑ όργια. Ένα μέρος της, ενδεχομένως, να συζητά – καλή ώρα – την κακή ποιότητα της συγκεκριμένης παραγωγής. Είπαμε, παιδί μου, ερασιτέχνες, αλλά αυτοί το παραχέσανε.
Τέλος πάντων. Το δίδαγμα είναι ένα: Να τα αφήσετε τα νουβοτέ, κορίτσια. Κι άμα δεν σκαμπάζετε κι από τεκνόλοτζι και σκουληκιάρη γκόμενο, να τα αφήσετε δυο φορές. Αυτές είναι δουλειές για επαγγελματίες. Κι άμα ντε και καλά σας τρώει ο πωπός σας για σταριλίκια, να ζητάτε αμοιβή για τον κόπο σας. Δε ‘ν’ ντροπή. Ντροπή είναι να γλείφετε τις φλοκάτες και μετά να σας ζητάνε και τα ρέστα για το καθαριστήριο.
Και μην ξεχνιέστε, παγκόσμια Ημέρα Κατά του Aids σήμερα, στο φαρμακείο να ζητάτε και τίποτα άλλο εκτός από βιταμίνες και λευκαντικά για τα δόντια. Προφυλακτικά τα λένε και για να τα χαρίζουν ακόμη κι οι εκδοτάδες, κάτι θα ξέρουν παραπάνω.
Άντε, παιδιά, χρόνια μας πολλά, μακριά από «παράσημα» κι όπου σας τάζουν γάμους να ζητάτε εγγυήσεις πρώτα και μετά να τσιτσιδώνεστε on camera. Τουλάχιστον να διεκδικείτε από κοινού τα εμπορικά δικαιώματα.


ΥΓ1.: Η καλύτερη τσόντα παίχτηκε την Κυριακή το βράδυ. Οι δεξιοί όταν θέλουν γίνονται μαστόρια ασύλληπτης χάρης, πρωτοτυπίας και αισθητικής. Άξιοι!
ΥΓ2: Το ίδιο έργο με πρωταγωνιστές από τον Περισσό θα ήταν πεταμένα λεφτά. 100 χρόνια στην ίδια στάση. Αμάν πια.
ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: newyinzer.com

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

Το LSD των '00s

Αν δεν βρεθώ στα επείγοντα μία απ’ αυτές τις μέρες, θα είμαι ευτυχής. Σαν το ζωντόβολο σκουντουφλάω από γωνία σε γωνία κι από τοίχο σε ράφι. Που υπάρχει καρφί; Κανά σκαμπό παρατημένο; Αφήστε το, παιδιά, για ‘μένα είναι.
Το όλο κόνσεπτ – σκουντούφλημα, κουτούλημα, γλίστρα, σαβούρδα και πάει λέγοντας – συνοδεύεται και από κραυγές πόνου (από 9 πρωί μέχρι 1 μεσημέρι και από 5 απόγευμα μέχρι 9 βράδυ). Τις ώρες κοινής ησυχίας κάνω βουβό πόνο (τι φταίνε οι γείτονες, αν εγώ είμαι ζαβλαμού;) , ο οποίος συνοδεύεται από εντελώς γελοίες γκριμάτσες και από χοροπηδητά τύπου «σπουργιτάκι μουλάρα» που χοροπηδάει σε στυλ «κουτσό» μέσα στο σπίτι, καθότι με τα χέρια κρατάω πατούσα που για 80η φορά σακατεύτηκε στην ίδια (γαμω) γωνία!
Η φάση συμπληρώνεται από απηυδισμένες μητρικές-φιλικές- γκομενικές (όποιος είναι μπροστά εν πάση περιπτώσει) ερωτήσεις / διαπιστώσεις «αμάν παιδί μου!», «θα σκοτωθείς!», «δεν σε είδε, ε;»…
Κουτσή, χωρίς χέρια, συνεχίζω για λίγο ακόμη το ντόμινο (σε ράφια, εταζέρες, κορνίζες, κέρατα δίφορα) και στη συνέχεια πολύ θα βόλευε και ένα τρίτο χέρι για να πιάσω και το κεφάλι μου, που όλο και κάπου έχει κοπανήσει (και αυτό!).
Σε τέτοια κατάσταση (ένα πόδι, κανένα χέρι ελεύθερο, κεφάλι - μπαλάκι πινγκ πονγκ) με βρήκε το τηλεφώνημα συναγωνίστριας γαζώτριας σε παράκρουση.
«Είμαι γριά, χοντρή και συμβασιούχα».
Είναι 29 χρονών, 55 κιλών στο 1,61. Και συμβασιούχα.
Αλλά σε κάποιον που εσχάτως βλέπει μόνο Βίκυ Καγιά και δελτία ειδήσεων, δε φέρνεις αντίρρηση. Υπάρχει πρόβλημα, οπότε συμπαραστέκεσαι και συμπάσχεις. Και πας και σε πορείες.
Και – τι να κάνω; - πήγα. Τσούκου τσούκου, μασώντας καραμέλες και γνωρίζοντας καινούριο άνεργο κόσμο, βρεθήκαμε μέχρι το Σύνταγμα.
Κάπου εκεί, κάτι τα αυχενικά, κάτι που είχα βγάλει το πετσί μου από τη ζέστη κι από τη δίψα, άρχισα να τραβάω τη συμβασιούχα μου απ’ το μαλλί να κάνουμε μια στάση.
Στρίβουμε δεξιά για Κολωνάκι – άλλο που δεν ήθελε που μου κατέβηκε για πορεία με πουλόβερ και μπουφάν στους 22 βαθμούς – και ξαφνικά! Άλλη χώρα!
Στρίβοντας στην Κανάρη και αφήνοντας πίσω μας τους τελευταίους χακί ένστολους, έψαχνα να βρω τη… ντουλάπα.
Σαν τα μούλικα στη Νάρνια, ήταν λες και μπήκαμε από μια πόρτα (χάος, φωνές, μπάτσοι, κομμένη κυκλοφορία) και βγήκαμε στο «αλλού». Βιτρίνες, μανικιούρ, (πολύ) κυρίες, με (πολύ) φουσκωτά μαλλιά, ο κ. Βουλγαράκης με τη βέσπα του, κι ο χρόνος να κυλάει πιο αργά.
Γυαλισμένες καλημέρες και «καυλ’ άρ γιου;», «αγάπη μου» και «χρυσό μου» στη λιακάδα, πουρομπεμπέκες και πιπίνια με μπότες μέχρι το λαιμό, λες και η χώρα της κυρίας Κακανιά (που να ‘ναι καλά κι αυτή κι ο άνθρωπος που την έφτιαξε) υπάρχει κάπου σ’ ένα θόλο μέσα στην Αθήνα. Ένα θόλο που ανοίγει με κωδικούς θησαυροφυλακίου ή εκ λάθους, από ζαβές, καλή ώρα σαν κι εμάς.
Όξω φρύαζε το σύμπαν, μέσα πέρα βρέχει.
Ποιοι συμβασιούχοι, ποια stages, ποια ανεργία και ποια απεργία. Η συμβασιούχα μου είχε πάρει γραμμή την Κανάρη και χάζευε μοντελάκια με εμβρίθεια ηλικιωμένης fashionista.
Το Κολωνάκι θα μπορούσε να είναι το lsd των ’00s. Ένα τέταρτο στους δρόμους του και η φίλη γαζώτρια είχε ξεχάσει τις αψιλίες της και μου εξηγούσε, γιατί φέτος θα φορεθεί το φλούο λαχανί και τι ντροπή θα ήταν να μας συλλάβει ο φωτογραφικός φακός με… κάμελ τόου (σε περίπτωση που σαλτάρουμε τελείως κι αρχίσουμε να κυκλοφορούμε σαν την Λέιντι Γκάγκα με το βρακί στους δρόμους… Έλα, Χριστέ μου!).
«Τι θα γίνει μανίτσα μου, θα κάτσουμε κάπου τον ταλαιπωρημένο μας κώλο να πιούμε έναν καφέ;» (ε, μα είχα ξεπετσιαστεί, πια!).
Η fashionista είχε γίνει πάλι συμβασιούχα. Κι ακόμη χειρότερα είχε μπήξει τα κλάματα. Αισθανόταν πάλι ξανά γριά, χοντρή. Και συμβασιούχα. Το ναρκωτικόν Κολωνάκι είχε κάνει τον κύκλο του.
Και εγώ είχα ξαναβρεί κάτι – ένα προεξέχον κάγκελο, για την ακρίβεια - γωνία για να σκουντουφλήσω.
(Όχι, που δεν θα… μ’ έβλεπε!).
Δεν ξεφεύγεις από το πεπρωμένο σου, παιδί μου. Ούτε καν στο Κολωνάκι.



ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: lamiavitafolle.files.wordpress.com/2008/06

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2009

Γεροντάματα


Με απάθεια Τζαμαϊκανού καλλιτέχνη περιφέρω το σαρκίο μου από (γ)ραφείο σε (γ)ραφείο, αφήνω ηδυπαθώς βιογραφικά, απαντώ μονολεκτικά σε τσίρκουλο ερωτήσεις («...Kαι τι είστε διατεθειμένη να κάνετε για το «μαγαζί»; - Να το βλέπω να καίγεται;) και δέομαι αδύναμα να μπουκάρει επιτέλους ο χειμώνας από παντού.
Στο μεταξύ, πιάνω κουβέντα με κακογαμημένες γραμματείς (κακό σημάδι), περιμένω 4 ώρες έξω από το γραφείο ενός γκράντε Μπαρμπά – Μαλάκα κι όταν έρθει η σειρά μου (επιτέλους) χαμογελάω αλά Κολγκέιτ, φεύγω με επιδεικτικό κουνιολύγισμα και γενικά αντιδρώ… άσχετα!
Αν ο «γκράντε» είναι και κάπως πιο ζάβαλος, μπορεί να πατήσω τη μοκετούλα του, να καθίσω κανά 10λεπτάκι για μια μίνι συζήτηση – καγκουρό (απ’ αυτές που πηδάς από θέμα σε θέμα: καιρός, κακές συγκοινωνίες, αστικές αγένειες, κρίση, σκατά με ρίγανη, ναι πόσο ωραία τα λέτε) και να φύγω τρέχοντας πριν προλάβει να θυμάται τη φάτσα μου στο επόμενο μισάωρο (γιες!!!).
Σκέφτομαι ότι θα έχω μια πρώτης τάξεως δικαιολογία να βγαίνω από το σπίτι μόνο για τσιγάρα, να τρώω ένα σκασμό σοκολάτες και να προφασίζομαι χοντρή γρίπη στον απερίσκεπτο εκείνο άνθρωπο που θα αποφασίσει να με προσλάβει (πενθήμερο, πεντάωρο, 400 ευρώ) και να μου σκλαβώσει έναν ακόμη χρόνο από τη ζωή μου για να του γαζώνω κορωνάτες παπαριές και να σπαταλάω τον ύπνο μου σε κουλαμάρες.
Πριν από 5 χρόνια θα έκλαιγα γοερά για το κακό που με βρήκε, θα έτρεχα πανικόβλητη με «χρυσές ευκαιρίες» και στα δύο χέρια και θα μούτζωνα πάνω – κάτω – δεξιά κι αριστερά για την τύχη μου την πουτάνα, τον κόσμο που είναι κακός, την γαμημένη ανατροφή που μου ‘δωσε η μαμάκα μου, την ξεχασμένη επιλογή να γίνω αεριτζού και να βγάζω 3.000 ευρώ το μήνα.
Αντί αυτού σέρνω μια γελοία χαρούμενη «στ’ αρχίδια μου» διάθεση, η κάθε μου ατάκα καταλήγει σε ένα μεγαλοπρεπές «δε γαμείς» και αν αρχίσω να λέω και «έχει ο Θεός» θα είμαι απολύτως σίγουρη ότι πρόωρη κλιμακτήριος χτύπησε την πόρτα μου και υπερηφάνως βαδίζω προς αυτό που οι άνθρωποι αποκαλούν γηρατειά.
Θες απόδειξη; Ξαφνικά πιστεύω ότι η τύχη μου παραείναι γαλιάντρα μαζί μου, ο κόσμος δεν είναι κακός, αλλά ταλαίπωρος και η ανατροφή που μου δώκανε στο σπιτάκι μου ήταν μια χαρά, απλώς υποφέρει από κακό τάιμινγκ. Στο 1800 ας πούμε θα ήμουν απολύτως κουρδισμένη.
Αμ το άλλο; Που το πας το άλλο; Όλοι ξαφνικά μου μιλάνε για το κλιμάκιον μου. Και μου μιλάνε με τρόπο που αν εγώ ήμουν άντρας και το κλιμάκιον μου πέος, θα ήμουν ο πιο ευτυχής καβαλάρης στην οικουμένη. «Είναι πολύ μεγάλο, πολύ υψηλό, πρέπει να το ξανακοιτάξουμε, αν δεχόσασταν κι εσείς να το ρίξουμε λίγο και να βρεθούμε σε μια συνεννόηση». Καταλαβαίνεις τώρα, η κουβέντα, αναπόφευκτα γίνεται σεξιστική και επειδή κατά βάθος είμαι πολύ… τζέντλεμαν, εννιά στις δέκα δεν δύναμαι να τη συνεχίσω.
Κι αντί να κάτσω να σκεφτώ τη χλαπαταγή που με περιμένει στο τέλος του μήνα (νοίκι, νερό, φως, τηλέφωνο, λοιπά τοκοχρεολύσια) και να πέσω στα γόνατα εκλιπαρώντας για οτιδήποτε, έχω διάθεση κανιβαλίζουσα και διλήμματα του τύπου «οι λεοπάρ γόβες πάνε μόνο με μαύρα ή να το σπάσω με κανά φούξια τσαντάκι να ξαλεγράρει το ντεπιές;».
Τέτοια αποστασιοποίηση μιλάμε. Μπα σε καλό μου! Φταίει κι ο κολλητός (τ’ ακούς βρε μπάρμαν του γλυκού νερού;) που μου λέει ότι έχει καλό φίλινγκ και άλλα τέτοια μαλακτικά.
Δε γαμείς… (να το πάλι!).
Όσο ακόμη κρατεί η καλοκαιρία – μην ακούτε για βροχές, νεράκι βιαστικό θα είναι – να πάτε μια βόλτα μέχρι το Μουσείο της Ακρόπολης, να δείτε κανά χριστιανό που δεν θα σας φορτώσει με προβλήματα του και να πάρετε μπόλικες σοκολάτες για προμήθειες.
Θα τις χρειαστούμε φέτος τις κολασμένες, το βλέπω.

Υγ.: Τι ωραία που έχει βολέψει τους μπαρμπάδες η οικονομική κρίση! Προσλαμβάνουν αβέρτα κόσμο με 500 ευρώ, (αν)ελαστικό ωράριο εργασίας, μηδέν ένσημα, μηδέν παροχές, κάργα αγγαρεία και απόλυση επειδή ανάσανες στραβά. Μάνα,ε, μάνα: Πιάσε ένα πάπλωμα ακόμη! Φέτος θα πέσω σε χειμερία νάρκη!

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: clubtroppo.com.au

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

Μη μου τα πρήζεις με το φέισμπουκ!

Κακό βιολί το φέισμπουκ. Το ρημάδι το ανοίγεις με την προοπτική να μιλάς με δυο (τρεις, άντε δέκα) νοματαίους που πήγαν να μείνουν στου διαβόλου το τσουτσούνι και δε βολεύει ούτε το τηλέφωνο ούτε το αμάξι.
Περνάς μια χαρά, λέτε μαλακιούλες (που από κοντά θα ντρεπόσασταν να πείτε κιόλα) μέχρι που σε ανακαλύπτει φιλογνωστός / πρώην γκόμενος / πρώην συνάδελφος κλπ και σου κάμει «αίτηση φιλίας».
Αν είσαι πρωτάρης, μπαίνεις σε μαύρες σκέψεις… Να του δώκω μία να πάει στα τσακίδια ή να μη φανώ γαϊδούρης και να τον κάμω αντ;
Σε αυτή τη φάση του πρωτάρη, έστω και με βαριά καρδιά τον βάζεις στη λίστα με τους φίλους και μετά τον ξεχνάς. Όπως τον είχες ξεχάσει και πριν το φεισμπουκ.
Από καιρού εις καιρόν σου στέλνει διάφορες ανοστιές, παπαριές, κουϊζάκια, σκατολοίδια. Κάμεις ευγενώς το μαλάκα. Τσιριμόκο. Βούβα.
Μιλάς κανονικά με τα φιλαράκια σου, κάνεις πλακίτσες, στέλνεις καρδούλες, ζουζουνάκια, παπαράκια, σχολιάζεις, χτυπιέσαι απ’ τα γέλια, μέχρι που ο παπαρολεβέντης βλέπει κίνηση στο μαντρί και σπεύδει να εισέλθει στη συζήτηση, προσθέτοντας κι αυτός την παπάρα του.
Εν τω μεταξύ, και επειδή σ’ έχει μαύρο άχτι που δεν του μιλάς (όπως δεν του πολύ-μιλούσες και στην πραγματική ζωή), αρχίζει και ψάχνει το προφίλ σου, ξεψειρίζει τους φίλους σου, μπανίζει τις φωτογραφίες σου, παθαίνει μια ψυχοπάθεια τέλος πάντων, μέχρι που αρχίζει να κάμει… «αιτήματα φιλίας» και στους φίλους σου.
Πρωτάρηδες ή μη και αυτοί, ξύνουν λίγο την κούτρα τους, αλλά μετά σκέφτονται «για να τον έχει φίλο η τάδε, δε γαμείς, κάν’του ένα αντ να μας πει κι αυτός τι έχει να μας πει…». Κι εκεί αρχίζει ο ασυμμάζευτος, μην τον πάμε πιο μακριά, απλώς φανταστείτε το…
Περνάμε με επιτυχία το στάδιο του πρωτάρη και μετά από ένα 8μηνο πλέον, που είσαι και πεπειραμένος, αρχίζεις κι εσύ να μπανίζεις ξένες φωτό, μπαίνεις στον πειρασμό να δεις και λίγο παραπέρα σαν την κυρα- Κατίνα, και σε τρώει ο κώλος σου να δεις ποιος μιλάει με ποιον, ποιος μπιπ ποιον, πούθε μπορεί να συζητιέται κάτι για ‘σένα που δεν το πήρες πρέφα και που άμα το πάρεις θα σε πάρει από κάτω και χέσε μέσα μετά.
Σ’ αυτό το στάδιο, επειδή έχει βγει σουργούνι ότι κι εσύ γυροφέρνεις στο φέισμπουκ – ανάθεμα την ώρα – τα… «αιτήματα φιλίας» πολλαπλασιάζονται. Άνθρωποι που έχεις δει μια φορά (άντε και δύο), καραγκιόζηδες της κακιάς ώρας που έτυχε να συνυπάρξεις στο ίδιο (γ)ραφείο κάποτε μαζί τους, μετανοημένα αστροπελέκια που κάποτε σου έκαναν τη ζωούλα κάρβουνο και άλλα κακά συναπαντήματα θέλουν να σε κάνουν φίλο τους.
Αν μάλιστα έχεις αποδεχθεί το «αίτημα φιλίας» ενός παπάρα, ξεθαρρεύουν κι άλλοι και με τη λογική του «βάλαμε χέρι στο βυζί, δέξου μουνί μαντάτα», ξεκινάει ένα ξεχείλωμα άνευ προηγουμένου που σε πείθει ότι όντως ο κόσμος είναι πολύ μικρός, βουνό με βουνό δε σμίγει, κι άλλες τέτοιες συμπαντικές παπαροφιλοσοφίες.
Κι εκεί αρχίζει η ψυχασθένεια και τα τινά είναι δύο:
Α) Σε πιάνει μανία να δεις τι απέγινε σ’ αυτή τη ζωή το εν λόγω αστροπελέκι και το κάμεις «φίλο» επί τόπου
Β) Σε πιάνει αηδία πηχτή και ζόρικια κι αρχίζεις και διαγράφεις τρελούς και τρελές με ταχύτητα ψεκαστήρα
Παραλλήλως, έχεις πάθει και μια καχυποψία και αρχίζεις και ψάχνεις (ΚΑΙ ΕΣΥ!!!!) τους «φίλους» των άλλων «φίλων» σου και παθαίνεις λαλά. Είσαι στην ίδια κατηγορία «φίλων» με αυτόν-ην που σου έφαγε κάποτε τη δουλειά / το-η γκόμενο –α / το τελευταίο ζευγάρι γόβες για τις οποίες είχες δώσει και προκαταβολή.
Είσαι στο σημείο που σ’ ανάβουν τα γλομπάκια, θέλεις να φας με τα δόντια σου τη σελίδα που έφτιαξες και πολλούς από τη λίστα των «φίλων» και ορκίζεσαι με σθένος να μην ξαναμπλέξεις με την…τεχνολογία.
Αρχίζεις τα πίσω μπρος, («όχι θα την κλείσω», «όχι μωρέ κρίμα είναι, θα την αφήσω») και ζεις μια ωραιότατη διαδικτυακή ψυχασθένεια για την οποία ακόμη δεν έχει βρεθεί χαπάκι.
Κι ενώ αναρωτιέσαι τι δουλειά έχεις εσύ στο ίδιο target group με τη σιλικονάτη μοντέλα που έχει 3.900 «φίλους», κάποιος κυβερνο-νευρωτικός θα υπάρχει στη δικιά σου λίστα που σε βομβαρδίζει με προσωπικά μηνύματα ή με κράξιμο… «τοίχου».
«Που είσαι, κοριτσάκιιιι;;; Γιατί δεν μπαίνεις να σε βλέεεεπωωω;;;; Μη μου κρύβεσαιαιαιαιαιαι!!!! Που χάθηκεεεεες;;;».
Είμαι σπίτι μου, βλαμμένε και κάνω φασίνα.
Έχω φίλους που λιώνουμε με τις ώρες στους καναπέδες, στα τηλέφωνα, στα καφέ και τα ταβερνεία. Περπατάω ατέλειωτες ώρες, παίζω, γελάω, τραγουδάω, κυλιέμαι στα πατώματα κλαίγοντας, σκοτώνομαι με το γκόμενο μου / κολλητό μου / μάνα μου / φιλενάδες μου (κανονικές) και μετά κάνουμε αγάπες και πάμε να δούμε κι άλλο κόσμο να ξεγυαλίσει το μάτι μας.
Τρέχω σαν το Βέγγο απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ για να πληρώσω λογαριασμούς, χρέη και λοιπά ζόρια.
Κοιμάμαι σα βόδι και ονειρεύομαι και ούτε που σκέφτομαι με τη τσίμπλα στο μάτι να ανοίξω λαπ τοπ και συνδέσεις για να δω τι κάνετε.
Αν έχω τέτοιες ανησυχίες (κάθε μέρα δηλαδή) παίρνω τηλέφωνα, κανονίζω καφέδες και φαγιά και χαίρομαι να σκουντάω – σαν τη Μενεγάκη – κόσμο που είναι δίπλα μου, τον αγγίζω, τον μυρίζω και δεν περιμένει να του κάνω «κλικ» και «πόουκ» για να νιώσει φίλος μου!
Κι αν χαθήκαμε στο φέισμπουκ, πουλάκι μου, είναι γιατί χαθήκαμε και στη ζωή.
Και αν χαθήκαμε στη ζωή – πίστεψε με – υπήρχε λόγος. Σοβαρός ή γελοίος, αδιάφορο.
Να χαρείς, σταμάτα τα μηνύματα «τοίχου» ειδικά αν μένεις δυο τετράγωνα παρακάτω, πάρε με τηλέφωνο να χεστούμε σαν άνθρωποι και άμα γουστάρεις πάτα μου και ένα ντιλίτ να γουστάρω κι εγώ.
Που θα με πεις ακοινώνητη, επειδή μπαίνω στο ρημάδι, όποτε προφταίνω. Κι όποτε ΘΕΛΩ!
Α, σιχτίρι πια!

Υγ: Ω, ναι πρόκειται για μεγάλη ανακάλυψη, καμία αντίρρηση. Βλέπεις κόσμο που πεθύμησες, παίζεις παιχνίδια, γουστάρεις κι άμα είσαι και single κάνεις και τις ψαχτικές σου. Με την οικειότητα του… γλυκού νερού έχω ένα θέμα, με τις διαφημιστικές καταχωρήσεις που μου λένε πως θα μεγαλώσω ό,τι μου έχει μείνει μικρό (το μυαλό μου, ας πούμε;) και με τις δημόσιες σχέσεις της κακιάς ώρας. Δατς ιτ!




ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: wearthefunny.blogspot.com

Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2009

Τσίλντρεν οφ δε νάιτ, αμ κάμινγκ...


…Όπου η Ντόρα βγάζει το ροζ προσκοπικό σωβρακάκι, ξεζαλώνεται το πενταβρώμικο σακιδιάκι, στέλνει στα τσακίδια το πριονάκι (γρούτσου – γρούτσου) και αφήνει τους τοίχους να λιώσουν δίπλα στα αχνιστά (πιφ!) σπορτεξάκια της.
Βάζει μαύρη ολόσωμη φόρμα, αφήνει νύχι να μακρύνει και ξεκαρφώνει τη γόβα στιλέτο από το μάτι του Μπάμπι (γιου νόου, το γνωστό ελαφάκι της πολιτικής μας άνοιξης).
Μαζί της έχει τον Μπομπ τον Μάστορα, τον Μπομπ τον Σφουγγαράκη και την ευχή του μπαμπά της και ασχέτως αν δεν το βλέπετε, από μακριά τη χαιρετάει κι ο Ομπάμα.
Το παιδικό πρόγραμμα, όπως αντιλαμβάνεστε, ποτέ ξανά δεν θα είναι το ίδιο κι αν είστε γονείς, καλά θα κάνετε να διπλοτσεκάρετε τι δείχνουν οι κανάλες στα παιδιά σας.
Καλή μας νύχτα. Για την ασφάλεια του ξημερώματος, θα εγγυάται τώρα πια η Ντόρα (μουαχαχα! Τσίλντρεν οβ δε νάιτ στεντ μπάι μι!!!).


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.ibid.gr

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009

Good fellas

Χρόνια τώρα, όταν ακούω για «καλό παιδί» κουμπώνομαι και μετά από κάθε κοινωνική επαφή – με «καλά παιδιά» - καλού κακού ξαναμετράω τα δάχτυλα μου (και των ποδιών).
Η (όποια) πείρα με έχει διδάξει πως ό,τι κι αν είναι το «καλό παιδί» (γκόμενος, φίλος, συνεργάτης, συγγενής, πολιτικός, δημοσιογράφος, καλλιτέχνης) αργά ή γρήγορα θα χάσεις…δαχτυλάκι.
Στην καλύτερη των περιπτώσεων, θα γλιτώσεις με γρατζουνιά, έγκαυμα, δαγκωματιά.
Διότι 9,5 στις 10 μέσα σε κάθε πολύ «καλό παιδί» βρίσκεται μια σακουλίτσα τίγκα στο σπασμένο γυαλί, έτοιμη να σκάσει στα μούτρα αυτού που δεν θα πειστεί περί της καλοσύνης του.
Οι υπόλοιποι – οι πεπεισμένοι και ευτυχείς που γνώρισαν ένα τέτοιο…παιδί – καταπίνουν ένα μικρό γυαλάκι κάθε μέρα, μαζί με τον καφέ τους, κερασμένο φυσικά από το "καλό παιδί".
Δε χρειάζεται να πας πολύ μακριά: Άνοιξε την τηλεόραση. Πόσα «καλά παιδιά» – και «καλά κορίτσια», βεβαίως βεβαίως – βλέπεις; Πόση μαζεμένη τελειότητα; Τέλειες και τέλειοι σύζυγοι, άψογοι επαγγελματίες, σούπερ μαμάδες και πατεράδες ντούρασελ, αψεγάδιαστα καμάρια του κοινωνικού συνόλου, έτοιμα για Θεία Κοινωνία, άνευ νηστείας;
Στη ζούλα, φυσικά, η τέλεια σύζυγος και μητέρα μπορεί να σε κάνει καταπιτό μαζί με τον ρουχισμό σου, που λέει ο λόγος, αν υποψιαστεί και μόνο ότι αμφισβητείς τελειότητα και καλοσύνη.
Την ώρα που θα παίρνει το απογευματινό της καφεδάκι, θα ρευτεί διακριτικά, φτύνοντας το ρολόι σου, αφού στο μεταξύ θα σε χωνεύει…
Όσο για την πολιτική; Εκεί το πράγμα είναι προκλητικά εμφανές. Εκείνο το αιώνιο κνίτικο σύνθημα «πρώτοι στα μαθήματα, πρώτοι στον αγώνα», έχει μπολιάσει πολλούς και εκτός ΚΚΕ «καλούς ανθρώπους», κομμουνιστικών αισθημάτων, πλην ακροδεξιού μοντέλου ζωής.
Εδώ μιλάμε για το worst case σενάριο «καλού παιδιού»: ξεφωνίζει στις κανάλες, στα σπίτια και τις περιοδείες για τα δικαιώματα και τα ένσημα του εργάτη για κοινωνική δικαιοσύνη και μισθολογική ισότητα κι αν μια ωραία πρωία μπουκάρει το ΣΔΟΕ στην (όποια) επιχειρησούλα του, ο χειρότερος καπιταλιστής φαντάζει μπροστά του ως μία εκ των μωρών παρθένων.
Άσε που εκλογές έρχονται κι αυτό το αγωνιστικό φιλόστοργο μπλα μπλα με κάνει τρελή, καθότι το «καλό παιδί», απευθυνόμενο κατευθείαν στην καρδιά σου τη ρουφιάνα έχει βουτήξει το ψηφαλάκι (μου, σου, του), πριν καν το καταλάβεις.
Δεν θα επεκταθώ στον γκόμενο – «καλό παιδί». Έχουν περάσει χρόνια και ζαμάνια, απ’ την πρώτη και τελευταία φορά που ως μωρή παρθένα (κι εγώ... Αμ πως!) τακίμιασα με ένα τέτοιο παίνεμα του αντρικού γένους (οπότε, κορίτσια ξέρετε πλέον από πού πηγάζει η αρχέγονη προτίμηση στα τιμημένα καθαρόαιμα, πλην ξηγημένα καθάρματα).
Ούτε στον συνεργάτη – «καλό παιδί». Όλοι κλαίμε μια δουλειά, μια συνεργασία, έναν (μωρέ και δύο μισθούς) από ένα καμάρι που μπορεί να μην είχε απολύτως κανένα προσόν, αλλά ήταν – γιου νόου - «καλό παιδί».
Εννοείται – για να μην τα βάλουμε όλα στον αποχυμωτή – ότι υπάρχουν και πτσιχούλες (κυριολεκτικώς), ωστόσο δεν κυκλοφορούν με διαφημιστική πινακίδα πάνω από το κεφαλάκι με την τέλεια χωρίστρα, κάτω ακριβώς από το φωτοστέφανο.
Προσωπικώς, ειλικρινά προτιμώ τις άγριες φάτσες (μανάρι μου, εσύ!), με κανά σκίσιμο πάνω απ’ το φρύδι, που δεν χρειάζονται προλόγους και προσευχές και που στην ντουλάπα τους έχουν πολλά άπλυτα, τα οποία ούτε κρύβουν ούτε διαφημίζουν (ούτε αποφασίζουν τα στείλουν για… μπουγάδα, με έναν καλό γάμο, ένα καλό ρουφιανιλίκι, ένα καλό ξεπάστρεμα των… εχθρών σε ακτίνα 100 χιλιομέτρων).
Είτε ως φίλοι είτε ως συνεργάτες είτε ως βουλευτές ή περιπτεράδες, τουλάχιστον ξέρεις με τι έχεις να κάνεις, οπότε κυκλοφορείς ξεκούμπωτος.
Και επειδή – για να επανέλθουμε στο μέτρημα των δαχτύλων – πλέον έχω μείνει με…19, ειδικώς σ’ αυτές τις εκλογές, όπου τα «καλά παιδιά» έχουν βγει για πελάτες, κυκλοφορώ με γάντια μηχανής και γυαλιά ηλίου για να μη στραβωθώ από τα…φωτοστέφανα.
Από τώρα εύχομαι καλό βόλι και το νου σας στα δάχτυλα σας!

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: ticoweb.fr

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2009

"Γλυκιά!"


Απλώς κάν’το εικόνα: Ο Ψινάκης στη Βουλή!
Μόλις το κάνεις εικόνα δεν χρειάζεται ούτε ρεπορτάζ ούτε αναλύσεις ούτε παπαρολογία.
Απολύτως μεταξύ μας, δεν μπορώ να σκεφτώ πιο ταιριαστή μεταχείριση για τους θαμώνες του Κοινοβουλίου. Επειδή ο κ. Καρατζαφέρης είναι βαθιά χιουμορίστας και πνεύμα σπινθηροβόλο, δεν μπορούσε να σκεφτεί καλύτερο γδικιωμό, από όσους τον βλέπουν και τινάζουν ανάστατοι τα πέτα τους.
Και ξανακάντε το εικόνα: σκεφτείτε απλώς την κ. Παπαρήγα να υποχρεώνεται σε «καλημέρες» - για λόγους ευγενείας βεβαίως – με τον σοκολατένιου τάνινγκ manager.
Δεν είναι αυτή μια εικόνα κατάμαυρου ποιοτικότατου χιούμορ που φλερτάρει με το μπουρλέσκ χωρίς να καταλήγει σε β’ διαλογής επιθεώρηση;
Διότι δεν είναι ότι αυτός καθαυτός ο κύριος Ηλίας θα είναι ένα ποίημα, μια ζωγραφιά στα βουλευτικά έδρανα.
Είναι ότι, καθώς ο κύριος Ηλίας θα αγορεύει, από κάτω τα 299 καμάρια του Έθνους, θα χτυπάνε παρέσεις, εγκεφαλικά, προκάρδια άλγη και μαρμαρυγές με ταχύτητα ψεκαστήρα φορητού φλογοβόλου.
Μπορώ να σκεφτώ ακόμη πολλά οφέλη από την είσοδο του Sakis ex manager εις το Κοινοβούλιον:
1. Θα παραδίδει δωρεάν μαθήματα στυλ σε διάφορους γατουλογαμούληδες που ακόμη μπερδεύουν τις ποσέτ με τα μυξομάντηλα
2. Θα κάνει την κομμουνιστική πτέρυγα να συμμετάσχει – για λόγους εξορκισμού – σύσσωμη στο χρηστοήθες τελετουργικό της ορκωμοσίας
3. Ενώ ενδέχεται να εξαναγκάσει διάφορες νεοδημοκράτισσες κυρίες σε πενθήμερη ψυχανάλυση μεθ’ υπνωτισμού, κατά τη διάρκεια του οποίου δεν αποκλείεται να ανακαλύψουν ότι στην προηγούμενη ζωή τους ήταν αγρότισσες, οπότε και η περιφέρεια θα ενισχυθεί και θα γλιτώσουμε πεταμένα λεφτά
4. Στον ΣΥΡΙΖΑ ενδέχεται να γουστάρουν καθ’ ότι πιο αλέγροι, ενώ στο ΠΑΣΟΚ ήδη ανοίγουν μπύρες και ανέκαθεν εκτιμούσαν τις ποιοτικές προτάσεις ψυχαγωγίας.
Τι κρίμα που δεν μπορώ να τον ψηφίσω (είναι βλέπετε να μη δώσω τον λόγο μου για κάτι, οπότε κωλύομαι), αλλά πιστέψτε με ότι δέομαι για την ανεπανάληπτη εκείνη στιγμή που από το κανάλι της Βουλής θα ακούσω μία λέξη, η οποία θα εκφέρεται λάγνα και αργόσυρτα: «Γλυκιααααά!».
Τώρα που φεύγει και ο κ. Αλαβάνος («λέγε με, αγάπη…») από την ενεργό δράση, νομίζω ότι ο κύριος Ηλίας μπορεί να γίνει παρηγοριά. Δική μου, δική σου, του αγωνιζόμενου λαού της Μυκόνου…
Μόνη στραβή που αναμένεται, να αρνηθεί ο manager μια τέτοια τιμή (γουάι Ηλίας; Γουάι;). Ακόμη και για τόσο λίγο ωστόσο, περάσαμε υπέροχα. Το ότι καμιά 500αριά Κολωνακιώτισσες οδηγήθηκαν σε ΩΡΙΛΑ με εξάρθρωση σιαγώνος (ήθελες να περάσεις από το Τζέι Κέι βραδιάτικα και σου βγήκαν τα μάτια έξω, κουκλίτσα;) μόνο ως γκουντ νιουζ θεωρούνται.
Θενκ γιου, Ηλίας!

Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2009

"Καλό χειμώνα";;; Θα σε σκίσω!

Δεν βάζει και το Star κανά θρίλερ της προκοπής. «Βλέπω τον θάνατο σου» και «βλέπω τον κώλο σου» κι αηδίες μάντολες.
Πώς να ξεχαστείς, παιδί μου; Χώσε ένα δρακουλιάρικο με κυνόδοντες έξι πήχες, να χεστούμε πάνω μας, να μην κλείσουμε μάτι μέχρι τις 7 που ξεκινάει ο Αυτιάς και μετά δεν σ’ έχουμε ανάγκη.
Δε βαριέσαι... Σήμερα σκούπισα τις τελευταίες στάχτες από το μπαλκόνι μου. Μια εβδομάδα (το πιστεύεις; Μια εβδομάδα!!!) μετά το καρβούνιασμα της Αττικής, το ζήτημα έχει γίνει προεκλογικό ανέκδοτο κι ο κάθε κακομοίρης κομματικός υπάλληλος κλάνει πάνω στα καμένα.
Στο μεταξύ, όλα τα ‘χε η Μαριορή έπαθα και ρίντινγκ στρες. Μη γελάς καθόλου. Μου το ‘πε φίλη ψυχολόγος και εγώ τους επιστήμονες τους σέβομαι. Σε πιάνει, λέει, μια μανία να διαβάζεις ό,τι σέρνεται στη μπλογκόσφαιρα. Παθαίνεις ένα όβερντόουζ πληροφόρησης και μετά σε πιάνει κάτι, τύπου μελαγχολία. Δεν θες να «γαζώσεις» ούτε γραμμή, δεν θες να διαβάσεις άλλο, αλλά δεν θες να κλείσεις και το λαπ τοπ. Σκατοκατάσταση.
Λείπει κι ο κολλητός σε διακοπές – ο οποίος σου κάνει το ίντερνετ νια νια με δυο κουβέντες και σε κάνει να νιώθεις ντιπ μαλάκας – οπότε απογίνεσαι.
Αποφασίζεις, ωστόσο να απεξαρτηθείς. Όσοι κόβουν το κάπνισμα την πέφτουν στα εκλεράκια. Εσύ την πέφτεις στην χειροκίνητη ανάγνωση, κοινώς τη μη ηλεκτρονική. Με τέτοια μανία που φθάνεις στο σημείο να διαβάζεις και τα μικρά γράμματα στο χαρτί τουαλέτας, όταν πας για την ανάγκη σου (όποια από τις δύο, δεν έχει σημασία).
Κλείνεις το λαπ τοπ να βρεις γιατρεία και άθελα σου ξεκωλιάζεις τις βιβλιοθήκες. Τις δικές σου, των κολλητών, της θείας Μερόπης με τους τσελεμεντέδες. (Λογικά την επόμενη φορά που θα πιάσω τσουκάλι, ο Μποτρίνι θα ξεκαρφιτσώσει τα Μισελέν του).
Για να αποτοξινωθείς από το ίντερνετ, διαβάζεις δυο τσουβάλες βιβλία, από τα οποία μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου είναι μαθηματικώς βέβαιο ότι δεν θα θυμάσαι ούτε λέξη.
Το ρίντινγκ στρες, λέει, φέρνει και υπερένταση. Θες να κοιμηθείς, σκοτώνεις για ένα γαμάτο οχτάωρο χορταστικού ύπνου, αλλά η μάτα δεν κλείνει με τίποτα. Και την ώρα που κλείνει (επιτέλους), το δάχτυλο σου αυτονομείται και (νομίζει ότι) πατάει το on στο λαπ τοπ. Σ’ αυτή τη φάση την πληρώνει η πλάτη του από ώρες κοιμώμενου ετέρου δυομίσεως που το δόλιο πιστεύει ότι το σκουντάς γιατί κάτι θέλεις να του πεις, κάτι σου στάθηκε νυχτιάτικα. Ξυπνάει εκείνο, ξυπνάει κι εσένα – τύπου «τι έγινε; Τι θες; Μας πιάσανε;» - σε βρίζει, το βρίζεις, εκείνο ξανακοιμάται κι εσύ (ξανα) βρυκολακιάζεις.
Όλα αυτά, τέλη Αυγούστου. Στο τσακ, στην εκπνοή. Που όλοι έχουν γυρίσει ορεξάτοι για στύψιμο (και εκεί κατά τον Οκτώβρη είναι έτοιμοι για αλλαγή βαλβίδας).
Είναι η εποχή που έχεις να αντιμετωπίσεις (εκτός από απληρωσιές, ημι-εργασίες, κέρατα τράγια και άλλα) δύο πράγματα:
α) Εκείνη τη σιχαμένη ευχή «άντε βρε! Καλό χειμώνα!». Τι λες μωρή τρελή; Μας βαράει ο θείος Κέλσιος με κάτι ξεγυρισμένα σαραντάρια μέχρι τον Νοέμβριο, κάνουμε κρα για να δροσίσει, και μου ‘χεις κουβαληθεί στο ραφείο με τη μπότα και τη καμπαρντίνα από τις 30 Αυγούστου;;;
β) Το σύνδρομο της «Πρώτης Δημοτικού». Νέα σχέδια, νέες ιδέες, ΔΕΘ, «θα κάνουμε», «θα ράνουμε», «θα φτιάξουμε». "Θα είμαστε οι πρώτοι", "θα τους πάρουμε τα σώβρακα". Ναι. Θα πάμε και στο Τζάμπο να πάρουμε τετράδια και κασετίνες.
Λοιπόν, για να μην σας τα ράψω τσουρούτικα φέτος και κυκλοφορείτε όλο το εξάμηνο με τα βαφτιστικά σας:
1) Μην ακούσω «καλό χειμώνα» πριν τις 15 Νοεμβρίου.
2) Μην τολμήσει άνθρωπος και μου πει ότι σχεδιάζει οτιδήποτε άλλο, εκτός από τσόντα Σαββατοκύριακα στις ήδη κουτσουρεμένες διακοπές του, την έβαψε.
Και να μην το ξεχάσω: καλή λευτεριά στους κυρίους και τις κυρίες που κάνουν πρεμιέρα 31 Αυγούστου – καθόλου δεν μας λείψατε…- με γραβάτες, κουστουμάτζες και βαβουροπατάτες από δίπλα να σχολιάζουν προς δήθεν την επικαιρότητα.
Εκεί να τον πείτε τον «καλό χειμώνα» να πιάσει και τόπο.

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: cartoonstock.com

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2009

Αγάντα Θοδωρή...

Το να βρεις περίπτερο στην Αθήνα τον Αύγουστο είναι σα να ρωτάς δημοσίως αν είσαι μαλάκας. Απάντηση δεν θα πάρεις (γιατί λείπουν όλοι ή τουλάχιστον αρκετοί πρόθυμοι να σου απαντήσουν) κι αν βρεθεί ψυχή ζώσα να σου απαντήσει, τσάμπα κόπος. Θα σου πει κάτι που το ξέρεις ήδη.
Καλύπτοντας τρομερά χιλιόμετρα – εις αναζήτηση περιπτέρου, μίνι, μάρκετ, ψιλικατζίδικου, μπαρμπουτάδικου έστω! – έκανα διάφορες τριανταμίες με το μυαλό μου, από αυτές που κάνει ένας ηλίθιος, σε μια άδεια πόλη, με κρεμασμένα χέρια (και γλώσσα) στο λιοπύρι.
Συνήθως, σε τέτοιες στιγμές – που δεν έχω περιπατητική παρέα – ή τα ακουστικά στα αυτιά να ακούω σαχλαμάρες, αρχίζω τα μάιντ γκέιμς: πόσες ταινίες έχει κάνει ο Αλμοδοβάρ, πόσοι σταρ του Χόλιγουντ έχουν πάει άκλαφτοι απ’ την κόκα, από πόσα ξένα τραγούδια θυμάμαι όλους τους στίχους, πόσες μαλακίες έχω κάνει από 12 μου μέχρι σήμερα (δεν βολεύει αυτό στα όρθια, θέλω χαρτί και στυλό…), που ήμουν πέρσι τέτοια μέρα…
Παραδόξως, χθες και αφού είχα καλύψει μια σεβαστή απόσταση 3 χιλιομέτρων, το μυαλό μου γύριζε στο που ήμουν πέρσι τον Δεκέμβρη…
Πόσο πιθανό ήταν να βρισκόμουν πίσω, μπροστά, δεξιά, αριστερά απ’ το σημείο που συλλάβανε τον Θοδωρή Ηλιόπουλο.
Είμαι άσχετη με τις πιθανότητες, τα στοιχήματα, το που μπορεί να κάτσει η μπίλια.
Αλλά στη θέση του, λογικά και έτσι όπως έχει γίνει η ζωή (μας), όλοι θα μπορούσαμε να είμαστε στη θέση του.
Όπως στη θέση του φοιτητή με τα πράσινα παπούτσια, ανθρώπων που βρέθηκαν ακριβώς στο κέντρο της παράνοιας.
Δεν δέχομαι αυτό το εμετικά κλισεδιάρικο «στον λάθος τόπο, τη λάθος στιγμή». Τι σκατά σημαίνει αυτό;
Γύρισα σπίτι – με τη γλώσσα ξεδιπλωμένη μέχρι τον ακάλυπτο – και στις τσέπες μου είχα δύο πακέτα τσιγάρα. Κανένα από το δύο δεν ήταν η μάρκα που κάπνιζα. Λογικά, η γλυκύτατη ρωσίδα περιπτερού που μου τα πούλησε βρισκόταν τη λάθος στιγμή μπροστά στο λάθος πελάτη; Αηδίες!
Στα δελτία των 3, των 6, των 7, των 8, ούτε κουβέντα για τον Θοδωρή Ηλιόπουλο. Σωστά. Θα χαλάσει η μόστρα της Μυκόνου, η ειδησεογραφία της μπαγιατίλας και τα κονέ με εμπόρους μεταχειρισμένων αυτοκινήτων που «δεν πουλάνε», «είναι στα πρόθυρα χρεοκοπίας», κι άλλες τέτοιες παπαριές.
Σιχαίνομαι, νιώθω κούραση και πλέον έχω μια σιγουριά ότι σωστός τόπος και σωστή στιγμή, στην Ελλάδα, είναι απλώς μια ουτοπική θεωρητικούρα. Στην πράξη; Κουβάς με σκατά.

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: au.srichinmoycentre.org

Τρίτη, 11 Αυγούστου 2009

Κουλ

(Κάζο 1ο – Υγρές νύχτες – και μέρες…)

«Θα μείνω κουλ». Αυτό είπα φωναχτά και σχεδόν με έπεισα (είμαι καταφερτζού, η ρουφιάνα). Διότι δεν ήταν το σύσκατον της διαρροής. Δεν ήταν ότι τα πατάρια, οι τοίχοι, το δωμάτιο, η ντουλάπα (αχ, φορεματάκια, παπουτσάκια, τσαντάκια) είχαν γίνει μια μουχλέ αηδία. Ήταν ότι όλα αυτά μαζί με 10 στοίβες βιβλία, υφάσματα, κέρατα, τζάτζαλα, μάτζαλα έπρεπε να αλλάξουν θέση {εδώ και τώρα!}, για να διασωθούν. Και να μετακομίσουν παντού: πάνω στον κρεβάτι, πάνω στον καναπέ, πάνω στο κεφάλι μου, στο σαλόνι, σα σκατά μες τη μέση!
Αδιαφορούμε για το γεγονός ότι γνωρίζω που βρίσκεται και η τελευταία βελόνα του σπιτιού μου.
Προσπερνάμε το γεγονός ότι αν ένα περιοδικό είναι τοποθετημένο στραβά, «παίζει» και να μην κοιμηθώ (εκτός κι αν μιλάμε για σύνεργα της δουλειάς, οπότε αλλάζει το πράμα, αλλά ναι, είμαι η χαμένη αδελφή του Μονκ).
Έχουμε χεσμένη την πιθανότητα σοβαρού κατάγματος – το οποίο γλιτώσαμε – για όσες μέρες (και ήταν πολλές!!!) όλο αυτό το γιουσουρούμ σερνόταν μεσ’ τα πόδια μας.
Αλλά μετά την επίσκεψη του δυσεύρετου υδραυλικού με το γνωστό χαμηλοκάβαλο παντελόνι και τον μισό κώλο έξω, την επίσκεψη του ελαιοχρωματιστή με το τσιγαράκι στο στόμα και τα φύλλα ντουλάπας, πόρτα κουζίνας και μπάνιου να χάσκουν επί 20ημερο ανοιχτά, ε, η κατάθλιψη ήταν ένα βήμα έξω από την πόρτα μου.

(Κάζο 2ο – Περικοπές, χαχα, από τί;)

«Θα μείνω κουλ». Το είπα από μέσα μου, αλλά δεν με έπεισα… Το λογιστήριο της ημι-εργασίας μου ήτο κατηγορηματικό. Περικοπές. Κι όταν από μισά λεφτά μισής δουλειάς σου κόβουν σχεδόν τα μισά, τι μένει; Τα μαθηματικά ποτέ δεν ήταν το δυνατό μου σημείο, αλλά αυτό το κατάλαβα. Τι το κατάλαβα; Το έχω κάνει κτήμα μου και ετοιμάστε μου έδρα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών για να φωτίσω κι άλλους διψώντες για μάθηση. Αποχωρώ από το λογιστήριο, με μάτι κόκκινο μπαρμπουνί, χτυπάω δύο παγωτά ατακαριστά μπροστά στις μοντέλες της ρεσεψιόν που ήδη με θεωρούν τελειωμένη κατάσταση και με λίκνισμα ρωσίδας χορεύτριας εγκαταλείπω το κτήριο. Στη γωνία κοντοστέκομαι, ζυγίζω αν πρέπει να γίνω εντελώς ξεφτίλα κλαίγοντας και ουρλιάζοντας, αλλά από το δίλημμα η μούρη μου πρέπει να θυμίζει κάτι από πολλά θρίλερ μαζεμένα, οπότε βλέπω τους Πακιστανούς να αλλάζουν πόστο σιωπηλά και να μεταφέρουν τα καθαριστικά τους στο αντίθετο ρεύμα.
Καλωσήρθες, Προζάκ. (Ή να μη σε πάρω ακόμη;).

(Κάζο 3ο – Γούρι – γούρι / Ας πιάσει κάποιος το κωλόπουλο, πλιζ…)

Με ύφος «δεν τρέχει τίποτα. Είμαι ακόμη κουλ» βολοδέρνω σε εμπορικό δρόμο – ούτε που θυμάμαι ποιον – μετά του ετέρου δυομίσεως που θέλει να κάνει χρήση των εκπτώσεων. Στο κατάστημα ανδρικών ειδών, όπου έχει τσακώσει την καλή την προσφορά, σπρωγμένη από, ποιος ξέρει ποια άγνωστη δύναμη, κοιτάζω κάτω απ’ το πηγούνι μου και το βλέμμα μου συναντά στρογγυλοκαθισμένη στο γιακαδάκι του φορέματος μου μία πράσινη κουτσουλιά. {Πότε πέρασε το γαμόπουλο, πότε την αμόλησε, πόση ώρα κυκλοφορούσα μ’ αυτή την αηδία επάνω μου, ούτε που κατάλαβα}. Είναι η στιγμή που ούτε δείχνω ούτε είμαι κουλ. Ζητάω απ’ την υπάλληλο χαρτομάντιλο, τουαλέτα, νερό, απολύμανση, κάτι επιτέλους που θα βγάλει αυτή την πράσινη αηδία από πάνω μου! Εισπράττω βλέμμα πηχτού οίκτου, οδηγούμαι σε τουαλέτα με βρύση που ΔΕΝ έχει νερό και βολεύομαι με αφυδατωμένο μωρομάντιλο. Από μέσα μου φαντάζομαι επαναληπτικές κυνηγετικές καραμπίνες, με πολλά φυσίγγια και καρυδώματα απείρου κάλλους κάθε δεκοχτούρας που κινείται σε απόσταση χιλιομέτρου. Συγκρατούμαι, διότι θυμάμαι ένα προς ένα τα παθήματα του Κογιότ που ήθελε να ξεπουπουλιάσει το άθλια κωλόφαρδο Μπιπ-Μπιπ.
Δεν ξέρω αν το ανέφερα, αλλά δεν είμαι κουλ.
Από προχθές κυκλοφορώ με ντετόλ, ζεβασόφτ, απολυμαντικό μιας χρήσης. Σέβομαι απολύτως σύμπασες τις υδρορροές της γειτονιάς, μαζί με τους σπασμένους θερμοσίφωνες και επ’ ουδενί θέλω σχέση με λογιστήρια.
{Φέρε τώρα το Προζάκ και τσίμπα κι ένα ταβοράκι. Δεν θα τα πάρω (ακόμη) αλλά μου κάνει καλό να ξέρω ότι είναι κάπου μέσα στην τσάντα μου}.


Αστερίσκος {ένας και σημαντικός}

** Λύκε μου, δεν σε φοβάμαι. Εδώ έβαλες κάτω άλλα κι άλλα, εδώ θα κωλώσεις;


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: hubpages.com

Σάββατο, 8 Αυγούστου 2009

Διαρροές


Οποιανού δεν του ΄χει ξεκωλιάσει το σπίτι μία απλή διαρροή, βλέπει τη ζωή με άλλο μάτι, πάω στοίχημα γι' αυτό.

Στην παρούσα φάση, απλώς εκτιμάω τα απολύτως στεγνά πράγματα (τοίχους, ρούχα, βιβλία, ντουλάπες) και τα καμαρώνω, γιατί μου βγήκε η ψυχή ανάποδα μέχρι να ξαναμπούν στη θέση τους. Το μόνο που δεν βλέπω να επανέρχεται σύντομα στη θέση του, είναι η μέση μου, η οποία κόπηκε από το "κουβάλα - πέτα - κράτα - στέγνωσε - βάλ'το στη θέση του". Την ιστορία θα σας την πω πολύ σύντομα - εσείς θα γελάσετε, εγώ θα τη θυμηθώ και θα με ξαναπιάσει κατάθλιψη - αλλά μέχρι τότε επιτρέψτε μου να απολαμβάνω ένα απολύτως στεγνό Σαββατοκύριακο.


ΥΓ1.: Είμαι καλά, απλώς δεν είχα που να πατήσω - πόσω μάλλον να γαζώσω - μετά την απόφαση του θερμοσίφωνα μου να βάλει μπουρλότο στη σχέση μας και να κάνει Αιγαίον Πέλαγος μισή χεσιά σπίτι. Ευχαριστώ όλους σας για το ενδιαφέρον, τα ι-μέιλ και τα φόουν κολς (Λύκε μου, είμαι οκ!), το οποίο αν συνεχιζόταν η διαρροή, υποθέτω ότι θα μετατρεπόταν σε πετσέτες και σφουγγαρόπανα...


Τρίτη, 21 Ιουλίου 2009

"Μαριλένα"

* "Έχω φτάσει ως τη γραμμή που παύει η νοσταλγία και η σταγόνα το δάκρυ γίνεται αλάβαστρο από πνεύμα"


«Όταν εσύ κοιμάσαι, οι κούκλες σου σηκώνονται και χορεύουν για να ξεμουδιάσουν. Όσο δεν κοιμάσαι τις αναγκάζεις να μένουν ακίνητες και τις κουράζεις…».
Με κάτι τέτοια καραγκιοζιλίκια και ψεύδη αξίας μισής καραμέλας, η δόλια μάνα (μου) προσπαθούσε να με βάλει για ύπνο. Τα ζαβά υπερκινητικά παιδάκια (σαν κι εμένα) δεν έχουν οδηγίες χρήσεως. Κοιμούνται παντού, όποια ώρα της μέρας, εκτός από το κρεβάτι τους και την ώρα που πρέπει. Όσο για το ψέμα; Τα μισά απ’ τα λιγοστά εγκεφαλικά μου κύτταρα, πρέπει να τα «έκαψα» σ’ εκείνη ακριβώς την ηλικία, απ’ τις αμέτρητες ώρες πονηρού λουφάγματος κάτω απ’ τα σκεπάσματα, παραφυλώντας τις κούκλες να ξεκινήσουν να κυνηγιούνται. Αδύνατον! Οι άτιμες ήταν τόσο έξυπνες που κουτοπόνηρα τσογλανάκια σαν κι εμένα γλάρωναν ξερά, ακριβώς την ώρα που αποφάσιζαν να ξεκουνήσουν το ποδάρι τους για ν’ αρχίσουν τις ανταρσίες μέσα στο κοιμισμένο σπίτι.
Εννοείται ότι ποτέ δεν τις τσάκωσα να χορεύουν βραδιάτικα. Μέχρι φέτος. Δυο φορές. Η πρώτη ήταν τον χειμώνα, κάπου στην Ερμού (κάτι σας είχα κουτσογράψει γι’ αυτό, εδώ: http://koptoraptou.blogspot.com/2008/10/blog-post_19.html ). Η δεύτερη ήταν πριν από λίγες μέρες, στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου.

Η σιχαμένη ζέστη του Ιουλίου έκλεψε τη λιγοστή δουλειά από το φασονατζίδικο, οπότε ώρες για σκότωμα και περπατούρα, κάργα. Κατηφορίζαμε προς Θησείο με το έτερον δυόμιση να προσπαθεί να μου φτιάξει το ανύπαρκτο κέφι, όταν ξαναπέσαμε πάνω σ’ αυτή την περίεργη «οικογένεια». Η Μαριλένα, η Σταυριάννα και ο Ντανιέλ. Στα χέρια του Ντανιέλ ένα βιολί και στα χέρια της Σταυριάννας, η Μαριλένα. Δεν ξέρω ποιος από τους τρεις είναι πιο ζωντανός, πάντως αν υπάρχει άγιος για τους καλλιτέχνες του δρόμου, να τους έχει και τους τρεις πεντάγερους. Λέω τρεις, γιατί έχω ήδη ξεχάσει ότι η Μαριλένα είναι μαριονέτα, κούκλα δεμένη στη ζωή με σκοινιά, μια ζωή που φυσάει μέσα τους με φόρα η Σταυριάννα.
Το έτερον δυόμιση με σπρώχνει σχεδόν να τους μιλήσω -«ρε ματάκια, τι ντρέπεσαι;»- κι εγώ μισό μέσα μου, μισό έξω μου ψιθυρίζω ότι δεν είναι δυνατόν αυτή η γυναίκα, όταν γυρίζει σπίτι να πετάει την κούκλα σε έναν καναπέ και να ασχολείται με τη φασίνα. Λίγες μέρες αργότερα, ακριβώς κάτω απ’ την Ακρόπολη, με τα αποτσίγαρα μας να κάνουν παρέλαση, μου εξήγησε ότι ανατριχιάζει και μόνο στη σκέψη.
Αν υπήρχαν αυτιά να ακούσουν και μάτια να βλέπουν, θα ‘θελα να το γνωρίσω παντού αυτό το παιδί.
Όταν άνοιξε το στόμα της κι άρχισε να μου λέει, μάζευα την καρδιά μου απ’ τα πατώματα και πολύ πριν το τέλος της κουβέντας είχα αποφασίσει ότι το κουστουμάκι που θα ‘ραβα δεν ήταν για πούλημα.
«Για δύο πράγματα ζω: για την τέχνη και τα ταξίδια». Αυτή ήταν η πρώτη της κουβέντα. Βλέπετε, η Σταυριάννα είναι ηθοποιός, μόνο που όπως λέει η ίδια είναι…ατάλαντη.
«Δεν είμαι διπλωμάτης και δεν είμαι και ναζιάρα. Είναι κι αυτό έλλειψη ταλέντου...». Με τις μαριονέτες ασχολήθηκε πριν από λίγα χρόνια, χωρίς να έχει δει ποτέ στη ζωή της αντίστοιχο θέαμα. Κι η Μαριλένα; Ας πούμε ότι είναι το παιδί της. «Εμένα; Δε με νοιάζει, όπως και να ‘μαι. Στο Hondo θα πάμε όμως για να πάρουμε βλεφαρίδες για τη Μαριλένα. Εκείνη είναι η femme fatal, εκείνη τους παίζει όλους στα δάχτυλα».

Κοιτάζω τα δικά της δάχτυλα και το μυαλό μου τρέχει στην επιδεξιότητα της με τα σκοινιά. Τα ίδια χέρια από μέσα είναι γεμάτα ρόζους και πληγές από το πριόνι και τις βελόνες. Αποκάλυψη: τις κούκλες τις φτιάχνει μόνη της! Σαν χαζό παιδάκι ενθουσιάζομαι, καθώς σκέφτομαι ότι μιλάω με μία απευθείας απόγονο του Τζεπέτο! Με ρωτάει τι σκέφτομαι και εννοείται ότι δεν βγάζω κιχ…
«Λοιπόν, δεν θα με πάρεις για τρελή, αλλά όταν σκεφτόμουν τι κούκλα θέλω να φτιάξω, άκουγα Μάρλεν Ντίτριχ. Έκλεισα τα μάτια μου και φαντάστηκα αυτή τη βαμπ. Σκέφτηκα λοιπόν να τη βγάλω Μαρλέν. Όταν όμως κράτησα για πρώτη φορά τα σκοινιά της και την είδα να ανοίγει τα χέρια της, σα για να χορέψει ζεϊμπέκικο, σκέφτηκα: ετούτη εδώ είναι ελληνίδα. Θα την πούμε Μαριλένα».
Μου λέει πράγματα που μ’ ανατριχιάζουν, που θα ‘καναν πολλά ζωντόβολα του θεάτρου και της τηλεόρασης να ντραπούν, που δεν έχουν καμία σχέση με την τέχνη και το ταλέντο το έχουν ακουστά. Όταν μάθαινε ακόμη να χειρίζεται τις κλωστές, συμμετείχε σε ένα street performing, μαζί με μία συνάδελφο της ηθοποιό.
Η άλλη κοπέλα ανεβασμένη σε ξυλοπόδαρα και η Σταυριάννα μακιγιαρισμένη, ίδια μαριονέτα, δεμένη με κλωστές, «ξυπνούσε» και χόρευε. Σαν μαριονέτα. Στην Ερμού γινόταν πανικός, υπήρχε κόσμος που έμπηγε τα κλάματα. Σχεδόν με πιάνει κατάθλιψη που δεν το είδα κι εγώ αυτό. Ποιες γελοίες παραγγελίες θα ‘ραβα κλεισμένη, ποιος ξέρει σε ποιο ανεκδιήγητο ραφείο και δεν έπαιρνα χαμπάρι…

«Ξέρεις, εκεί τη σεβάστηκα τη Μαριλένα και την πόνεσα. Μετά κατάλαβα ότι, όταν -ας πούμε- κουνάς τις κλωστές έτσι και το πόδι της κούκλας επιμένει να στρίβει αλλιώς, εσύ πρέπει να υπακούσεις την κούκλα και όχι η κούκλα εσένα. Εγώ το παραδέχομαι, ότι η Μαριλένα με οδηγεί και όχι εγώ εκείνη».

Οι κουβέντες μας σκορπίζουν από το ένα θέμα στο άλλο. Πότε τη διακόπτω εγώ, πότε εκείνη…Μου λέει ας πούμε για την κατασκευή της κούκλας και η άτιμη το λέει με τέτοιο τρόπο, σαν να το κάνει μπροστά μου. Πως το ξύλο γίνεται άνθρωπος, πως όταν εκείνη κόβεται εδώ κι εκεί από τις στενές σχέσεις με πριόνια και λοιπά εξαρτήματα, σκουπίζει το αίμα πάνω στην κούκλα. Προσπαθεί να μου εξηγήσει το γιατί, αλλά δεν χρειάζεται καθόλου.
«”Έχω φτάσει ως τη γραμμή που παύει η νοσταλγία και η σταγόνα το δάκρυ γίνεται αλάβαστρο από πνεύμα”, αυτό έχω γράψει στο κεφαλάκι της και στην καρδιά της υπάρχει ένα σημείωμα με τις λέξεις “αγάπη, ευτυχία, ειρήνη” και αρκετές σταγόνες αίμα από τις πληγές που μου ‘κανε όταν την έφτιαχνα», μου λέει και σκέφτομαι ότι πιο ταιριαστό σημείο για να πάει να «κάτσει» μια φράση του Λόρκα -που τον βασανίζουν νυχθημερόν σε δραματικές σχολές της πλάκας – δεν θα μπορούσε να βρεθεί.
«Ας πούμε ότι πριν από λίγο καιρό έπρεπε να αλλάξω το λαστιχάκι που συγκρατεί το κεφάλι της. Κάποιος επαγγελματίας θα ‘λεγε “’έλα μωρέ, ένα λαστιχάκι είναι”. Για ‘μένα είναι ολόκληρος πόνος. Κάθομαι, την κοιτάω, πίνω μια γουλιά μπίρα, κάνω δυο τσιγάρα και μετά το παίρνω απόφαση»…
Τη ρωτάω για το πώς έδεσε η μουσική του Ντανιέλ με εκείνη και τα κόλπα της Μαριλένας και μου περιγράφει μια γνωριμία τελείως διαφορετική από τις άλλες, από άλλη εποχή. Εκείνος έπαιζε βιόλα κάπου στην Αθήνα, εκείνη «ξηλωνόταν» για να τον ακούει και κάπως έτσι γίνανε οικογένεια, μια οικογένεια από χορδές, κλωστές και αγάπη.
«Το απίστευτο με τον Ντανιέλ είναι ότι "τζαμάρουμε" μαζί. Υπάρχει ένας βασικός σκελετός, αλλά αυτοσχεδιάζουμε παρέα και αυτό είναι το όμορφο»

Τη νύχτα της γνωριμίας μας, μου χάρισε ένα cd του. Το ακούς και κοπανάς κεφάλι που οι κυνηγοί ταλέντων συχνάζουν στη Μύκονο με εξέχοντα σούργελα και αποφεύγουν τους αθηναϊκούς δρόμους. Θα μου πεις, και να τους προτιμούσαν, και πάλι ο ταλαντούχος βιολιστής και συνθέτης θα κέρδιζε την προσοχή τους μόνο αν έγραφε κανά τσιφτετελοποπ σουξέ και απ’ ό,τι βλέπω η Σταυριάννα δεν σκοπεύει να βγάλει τη Μαριλένα στο…κλαρί.
Μου μιλάει για τα μαγαζιά που έχει δουλέψει, για τον κόσμο που ενώ τους αποθεώνει στον δρόμο, έτσι και τους δει σε μαγαζί είναι ικανός να πιάσει τον ιδιοκτήτη και να του πει «τι τους θες αυτούς; Αυτοί δουλεύουν στον δρόμο!». Προφανώς, θα προτιμούσαν έναν τζιτζιφιόγκο μαριονετίστα και έναν αποστειρωμένο μουσικό που αφήνουν κούκλα και βιολί στον τοίχο να σκεβρώνουν και τα ξεκρεμάνε μια φορά το μήνα, για μια στυλιζαρισμένη παράσταση, από δυο ανθρώπους που ακόμη και τις μισές γνώσεις να είχαν, από αυτές που ήδη διαθέτουν, έχουν τέτοια εξοικείωση με την τέχνη τους που φτάνει, περισσεύει και σαν βάλσαμο κάνει καλό σε ψυχές που βρίσκουν καταφύγιο στο περπάτημα.
Και το ωραιότερο, παρά τον τσαμπουκά και το μάτι της που φέρνει στροφές όσες κι η κούκλα; «Υπάρχουν πολύ καλύτεροι από ‘μένα. Εγώ, αν θες, είμαι σε έναν δρόμο που θα μπορούσα να γίνω καλή σ’ αυτό που κάνω».
(Που γεννιούνται αυτοί οι άνθρωποι, μου λες;)
Μου αναφέρει τους δασκάλους της, έναν προς έναν, αλλά μεταξύ μας, καθόλου δεν με νοιάζουν. Μου αρκεί που την έφτασαν μέχρι εδώ, χωρίς να μου τη φθείρουν τόσο, όσο μόνο οι δάσκαλοι ξέρουν να «γδέρνουν» τους μαθητές τους.
Μέχρι να φύγω, την έχω «ληστέψει» κανονικά, την ηθοποιό μου. Έχω γεμίσει το κεφάλι μου με εικόνες από τα ταξίδια της με τον Ντανιέλ στη Φλωρεντία, στα νησιά της άγονης γραμμής, στην επαρχία, από το τυχοδιωκτιλίκι που, όπως μου λέει, έχει η τέχνη της και δεν θέλει να το χάσει κι ας μη γίνει ποτέ φίρμα, είναι γεμάτα τα μάτια μου από τόσες ιστορίες που είδαν τα δικά της στη μέση του δρόμου, σχεδόν αγκαλιά με την κούκλα.
Αν ανεβοκατεβαίνετε αυτό τον υπέροχο δρόμο που βγάζει Θησείο, μα στην Ερμού, μα στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου και τους δείτε αυτούς τους τρεις, σταματήστε για λίγο. Μπορείτε να πέσετε σε εκείνο το απίθανο στιγμιότυπο που πάνω στα «σκασίματα» του βιολιού του Ντανιέλ, η Μαριλένα «δέρνει» τη Σταυριάννα επειδή της έριξε μια κλωτσίτσα για να «ξυπνήσει». Ή σε εκείνη την άλλη φάση που το κουκλί κάνει αγάπες στο δοξάρι του Ντανιέλ και κοιμάται μαζί του.
Μη ντραπείτε να βάλετε τα κλάματα και το χέρι σας στην τσέπη. Ίσως να είναι οι μόνοι πλανόδιοι που δεν παίζουν με την ψυχή (και τα νεύρα) σας και υπακούν μόνο στην τέχνη τους. Γι’ αυτό ειδικά – εκτός από το θέαμα που είναι υπέροχο – βάζω υπογραφή όπου θέλετε.
Άσε που αξιώθηκα να δω κούκλα να χορεύει – μιλάμε για χορό, όχι μπαρμπούτσαλα – χωρίς να περιμένω ξάγρυπνη κάτω απ’ τα σκεπάσματα.

ΥΓ1. : Σταυριάννα, σ’ ευχαριστώ για την παρέα και για το ξόδεμα.
ΥΓ2.: Επειδή μου σφύριξαν ότι στο εξής θα δίνουν στίγμα που θα εμφανίζονται, κρατήσετε αυτή τη διεύθυνση http://sites.google.com/site/streetperformanceinathens/ για να κατατοπίζεστε.

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2009

Η Σουηδέζα ξαναχτυπά (γιατί, υπουργέ μου;)

Ξυπνάω έντρομη και τρέχω στον καθρέφτη της σάλας. Εν τω μεταξύ, έχω πατήσει δυο στυλό, έναν αναπτήρα (συγκρατήστε το αυτό), δυο σαγιονάρες ανάποδες και ένα αυτοκινητάκι (άσχετο). Το κόνσεπτ του εφιάλτη είχε ως εξής: ήμουν ντιπ ξανθιά – το ξανθό το ασβεστί -, είχα ξεπλυμένα γαλανά μάτια, ο κώλος μου κοιτούσε απευθείας το ταβάνι, τα πόδια μου ήταν 1,30 το καθένα και έκανα εμετό κάθε που μύριζα τσιγάρο.
Ο καθρέφτης με έπεισε, ότι έφαγα βαριά για βράδυ: η κούτρα μου ήταν ακόμη σκούρα – άνευ λευκών τριχών παρακαλώ! -, στο μάτι μου δεν είχε πέσει χλωρίνη, ο αποτέτοιος μου σε μια 10ετία θα συναγωνίζεται την περίμετρο του Καλλιμάρμαρου και εξακολουθώ να είμαι συμπαθώς κοντή. Και το κυριότερο: ήθελα τα τσιγάρα μου, με έναν χαρακτήρα επείγοντος! (Μεσ’ το σκοτάδι ψάχνω με τα δύο πρώτα δάχτυλα του ποδιού, τον αναπτήρα, τον οποίο πάτησα προ ολίγου…).
Μπορεί ο καλός Σαμαρείτης υπουργός Υγείας να θέλει να με μεταλλάξει σε Σουηδέζα, εν μία νυκτί, αλλά αυτά δεν είναι πράγματα που γίνονται παζ αβολοντέ, κοινώς με ζοριλίκια.
Ναι, ναι. Το ξέρω. Ο καλός υπουργός νοιάζεται για το χρώμα των πνευμόνων μου, για τα (μελλοντικά) ροδαλά μου μάγουλα, για το αν θα μπορώ να τεκνοποιήσω χωρίς προβλήματα, για την ικανότητα μου να γίνω ένας μικρούλης Δήμος Σταρένιος, αλλά πολύ φοβάμαι ότι θα τον απογοητεύσω σε αυτά και άλλα τόσα.
Ξέρω επίσης ότι για ανένταχτες και απροσάρμοστες κορασίδες -σαν κι εμένα- έχει φροντίσει να στείλει στον δρόμο –μου, μας- καπνοφύλακες για να μας συμμαζέψουν, αλλά και για να ανοίξουν οι τύχες μερικώνε μερικώνε, και να νοικοκυρευτούν με ένα καλό ένστολο παιδί, αλλά έχω να τον πληροφορήσω ότι:
Α) Ακόμη κι εγώ η ασυμμάζευτη διατηρώ δεσμό ετών
Β) Ανήκω στο χαμερπές εκείνο είδος γυναικών που σιχαίνονται τη στολή
Γ) Το ‘χω ξαναπεί εδώ: (http://koptoraptou.blogspot.com/2009/02/blog-post.html)
Τι θα απογίνω, λοιπόν, κύριε υπουργέ μου, που ούτε να συμμαζευτώ θέλω, ούτε να νοικοκυρευτώ, ούτε να αποκτήσω δίμετρες ποδάρες και ξανθές τρίχες και κυρίως ΘΕΛΩ ο δείκτης και ο αντίχειρας μου ΝΑ έχει προέκταση αυτό το υπέροχο λευκό πράμα – συγκεντρωμένους σας θέλω, μην κάνετε πονηρές σκέψεις – που το ανάβεις και γλιτώνεις από έγκλημα, ψυχιατρείο, χαπούκλες και άλλα τελώνια;
Και το ουσιώδες: για να γίνω Σουηδέζα, καρακαλλόνα, ντιπ ήρεμη και με ύφος "στα τέτοια μου σε γράφω και κάνω τον ζωγράφο", μήπως θα ‘πρεπε πρώτα να μου ‘χες λύσει το κυκλοφοριακό; Το εργασιακό, μήπως; Το οικονομικό; Το αισθηματικό, το λύνω και μόνη μου, ευχαριστώ δεν σε χρειάζομαι, υπουργέ μου;
Και πως νομίζεις θα λυθούν όλα αυτά, αν εγώ απουσιάζω κάθε τρεις και λίγο από την ημιεργασία μου για μία, τρεις, δεκατρείς, σαραντατρείς τζούρες; Θα με σιχτιρίσουν, θα διογκωθεί και το εργασιακό (πάλι θα ψάχνω για δουλειά), και το κυκλοφοριακό (πάλι θα τρέχω σαν την παλαβή να βρω ταξιά, λεωφορεία, τρόλει και μαούνες για να δίνω βιογραφικά δώθε κείθε), το οικονομικό (δεκάρα δεν θα μου ΄χει μείνει μ’ όλα τα παραπάνω φέσια στο κεφάλι μου!).
Κι αυτές είναι οι λάιτ συνέπειες. Να μου το θυμηθείς, υπουργέ μου, ότι έχει να πέσει πολύ ξύλο στους δρόμους, έχουν να γίνουν πατιλίκια που θα ζαρώσει το μάτι σου. Διότι ο νευρικός ο άνθρωπος ή τσιγαράκι θα ανάψει (και θα κουλάρει) ή μπάτσα θα αστράψει (και θα γίνει το σώσε).
Είναι που δε σε ξέρω καλά, υπουργέ μου, ειδάλλως θα σ’ έβαζα ένα στοίχημα, για το μαύρισμα που έχεις να φας, μ’ αυτά που κάνεις. Οι κοινοτικές οδηγίες, θα μου πεις, αλλά βρες να μου πεις και κάτι άλλο, γιατί ρουφιάνα δεν είμαι, αλλά θα γίνω. Θα παίρνω στο χαφιεδονούμερο και θα λέω ότι καπνίζεις στη ζούλα και σβήνεις το ρημάδι σου στις αζαλέες του Μεγάρου Μαξίμου. Να το θυμάσαι αυτό, θα μπλέξεις μαζί μου!

Υγ1: Χωρίς πλάκα τώρα. Ο φλωρο-Χίτλερ δεν ήταν που χάριζε χρυσά ρολόγια στους στρατηγούς του που έκοβαν το κάπνισμα; Τι πολιτικό συνειρμό να κάνω εγώ τώρα, όταν γνωρίζω αυτή την ιστορική λεπτομέρεια;

Υγ2: Δημητράκη – ξέρεις εσύ, με την ιστορική καφετέρια στην Αποστόλου Παύλου που την από ‘δω πτέρυγα στην έχω χτίσει εγώ – μην πα και κάνεις και καμιά μαλακία, θα χάσεις μονοκούκι καμιά 500αριά πελάτες. Τα ΄παμε, τα μιλήσαμε!

Υγ3: Συμβουλεύω τους καπνοφύλακες πέριξ των αρχαιολογικών χώρων της Ακροπόλεως να είναι προσεκτικοί. Δεν οπλοφορώ, αλλά δαγκώνω. Κι ο οδοντίατρος έχει κάνει αγγέλους με τις γέφυρες μου, λέμε.

Υγ4: Αγαπητοί ανώνυμοι, μην παρκάρετε εδώ πληροφορίες που αφορούν άλλους μπλόγκερς, καθώς και την προσωπική τους ζωή. Επίσης, μην παρκάρετε (τόσο;) καλά σχόλια, που αγγίζουν τη διαφημιστική καταχώρηση. Αν θέλετε να παρκάρετε κάτι σε τετραθέσιο με κλιματισμό και συνεργάσιμο Τζι Πι Ες, δεχόμεθα. Ευχαριστώ.


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: myspace.com

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2009

Δεν έχω τίτλο πρόχειρο για τόση στεναχώρια

Τι είναι χειρότερο, άραγε;
Να χαίρεσαι με τη στενοχώρια του άλλου; Με την απόγνωση του;
Ή να μπλέκεσαι με πράγματα που αγνοείς πως δουλεύουν;
Σκατόψυχα, κομπλεξικά, αποτυχημένα μπαρμπάδια πλάκωσαν όλη αυτή την εβδομάδα στις κανάλες κάνοντας τους δημοσιογράφους να ντρέπονται για το επάγγελμα που διάλεξαν.
«Προτιμώ να κλάψω για τον Μάικλ Τζάκσον παρά για μερικούς απολυμένους», μου έφτυσε με νάζι μια πιτσιρίκα στην ουρά για τη ΔΕΗ και δε βρήκα καν κουράγιο να της πω ότι η απόλυση δεν είναι επιλογή. Ότι όταν πραξικοπηματικά κλείνει κάτι που άνοιξε και άντεξε με κόπο, δάκρυα, χαρές, δουλειά, φίλους – ανεξαρτήτως κομματικών και λοιπών αφεντικών – είναι έγκλημα να καταλήγει στα αζήτητα, επειδή καποιανού η τσέπη έκανε βαβά (από δική του ευθύνη)…
Και κάπου αλλού, πολύ μακριά φαντάζομαι, από τη μίζερη και ζεστή Αθηνούλα, κάποιοι άλλοι σκέφτονταν μήπως το παιχνίδι τους θα δούλευε καλύτερα με άλλες μπαταρίες πιο οικονομικές που δε λεκιάζουν το περιβάλλον. Το δε λουκέτο στον "Ελεύθερο Τύπο", ανυπερθέτως ήταν πολυτελείας, όπως πολυτελείς και πανάκριβες ήταν οι εργατο-ώρες που αφιερώθηκαν για να ζήσει 26 χρόνια και να κλείσει σε ακριβά χεράκια με καλοφτιαγμένα ακριβά νυχάκια.
Πήραν φωτιά οι διατεταγμένες υπηρεσίες, ανοίχτηκαν σαμπάνιες, γίνονται πλάνα για μπιρ παρά εξαγορές, την ώρα που στιβάζονται κούτες με πράγματα, αναζητούνται λύσεις, γίνονται κουβέντες πάνω στα «καμένα».
Δεν έχω ούτε κέφι ούτε όρεξη και κυρίως έχω μια τεράστια λαχτάρα να την κοπανήσω, να κοιμηθώ για ένα μήνα και να ξυπνήσω σε ένα μέρος που η μαλακία θα είναι πράξη συνταγματικά απαγορευμένη.
Λυπάμαι, και ντρέπομαι και φοβάμαι. Όχι για την ημι-δουλίτσα μου, αλλά γιατί θα γεμίσει ο κόσμος από ημι-δουλίτσες, ημι-ένσημα, ημι-μισθούς. Όλα στη μέση κι όλα δανεικά. Και καθόλου δεν μπορώ να χαρώ που θα είναι κι άλλοι. Στην ίδια βάρκα μαζί μου. Καθόλου δεν χαίρομαι που πια δεν θα είμαι μόνη. Καθόλου.

ΥΓ.: Πως είναι δυνατόν να λυπάσαι για κάποιον που δεν γνώρισες ποτέ, παρά μόνο ως μερικές αράδες σχόλιο στο μπλογκόσπιτο σου; Αχ, κύριε Νίκο, μελισσά κι αμπελουργέ μου, έπρεπε να ‘ναι ο κόσμος γεμάτος από μπαρμπάδες σαν και εσένα, άξιους, σοφούς και κιμπάρηδες. Θα ζούσαμε καλύτερα, θα κλαίγαμε λιγότερο και θα εκτιμούσαμε περισσότερο. Τα πάντα. Θα περνάς καλά ‘κει πάνω.


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: gadgetgrid.com

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2009

"Ζουζούνι"


Ο υπερτασικός ο άνθρωπος – καλή ώρα – ξέρει πως η πίεση του ενοχλεί τα μπαλάκια του Ύψιστου, όταν το πιεσόμετρο δείχνει πάνω από 15.
Ο διαβητικός ο άνθρωπος – όχι καλή ώρα ακόμη – ξέρει ότι το ζάχαρο του κάνει παπαριές, όταν εκείνη η βελονίτσα που μπαίνει στο… ζαχαρόμετρο δείχνει πάνω από 1.10.
Ο ζευγαρωμένος ο άνθρωπος πως σκατά ξέρει ότι βρήκε το άλλο του μισό; Και τι διάολο είναι το άλλο του μισό;
Με τρόμο διαπίστωσα προχθές ότι γύρω μου υπάρχουν τέτοια «μισά» από ζευγάρια που γνωρίστηκαν πριν από ένα μήνα και αποκαλούν το εύρημα τους «έτερον ήμισυ».
Ζευγάρια του μήνα, που θα χωρίσουν σε λιγότερο από μήνα (όχι δεν είμαι κακιά, ούτε μάγα) λένε ότι βρήκαν το άλλο τους μισό και δεν αμφιβάλλουν ούτε στιγμή.
Μιλούν για γάμο (πάνω στο μήνα!), για παιδιά, για χτήματα, για αισθήματα, εκφράζονται πάντα στο πληθυντικό («ξέρετε, εμείς, θα πάμε 3 μέρες στο Καβούρι» και «εμείς δεν τρώμε έξω, τρεφόμαστε υγιεινά», τα κάνουν όλα μαζί (για κανά μήνα…), ταιριάζουν σε όλα, ο ένας κλάνει κι ο άλλος ρουφάει (με το συμπάθειο) και…
Στο μήνα πάνω, (μπορεί και λιγότερο από μήνα) το ένα από τα δύο μισά φεύγει αλαλιασμένο, ψάχνοντας για βουνοκορφή απάτητη και απροσπέλαστη.
Εν τω μεταξύ, στη δουλειά, στους φίλους, τους γνωστούς και τους γείτονες έχει πάει και έχει έρθει περί τις 5 εκ. φορές εκείνος ο σαχλός κτητικός χαρακτηρισμός «ο άντρας μου/ η γυναίκα μου», που το ακούς και από 15χρονα και γίνεται η πέτσα σου ουρανοξύστης από την ανατριχίλα.
Ποιος άντρας σου, παιδί μου; Ποια γυναίκα σου; Ξέρεις τι φαί σιχαίνεται να τρώει; Πως θα είναι σε δυο μήνες από τώρα που θα βαρεθεί να σηκώνεται απ’ το κρεβάτι τρία τέταρτα πριν από σένα για να μην τη δεις με τον μαύρο κύκλο κάτω απ’ το μάτι και φύγεις πηλαλητός απ’ την τρομάρα;
Να, να, αυτά βλέπω κι ακούω και παίρνω δρόμο, όταν μου κουβεντιάζουνε για ισόβια δεσμά. Αγοράζω ας πούμε ένα ζευγάρι παπούτσια, καμαρώνω για την εργονομία του τακουνιού και πηγαινοέρχομαι καμαρωτή από καθρέφτη σε καθρέφτη κι από τζαμαρία σε τζαμαρία, μέχρι που κάποιος ηλίθιος θα βρεθεί να μου πει «μεγειά! Άντε και νυφικά» και θα γκρεμοτσακιστώ σε καμιά σκάλα. Μου συμβαίνει συνέχεια…
Και εκεί που προσπαθώ να σηκωθώ, να ξεσκονιστώ και να πάω στη δουλειά μου η κομπλεξικιά ακούω από τις τουαλέτες των γυναικών ένα ακόμη μισό να λέει με καμάρι: «Εμένα το ζουζούνι μου, μου είπε ότι από τη μέρα που με γνώρισε – όχι που να το παινευτώ παιδιά – ούτε που του ‘χει περάσει απ’ το μυαλό να κάνει κάτι άλλο». Το οποίον ζουζούνι, λίγα λεπτά πριν, στη σκάλα που γκρεμοτσακιζόμουν, χαλβάδιαζε με τη ρεσεψιονίστα και αμφότεροι κατουριόντουσαν στα γέλια με τη δικιά μου σαβούρδα.
Θέλω να πω, δεν είναι εύκολη υπόθεση το άλλο (σου) μισό. Εννοώ το πραγματικό άλλο (σου) μισό. Αυτό που το ξέρεις χρόνια και πάλι υπάρχουν μέρες που θέλεις να του μαδήσεις το μαλλί τρίχα τρίχα και να φτιάξεις πουλόβερ για τις κούκλες. Που μαζί του δεν έχεις τίποτα κοινό – εκείνος τρώει τα αγγούρια, εσύ τις ντομάτες, εσύ την ψίχα εκείνος την κόρα, του αρέσει ο Τούπακ σου αρέσει η Σιμόν Σίμονς – αλλά κανένα πρόβλημα. Που αντέχεις να μην το δεις δυο μέρες, αλλά την τρίτη έχεις ένα βάρος και μια χολόσκαση, ανεξηγήτου.
Που μετά από μερικά χρόνια μπορεί και να σε γυροφέρνει μια ανεπαίσθητη αχαριστία που η ζωή σου φέρθηκε τόσο καλά (σε αυτόν τον τομέα), αλλά βλέπεις μαλακίες κάργα γύρω και το βράδυ γυρίζεις τρομαγμένος και ευτυχής, εκεί που υποψιάζεσαι ότι δεν θα σου κακοποιήσουν τα σώψυχα.
Και μετά απ’ όλα αυτά ούτε που σου περνάει απ’ το μυαλό να ορκίζεσαι σε δημόσια θέα ότι το… «ζουζούνι» ζει μόνο για ‘σένα.
Που υπάρχει σοβαρή περίπτωση, δηλαδή, αλλά ντροπιάρηδες άνθρωποι είμαστε και κυρίως φοβόμεθα το μάτι, οπότε ό,τι καταλάβατε καταλάβατε (κι ό,τι κατάλαβες κι εσύ, μπουγατσάκι, κατάλαβες)!
Καλές μας διακοπές!

ΥΓ.1 : Σιγά. 5 μέρες θα κάτσουμε και το ‘κανα θέμα. Και μετά έχω μούτρα και τη λέω στα… ζουζούνια.
ΥΓ.2: Υπάρχει κύριος εις το αχανές Διαδίκτυο που με βρίζει επειδή τόλμησα να ασχοληθώ κάποια στιγμή με τα μπλοκάκια (παροχής υπηρεσιών). Κατά την άποψη του το μπλοκάκι είναι εκείνο που κάνει τον δημοσιογράφο ανεξάρτητο και απροσκύνητο. Χαχαχα! Καλά χαμομήλια, παππούκα. Αυτό σου εύχομαι με όλη μου την αγάπη.
ΥΓ.3: Φιλιαααααά!

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2009

ΠΙΟ ΓΡΗΓΟΡΑ! ( Είναι απλό, βρε παιδί μου...)


Βρίσε με, γύρνα μου τον κώλο σου, έλα να γίνουμε σκατά, πέτα μου κουτάκια από μπύρα, κάνε ό,τι θες, μα προς Θεού μη με κάνεις να βαρεθώ. (Και βαρέθηκα απόψε. Αφόρητα. Σιχαμένα. Αργά και βασανιστικά, που γαμώ τη δουλειά και τη διαστροφή μου μέσα, γαμώ!)
Τι πλήξη, Θε μου! Τι ανία! Τι ταλαιπώρια, Ιούνη μήνα! Τι έλλειψη επιλογών! Από την Όλγα Τρέμη στα ζαντολάστιχα της Πετρούλας κι από τον Νίκο Ευαγγελάτο στο σούπερ Παραντάιζ, δεν είναι ζωή αυτή.
Παραλίγο, (παραλίγο λέω) να συμπονέσω τον κύριο Νικολακόπουλο για την απροσμέτρητη χλαπάτσα που του επιφύλαξαν τώρα στα γεράματα τα εξιτπόλια, αλλά δυστυχώς με είχε πιάσει κρίση χασμουρητού.
Νικητής της βραδιάς δεν ήταν ο Παπανδρέου. Όχι. Γράψτε λάθος. Ήταν εκείνο το τρισάθλιο κλισέ «αφήστε με να ολοκληρώσω» που πήγε κι ήρθε ένα εκατομμύριο οχτακόσιες τριάντα δύο φορές από το πρωί και που καταπιέστηκα αφόρητα, αλλά θα το πω. Αν θες να σ’ αφήνουν να ολοκληρώσεις, είναι απλό: ΠΑΙΧ’ ΤΗΝ ΠΙΟ ΓΡΗΓΟΡΑ, παλιομπαγλαμά και ΜΗΝ ΜΑΣ ΠΑΙΔΕΥΕΙΣ ΑΛΛΟ!
Άι σιχτίρι πια Κυριακάτικα, βαρεθήκαμε τις ζωές μας!

ΥΓ1: Τι ποιητικά που τα είπε προς το τέλος ο Αλέξης Τσίπρας…
ΥΓ2: Κανονικά όταν χαμογελάει η κυρία Παπαρήγα θα έπρεπε να νιώθω ασφάλεια και αισιοδοξία, αλλά δεν… Θα το κοιτάξω μετά του Αγίου Πνεύματος.
ΥΓ3: Τόσοι σπιν ντόκτορς ολούθε δεν μπορούν να μάθουν στον κ. Καραμανλή να χάνει και να το χαίρεται; Και στον κ. Παπανδρέου να κερδίζει και να μην χρειάζονται πάνες βρακάκια για να συγκρατήσουν τη χαρά του. Καταντά αντιαισθητικό και ευνουχίζει και τα λεγόμενα θινκ τανκς που να πάρει…



ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.geswho.net

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2009

Τα βασικά δεν ρώτησαν, ρε γαμώτο...


Πόσα να αντέξει ο άνθρωπος; Είχε προηγηθεί η Γιουροβίζιον, τα Πλέι Μέιτ, οι εκλογές της ΕΣΗΕΑ και μετά αυτό.
Τόσες ερωτήσεις γένηκαν κι ούτε μια της προκοπής.
Από τις πρόχειρες σημειώσεις μου (γιατί έχω και καλές) διαλέγω τις πιο φλέγουσες:

- Τι ακριβώς ήτο το κόκκινο χαϊμαλί που φορούσε στο λαιμό η κυρία Παπαρήγα;
- Ποιος χτενίζει τη Σία Κοσσιώνη; (;;;;)
- Το σακάκι της κυρίας Τρέμη ήτο σαμπανιζέ ή κρεμ λαμέ;
- Επιπρόσθετη ερώτηση για την κ. Τρέμη: Τα Βαν Κλιφ εντ Αρπέλ μπλιμπλίκια στο λαιμό τα βγάζει όταν κοιμάται ή τσου;
- Γιατί πρόγκηξε η κ. Χούκλη τον κ. Ευαγγελάτο και τον είπε και θαμώνα εκλογικών αναμετρήσεων; Έτσουξε η πρόγκα ή είχαν αμμωνία στο στούντιο;
- Πότε θα ασπρίσουν τα μαλλιά του Γιώργου Καρατζαφέρη (ή σιγά σιγά αποκτώ και καταρράκτη);
- Γιατί αγχώθηκαν στον Συνασπισμό να βγάλουν πρόεδρο τον κύριο Τσίπρα, αφού τις βαριές δουλειές τις κάνει ακόμη ο κύριος Αλαβάνος;
- Πότε θα μεγαλώσει ο Αντώνης Σρόιτερ; Διευκρίνιση επί της ερώτησης; Πότε θα πάψει να μοιάζει με 20χρονο;
- Γιατί επιμένουν να λένε τον κύριο Καραμανλή χονδρό, αφού είναι ολοφάνερο ότι γυμνάζει σκληρά τα χέρια του; (πάνω κάτω, πάνω κάτω, πάνω κάτω, πέρα δώθε, πέρα δώθε, πέρα δώθε, φουλ περιστροφή δεξιά, φουλ αριστερά, αμάν πιάστηκα, μάνα μ’)
- Γιατί πάντα στους στραβούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος; Τι γνώμη έχει γι’ αυτό ο κύριος Κωνσταντάτος;

Για τον κύριο Παπανδρέου δεν μου βγήκε ερώτηση. Ούτε καν πρόχειρη. Σόρυ. Όλα έχουν τα όρια τους.
Το αυτό και για τον κύριο Λιάτσο. Για άλλους λόγους. Τον έχω συνηθίσει σε σοβαρά θέματα και εδώ με μπερδεύει. Σχεδόν με αγκυλώνει. Και πάλι σόρυ.
Πως; Ερωτήσεις απευθύνονται μόνο στους πολιτικούς; Και αυτοί που κάθονταν στην από ‘κει μεριά τι ήταν; (Πάλι λάθος κατάλαβα).

Από τις καλές μου ερωτήσεις, ξεχωρίζω τις εξής:

- Έκλεισα τον θερμοσίφωνα;
- Τι να μαγειρέψω για αύριο;
- Κανναβούρι στα πουλιά έβαλα;
- Τι να φορέσω αύριο που έχω κατακράτηση;
- Να παραιτηθώ ή να απολυθώ;
- Βοηθάνε τα δαμάσκηνα ή τσάμπα στουμπώνω και θα χτυπιέμαι πάλι;
- Το «σοσιαλισμό ή βαρβαρότητα» είναι δίλημμα ή ο διαφημιστής βαριότανε και έκανε αυτόματη γραφή για να τελειώνει;
- Θα πληρωθούμε μεθαύριο ή να πάρω τον κολλητό μου για δανεικά;
- Ξυραφάκι, μηχανή αποτρίχωσης ή μπικίνι γουάξ;
- Και μία προς τον ημι-εργοδότη μου: Θα σοβαρευτείς ρε πούστη μου να βγάλουμε κανά μεροκάματο της προκοπής ή θα αρχίσω να πουλάω τσιμπιδάκια στην Ομόνοια;



ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: http://www.mediablog.gr/

Σάββατο, 16 Μαΐου 2009

"Στην Άνω Μουσουνίτσα"

Λογικά (και στατιστικά) να το δεις, με τόση μπουγάδα που ‘χουν ρίξει τα κανάλια με το Σάκη και το Γιουροβίζι, στον ύπνο μου θα ‘πρεπε να βλέπω μόνο τον Ρουβά.
Αλλά το υποσυνείδητο μου μάλλον δεν πάει καλά. (Για το συνειδητό δεν μπαίνω καν στη διαδικασία να αμφιβάλλω). Έτσι, είναι κανά δυο βδομάδες τώρα που βλέπω στον ύπνο μου τον Καραμανλή ντυμένο στα λευκά, να κάνει τάι τσι χορευτικά κι αντί για το «Δις ιζ αουαρ νάιτ», να τραγουδά ένα παλιό – του Πουλικάκου νομίζω, δεν θα πάρω κι όρκο – που λέγεται «Στην Άνω Μουσουνίτσα».
Οι στίχοι είναι φανταστικοί και πιστεύω ακράδαντα, ότι αν στέλναμε κάτι τέτοιο στους μοσχοβίτες θα μας έκαναν 100 σαμοβάρια δώρο και τον Πούτιν ούτε που θα τον χέζανε. Η φιλενάδα μου η Τασία, επιμένει ότι πρέπει να το ψάξω, κάθε μέρα στο μέιλ, μου στέλνει φωτογραφίες με γκαραζότεκνα και φαντεζί γκόμενους, αλλά το όνειρο επιμένει.
Τις τελευταίες δύο μέρες έχω φέρει τούμπα Γιουνγκ, Φρόιντ και Γιάλομ (όχι κατ’ ανάγκην με αυτή τη σειρά), αλλά ο Καραμανλής κάθε βράδυ σκάει μύτη πρώτο μαξιλάρι πίστα και το τραγουδάκι μου γαργαλάει ευχάριστα τον ύπνο.
Συναδέλφισσα γαζώτρια με συμβούλευσε να κόψω τους καφέδες, τα ληγμένα ντεντλάινς και τον συγχρωτισμό με εκδότες, αλλά γιατρειά δεν βλέπω. Άσε που το τραγουδάκι έχει βαθύ νόημα και επειδή πάντα ήμουν άνθρωπος της περισυλλογής από τώρα το λέω ότι αν στέλναμε όχι μόνο τον πρωθυπουργό, αλλά σύσσωμο το υπουργικό συμβούλιο, μ’ αυτό το χιτ, θα είχαμε φάει πολλούς κώλους.
Θα μου επιτρέψετε – μπούμε δεν μπούμε απόψε στην πεντάδα – το άσμα να το αφιερώσω στον Monahiko Liko και τον Swell που σήμερα το πρωί με ψάχνανε να πιούμε καφέ, αλλά εγώ η γουρούνα μετά από τέτοιες διαταραχές ύπνου (και δουλειά να βάλω και στην τσέπη μου, άνευ πληρωμής βεβαίως βεβαίως) κοιμόμανε του καλού καιρού.
Επειδή ενδέχεται δε να μην το θυμούμαι καλώς το άσμα, πάσες διορθώσεις και επιδιορθώσεις δεχτές.

Στην Άνω Μουσουνίτσα

Μου κλέψαν την κατσίκα,
μου πήραν το γαϊδούρι
και ένα γιαουρτόμελο μου ρίξανε στη μούρη.
Με ζώσανε τα φίδια,
μου πρήξανε τ' αρχίδια
και τώρα τρώω μια σκορδαλιά
μπας και μου φέρει γούρι.


Λες να 'ταν ο από πάνω;
Ή μήπως ο από κάτω;
Όλη τη νύχτα καποιουνού του εσκίζανε τον πάτο.
Έτριζε το κρεβάτι του και χτύπαγε στον τοίχο.
Ο Θανασάκης ο χοντρός έκανε μπανιστήρι
κι εγώ μες στη χασούρα μου σκεφτόμουν χαρακίρι.
Ξεκίνησα πρωί - πρωί, να πάω για ραδίκια,
στο δρόμο καθώς πήγαινα, μασούλαγα φιστίκια.

Καθώς έβγαιν' απ' το χωριό,
να σου μπροστά μου η Μαίρη,
τι κάνεις, λέω, που ήσουνα;
και μου τραβάει μαχαίρι.
Σίγουρα τρελαθήκαμε,τι πράματα είναι τούτα;
και την καπέλωσα, που λες,
μ' ένα καφάσι φρούτα.


Καθόλου δεν της άρεσε, άρχισε να με βρίζει,
την έχωσα λοιπόν κι εγώ, σ' ένα σακί με ρύζι.
Φώναξε τώρα όσο θες, καριόλα, πουτανίτσα,
αυτά συνέβηκαν προχθές, που λες,
στην Άνω Μουσουνίτσα.

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2009

Λιποδιαλυτίκ - γλουτοανορθωτίκ

Αν είσαι λίγο ευαίσθητος άνθρωπος, μπορείς να παραφρονήσεις.
Από τη μία κάθε χρόνο το ίδιο χάλι. Απρίλη – Μάη μήνα πλακώνουν οι διαφημίσεις με τις χάπες, τις κρέμες, τα κέντρα αδυνατίσματος και τους ορούς κατά της κυτταρίτιδας και ένα ασυμμαζευτουάρ σκυλολόι να σου τάζει θεϊκούς κώλους (αδύνατους βεβαίως) και μέση δαχτυλήθρα.
Από την άλλη, έχεις όλον ετούτο τον μαγειρικό εσμό, εδώ να ψήνεται, αλλού να γίνεται η γλυκιά αλχημεία, παρέκει να μη συχωριούνται οι μπουκιές σου (που είναι και πολλές) και στη μέση να έχεις όλες αυτές τις σιχαμένες ψηλόλιγνες να σου εμφανίζονται με ξώβυζα, ξώπλατα και διαβολόστενα μες τη μούρη που να μη μπορείς να ησυχάσεις (εσύ, ο ευαίσθητος άνθρωπος που θες να παραφρονήσεις γιατί: θες να πάρεις τα χάπια για να γίνεις συλφίς, αλλά θες να κάνεις κι εκείνη τη συνταγή του Παρλιάρου με την όρθια μπανάνα, την οποία θα χλαπακιάσεις σαν λιμασμένος από καιρό. Αλλά μετά δεν θα χωράς, όχι στο τζην, ούτε στην κελεμπία του Ντέμη Ρούσου μετά τους Αφροντάιτις Τσάιλντ).
Και μέσα στον κακό χαμό, εκεί που δεν μπορείς να κάνεις δίαιτα γιατί τρέχεις που τρέχεις σαν τον Λούη όλη μέρα, μην ψοφήσεις κι όρθια δεν κάνει, σου σκάνε μες στη μούρη τα ρεπορτάζ για τις ανορεξικές.
Πες μου παιδί μου, πως σκατά γίνεσαι ανορεξικός; Και γιατί εγώ δεν τα καταφέρνω; Γιατί εσένα σου κόβεται η όρεξη μαχαίρι και εγώ μετά από δύο ώρες δουλειάς μόνο (!), θέλω να φάω το φαί μου, το δικό σου και τον μάγειρα μαζί;
Επίσης, θέλω να βρεθεί ένας (ΕΝΑΣ!) απ’ όλους αυτούς τους απατεώνες που τάζουν ότι χάνονται 20 πόντοι σε 10 μέρες και να μου εξηγήσει τα εξής (γιατί μου τα ‘χουνε κάνει τούμπανο πρωινάδικα, μεσημβρινάδικα και λοιπά κωλάδικα):
- Τι είναι οι κατεχίνες (έχουν καμία σχέση με τις δραμαμίνες);
- Γιατί όλες οι χθεσινές καλντεριμιτζούδες και σημερινές αισθητικοί δεν λένε «κυτταρίτιδα», αλλά «φλοιός πορτοκαλιού»;
- Ποιος παπάρας είπε ότι αν πίνεις πολύ νερό, αδυνατίζεις; (Σ’ εμένα μόνο ακατάσχετο κατούρημα φέρνει και φούσκωμα του θανατά!)
- Που σκατά είναι αυτό το 81% του κοινού που δοκίμασε την τάδε λιποδιαλυτίκ – γλουτοανορθωτίκ κρέμα και έμεινε ικανοποιημένο; Θέλω να το βρω για το ρωτήσω κάτι θεματάκια που ‘χω μαζέψει…
- Οι δίαιτες απευθύνονται σε νορμάλ ανθρώπους; Που τρέχουν και δουλεύουν ολημέρα; Ή σε κυρίες που ξύνουν ξυστό ξαπλωμένες και με έναν κύριο από την Αμαζονία από πάνω τους, να κάνει αέρα κοπανιστό στο βρακί τους;
- Πως είναι δυνατόν να δουλεύεις 16 ώρες την ημέρα και να πηγαίνεις γυμναστήριο τρεις φορές την εβδομάδα; (Πως;)
- Πως είναι δυνατόν να κόβεις τα τηγανητά, τις μασαμπούκες και τα ξύδια και να παχαίνεις; (Μόνο σ' εμένα συμβαίνει αυτό ή είμαστε πολλοί;)
- Πως ζουν όλες αυτές οι μουρλές που βγαίνουν σε λάιφ στάιλ τυπωμένες κλαπαρχιδιές και λένε ότι τρώνε όλη μέρα μια πατάτα και ένα μαρουλόφυλλο;
- Γιατί δεν συμμερίζομαι τον ενθουσιασμό της Καγιά να τελειώνει τη μέρα της με επιδόρπιο ένα ξερό κράκερ; Τι λάθος μεγάλωνε η μάνα μου τόσα χρόνια;
- Πως θα ζήσω με τέτοιο ψυχοβγάλτη μεταβολισμό;
- ΠΩΣ ΚΟΒΕΤΑΙ Η ΟΡΕΞΗ; ΠΩΣ;;;;


Όπως γίνεται αντιληπτό, και από την αγωνία των ερωτημάτων που διατυπώνω, έκανα μια κυριακάτικη απόπειρα να καθαρίσω τη ντουλάπα. Γιου νόου. Ανεβάζεις χειμωνιάτικα, κατεβάζεις καλοκαιρινά. Και διαπίστωσα ότι το σπίτι μου έρχεται... στενό.
Βέβαια, είχα την απαίτηση να χωρέσω σε τζην που έχω από τα 17 μου (μη λέμε μαλακίες), αλλά σε γενικές γραμμές αισθάνθηκα μια δυσφορία, ένα στένεμα, ένα φέρτε μου τον Μαμαλάκη να τον δείρω που με τόσες συνταγές ήρθα και έγινα φοράδα.
Μόνη παρηγοριά η ζυγαριά (τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου) κι η Μανούλα («βρε παιδί μου, τόσες φορές που τα ‘χουμε πλύνει, μπήκανε κι αυτά!»).
Τα «αυτά» πάλι, είχαν άλλη άποψη γι’ αυτό και εχαρίσθησαν.


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: i.ehow.com

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2009

Κάρπε ντίεμ άνευ εγχειριδίου


Τόσα εγχειρίδια κυκλοφορούν. Πως να γίνεις αφόρητα πλούσιος, πως να μεγαλώσεις το πουλί σου, πως να ξεφορτωθείς τον γκόμενο…
Αλλά δεν υπάρχει ένα! Ούτε ένα γαμημένο εγχειρίδιο που να σε συμβουλεύει πως ξεπερνάς τη φάση «ξερνάω δύο πίτσες στο πίσω κάθισμα». Ούτε ένα! Από πρώτο χέρι, εγγυώμαι ότι είναι η φάση που όλα τα βρίσκεις σκανδαλωδώς γελοία και ταυτόχρονα έχεις μια άγρια διάθεση για χάχανα και στεγνό χαβαλέ ακόμη και σε κηδείες που λέει ο λόγος. Είναι η φάση που αισθάνεσαι ότι κανείς δεν θέλεις να σε πάρει στα σοβαρά, γιατί θα χαθεί όλο το νταβαντούρι, όλη η μαγεία του «κάνω τον μαλάκα», γιατί άμα το πάρω σοβαρά θα πέσουν φάπες και θα με κλείσουν επί βιαιοπραγία.
Χθες το μεσημέρι, στην ίδια πάντα φάση, παρακολουθούσα Άννα Δρούζα σε απευθείας σύνδεση με την κηδεία – Θεός σχωρέσ’ την – με τον γάμο της Μπεάτας Ασημακοπούλου και φυσικά στυλώνομαι να δω αυτόν τον εσμό των ερωτήσεων τύπου «πως αισθάνεστε που πέθανε η μαμά σας». Α, τέτοιο πατιρντί ούτε στην υπόθεση Παυλίδη, ούτε καν στο ταρατατά Σίκατσεκ.
Όπου βγαίνει ο υιός συχωρεμένης Μπεάτας, κλείνει μάτι – σοβαρολογώ! – στην κάμερα, σου πετάει δυο τρία «όλα πήγαιναν καλά, μέχρι που πέθανε» και δεν έχεις λόγια. Θέλω να πω δεν φταίει πάντα ο φονιάς: εκεί που πάει να βγάλει δάκρυ και συναίσθημα, να του βγαίνει κάποιος, πιο χύμα απ’ αυτόν και να του κάνει το μελόδραμα νιανιά.
Έτσι, νιανιά, τα θέλω τώρα τελευταία όλα. Μη μου εμβαθύνεις, μη με ταλαιπωρείς, πάρε τη βαριοπούλα τηλεπαρουσιαστή, παρηγοριά μου εσύ, την ώρα του μόχθου κι έλα κάν’ τα μου όλα καλοκαιρινά.
Ταυτοχρόνως με τη Δρούζα παρακολουθούσα τη σύζυγο του ημι-εργοδότη μου με λαδωμένο μαλλί να περιφέρεται σαν την Κλεοπάτρα από κοπτοράπτη σε κοπτοράπτη, να δίνει συμβουλές για όλα (από ποδάγρα μέχρι ταντρικό σεξ) και όλοι να την αγαπούν, γιατί είναι ζημιάρα γυναίκα και ξέρει από καλό λάδι. Τι να θέλω η μπαγλαμού, μετά από μια τέτοια μέρα, όχι πες μου!
Να μου αναλύσεις τι θα δείξει η κάλπη στις ευρωεκλογές; Αν θα ξαναβγεί ο Σόμπολος στις δημοσιογραφοεκλογές; Ή αν ο Καραμανλής είναι έτοιμος για το νταμπλ;
Μίλα μου για το καναρινί φόρεμα της Καγιά, βγάλε και πέντε ταλαίπωρες να ασχολούνται μαζί της επί τρίωρον και δεν θέλω ούτε να πληρωθώ το μηνιάτικο μου.
Που ήρθα και έπηξα στις χλαμύδες πασχαλιάτικα και τώρα θέλω να μάθω ποιανής το μαλλί κάηκε, ποιανής το μυαλό τσουρουφλίστηκε, ποιος χαστούκισε ποιαν και τέτοια κατεψυγμένα να δροσίζομαι.
Τα έχει η Νάντια με τον Γρηγόρη; Πότε θα παντρευτεί η Φαίη; Τι έπαθε η Μιχαλονάκου και της φταίει το σύμπαν; Που έκανε Ανάσταση η Βατίδου; (Θα πάρω δώρο του Πάσχα ή δε γαμείς, να μη ρωτήσω;); Είναι κληρονομική η κυτταρίτιδα ή τσάμπα τρώει η ξαδέλφη μου τα λεφτά της στις μεσοθεραπείες (δεν τα δίνεις σε ‘μένα ξαδερφάκι που δεν πήρα δώρο; Η κυτταρίδα θα σου μείνει, εγώ πάλι όχι).
Νομίζω ότι μου πάει αυτή η φάση. Κι αν δεν συμβεί κάτι πολύ μακάβριο – να γίνει πρωθυπουργός η Παπαρήγα, ας πούμε – θα μείνω εδώ για πάντα. Χέσε και το εγχειρίδιο. Θα κάνω κάρπε ντίεμ. Δεν μπορεί όλο και κάτι θα πιάσω, που ελπίζω να μη λήγει σε μονό αριθμό.

Αστερίσκος: Σχεδόν γαϊδουρινά εξαφανίστηκα και δεν ευχήθηκα χρόνια πολλά και τα λοιπά. Με το Πάσχα έχω ένα θέμα άλυτο και απολύτως προσωπικό χρόνια τώρα. Ελπίζω να περάσατε καλά όλοι, να γυρίσατε στρογγυλοί και ροδαλοί και να τρέχετε πλέον σε Prinou και Μεντί Ζενές για να μη γίνουνε κι αυτοί οι καψεροί κλέφτες!


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: store.puppeteers.org

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2009

Όλα τέλεια (στο Στρουμφοχωριό)

Αυτό που όλοι πέφτουν από τα σύννεφα, μπορεί να με κάνει τρελή. Είχε λέει σελίδα στο Διαδίκτυο ο νεαρός που μπούκαρε στον ΟΑΕΔ ζωσμένος με κουμπούρια. Γιατί άραγε; Από τα σύννεφα πέφτουν και οι τρελόγιατροι και οι εκφωνητάδες.
Μα αφού όλα είναι τόσο ωραία στη ζωή μας, γιατί άραγε να υπάρχει κόσμος που θέλει να ανατινάξει 10 οικοδομικά τετράγωνα για να ‘ρθει στα ίσια του;
Έλα μου ντε…
Εδώ τον διπλανό μας στο λεωφορείο τον βλέπουμε σαν εχθρό και του απευθυνόμαστε σα να είναι το σκατό μας.
«Κουμπωμένοι» μπαίνουμε, «κουμπωμένοι» βγαίνουμε. Κρυόκωλοι, αγέλαστοι, αγενείς, νομίζουμε ότι οι άλλοι μας χρωστάνε, ότι μας έχουν κάποια υποχρέωση.
Σαν κάτι ανορεξικές κλανιές της Αρείας φυλής τριγυρίζουμε και κοιτάμε με μισό μάτι τον μετανάστη, τον τσιγγάνο, τον ζητιάνο.
Διότι εμείς είμεθα καλύτεροι.
Κι οι κανάλες τη βιολάρα τους. Ο «πακιστανός», ο «γεωργιανός», ο «τύπος από την Αμπχαζία», ο «κομπλεξικός», ο «ψυχάκιας».
Αυτά δεν είναι ειδήσεις. Πολυβολεία ταμπέλας είναι, αλλά για τον μαλάκα τον Έλληνα και τον Ελληνάρα σπανίως θα ακούσεις κακή κουβέντα από τους ανυποψίαστους κατοίκους του Στρουμφοχωριού.
Οι οποίοι εκεί! Έχουν μείνει με την απορία. "Μα γιατί;"
Σωστά. Αφού όλα είναι τέλεια.


Πι Ες: Γιορτάρες μέρες έρχονται θα μου επιτρέψετε να κάνω ένα δωράκι και να προτείνω δύο βιβλία, έτσι για να φχαριστηθεί η ψυχούλα μας. Και τα δύο του Σεπούλβεδα είναι. «Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης» είναι το ένα και η «Ιστορία του Γάτου που έμαθε έναν γλάρο να πετάει» είναι το άλλο. Διαβάστε τα και θα με θυμηθείτε.

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2009

Fucking railways!


Παίρνω φόρα και χτυπώ το κεφάλι στην πόρτα του τρένου. Ναι, του τρένου! Το ότι οι ελληνικές συγκοινωνίες τον «παίζουν» κανονικά, το ξέρω χρόνια τώρα. Γι’ αυτό και πάντα πίστευα ότι το τρένο είναι το μόνο αξιόπιστο και απολύτως απαραίτητο μέσο. Έλα, όμως, που θυμήθηκαν μεσούσης της σεζόν να κάνουν έργα τα χρυσά μου στον ηλεκτρικό. Και για να φτάσει κανείς στην ώρα του πλέον στη δουλειά του, στο γκόμενο του, στον κολλητό του πρέπει να ‘χει κάνει τάμα δύο 24ωρα πριν.
Μέρες τώρα, βλέπω αλλόφρονες τουρίστες με αμαξίδια, βαλιτσίδια και λοιπά συμπραγκαλίδια, να μπαίνουν κύριοι στην Ομόνοια, ελπίζοντας ότι σε ένα 25λεπτο, βία μισή ώρα θα είναι στον Πειραιά. Και να καταλήγουν ημίτρελοι να τσιρίζουν στο Μοσχάτο ότι θα χάσουν το πλοίο!
Πριτς! Εδώ θα κάτσεις, κερατά, μαζί μου να καείς. Και να σου μείνει και το εισιτήριο ενθύμιο από το Ελλαδιστάν.
Διότι, βλέπεις ο οδηγός βγάζει εκεί μια ανακοίνωση να βρίσκεται, ότι θα σημειωθεί καθυστέρηση και ότι ο συρμός διέρχεται άνευ στάσης στο Θησείο. Δεν σου λέει, όμως πόση ώρα ακριβώς θα είναι αυτή η γαμωκαθυστέρηση. Όοοχι! Σ’ αφήνει να μαντεύεις, να παίζεις με τα νεύρα αυτών που έχεις στήσει, να ανοίγεις κουβέντα με τους άλλους τρελαμένους με ‘σένα, να κάνεις καινούριο ρεκόρ στο «φιδάκι» στο κινητό και άλλα τέτοια εκπαιδευτικά.
Και καλά να ξεκινήσεις πρωί πρωί που είναι σφιχτά τα γάλατα και κάνουν πάρτι οι μισοκοιμισμένοι. Αλίμονο σου, αν ζητάς να επιστρέψεις σπίτι σου το μεσημέρι από την Ομόνοια.
Τα βαγόνια των συρμών είναι γεμάτα με ανθρώπινα τσαμπιά που κρέμονται από παντού.
Έλεος, ρε πούστη!!! Θέλετε, λέει, να κάνετε τον ηλεκτρικό πιο αθόρυβο και πιο γρήγορο, αλλά βάλτε κι έναν ενισχυτικό συρμό, γαμώ τον ζωδιακό μου κύκλο, γαμώ!
Τρεις εβδομάδες τώρα, ξέρω ότι μεταξύ πρώτης και πέμπτης στάσης θα ακούσω κάποια τσιρίδα τρόμου από πίσω, μπροστά, δίπλα, πάνω μου!
Κάποιος ελαφροχέρης θα ‘χει βουτήξει το πορτοφόλι, το κινητό, το φάιλοφαξ (!), το ταμπόν (;;;) κάποιας κυρίας παύλα κυρίου και μέσα στο γενικότερο σύσκατο, θα γίνεται της τρελής με: κυρίες που κυνηγούν Πακιστανούς, κυρίους που προσπαθούν να βάλουν τρικλοποδιές σε τσιγγάνους, πιτσιρικάδες που πολύ τη βρίσκουν να κυνηγάνε πρεζόνια. Του βρακιού το πανηγύρι, κοινώς…
Πλιζ, πλιζ, πλιζ! Έκκληση κάνω η γυναίκα: είναι κρίμα Σαρακοστή πράμα να κολαζόμαστε με βρισίδια ολημερίς και ολονυχτίς στα ρημαδοτρένα! Πάει χαμένη και η νηστεία, μάνα μου!
Η μόνη που ενδεχομένως θα μπορούσε να εκτιμήσει αυτό το χάλι είναι η μακαρίτισσα η Καρένινα. Με τέτοιο ντιλέι στα δρομολόγια, δεν μπορεί! Θα το ξανασκεφτότανε να πέσει…


ΥΓ1.: Κυρία, μιας κάποιας ηλικίας (και υστερίας) μου έστειλε το γραπτό της για να με μαλώσει που το ‘χω ρίξει στην τεμπελιά και που δεν παίρνω… θέση για τα τηλεοπτικά…μαχαιρώματα (Μάνεση, Κακαουνάκη, Καγιά, μπλα, μπλα, μπλα, μπλα). Εκεί που έκλασαν τα μαχαίρια, δηλαδή, προέκυψαν τα εν λόγω μαχαιρώματα.
Μαντάμ ή που με υποτιμάτε ή που δεν είστε τόσο μαντάμ και παίζετε παιχνιδάκια. Αν νομίζετε ότι ο κόσμος κοιμάται και ξυπνάει με αυτά, με τρομάζει το γεγονός ότι ψηφίζετε. Αρκετά με το σκατατζίδικο και αν δεν με ξαναπροτιμήσετε κυρία, θα ξαγρυπνήσω κανά δυο βράδια, αλλά θα το αντέξω.

ΥΓ2: Ζητώ ταπεινά συγνώμη που δεν απαντώ στα – όπως πάντα – πετιμεζάτα και καραμπουμπούμ σχόλια σας. Από τη μία ένα προβληματάκι υγείας, από την άλλη μία ψιλή μελαγχολία και στη μέση ένα τρελό πατιλίκι στο κοπτοραπτείο, με αναγκάζει να βλέπω και να μην απαντώ, που δεν είναι και του χαρακτήρος μου. Είναι όμως μια καλή ευκαιρία για να κάνω «ντου» στα δικά σας τα blogo- σπιτάκια.
ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: cityofathens.gr

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

Αδέσποτη μαργαρίτα

Μέσα στη γενικότερη άρνηση, πήγε και άνθισε μια μαργαρίτα - στο θεό της κι αυτή! – που; Στο σιφόνι του μπαλκονιού μου, γλείφοντας λίγο και τη σωλήνωση που με χωρίζει με τον από πάνω.
Και να πεις ότι δεν καθαρίζω τα μπαλκόνια; Τα γλείφω κάθε τρεις και μία με νερά και με χλωρίνες και τα συναφή.
Τόσες γλάστρες γύρω γύρω και η ρουφιάνα η μαργαρίτα πήγε να δέσει τη ζωή της, μεταξύ σιφονιού και σωλήνωσης.
Πίστευα ότι με την παλαβομάρα του Μάρτη, μία ζέστη, δύο κρύο, σαρανταδύο παγωνιά και ξεροβόρι, θα το βάλει κάτω και θα υποκύψει.
Η ρουφιάνα, όμως – και είναι και μωβ – δε λέει να εγκαταλείψει και έχει προσκολληθεί εκεί, κάπου μεταξύ σωλήνωσης και σιφονιού και κάθε πρωί μου βγάζει περιπαικτικά τη γλώσσα, γυρίζοντας προς τον ήλιο.
Το τσουλάκι, όταν κάνει πολύ κρύο, δε πα’ να έχει ήλιο, κλεινει τα φύλλα της και το κόβει στον ύπνο. Σου λέει, χαζή είμαι, να ξεμυτίσω τώρα; Άντε γεια!
Σχεδόν τη βρίσκω κάθε πρωί να τη χαζεύω, έτσι που ‘ρθε με το ζόρι και προσκολλήθηκε στη λοιπή ζούγκλα του μπαλκονάτου κήπου μου και με τσιριμπίμ τσιριμπόμ διάθεση περιπαίζει τις τριανταφυλλιές μου που καήκανε από το πέρα δώθε του καιρού.
Είμαι ντιπ γκαγκά με τη τεχνολογία και μέχρι να φωτογραφίζω, να σκανάρω και ανεβάζω δικές μου φωτό στο «ραφείον» ελπίζω ότι θα μου κάνει τη χάρη να επιμείνει εκεί, στη σωλήνωση που της ήρθε να ξεφυτρώσει.
Πλέον κάθε που τη βλέπω, μου ΄ρχεται στο μυαλό εκείνο το μότο της συντρόφισσας Τσούχτρας: «Από περιέργεια υπάρχω κι από καραγκιοζιλίκι».
Έτσι κι η μαργαρίτα μου, το πιο πολύτιμο της τυποποιημένης βεράντας μου.
Έτσι κι οι υπόλοιποι. Ευτυχώς…

(Το κείμενο πάει σούμπιτο αφιερωμένο στο Θεουλίνι. Και επειδή τη μαργαρίτα θα τη μεταφυτέψω, τα πρώτα παιδάκια – της μαργαρίτας – θα της τα στείλω πακέτο).

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.freewebs.com

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2009

Νιξ μπουζούκι...


Συνήθως η άνοιξη είναι μυστήρια εποχή για μπαρμπάδες, ερωτευμένους, αρρώστους και μωρά παιδιά. Ειδικώς αυτά που περνάνε ιωσούλες. Εσχάτως αποδείχθηκε και για κοπτοραπτούδες, άγνωστον γιατί.
Πάνω που είχα φάει και την ουρά του γαϊδάρου, που ζόρια στον ορίζοντα δεν υπήρχαν άλλα – φαινομενικώς, δηλαδή – με πιάσαν οι σπαρίλες μου.
Ξέρεις, είναι σαν να μην κιοτεύεις την ώρα που ο λέων έχει ανοίξει το στόμα του και έχει βάλει την κεφάλα σου μέσα και να κωλοκάθεσαι ανήμπορος την ώρα που ο λέων τα τίναξε… Μυστήριο πράγμα ο εγκέφαλος.
Όπως και να ‘χει για να πούμε και κανά νέο, τα περί μπουζουξίδικου και μπουζουκίου, ξεχάστε τα.
Ούτε το «Μινόρε της Αυγής» με μέθοδο μελόντικα δεν μπόρεσα να βγάλω.
Τουλάχιστον, δοκίμασα, ένεκα που έβλεπα ότι στο ψαλίδι άλλοι είναι πιο μαέστροι από μένα…
Έχεις εκπομπή; Χραατς! Δεν έχεις!
Έχεις λεφτά; Νομίζεις. Είναι που δεν είδες τις ψαλίδες τους.
Ας μην τα πολυλογούμε. Αφού ξύθηκα αρκετά – κι εγώ και το μπουζούκι – επιστρέψαμε. Εγώ, δηλαδή, γιατί το μπουζούκι θα το «σκοτώσω». Τι να το κάμω; Κάθε που το γρατζουνάω τα γατιά της γειτονιάς, αλλάζουν γειτονιά.
Άσε ανοιξιάτικα μην έχουμε και τετράποδα θύματα…
Καλώς σας βρήκα!

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2009

Κάρναξη


Στα μέρη μου το λένε κάρναξη. Βούβα. Προφανώς με κυνηγά το παιδικό μου όνειρο. Ήθελα να γίνω μπουζουξού και δεν μ ‘ αφήκανε.
Σήμερα, θα ήμουν το καλύτερο μπουζούκι της αγοράς και δεν θα ‘βγαζα τα μάτια μου με τις ρημαδοβελόνες.
Όλοι έχουν τα φαντάσματα τους, τελικώς.
Μόλις συνομιλήσω επαρκώς με το δικό μου {φάντασμα}, θα επιστρέψω πάραυτα.
Ζητώ συγνώμη για τις απουσίες, αλλά όταν μιλάει το παρελθόν, το παρόν τουμπεκιάζεται σεμνά και διακριτικά.


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.tabloach.com

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2009

Δεν θέλω να γίνω Σουηδέζα, κύριος!


Το να είμαι ένα παλιοκόριτσο και μισό είναι κάτι που μετά από τόσα χρόνια δεν το έχω χωνέψει.
Σίγουρα έχω χωνέψει το να μου το λένε: μεσ’ τη μάπα, πίσω από την πλάτη μου, γραπτώς…
Στο γυμνάσιο ξεκίνησε η φαγούρα, τη μέρα που η ρουφιάνα η γαλλικού είδε αυτή τη λευκή προέκταση, ανάμεσα στον δείκτη και τον αντίχειρα μου και λευκά καπνισμένα συννεφάκια να στεφανώνουν το μικροσκοπικό κεφαλάκι μου, το μπαφιασμένο από άλγεβρες και τριγωνομετρίες.
Με τσίμπησε η γεροντοκόρη και μια και δυο με κουβάλησε στο γραφείο ενός ανεκδιήγητου γυμνασιάρχη, που πλενόταν κάθε Πάσχα και 15αύγουστο. Εκεί παρασημοφορήθηκα με την πρώτη σοβαρή αποβολή τη μαθητική μου ζωή. Θέλω να πω, ότι άξιζε τον κόπο.
Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν μάλλον κακές. Για κάποιους, ήταν πολύ εύκολο να είμαι η αλήτισσα, αυτή που καπνίζει και ποιος ξέρει τι άλλο κάνει…
Τα πρόφτασαν και οι γειτόνισσες στη μάνα μου που για κακή τους τύχη ήταν ενήμερη από το βλαστάρι της προσωπικώς και εκείνη ειδικώς τη μέρα δεν πέρασαν καλά…
Στα χρόνια που ακολούθησαν, τα αδιάκριτα βλέμματα συνόδευσαν άλλες καταστάσεις στην κατά τ’ άλλα φυσιολογική ζωή μου, και όχι πάντως τη συνήθεια μου να ανάβω τσιγαράκι: λίγο πριν τη δουλειά, κατά τη διάρκεια, μετά από ένα καλό φαγητό, με τον καφέ (ας μην συνεχίσω τα «μετά» και τα «πριν», ο νους σας πάει, μεγάλα παιδιά είστε…).
Μέχρι φέτος, που η ταμπέλα του ανεπιθύμητου και του «σκοτώστρα» ήρθε να ξανακάτσει στο κούτελο μου.
Ποιος; Εγώ; Εγώ που ποτέ δεν καπνίζω μπροστά σε εγκύους! Που γίνομαι τούρκος, όταν τις βλέπω με την κοιλιά τούρλα να φουμάρουν ακατάπαυστα.
Που μπορεί να σκάω και να θέλω να καπνίσω τα δάχτυλα μου, αλλά όταν βρίσκονται παιδιά και υπέργηροι από δίπλα, προτιμώ να γίνω φωτοβολίδα παρά να ανάψω τσιγάρο. Σκοτώστρας εγώ, που πριν πιάσω μωρό παιδί, πλένω δόντια, χέρια και κοτσάρω από πάνω και μπεταντίν!
Ας μην μακρυγορώ. Προχθές, ήρθε το αφεντικό και νέτα σκέτα μας είπε ότι, αν και είμαστε πλειονότητα, εμείς οι αλητήριοι οι καπνιστές, ωστόσο θα αναγκαστεί να μας το κόψει, διότι διαμαρτύρονται μερικά καλόπαιδα για τα αυξημένα νέφη εντός του κοπτοραπτείου.
Άλλωστε, είναι κι αυτή η πουτάνα η ρύθμιση που σε λίγο καιρό θα απαγορεύει τα πάφα πούφα ελευθέρως, λες και πρόκειται για πορδές.
«Έλα, μωρέ! Πως κάνεις έτσι;», πετάχτηκε η τιγκελού, «και οικονομία θα κάνεις και τα πνευμόνια σου θα σώσεις!».
Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Μου ‘ρθε να αρπάξω το ψαλίδι και να την κουρέψω: «Έλα, μωρέ! Πως κάνεις έτσι για πέντε άλουστες ποντικο-ουρές; Θα κάνεις περισσότερη οικονομία στο σαμπουάν!».
Είμαι έξαλλη! Διότι, κυρά μου, εγώ καπνίζω, γιατί μ’ αρέσει!
Όταν είμαι σάλτα (καλή ώρα), κάνω ένα και μου περνάνε τα νεύρα και δεν σκέφτομαι να αρπάξω τη ψαλίδα και να χαράξω πάνω στη μπλούζα σου, το «Ζ» του Ζορό!
Όταν είμαι ευτυχής, κάνω άλλο ένα και καταλαβαίνω καλύτερα την ευτυχία μου!
Όταν κλαίω και πλαντάζω και πνίγομαι, φουμαίρνω χοντρικώς και μου περνούνε τα ντέρτια!
Οκέι, λοιπόν να δεχθώ να καπνίζω στη σοφίτα, στον εξώστη, στο πλυσταριό, όπου θες, αρκεί να μην κινδυνεύει η υγεία σου.
(Εγώ, όμως, να πρέπει να ανέχομαι την απλυσιά σου στη μούρη επειδή δεν έχει αποδειχθεί ακόμη ότι η ποδαρίλα είναι επιβλαβής για την υγεία!!!!!).
Αλλά, γιατί πρέπει να πάψω να καπνίζω σε ανοιχτούς (ΑΝΟΙΧΤΟΥΣ!!!!) δημόσιους χώρους;
Δεν ξέρω. Δεν είμαι καθόλου σίγουρη. Αλλά αν εφαρμοστεί αυτό το μέτρο στην καπνίζουσα απ’ άκρη σ’ άκρη ψωροκώσταινα, μα την Αγία Καραμέλλα, θα αρχίσω να πιστεύω σενάρια τύπου… σπηλιάς του Νταβέλη (καταλαβαίνετε τι θέλω να πω, μη βρεθεί και κανένας παρλιακός να με κυνηγάει!).
Τύπου, θέλουν να μας κλείσουν στα σπίτια μας, να μη βγαίνουμε έξω, να μη μιλάμε πολύ και μια μέρα των ημερών να γίνουμε όλοι Σουηδοί, τουλάχιστον!
Με κάτι πνευμόνια να! με το συμπάθειο, ασπρουλιάρηδες και με κόκκινα μαγουλάκια, ήρεμοι και χαλαροί να συζητάμε μόνο για τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν τα μαρούλια στην αναπαραγωγή τους.
Α στα διάλα! Μπάφιασα. Πάω για τσιγάρο.


Αστερίσκος: Και προς Θεού, μην αρχίσετε (για τους μη καπνιστές, λέω) για τις ζημιές που κάνει το τσιγάρο στο δέρμα, για τις κυτταρίτιδες, για τις ρυτίδες, για τα καρκίνια και τα φυσήματα στις καρδιές. Τα ξέρω όλα. Μετράει αυτό; Μπα, ε;
Μήπως μετράει ότι δεν υπάρχει διαχωρισμός στο μέτρο, αλλά απαγόρευση;
Στο «Πάρτι Γενεθλίων», του μακαρίτη πλέον Πίντερ, ο Πίτι λέει στον Σταν μια συγκλονιστική ατάκα, ίσως τη συγκλονιστικότερη του βιβλίου: «Σταν, μην τους αφήσεις να σου πουν τι θα κάνεις». Ε, αυτό! Για 'μένα μετράει αυτό.


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.dailyhaha.com