Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2008

Την έκανα, παιδιά! (ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!!!!)


Φίλοι (κι εχθροί), πελάτες (κακοπληρωτές και ου), συναγωνιστές και λοιποί, σας εύχομαι καλές γιορτές!
Την εκοπάνησον μ' αλαφρά και θα με ξαναδείτε εκεί παραμονές Πρωτοχρονιάς.
Μέχρι τότε ΧΡΟΝΙΑ ΜΑΣ ΠΟΛΛΑ και τέζα τα αφεντικά!

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2008

Όταν η τηλεόραση... κλάνει


Ο καθωσπρεπισμός των συστημικών, νομίζω, φταίει που εις το σημερινό κοινωνικό σύστημα έχει υποτιμηθεί σκοπίμως, η αξία της κλανιάς.
Και των σκατολογικών συζητήσεων, γενικώς.
Μη γελάτε. Το θέμα είναι σοβαρό, αγγίζει τα όρια της συνωμοσίας και μπαίνω κατ’ ευθείαν στο ψητό.
Κινδυνεύει κάποιος να θεωρηθεί φαιδρός – ειδικά στην τηλεόραση – αν αρχίσει να φιλοσοφεί πάνω στα είδη της κλανιάς και του πέρδεσθαι ελευθέρως σε δημόσιους χώρους; Ασυζητητί.
Έχετε δει, άλλωστε, πως αντιμετωπίζουν τον τρισμέγιστο γιατρό Φικιώρη… Μόνο ως τηλεοπτικό ντεσού σε χιουμοριστικές εκπομπές.
Κινδυνεύει, όμως το ίδιο, μια πανελίστρια / παρουσιάστρια του κώλου, όταν σχολιάζει το πόσο συγκλονισμένος είναι ο… καλλιτεχνικός κόσμος από τον χαμό του τάδε ατζέντη ή του δείνα «επιχειρηματία»; Ουδόλως.
Ασχέτως, αν η τελευταία κλάνει λεκτικώς πολυβοληδόν, αυτή θα εξακολουθήσει να αποκαλείται παρουσιάστρια και ο γιατρούλης θα ψάχνει να βρει το δίκιο του…
Ρατσισμός, κυρίες και κύριοι! Και μάλιστα του χειρίστου είδους .
Χρόνια τώρα, ο κόσμος μορφάζει υποτιμητικά, κάθε που κάποιος φυσιολογικός άνθρωπος τολμά θαρραλέα (και δημοσίως) να σχολιάσει τα έργα της κοιλιάς του: ήταν μακρουλά; Δύσκαμπτα μήπως; Τον ταλαιπώρησαν λίγο πριν πάρουν την άγουσα για τον ωκεανό; Και τα αέρια; Πως ήταν τα αέρια; Πως τον βασάνιζαν προχθές μέσα στο τρόλει, που κόντεψε να λιγοθυμήσει από τις οδύνες και την… αιδώ;
Απλές κουβέντες, πελάτες μου και φίλοι! Είμεθα ρατσιστές και υποκριτές.
Τον χριστιανό που τολμά να εξομολογηθεί μια τέτοια αλήθεια τον καταδικάζουμε στη χλεύη.
Ενώ την κάθε σκατιάρα παρουσιάστρια, τον κάθε χεζοβράκη δικηγόρο / δημοσιογράφο / σατιρικό παπαρολόγο, τι τον κάνουμε;
Του ανοίγουμε διάπλατα την πόρτα για να έρθει να χέσει ακριβώς μπροστά μας.
Αίσχος και ντροπή και στα μούτρα μας καταπάνω, έχω να πω.
Διότι δεν είναι που με χέζουν
(ο καθένας με τον τρόπο του: ο ένας άργησε 10 μέρες να καταλάβει ότι κάηκε η χώρα και δεν ντρέπεται να μου το πει.
Ο άλλος – αυτός κι αν έχεσε – έβαλε μπροστά το… θέλημα του Θεού για να υπερασπιστεί έναν… δεν έχω λόγια.
Ο τρίτος, ήρθε μετά από δυόμιση μήνες… «αποχής», για την καθιερωμένη τηλεγκρίνια του και δε λέει να προτιμήσει τον επίσημο απόπατο της κοινωνικής ζωής – την πολιτική – για να ξαλαφρώσει πιο αποτελεσματικά. Και δεν σταματάει το καζανάκι να δουλεύει…).
Όοοοχι, δεν είναι αυτό το ζήτημα μου.
Είναι ότι ενώ τα σκατά (τα κανονικά) έχουν προσωπικότητα (μελάτα, σκληρά, ξανθά, ελικοειδή), αυτά εδώ παρουσιάζουν μια ομοιογένεια εξαιρετική, γεγονός που εξηγείται μονόμπατα: η τηλεόραση τρέφεται αποκλειστικά με φασολάδα, κουνουπίδι, μπρόκολο και δαμάσκηνα βραστά.
Δηλώνω απεριφράστως ότι εμένα προσωπικά το χαρτί υγείας μου τελειώνει.
Κι αν συνεχιστεί αυτό το χεσίδι μεσ’ το σαλόνι μου – που θα συνεχιστεί – θα αμολήκω, τον Βύρωνα, τον μολοσσό του κολλητού μου, στις κανάλες και σαν καλό σκυλί που είναι θα αρχίσει να μοιράζει… δωράκια.
Έτοιμο του το ‘χω το αγιοβασιλιάτικο σκουφί. Κι αν τους βαστάει ας μου στείλουν λογαριασμό για καινούριες μοκέτες.
Μετά απ’ όλο αυτό, νομίζω ότι η κλανιά δεν θα υποτιμηθεί ξανά στην κυριολεξία της, γιατί μεταφορικώς παράπονο δεν έχουμε. Ας είναι καλά η ελληνική τηλεόραση. Κρατική (με τα ντου και με τα όλα της) και ιδιωτική (με τις κηδείες και τις καλλιτεχνάρες της)…



ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: http://www.capriogroup.com

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2008

Θα συνηθίσεις στην ασχήμια;


Σιχαίνομαι. Περισσότερο από κάθε άλλη φορά . Και το κακό είναι ότι συνήθως σιχαινόμουν καταστάσεις, επιχειρήσεις, τακτικές,
Πλέον σιχαίνομαι πρόσωπα.
Όχι κατ’ ανάγκην γι’ αυτό που εκπροσωπούν. Αλλά για την κάθε πολιτικάντικη γκριμάτσα, για κάθε ψεύτικο δάκρυ που χύνουν αυτές τις μέρες.
Ειδικά, δε, αν τυγχάνει να τα γνωρίζω προσωπικά, σιχαίνομαι τον εαυτό μου περισσότερο. Που μπορεί να μοιράστηκα ακόμη και μια «καλημέρα» μαζί τους.
Δε με νοιάζει το κύρος της χώρας, που όπως λέει τώρα, ο μεσιέ Παπανδρέου, έχει καταρρακωθεί.
Δεν δίνω μία για τα σενάρια περί προβοκάτσιας.
Παντελώς γραμμένα έχω τα φρου φρου περί «λευκής επιταγής» και άλλων τέτοιων σπιν-ντοκτορίστικων ηλιθιοτήτων.
Χέστηκα για το χριστουγεννιάτικο δέντρο που θα ανάψει κατά δήλωσιν του κ. Κακλαμάνη, που όπως μας θύμισε "οι γιορτές γίνονται για τους… φτωχούς" και όχι για τους πλούσιους που πάνε στην Ελβετία.
Με νοιάζει που πάνω στο κορμί ενός αθώου, κάποιοι πάλι θα γράψουν την δική τους πολιτική έκθεση ιδεών. Τη δική τους μουτζούρα.
Με νοιάζει που υπάρχει κόσμος που αγνοεί τον πόνο. Μπουρδολογεί, την ώρα που κάποιοι κλαίνε παιδιά και όχι καταστήματα.
Με νοιάζει που όσες τζαμαρίες κι αν κατέβουν, σ' αυτή τη χώρα πάντα θα έχει εκτραφεί κάποιος που κανένας δεν θα μπορέσει να τον εμποδίσει να μου φυτέψει μια σφαίρα στο κεφάλι. Επειδή έβγαλα γλώσσα.
Με νοιάζει που φοβάται ο κόσμος να κατέβει στην Αθήνα, φοβισμένος και κλεισμένος στο σπίτι του, σε μια κατά τ’ άλλα προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία.
Με νοιάζει που μέσα στη φωτιά και τα ξηλωμένα πεζοδρόμια κάποιοι αναπολούν το… άρωμα των Χριστουγέννων, το πνεύμα των γιορτών που χάθηκε (α, ρε, καραγκιόζη…).
Με νοιάζει που έφαγες, κοροϊδεψες, γάμησες, απέλυσες, στέρησες, σκότωσες, καταδίκασες, δάγκωσες, υποβίβασες, στράγγιξες τόσους πολλούς που δε σε χωράει ο τόπος.
Χρόνο με τον χρόνο, μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, πίεσες για να φτιαχτεί μια κρούστα ανοχής: το σπιτάκι μου, το μαγαζάκι μου, η ζωούλα μου και ας καεί το σύμπαν.
Ε, λοιπόν το σύμπαν κάηκε κι ας κατεβαίνουν ακόμη κάποια ζώα για σαφάρι και πλιάτσικο στο κέντρο της Αθήνας, στο ευσταλές Κολωνάκι, των ευσεβών πόθων κάθε καταπιεσμένου.
Ελπίζεις να βγει τίποτα απ’ όλες αυτές τις στάχτες;
Οργίστηκες για τα πραγματικά αίτια που σ’ έφτασαν μέχρι εδώ;
Ή απλώς συγχύστηκες με τα «κωλόπαιδα» που εσύ εξέθρεψες, εσύ ανάγκασες, εσύ προκάλεσες και που ανάμεσα τους σπάρθηκαν όλως τυχαίως και κάποιοι προβοκάτορες;
Θα κάνεις τίποτα για όλα αυτά;
Εκτός από να στέλνεις δύο κρανοφόρους να δείρουν μία κοπέλα;
Μάλλον δεν θα κάνεις. Τουλάχιστον όχι αυτό που πρέπει να κάνεις.
Πολύ πιθανόν να συνηθίσεις τα ξηλωμένα πεζοδρόμια.
Να συνηθίσεις να σε φτύνουν 16άρηδες, γιατί τα λοιπά ηλικιακά κοινά τα είχες γειωμένα, καιρό τώρα.
Το θέμα είναι ότι λίγοι έχουν συνηθίσει ανθρώπους σαν κι εσένα. Και τους ομοίους σου…

Καλό ταξίδι, παιδάκι. Και καλό μάθημα σε όλους εμάς.

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: http://www.kornim.com

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008

Να τις χαίρεστε!

...τις λοβοτομημένες της τηλεόρασης που πάνω στο ροζ συννεφάκι της μαλακίας τους, προσπερνάνε νεκρούς, καμένες γειτονιές και κάνουν αστειάκια σε φόντο κουνελί.
Όξω βούρλα!

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008

Κοινωνικότητες (ζητείται εκπαιδευτής)


Φέρε μου μπιστολάκια, φέρε ρόλεϊ, φέρε κραγιόν και μάσκαρες και κυρίως φέρε μου οδηγούς καλής συμπεριφοράς.
Ή για να το θέσω πιο σωστά: φέρε μου καλούς οδηγούς πι αρ (άκα δημόσιες σχέσεις).
Πρέπει να κατέβω από τα δέντρα, πρέπει να πάψω να τρώω μπανάνες και κυρίως πρέπει να σταματήσω να κάνω παρέα μαϊμούδες.
Σου λέω επείγομαι, διότι αν συνεχίσει o ευγενής κύριος προϊστάμενος να με στέλνει σε κοσμικά στέκια, γκαλά, σουαρέ και λοιπές κουλασιόν, για να γνωρίσω νέα πελατεία και να ράψω καινούρια κουστούμια, την έχω βάψει.
Δεν είναι δυνατόν να μην μπορώ να σταθώ ένα τρίωρο χωρίς να κάνω τίποτα, περιτριγυρίζοντας σαν (σαν;) τη βλαμμένη με ένα κατουρλιό στο χέρι και την επομένη να αισθάνομαι σαν να με πέρασε τρένο.
Πρέπει να μάθω να δίνω το χεράκι μου και να λέω «καλησπέρα σας» σε ανθρώπους που υπό κανονικές συνθήκες θα πέταγα αυγά (σόρυ…).
Επίσης, μετά το «καλησπέρα σας» πρέπει να μάθω να συντηρώ μια κουβέντα (χα)…
Αλλά πες μου πως συντηρείται μια κουβέντα που περιφέρεται σαν αδέσποτη τσουλάρα από τον "Λάκη τον Γλυκούλη" (γιακ!) στην "Πολυκατοικία" (μπλιαχ…) και από εκεί στη Μονή Βατοπεδίου (πως γράφεται τώρα αυτό; Με «ε»; Με «α-ι»; Δεν μου φτάνουν τα κοινωνικά μου έχω και ορθογραφικά ζόρια, η γαζώτρια!).
Η ίδια κουβέντα, σε τέτοια μέρη – κοσμικά, δημοσιοσχεσίτικα, πολυτελίξ – μπορεί να πάει στον Ρουσόπουλο και μετά στις κρέμες σώματος και τα νέα κραγιόν της Ντιόρ και ειλικρινά πρέπει να πάσχω από κάποια σοβαρή κοινωνική αναπηρία και αδυνατώ να φύγω από ένα τέτοιο σημείο, χωρίς μετά να χρειάζομαι τρεις κούτες βαλεριάνα και έξι πράσινα τσάγια για να ξανάρθει το κεφάλι μου στη γνωστή του θέση…
Όταν δε, η πουτάνα η συζήτηση, έρχεται στο μέγα κεφάλαιο ελληνική τηλεόραση, εκεί, φίλε μου, σκατά, έχω να σου πω.
Επειδή είμαι γνωστό αθυρόστομο στοιχείο, πρέπει να προσέχω τι θα πω, οπότε τη βγάζω τουμπεκί ψιλοκομμένο ολ νάιτ λονγκ.
Διότι ο τάδε παρουσιαστής είναι φίλος κολλητός της τάδε τηλεκριτικού, ο δείνα ηθοποιός είναι γκόμενος της τάδε αρχισυντάκτριας, οπότε τι να πεις;;;
Ότι το δελτίο ΔΕΝ βλέπεται; Ότι ο ηθοποιός είναι μπάζον, αλλά να λες καλά που ξέρει ποιες να πιάνει γκόμενες για να μην τον φάει το μαύρο σκοτάδι κι οι διαφημίσεις τελεμάρκετινγκ;
Οπότε, για τι πι αρ μου μιλάς, ευλογημένε; Εδώ δεν πιάνει ούτε το τουμπεκί!
Διότι κάποια ξελυσσαγμένη θα βρεθεί που θα σε «κόψει» ότι ΔΕΝ πολυμιλάς, άρα ΔΕΝ πολυσυμφωνείς (ότι ο παρουσιαστής είναι γαμάτος και ο ηθοποιός τρισμέγιστος), άρα «τι θες εσύ ανάμεσα μας;». Οπότε θα στην «πει»! Χύμα. Χωρίς έλεος. Χωρίς να λυπηθεί την κοινωνική σου αναπηρία.
Το λοιπόν. Απόψε το εννόησα και κάνω δήλωση μετανοίας. Χρειάζομαι εκπαιδευτή και μάλιστα μάγκα...
Γιατί δεν είναι μόνο το πι αρ (μάι ας) εις το οποίον πρέπει να εξασκηθώ.
Πρέπει επίσης να μάθω να χρησιμοποιώ τριπλή σκιά στο μάτι, να μην κολλάει το γαμωκραγιόν πάνω στα δόντια και να μην περπατάω σαν χεσμένη μετά από 3 ώρες πάνω σε ψιλοτάκουνα.
Το βλέπω. Ολοκάθαρα. Χρειάζομαι βοήθεια. Κι η συμβουλή του κολλητού «γράφ’ τους στα παπάρια σου», είναι η πρώτη φορά που δεν πιάνει.
Πρέπει να γίνω κι εγώ άνθρωπος του κόσμου. Κοινωνικός και ευλύγιστος. Και μου τελειώνουν κι οι μπανάνες, γαμώτι…

ΥΓ1.: Θα το εκτιμήσω ιδιαιτέρως αν δεν βρεθεί κάποιος που θα με συμβουλεύσει να αλλάξω παρέες. (ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΠΑΡΕΕΣ ΜΟΥ!). Ή δουλειά (ΚΡΑΪΣΙΣ; ΓΙΟΥ ΝΟΟΥ; ΔΕΝ ΥΠΑΡΚΟΥΝ ΑΛΛΕΣ ΝΤΟΥΛΙΕΣ ΔΙΑΘΕΣΙΜΕΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΡΟΝ. Έτσι δε, που το πάμε με τα τετραήμερα εργασίας, τη βλέπω την καταδίκη μου, όλο σε τέτοια αδικιορισμένα θα με στέλνουν…). Ευχαριστώ!

ΥΓ2.: Άσχετο, αλλά το Μπελάς Τιβι μια απ’ τα ίδια ήταν. Εκεί στο Μέγκα καλά θα κάνουν να κοιτάνε ανθρώπους σαν τον Ρίσβα («Μαύρα Μεσάνυχτα») σαν τα μάτια τους.
Γιατί θα πλήξουμε. Τουλάχιστον όσοι δεν την βρίσκουμε και πολύ με την «Πολυκατοικία». Θενξ!


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.ethos-pr.com

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2008

Διαφορετικά...


Τις προάλλες χάζευα ένα ρεπορτάζ για τη διαφορετικότητα.
Νομίζω το «Κουτί της Πανδώρας» ήταν.
Δεν το είδα μέχρι το τέλος, καθότι το υπνόσημο είχε προ πολλού κολληθεί στο κούτελο μου και αναγκαστικώς πήρα την άγουσα για νανάκια.
Πρόλαβα, όμως, να δω τον Παναγιώτη Χατζηστεφάνου να μιλάει για τη διάκριση, έχοντας κοτσάρει στο κεφάλι του ό,τι βρήκε πρόχειρο.
Συγκράτησα, λίγο πριν βαρύνουν τα ρημάδια μου, μια κουβέντα του, που γκρόσο μόντο έλεγε ότι «το σούργελο μην το φοβάσαι».
Προφανώς, ο χαρισματικός αυτός τύπος εννοούσε ότι δεν πρέπει να σε σκιάζει το διαφορετικό, αυτό που δεν σου μοιάζει.
Χθες, μεσημβρινή ώρα, σε εκπομπή για βασανισμένες κυράδες σαν και ‘μένα που, όταν γαζώνουν θέλουν να ‘χουν κάτι να τους πιλατεύει τα αυτιά, άκουσα τον κύριο Πολυχρονίου.
Κάποιο ντράβαλο τέλος πάντων άνοιξε με τον Φώτη Σεργουλόπουλο και τη Μαρία Μπακοδήμου και εξεκίνησαν τα… ευγενή μπινελίκια.
Αναρωτιόταν, λοιπόν ο κύριος Πολυχρονίου, αν είναι κακό να αποκαλέσει κοντό, κάποιον που είναι κοντός.
Στην ίδια εκπομπή ακούστηκαν διάφορα περί ομοφυλοφιλικών και εβραϊκών λόμπι, τα οποία είχε επικαλεστεί για πλάκα ο πάλαι ποτέ παρουσιαστής, σε παλαιότερες συνεντεύξεις του.
Το ξανάγραψα και θα το ξαναγράψω: σπανίως μου σηκώνεται η τρίχα.
Ούτε θα κάτσω να ασχοληθώ με το αν είναι κακό να αποκαλείς κάποιον κοντό. Την απάντηση την έδωσε ο Βαξεβάνης την Τρίτη μέσω της εκπομπής του: είναι διάκριση.
Κατά τον ίδιο τρόπο μπορούμε να αποκαλέσουμε τρελό αυτόν που τραγουδάει και σφυρίζει στον δρόμο (καλή ώρα…), άσχημο αυτόν που έχει ένα εκ γενετής σημάδι και πάει λέγοντας.
Μου σηκώνεται η τρίχα, όμως, όταν επειδή νομίζεις ότι σε πνίγει το δίκιο (μπλιαχ…), τσουβαλιάζεις τα πάντα, χαχανίζεις με τη διαφορετικότητα και γενικώς κανιβαλίζεις καταστάσεις.
Κατά τον ίδιο τρόπο, διαφορετικοί είναι και όσοι νομίζουν ότι ο κόσμος τους χρωστάει, ότι αδικήθηκαν κι ότι βρέθηκαν στην απ’ έξω. Τι πρέπει δηλαδή να γίνει μ’ αυτούς;
Δηλαδή, αν βγει κάποιος και τους πεις ότι κανείς δεν τους χρωστάει τίποτα; Κι ότι απ' … «παιχνίδι», όπως το λένε, μπαίνουν και βγαίνουν μόνοι τους, θα υποστεί το ίδιο κράξιμο; .
Εκείνο που μένει είναι οι χαρακτηρισμοί. Που και σε 100 χρόνια από σήμερα θα πονάνε.
Κατά τα άλλα είμαστε στο 2008 και η τηλεόραση μας είναι τόσο μονδέρνα που αντέχει να ακούει και να φιλοξενεί όλες τις απόψεις. Και τους χαρακτηρισμούς.
Με τις υγείες μας!


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: http://interfacelift.com

Βοήθεια, με μετράνε!


ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΠΡΩΤΟ

«…
- Αγαπίτσα;
- Ε;
- Εδώ γράφει ότι είσαι άντρας!
- Πού, παιδί μου;;;
- Να, εδώ, στη δημοσκόπηση!
- …!!!
- Γράφει ότι είσαι και αριστερή, αριστερός, γουάτ έβερ, ότι είσαι ψιλοανένταχτη και έχεις προβλήματα με το πολιτικό σύστημα της χώρας!
- ;;;;;

Μπα, πανάθεμα τον δημοσκόπο μου μέσα! Είναι η στιγμή που έχω βγει από το μπαμπλ μπαθ, έχω λουστεί στην κολώνια τσιχλόφουσκα και σίγουρα ελπίζω να ακούσω καλύτερα πράγματα από το έτερον δυόμιση, από το ότι είμαι άντρας, ανένταχτος και με προβλήματα στην γκλάβα μου.
Και τσουπ ο δημοσκόπος είναι εκεί, μπροστά μου, με το μολύβι και το χαρτί στο χέρι. Για να με μετρήσει, να με καταχωρίσει, να με κατηγοριοποιήσει, για να μην πω να με τσουβαλιάσει. Όχι, για να μη ζω με τη πλάνη ότι μόνο εγώ κρατάω μεζούρα και ψαλίδι.
Θα με κόψει, θα με ράψει, θα με κατατάξει και μετά εγώ πρέπει να είμαι περήφανη που χαρτογραφήθηκα, κλασαρίστηκα και αρχειοθετήθηκα. Και έτσι είμαι λιγότερο κακιά, τρομακτική, μυστήρια, γιατί με έχουν ταμπελώσει αρμοδίως και μπορούν κάπως να με φωνάζουν. Βρε τι πάθαμε απόοοοψεεεε…

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Ανοίγω μέιλ. Όπως όλος ο κόσμος. Απαντάω, ρωτάω, κατά κάποιο τρόπο επικοινωνώ. Μέχρι που πέφτει το ζερβί μου μάτι σε αίτημα συνεντεύξεως! Αγκέν! Κι ό,τι έλεγα ότι μ’ αφήκανε ήσυχη. Ο αγαπητός κύριος Κ. (βλέπετε; Εγώ σας σέβομαι…) μου έχει γράψει ένα κατεβατό: πόσο με υπολήπτεται και πόσο με παρακολουθεί ανελλιπώς, πόσο συμφωνεί μαζί μου και πόσο «αδερφή του» με αισθάνεται «σε έναν επαγγελματικό χώρο που βρίθει από αναξιοπρεπή πρόσωπα» (!).
Απαντώ ευγενικά ότι δεν δίνω συνεντεύξεις, διότι είμαι η καμία και πολύ τη βρίσκω μ’ αυτό. (Παλαιότερα, το θέμα συνήθως έληγε εκεί. Χα! Ατύχησα…).
Δεν εννοεί το πνεύμα μου και επανέρχεται με δεύτερο μέιλ, το ίδιο αγαπησιάρικο, βέβαια κάπως πιο μπρουτάλ, μου λέει ότι εξακολουθεί να με αισθάνεται αδερφή ψυχή και επιμένει να τα… πούμε.
Αρχίζω να φοβάμαι, καθώς όταν κάποιος (που δεν με ξέρει!!!) με λέει φίλη του, αδερφή του, συγγενή του και τα συναφή, στο μυαλό μου σκάει μια παροιμία του παππούκα μου, που μου ‘λεγε ότι «στην ξαδέρφη και στη θεία έναν πόντο πιο βαθειά». Οπότε καταλαβαίνετε τί γίνεται με τις φίλες και τις αδερφές!
Λακωνικότερα απαντώ ότι ΔΕΝ προκάμω και κυρίως ΔΕΝ θέλω.
Ακολουθεί μέιλ, στο οποίο με λούζει, με κάνει σύσκατη για την αλαζονεία μου, που πως τολμώ να υπάρχω και να το παίζω υπεράνω και πως οι «συμπεριφορές μου» (sic) είναι εκείνες που κάνουν τους ιστολόγους ύποπτους και αναξιόπιστους... (Καμάρι μου εσύ!).


ΣΥΝΔΕΣΗ ΤΩΝ ΕΠΕΙΣΟΔΙΩΝ: φαινομενικά, δεν υπάρχει.

Ειλικρινά, πάντως, δεν ξέρω ποιον θα ωφελήσει αν ξέρει ότι
- Λούζομαι κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή
- Καπνίζω και στον ύπνο μου
- Μ’ αρέσει ο καφές, το πεντικιούρ και η λακέρδα
- (Και μα την Αγία Επανάσταση) δεν έχω ακόμη συνταξιοδοτηθεί, οπότε ας με συγχωρήσουν κάποιοι που δεν απαντώ στα μέιλ τους αμέσως, καθότι δεν βοηθάει κι η ρουφιάνα η τεχνολογία. Να έχω βρε αδερφέ μια οθόνη συνεχώς συνδεδεμένη απέναντι από τη μούρη μου, για να βαράω προσοχή μόλις μου στέλνουν μήνυμα… Και πάλι ζητώ συγνώμη.

Κύριε Κ. μου, μπορώ τώρα να παρακολουθήσω με την ησυχία κατινάζ εκπομπές, που είναι πολύ του γούστου μου, ή θα με κράξετε ξανά και δε θα φάω το μεσημέρι;

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2008

Βύσσινο γλυκό

(Για το «κουστούμι» που ακολουθεί ευθύνεται η Ελένη ή αλλιώς Abbtha aka Παυλίτσα. Εγώ είχα σκοπό να γαζώσω κάτι για το μπούστο της Φαίης Σκορδά που ενόχλησε τη Βάνα Μπάρμπα ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Και ενώ θα χαχανίζαμε λίγο και μετά θα πηγαίναμε για ύπνο, με αναγκάζει αυτή η κακούργα η Ελένη να…ξεστρατίσω και να αρχίσω τις ιστορίες απ’ τον στρατό. Χαλάλι της όμως…).

Η κακούργα Ελένη, λοιπόν, στο μπλογκ της πάει και ρωτάει «τι είναι η αυτοχειρία;».
Πρώτον, στο άσχετο θέλω να πω, ότι η νεκρώσιμη ακολουθία είναι από μόνη της μια ανεξέλεγκτη κατάσταση.
Για πολλούς λόγους. Ένας από αυτούς είναι ότι από πάνω σου μαίνεται ένα καραγκιοζιλίκι άνευ προηγούμενου που δεν μπορείς να κάνεις ζάφτι. Κι ενώ πολύ θα γούσταρες να σηκωθείς επάνω, να αρπάξεις έναν κουβά με σκατά και να τον αμολήκεις πάνω στους καραγκιόζηδες, εν τούτοις, τίποτα δεν μπορείς να κάνεις. (Οι δημοσιογράφοι της παρέας θα με αντιλαμβάνονται λίγο καλύτερα…).
Κλείνει η παρένθεση του άσχετου και φεύγω βουρ για την ιστορία.
Όταν ήμανε μικρή, θες η πολλή τηλεόραση, θες η ζεματιστή βλακεία της ηλικίας, πίστευα – έλα Χριστέ! – ότι κατά κάποιο τρόπο είμαι αθάνατη.
Τότε η τιβι έδειχνε πολύ τσίρκο. Και ακροβάτες. Και δωσ’ του να κρέμονται απ’ τα σκοινιά και δώσ’ του να σκαρφαλώνουν στου διαβόλου τη μάνα, ε, παιδί ήμανε, πίστευα ότι μπορώ να κάνω μια απ’ τα ίδια.
Παρένθεση: η γιαγιά μου – Θεός σχωρέσ’τη - έκανε συγκλονιστικό γλυκό βύσσινο, που το φυλούσε σε μια τεράστια γυάλα και το σήκωνε στο πιο ψηλό ράφι της κουζίνας. Ακόμη κι η ίδια για να το φτάσει χρειαζόταν σκαλίτσα. Γιατί το ‘βαζε εκεί πάνω η ευλογημένη, ποτέ δεν κατάλαβα, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας.
Μέχρι να κλείσω τα 5 γνώριζα πολύ καλά τα απαγορευμένα του σπιτιού: τα ξυριστικά του μπαμπά, τα συρτάρια της μαμάς και η γυάλα με το βύσσινο της γιαγιάς. Για τα ξυριστικά χέστηκα, για τα συρτάρια επίσης (τα είχα ξεψαχνίσει και τα δυο) το γλυκό όμως πολύ με απασχολούσε.
Μια ωραία πρωία, αποφασίζω να πράξω αυτό που είχα δει με τους ακροβάτες (μη βιαστείτε να πείτε καμιά αηδία, ήμουν μόνο 5).
Μετά πολλών βασάνων σέρνω το τραπέζι της κουζίνας κοντά στα ράφια. Μετά πλείστων άλλων κόπων ανεβαίνω στο τραπέζι και μαζί μου σέρνω ένα σκαμνί. Και μια και δυο ανεβαίνω σε τραπέζι και σκαμνί για να φτάσω το αντικείμενο του πόθου μου.
Πλην όμως – παιδί γαρ – δεν έχω υπολογίσει ότι η γυαλίτσα δεν ήταν για τα κυβικά μου και ζυγίζει κάτι λιγότερο από μένα.
Τραβάω τη γυάλα, όμως το βάρος της παίρνει σβάρνα εμένα, εγώ το σκαμνί και όλοι μαζί βουτιά στο πάτωμα.
Δεν ξέρω πώς να περιγράψω τι θόρυβο έκανε η πτώση. Ούτε πόσα κομμάτια έγινε η γυάλα. Ούτε ότι το πάτωμα δεν καθάρισε ποτέ από τη χρωστική του βύσσινου. Ούτε το ότι η πρώτη τούφα της γιαγιάς μου άσπρισε με τον κρότο που άκουσε και το θέαμα που αντίκρισε.
Ξέρω όμως ότι σε αυτά τα κλάσματα του δευτερολέπτου που με χώριζαν από το μάρμαρο, μες στο παιδικό κεφάλι μου – άδειο τώρα, πιο άδειο τότε – πίστεψα ότι ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ να πάθω κάτι. Περί θανάτου δε, αστεία συζήτηση.
Πιο οδυνηρό μου φάνηκε το βρωμόξυλο που έφαγα μετά, παρά το να έσπαγα το κεφάλι μου, ας πούμε.
Μου φαίνεται ότι από τότε έχουν περάσει αιώνες.
Νομίζω από τότε σταμάτησα να πιστεύω όσα δείχνει η τηλεόραση.
Και βρίζω κάθε φορά που σκέφτομαι ότι η γυάλα με το βύσσινο που έχω στην κουζίνα θα είναι ακόμη στη θέση της, ακόμη κι αν αύριο – όξω και μακριά – εγώ, κάποιος που αγαπώ, κάποιος που δεν αγαπώ και άλλοι τόσοι δεν θα υπάρχουμε.
Ήταν στην ίδια θέση, όταν καλή φίλη με πήρε για να μου πει ότι φίλος και συμφοιτητής μας βούτηξε στο κενό απ’ τον 4ο…
Κι όταν τσαντισμένη, μπήγω το κουτάλι στο γλυκό και το βύσσινο χτυπάει στον ουρανίσκο, σταματάω το βρισίδι.
Και σκέφτομαι πόσα υπέροχα πράγματα έχω ζήσει και πόσα βάρβαρα. Και τα θέλω όλα. Χωρίς καμία περικοπή. Σαν σίριαλ που το βλέπεις κάθε μέρα. Χαζό, δευτεράντζα, βαρετό, αλλά θέλεις να το βλέπεις. Κατάλαβες τι μου ‘κανες απόψε, Ελένη μου και δεν ήταν καλή και η παλιοβδομάδα;

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.organicsweet.gr

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2008

Θυμού (μην) κράτει

Νεύρα. Καλό είναι να μην έχεις. Αλλά τα δίνουν τσάμπα, πακέτο με την (όποια) εργασία.
Και τι τα κάνεις; Που τα τοποθετείς για να μη σου πιάνουν χώρο και σου χαλούν και το ίματζ;
Δεν ξέρω.
Κωλύομαι να απαντήσω λόγω…ανέντιμου πρότερου βίου. (Διότι κάποτε ήμανε κι εγώ παιδί και δη ζωηρό!).
Αλλά με ρώτησε σήμερα, πάνω στην τούρλα της παράδοσης η τιγκελού (με ζόρισες, ρουφιάνα, να το ξέρεις!).
Ας πούμε, είναι πιο σωστό να παίρνεις τα νεύρα σου στο αλουμινόχαρτο και να τα σερβίρεις στο σπίτι, προς χάριν της εργασιακής ειρήνης; (Αλλά, τι φταίει ο σύζυγος, ο γκόμενος, τα παιδιά, ο σκύλος;)
Ή να ουρλιάζεις σαν την παρλιακιά στον χώρο εργασίας και χέστηκες για το ίματζ; (Φυσικά, πάντα υπάρχει ο φόβος κάποιος συνάδελφος που του τα ‘χεις κάνει τσουρέκια, να καλέσει Δαφνί και να σε μαζέψουν, αλλά αυτό είναι μία στις πεντακόσιες…)
Και μην ακούσω για ασκήσεις διαχείρισης θυμού, γιατί θα ρίξω καμιά κουτουλιά και θα με τρέχετε στα σωματεία και στις κλαδικές των γαζωτριών. (Ε, όχι να μας τα τρώνε και οι γκουρού των βιβλίων αυτοβοήθειας! Δεν τα τρώω σουβλάκια να μη μείνει κι η τζατζικίλα;)
Για να δούμε λοιπόν…
Αφού τα νεύρα τα δίνουν σετάκι με τη δουλίτσα, καλόν είναι να ξεθυμαίνεις, μικρή μου τιγκελού.
Το λέω αυτό διότι προσωπικώς, σιχαίνομαι τα Βατικανά. Και τα μούτρα. Κάποιοι ψευτογιάπηδες πιστεύουν ότι όλο αυτό είναι πολύ κυριλέ. Αλλά είναι μια μεγάλη παπαριά. Έρχεται και γίνεται το στομάχι σου λάστιχο, αντέχεις από 3 μήνες έως 5 χρόνια και μετά θέλεις να πάρεις το ούζι και να τους «γαζώσεις» όλους. Άσ’ το καλύτερα.
Το προτιμότερον είναι το ξεμπούκωμα (καμία σχέση με το ξεκατίνιασμα, μη μπερδευόμαστε… ).
Θες να πεις κάτι; Φτύσ’ το το ρημάδι. Μην το καταπίνεις και φαρμακώνεσαι και πατσουριάζει και το μούτρο σου.
Αν το ζήτημα είναι μικρό θα λήξει. Αν είναι μεγάλο θα γίνει το σώσε και κάποια στιγμή θα ξεθυμάνει.
Το να τριγυρίζεις σαν τη χύτρα πριν κάνει μπαμ είναι και αναποτελεσματικό και ανθυγιεινό. Θα το κάνεις μια, θα το κάνεις δυο, μετά κανείς δεν θα καταλαβαίνει ότι είσαι εξοργισμένος
Θα νομίζουν όλοι ότι θες να κλάσεις και δεν μπορείς. Γελοίο θέαμα, δηλαδή.
Και φυσικά, αν κάτι σε χαλάει, πάντα θα υπάρχει η πόρτα. Για να βγεις, μάνα μου. Δεν έχει νόημα να ζεις «τεντωμένος». Μια αιωνιότητα έτσι θα την περάσεις (κούφια η ώρα που τ’ ακούει). Γιατί βιάζεσαι, λοιπόν;
Τώρα, αν αυτό που θα «φτύσεις», βγει με γκαρίκλα, βγει με φορμαλιτέ, βγει με αγγλοσαξονικό φλέγμα, εσύ το ξέρεις.
Αν πάλι είσαι στην κατηγορία «θυμωμένος από την κοιλιά της μαμάς σου» ή «έχω νεύρα γιατί κάνω καριέρα», πολύ φοβούμαι ότι κάτι στο νούμερο σου δεν έχω.
Δυο στενά παρακάτω από το ραφείον, όμως, υπάρχει γιατρούλης πολύ υπομονετικός και με αναπαυτικό ντιβάνι. Τραστ μι.

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.fotosearch.com

Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2008

Φωτιές (και πλήξη... Μα τι πλήξη!)




Πλήττω. Φρικωδώς. Μια ουρανομήκης βαρεμάρα έχει έρθει και έχει στρώσει την κωλάρα της πάνω στο κεφάλι μου.
Στα Κολωνάκια μουτζώνονται (μέσα απ’ το σακάκι).

Στα Μπουρνάζια μαχαιρώνονται (κάτω απ’ τα τραπέζια).

Και στα Φάληρα φτύνονται (φόρα παρτίδα για να μην ματιαστούν).
Κι η γενική γραμμή είναι μία και προφανώς γι’ αυτό βαρετή και ανέμπνευστη: «Πιείτε το αίμα του εχθρού!».
Κι εγώ που δεν εμπνέομαι από το αίμα του εχθρού, τι θ’ απογίνω;
Διότι εννοείται ότι δεν θα αναλάβω τον ρόλο της σφουγγαρίζουσας τα αίματα. Δεν μπορώ, βαριέμαι.
Τόλμησε δόλιος συνάδελφος να ψελλίσει εκεί χάμου σε μια ζαβή: «Τι κάνεις έτσι, ρε παιδάκι μου; Δικό σου είναι το μαγαζί; Πάρε πρώτα τα μισθά που σου χρωστάνε κι ύστερα φάε και τον εχθρό, φάε και μία κοκορέτσι…».
Τι το ‘θελε; Μόνο που δεν το σουβλίσανε τον καψερό.
Γι’ αυτό σου λέω πλήττω.
Στο μεταξύ, ήρθε και χθες και μπαστακώθηκε όλο το σόι στον δικό μου καναπέ (την κοινωνία μου μέσα!) για να δει τη συνέντευξη του κυρίου Ρουσόπουλου.
(Ακόμη μαζεύω ψίχουλα από τις πίτσες και τις μουρταδέλες! Γουρούνες. Έ, γουρούνες!).
Καθίσανε στριμωχτά στο καναπεδάκι μου το πανάρχαιο, 800 στρέμματα κωλαριές και στη μέση εγώ η πορδή.
Που αν ήξερα πόσο θα μ’ έκαιγε αυτή η συνέντευξη, κύριε Πρετεντέρη μου, θα προτιμούσα να καταπιώ ένα μαγκάλι κάρβουνο και το νερό χάρισμα σας.
Διότι να πλήττω, ναι, μπορώ να το ανεχθώ. Να πλήττω και να μου ανάβεις φωτιές, ΔΕΝ ΤΟ ΔΕΧΟΜΑΙ!
Αρχίζει να μιλάει ο πρώην κύριος υπουργός, το λοιπόν, και κάθε του κουβέντα μαχαιριά στο νεφρί μου.
Τι άχρηστη με είπανε (εκεί που ο πρώην είπε ότι το ’99 έβγαλε 300 χιλιάρικα γιούρια από την εργασία του), τι κοιμήσω, τι ακαμάτρα
Τι με ρωτήσανε αν έχω κάνει κομπόδεμα κι αν μου τα τρων’ οι γκόμενοι
Τι με είπανε τσιφούτα, που παίρνω τα ακίνητα κρυφά και κάνω τον Αλέκο
Μαύρο βράδυ πέρασα η τυραγνισμένη.
Κι είχα και το πρωί τη μάνα μου στα τηλέφωνα να με ρωτά τάχα μου δήθεν αν θυμάμαι που έχω αφήσει τα εκκαθαριστικά της εφορίας από το ’97 και δώθε
Μόνο τώρα το μεσημέρι παρηγορήθηκα κάπως που πήγα να πάρω τσιγάρα.
Μπαίνω στο μίνι μάρκετ, αλλού κοιτούσε η Πόπη, αλλού ο Θανάσης.
«Καλημέρα. Τι έγινε, ρε παιδιά;»
«Καλημέρα. Τι δίνουμε…»
«Ε, τα γνωστά»
«Πόπη πιάσε τα τσιγάρα του κοριτσιού γιατί δε φτάνω!»
«Να ξεδιπλωθείς και να τα πιάσεις! Άχρηστε, κοντοστούπη, σε όλα σου λίγος είσαι. Μας τα ζάλισες με εκείνο το εξοχικό στη Λούτσα! 12 χρόνια, σου λέει, δούλευε ο κύριος για να το φτιάξει. “Πόπη μου, να δουλέψουμε, να βγάλουμε λίγα λεφτάκια, Πόπη μου”. Να φας σκατά, Θανάση! Οι άντρες βγάζουνε λεφτά και όχι κλανιές. Και ένα σπίτι το τελειώνουν σ’ ένα εξάμηνο κι όχι 12 χρόνια ρίχνουμε δεύτερο όροφο κι ακόμη μένουμε στο γιαπί!».

Γι’ αυτό σου λέω. Καήκανε πολλοί χθες μαζί με ‘μένα…

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: bg3.blogger. com

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2008

Η... βοηθός

(ΑΠ-ΝΤΕΪΤ: Για να μην υπάρξουν άλλες παρεξηγήσεις, το κείμενο δεν αναφέρεται σε δικιά μου βοηθό. Εγώ καλώς ή κακώς, ακόμη δεν χρειάζομαι βοήθεια. Εκτός κι αν προσφέρεται κανείς να ταλαιπωριέται μαζι μου... Πάσα προσφορά δεκτή!!!)


Κατά τα ειωθότα μ’ έπιασε και φέτος.
Σαλτάρισα (σιγά τα καινούρια), φόρτωσα στο βαλιτσάκι δυο βρακιά (με το συμπάθειο) και απροειδοποίητα την «έκανα» (άντε γεια!).
Δεν είναι να με παραζαλίσεις, είμαι και σε ζόρικη ηλικία κι άμα μου βάλεις κορσέ, σβήνω, χάνομαι, λιώνω, γιατρέ μου και άφηκε με να πάω στο καλό.
Δε φταίω εγώ. Ελάτε κάποιος και πάρτε από δίπλα μου τη βοηθό!
Αυτή φταίει. Με καταπιέζει ψυχολογικώς. Μου κόβει την όρεξη.
Με βλέπεις και ράβω ήσυχα ήσυχα, αλλά κατά βάθος θέλω να την αρχίσω στα κλωτσίδια (Θέ μου, σχώρα με!).
Να την αρπάξω από εκείνο το άθλιο κοτσίδι και να τη φέρω σβούρα.
Δεν υπάρχει κάτι επάνω της που να μη με κάνει τρελή!!!
«Το αφεντικό είπε», «το αφεντικό έρανε», «το αφεντικό έχεσε»…
(Ποιο «αφεντικό», μωρή γελοία;;;)
Επιμένω για τις κλωτσιές. Όχι, ναι, δεν το συζητώ. Θα μου κάνει καλό και στα ψυχολογικά μου που έχω μπλοκάρει τόσες μέρες η γυναίκα και δεν μπορώ να ράψω ένα σκουτί ολόκληρο.
Δεν πρέπει να υπάρχει μεγαλύτερη ευλογία σ’ αυτή τη δουλειά από να ΜΗΝ ΕΙΣΑΙ επικεφαλής, προϊστάμενος, ιθύνων.
Και μεγαλύτερη κατάρα απ’ το να είσαι βοηθός (του επικεφαλής, του προϊσταμένου, κλπ, κλπ, μην το «ξαναπάμε»).
Διότι ο βοηθός είναι μια αιωνίως ενδιάμεση κατάσταση. (Σαν τις γοργόνες…)
Ούτε προϊστάμενος, ούτε υφιστάμενος (Ούτε ψάρι, ούτε γυναίκα)
Δεν μπορεί ούτε πάνω να πάει ούτε κάτω… (Χι,χι…)
Δεν μπορείς ούτε να τον στείλεις στο διάολο καθότι τον λυπάσαι, ούτε να τον υπακούσεις καθότι τον έχεις χεσμένο…
(Κοινώς, ούτε να το φας μπορείς ούτε να το πηδήξεις, πάλι με το συμπάθειο)
Άσε που, βρε χαζοχήναρο, βοηθός κοπτοραπτού δεν ΥΠΑΡΧΕΙ!
Ή είσαι ή δεν είσαι!
Που είδανε γυαλιστερή τη χαζομάρα στο μάτι σου και με ένα τίτλο της δεκάρας (κι εκεί τσιγκούνης ο… αφεντικός) σου πιάνουνε τον αποτέτοιο νύχτα μέρα.
Σήκω, μαρή, απ’ την καρέκλα που σ’ έχουν καρφώσει με τα πριτσινοπίστολα και δεν ξέρεις πότε ξημερώνει και πότε βραδιάζει, επειδή είσαι… βοηθός!
Και που ‘σαι, ηλιθία: μη φωνάζεις μεσ’ το ραφείο…
Κανείς δε σε φοβάται. Γελάει ο κόσμος μαζί σου. Και σε λυπάται. Ξηγημένα πράματα.

(Ελπίζω να μην είναι κανείς από ‘δω μέσα βοηθός. Να παρεξηγηθώ δεν θέλω, αλλά πολύ σκατατζίδικη ιδιότητα, βρε παιδί μου!)



ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: upload.wikimedia.org

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2008

"Μαριονέττες!"


Μια βόλτα στο κέντρο της πόλης. Στο ναό της κατανάλωσης. Στην οδό Ερμού. Εκεί όπου όταν κλείνουν τα φώτα των μαγαζατόρων, πλέκονται ιστορίες ανθρώπων όμορφων, πλούσιων με το δικό τους τρόπο, μακριά από τις μικρότητες ενός μικρόκοσμου που δε μας χωράει όλους που να πάρει ο διάβολος…
Έξω από ένα κατάστημα που το φθηνότερο πατσαβούρι του στοιχίζει 725 ευρώ, ένας νεαρός παίζει κλασική μουσική χαϊδεύοντας ποτήρια γεμάτα νερό. Και λίγο πιο κάτω ένας ακορντεονίστας παρατάει στη μέση την «Κομπαρσίτα» για να παίξει ένα…συνθηματικό που ειδοποιεί τους μαύρους με τις πολύχρωμες τσάντες, ότι κάπου παραμονεύουν τα ευσεβή όργανα της τάξεως…
Και στο κέντρο, στη μέση ακριβώς του ναού της αγοραστικής καφρίλας, ένα ζευγάρι σε ένα περίεργο σκηνικό κουκλοθέατρου.
Εκείνος παίζει βιολί κι εκείνη μανουβράρει τις κλωστές της μαριονέττας, επιδέξια, με όρεξη, με πάθος...
Εκείνος σίγουρα θα μείνει εντός ρυθμού.
Εκείνη θα προσπαθήσει η μαριονέττα να ακολουθεί τα «σκασίματα» της μουσικής του.
Όταν κάποια στιγμή οι κλωστές θα μπερδευτούν, μετά από τόση μανούβρα, η μαριονέτα δεν θα υπακούσει και θα κάνει τα δικά της.
«Μαριονέττες...», λέει η κοπέλα χαμογελώντας απολογητικά, για την ανυπακοή της κούκλας να εκτελέσει το νούμερο της.
Κάποιοι από τους απαιτητικούς θεατές θα ρίξουν λίγα κέρματα και θα φύγουν…
Κάποιοι άλλοι θα μείνουν να δουν τη μαριονέτα να συνετίζεται.
Ξεχνώντας, ότι κι αυτοί σε κάποια μυστικά σκοινιά υπακούουν.
Κάποια μυστικά σκοινιά που τους σηκώνουν κάθε μέρα απ’ το κρεβάτι τους, τους στέλνουν βαριεστημένους στη δουλειά τους, τους οδηγούν σε ένα χαμένο παιχνίδι επικράτησης με όποιο κόστος.
Οι περισσότεροι από εμάς, ξεχνάμε ότι κάποτε τα σκοινιά σπάνε.
Ο αόρατος μαριονετίστας μένει με τις κλωστές στο χέρι και μέχρι να τις…ξαναράψει στη θέση τους έχουμε ελεύθερο χρόνο να αποφασίσουμε:
Θα ξαναγίνουμε μαριονέττες ή θα αντέξουμε να κινούμε μόνοι μας χέρια και πόδια, χωρίς καθοδήγηση;
Βλέπεις, τα σκοινιά προσφέρουν ασφάλεια, κάλυψη, θαλπωρή.
Η έλλειψη τους επιφυλάσσει ελευθερία, γνώσεις, αλλά και βουτιά σ’ άγνωστα και βαθιά νερά. Χωρίς δίχτυ ασφαλείας.
Για να βουτάς έτσι, όμως, πρέπει να είσαι και λίγο καλλιτέχνης.
Κι οι περισσότεροι, ελέω της… ασφαλούς διαιώνισης του είδους, προτιμούν τα σκοινιά…
Μη δίνετε σημασία. Είναι οι συνηθισμένες φθινοπωρινές μαυρίλες. Με την πρώτη παραγγελιά χοντρού παλτού θα μου περάσουν όλα.

Πι Ες: Θα μου επιτρέψετε να καλωσορίσω ξανά την Abbtha, μια γενναία ύπαρξη στη blogόσφαιρα, που όταν της τη "βαράει" ξέρει να κόβει τα σκοινιά σε όσους την πληγώνουν. (Ξανά) καλωσόρισες, γλυκειά μου!


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: blogs.birminghampost.net/

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2008

Πονάει η αλήθεια (σα γροθιά, η ρουφιάνα)!


Χριστομαθές και ηθοπλαστικόν το νέο παιχνίδι του Αντενός, εις το οποίον πηγαίνει κανείς για να ξεράσει αλήθειες και να φύγει φορτώγκας με ευρά.
Ακόμη κι εγώ, η δηλωθείσα πολέμια των ριάλιτιζ, αμόληκα την πελάτισσα μισή ώρα νωρίτερα, με τις καρφίτσες πάνω της, καθότι «κόλλησα» με την ειλικρίνεια των παικτών.
Κόλλησα με την απλότητα του παίγνιου, εις το οποίον πας, σε ζώνουν με καλώδια και παλμογράφους και σε αρχινάνε (λάικ δι αμέρικαν μούβις, γουάου!) στις ερωτήσεις.
«Κεράτωσες ποτέ τον άντρα σου (μωρή πηδιόλα)
Απαντάς εσύ.
«Θες να βγάλεις τα άντερα της πεθεράς και να της τα δώσεις στο χέρι (κρετίνε σώγαμπρε);».
Απαντάς εσύ.
Και αφού σε περάσουνε από το κόσκινο το ψιλό, μετά σε βγάνουνε και μπροστά εις το (τηλεοπτικό) κοινό.
Κι αρχινάει πάλι η ανάκρισις.
Μόνο που (αθώα παίκτρια) αυτή τη φορά ο κερατωθείς σύζυγος είναι από κάτω και σε περιμένει με τη μπουνιά έτοιμη για απογείωση…
Το αυτό και η πεθερούλα σου (άδολε παίκτη), εν Χριστώ αδελφέ μου.
Για κάθε απάντηση που δίδεις, η φωνή του ασφαλίτη (παρντόν του εκφωνητού) σε ενημερώνει (και σένα και το κοινό και την πεθερά) αν λέγεις αλήθεια ή ψέματα.
Κερδίζεις τα ανάλογα ευρά και ανεβαίνεις επίπεδο. Το οποίον μεθερμηνεύομενον εστί, πας σε πιο χαρντ κορ ερωτήσεις…
«Μισείς τη μάνα και τον πατέρα που σε γέννα;»
«Ναι»
, λες εσύ, πέφτουν ντανάσκελα πατέρας και μάνα, χειροκροτά το κοινό, ανεβαίνει το ποσό.
«Έχεις κάμει σεξ με τον προϊστάμενο σου;»
Ατάσθαλος κόρη και επιρρεπής εις τις αμαρτίες της σαρκός εσύ, λες «ναι» και πάλι ανεβαίνει το ποσό.
Στα τέτοια σου γράφεις το σύζυγο, που εν τω μεταξύ σχεδιάζει σε πόσα τεμάχια θα σε κόψει. Ναι, αλλά εσύ σχεδιάζεις αν τα ευρά θα σε φτάσουν για ένα χρόνο στα νησιά Καλαπάγκος.
Πολύ χριστιανικά, η παρουσιάστρια (σύζυγος χριστομαθούς βουλευτού) σε ερωτά – και μετά απ’ όλες αυτές τις ειλικρινείς απαντήσεις – αν το βράδυ κάμεις το σταυρό σου ή πέφτεις και κοιμάσαι ξερή χωρίς να πεις ούτε το «Πάτερ ημών».
Εκεί (μωρή ηλίθια) σε πιάνει το….φιλότιμο, σκέφτεσαι και τον παπά – Χαράλαμπο που σε βλέπει και έχεις κανονίσει να μεταλάβεις κιόλας κι απαντάς πως «ναι», κάνεις τον σταυρό σου!
Βγαίνει ο ασφαλίτης από πάνω και λέει «Αυτό είναι ψέμα».
Γιατί μωρή γελοία, αφού έγινες που έγινες ρόμπα ξεκούμπωτη απ’ τα καλάθια της λαϊκής, πας και λες ψέματα στην πιο γκαγκά ερώτηση;
Γιατί; Αφού το ξέρεις, ότι το χριστιανικόν αυτό παιχνίδι δεν συγχωρεί το ψέμα! Ένα να πεις, αρκεί για να φύγεις και τσίπης και ξεφτίλας!
Χάνεις και τα ευρά και μόλις γυρίσεις στο σπίτι θα φας και της χρονιάς σου, για να μάθεις να κερατώνεις τον Μπάμπη τον Σουγιά που για ένα κούτελο ζει στο Μεταξουργείο.
Γι’ αυτό σου λέω, κόρη:

Κάτσε σπίτι σου και κέντα. Κι άσε τα κρυφά κρυμμένα. Εκτός κι αν επιλέξεις να πεις αλήθειες, οπότε να τσι πεις ούλες κι όχι μισακές.
Να το φας το βρωμόξυλο, αλλά μετά να μπορείς να πληρώσεις δυο μαύρους να σου κάμουν αέρα στσι πληγές!
Να βγάλω και ‘γω κανά φράγκο που θα σου ράψω τα σκισμένα, μάνα μου! Μη γίνω κλέφτρα…

Σημείωσις : Άντε! Χαζές!
Σημείωσις 2η: Διπλοβάρδιες θα δουλεύουν φέτος τα «Επείγοντα». Έχει να πέφτει μπουνίδι κάθε Παρασκευή που θα πηγαίνει γόνα. Ναααα τα «βουλωμένα» μάτια.
Σημείωσις 3η: Αλλά γι’ αυτό θα μεριμνά το άλλο ριάλιτι, του Μέγκα, με τις εγχειρίσεις. Θα τρελαθούν στις πλαστικές προσώπου και στην ανάταξη ρινικών οστών. Όπως (δε) σε βλέπω και (δε) με βλέπεις!

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: boxingclassics.net

Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2008

Πέη ντέι!


Ω, νομίζω πως η κατάθλιψη είναι έτοιμη να μου χτυπήσει την πόρτα!

Και δεν μπορώ να το παίξω και κουφή…
Η μία χαστούκα με βρίσκει μετά την άλλη και πλέον σκέφτομαι πολύ σοβαρά ότι η εργασία που μου ταιριάζει είναι αυτή του δοκιμαστή χαστουκιέρας, ηλεκτρικής ή χειροκίνητης δεν παίζει ρόλο…
Και αχ τι ωραία που τα περάσαμε τη μέρα της απεργίας, τι καλά που τα είπε ο κ. Σόμπολος για τα δικαιώματα των δημοσιογράφων, πόσο συγκινήθηκα!
Χάρη στον πρόεδρο ανακαλύπτω κάθε φορά ότι δεν είμαι τελικά τόσο γαϊδούρα, όσο φαντάζομαι.

Ότι μέσα μου υπάρχουν αισθήματα, που μόνο όταν κάνει δηλώσεις on camera, βγαίνουν στην επιφάνεια και καταλήγουν σε γοερά δάκρυα στο μυξομάντηλο που πάντα έχω πάνω στον κοπτοράπτη για τέτοιες έκτακτες περιπτώσεις.
Σήμερα, μια μέρα μετά την απεργία, με έκραξαν από τον κοπτοραπτικό όμιλο με τον οποίο συνεργάζομαι, για να με αμείψουν.
Άι καλά! Τις λατρεύω αυτές τις στιγμές!

Όχι για την ουσία του πράγματος – η οποία όπως αντιλαμβάνεστε είναι πενιχρή – αλλά για τους τύπους και τη λογιστική επισημότητα!
Όλα κι όλα!

Πας, πιάνεις στασίδι πίσω από ένα κάρο ταλαιπωρημένους νοματαίους σαν κι εσένα, και περιμένεις!
Αν έχεις μπλοκάκι (που στις μέρες μας απαγορεύεται να μην έχεις) τελειώνεις σχετικά πατ – κιουτ.
Αν δεν έχεις αλίμονο σου: πρέπει να συμπληρώσεις κανά δυο αιτήσεις, να στις υπογράψουν δυο τρεις διευθυντές και με ύφος κακόμοιρο να δικαιολογηθείς σε πέντε έξι υποπόδια των ποδών των διευθυντών, γιατί ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΜΠΛΟΚΑΚΙ!
Μετά, με τις αιτήσεις στο χέρι, φτάνεις (ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!) στο ταμείο και εκεί απ’ ό,τι γράφει το χαρτάκι, παίρνεις ακριβώς τα μισά, και πολλά σου πέφτουν, καθότι αμείβεσαι με (δελτίο) δαπανών και να πας να τσακιστείς να βγάλεις ΜΠΛΟΚΑΚΙ ΤΩΡΑ, γελοίε!
Αλλά το θέμα μου δεν είναι εκεί (όπως πάντα…).
Το τρελό το γέλιο (πικρό, αλλά τρελό) το έριξα σήμερα το πρωί, εκεί στον μέγα…κοπτοραπτικό όμιλο, όπου περίμενα υπομονετικά τη σειρά μου.
Εμού, προηγείτο κοπελίτσα, μαθητεύομενη – εξ όσων αντιλήφθηκα – κοπτοραπτού.
Της κοπελίτσας προηγείτο η…αστρολόγα του ομίλου.
Προσπαθώντας να τηρώ και μια σχετική απόσταση ασφαλείας, προτίμησα να κόβω βόλτες δώθε κείθε.
Ακόμη κι έτσι όμως, μου ήτο αδύνατο να μην ακούω το κινητό της αστρολόγας που χτυπούσε δαιμονισμένα και από τα συμφραζόμενα, μάλλον ήταν από κάποια τηλεφωνική υπηρεσία από αυτές που στη παρούσα φάση εγώ προσωπικά έχω μεγάλη ανάγκη να μου πουν αν θα φάω κι άλλη κοσμική χαστούκα ή το κακό θα σταματήσει εδώ…

(Τεράστια πρόταση η από πάνω, το ξέρω, αλλά χέστε με!).
Δεν θέλω να το παίξω αετομάτισσα, αλλά το ποσό που πήρε η αστρολόγα ήταν τετραψήφιο (και σε καλή μεριά, κουκλίτσα μου!).
Κάποια στιγμή ήρθε και η σειρά της μαθητευομένης.

Αν κρίνω απ’ το χαμόγελο της, πρέπει να ήταν και τα πρώτα λεφτά που θα ‘βαζε στην τσέπη από την σεμνή εργασία της.
Συνεχίζω να κόβω βόλτες όταν σε κάποια φάση ακούω τη νεαρά με τρεμάμενη φωνή να λέει: «Συγνώμη, είστε σίγουρος ότι για ‘μένα έχετε μόνο 450 ευρώ; Γιατί με τον προϊστάμενο μου, είχαμε συμφωνήσει για 600…».
Τι να πει κι ο λογιστής, κι αυτός υπάλληλος είναι και τι (περισσότερο) να πει κι η νεαρά;
Υπέγραψε, έβαλε τα λιγοστά γιούρια στην κωλότσεπη, καλημέρισε ευγενικά και ήρθε η σειρά μου…
Χα!
Την πρόλαβα στο κυλικείο, να απαριθμεί (μιλώντας στο κινητό με κάποιον) τα... κουστούμια που... γάζωσε μέσα στον μήνα, τις εργατο-ώρες που σκότωσε για να βρει τα κατάλληλα... υφάσματα και (την τύχη της μέσα!) το δούλεμα που έφαγε από τον προϊστάμενο…
Γι’ αυτό σας λέω, όταν ακούω τον κύριο Πρόεδρο να μιλά για δικαιώματα, κοιλόπονος με πιάνει…
Και εννοείται, ότι σήμερα στη δουλειά το κωλοβάρεσα λιγάκι, καθότι πήγα κι αγόρασα κανά δυο βιβλία περί εφαρμοσμένης αστρολογίας.
Όχι φυσικά για να ξεστραβωθώ για το τι με περιμένει.
Όλα κι όλα! Θέλω να μάθω τέχνη. Ό,τι να ‘ναι! Ακόμη και του λέγειν τον καφέ!


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.acf-fr.org

Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2008

Παρλαπιπιές


Σ’ αγαπώ, σ’ εκτιμώ, έλα και κάτσε στο κεφάλι μου επάνω, που λέει ο λόγος.
Αλλά προς Θεού, μη με πιάνεις στην παρλαπίπα.

Κι όταν λέμε παρλαπίπα, εννοούμε νον στοπ.

Να ξεκινάει με 10 λεπτά και να τελειώνει με πεντακοσάευρο
Είχα μια τέτοια πελάτισσα, ανοικονόμητη και απαιτητικιά, που αν σε πιάσει στο μπλα μπλα, στ’ ορκίζομαι, την έβαψες.
Βρε, να θες να πας για τσίσα σου, να σ’ έχει πιάσει πονοκέφαλος από το σφίξιμο, η ρουφιάνα δεν πρόκειται να σ’ αφήσει να σηκωθείς.
Μια φορά για το στατιστικόν του πράγματος, τη χρονομέτρησα την άτιμη: 2 και 20 μετά μεσημβρίας είχε απιθώσει τον απαυτό της πάνω στον κοπτοράπτη κι όταν με το καλό τον ξεπέζεψε, το μηχάνημα είχε ζεσταθεί και το ρολόι έδειχνε 5 παρά τέταρτο. (Και φθηνά τη γλιτώσαμε, να λες, γιατί είχε κι άλλο υλικό για...εξαγωγή, αλλά σε κάποια κανάλα είχε να πάει και έτσι σπατσάραμε στην βολική τιμή των 2 Ντεπόν μόνο!)
Και να πεις ότι η παρλαπίπα είναι…εκπαιδευτική, να πάει στα κομμάτια! Του κερατά!
Θα μάθεις και κάτι. Αλλά το μόνο που έμαθα, απ' αυτό το δυομισάωρο μαρτύριο, είναι ότι την καλή την αποτρίχωση στα φρύδια την κάνουν Αιγύπτιες! (Μα τω Θεώ, να μη σηκωθώ απ’ τον κοπτοράπτη…).
Και το θέμα δεν είναι η παρλαπίπα. Ούτε ότι η παρλαπίπα δεν περιέχει τίποτα που να σ’ αφορά, οπότε να κάτσεις να την ακούσεις.
Το θέμα είναι η ανικανότητα που νιώθεις μπροστά στην παρλαπίπα. Η παράδοση άνευ όρων.
Διότι την παρλαπίπα δεν μπορείς
- να τη διακόψεις
- να κάνεις διάλογο μαζί της
- να διαφωνήσεις (ούτε γι’ αστείο)

Οι εργάτες της τηλεόρασης το γνωρίζουν πολύ καλά αυτό. Απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη. Είναι νόμος: η παρλαπίπα σου γεμίζει τηλεοπτικό χρόνο, αλλά λειτουργεί με επαναφορτιζόμενο ανταπτοράκι.
Δεν διακόπτεται (με την καμία), δεν καλοπιάνεται (έχει πάρει φόρα από μόνη της), δεν σταματά ποτέ (ντούρασελ!) και μη τυχόν και τη βουρλίσεις με καμιά μαλακία που θα (τολμήσεις να) ψελλίσεις, διότι δεν θα σε ξεπλένουν μήτε τα νερά της Κολάσεως.
Επίσης, η παρλαπίπα - συνήθως - τα ξέρει όλα: σε μία γκάμα που εκτείνεται από τη Μονή Βατοπεδίου μέχρι τη Αιγυπτία φρυδού, γνωρίζει τραγικές (και 9 στις 10 άχρηστες) λεπτομέρειες που μπορεί να σε ρουμπώσει με το που θα καταλάβει -όχι ότι πας να της βγάλεις γλώσσα- απλώς να ανασάνεις.
Η τηλεόραση είναι το ιδανικό έδαφος για παρλαπιπίστικες συμπεριφορές, κυρίως αν η ιδανική τους κατάληξη είναι το μουτζοπιάσιμο και τα μπινελίκια.
Ψυχοπιάνομαι όταν με βρίσκει τέτοια συμφορά, παρντόν, πελατεία ήθελα να πω.
Αρχίζω και λειτουργώ σε… καταστολή (μέθοδο που εφαρμόζω και σε ταξιτζήδες του είδους).
Υιοθετώ φιζίκ μισοκακόμοιρο και στον ρήτορα που ήρθε να μου ραφτεί απαντώ με «ναι», «όχι», «χεράκι πάνω», «να μετρήσουμε και μέση και τελειώσαμε» και τη ξεμπερδεύω.

(Συνήθως, γιατί υπάρχουν κι εκείνοι που δεν πτοούνται από το μουγκοθοδωρέ στυλ και το βάζουν στοίχημα να σε στείλουν σπίτι σου με ημικρανία!).
Και λυπούμαι – από καρδιάς μιλώ και δεν κάνω πλάκα – τους κυρίους και κυρίες των ΜΜΕ που έχουν να συναναστρέφονται τέτοια πελατεία.
Κουράγιο τέκνα! Να σκέφτεστε πάντα ότι η παρλαπίπα, ειδικά αν είναι και γυρολόγος, θα σας αφήσει στην ησυχία σας το πολύ – πολύ σε κανά δίωρο. Μετρημένο με τη μεζούρα!

Υστερόγραφον 1: Είδες ο κ. Κοντομηνάς; Τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι! Τους μάζεψε ούλους, τους τα ΄πε τάκα – τάκα και τους άφησε να χτυπιούνται! 125,7 εκατομμύρια γιούρια είναι αυτά. Θα ‘χουν να λένε και στα εγγόνια τους!

Υστερόγραφον 2: Άντε και στο κεφαλάκι καμιάς άλλης κανάλας που ζορίζεται και πιστεύει ότι θα τη βγάλει καθαρή μόνο με παρλαπιπιές!


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ:

thelongestlistofthelongeststuffatthelongestdomainnameatlonglast.com





Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2008

Διαγωνίσματα!


Έχω μια φυσική απέχθεια για τους διαγωνισμούς. Για τα τεστ. Την ευγενή – και αγενή μη σου πω – άμιλλα.
Ας υποθέσουμε ότι είμαι καλή σε κάτι. Στην καλαθοπλεκτική, ας πούμε.
Και μαζί με μένα είναι καλοί και άλλοι 99. Αν… διαγωνισθούμε (όλοι εμείς οι 100) το μόνο βέβαιο, είναι ότι ο τελευταίος, ο πιο ρεμπεσκές από τους 99 θα μου βάλει τα γυαλιά και θα μου δώκει τις κλωστές – παρντόν, τα καλάμια - στο χέρι.
Το πρόβλημα δεν είναι σημερινό. Είναι παλιό.
Στο σχολείο ας πούμε, όταν είχαμε…διαγωνίσματα, με έπιανε πονόκοιλος, ίλιγγος, ήθελα τη μαμά μου και τελικώς έγραφα… σκατά (συγνώμη κιόλας πρωινιάτικα).
Στο πανεπιστήμιο, όταν μαζευόμασταν καμιά δεκαριά κοπτοραπτούδες για να διαβάσουμε, έπαιρνα το βιβλίο και πήγαινα – κανονικά! – για ψάρεμα.

Διότι, ακόμη κι αν λυσσούσαν οι συναδέλφισσες ότι εγώ είμαι η πιο… έτοιμη, ητο μοιραίο, τη στιγμή που θα βρισκόμουν απέναντι στον εξεταστή, ότι θα ήθελα να κάνω οτιδήποτε άλλο – τσιγάρο, τατουάζ, κουβέντα για κραγιόν – απ’ το να αποδείξω τι στα ρημαδοκομμάτια ξέρω για να πάρω βαθμό. Χα!

Γενικώς, η έννοια του κομπετίσιον εμένα προσωπικά με αναστατώνει και την αποφεύγω και καλύτερα δώστε μου μια ήσυχη γωνιά να τα τινάξω παρά να διαγωνιστώ...

Δεν είναι ο εξεταστής που φοβάμαι, αν με εννοείτε.
Είναι αλλού η... φοβία.
Παράδειγμα: ας πούμε, δεν θα ήμουν ποτέ η Ζαρίφη (ούτε ο Μουτσινάς) και να ξέρω ότι τη Δευτέρα θα βγει από «απέναντι» η Ελένη με τα μαστίγια.

Θα μου πεις, κάπως έτσι γίνονται τα μονοπώλια.

Ναι, αλλά το προτιμώ, χρυσέ μου, απ’ το να βγει ο ιξ τελευταίος μετά και να μου πει «τι – δεν – έκανα – σωστά»… (Έιδικά, αν δεν έχω προετοιμαστεί για να το κάνω... σωστά...)
Διότι το θέμα δεν είναι ο… βαθμός, η τηλεθέαση, σα να λέμε.

Ο φόβος έγκειται στο "μετά"...
"Μετά", που θα βγει η μανταρίστρα, η κομμώτρια, η μπαλωματού και θα αρχίσουν να μου λένε «τι δεν έκανα σωστά».
(Δημοκρατία δεν έχουμε; Ε, αυτό το επιχείρημα θα είναι αρκετό για να τις αμολήκουν άνευ χαλινού...).
Ας πούμε στο τάδε καρέ δεν έπρεπε να βήξω και στο πιο κάτω στιγμιότυπο δεν έπρεπε να ξύσω τη μύτη μου.
Και μετά το πράγμα φτηναίνει, γίνεται κουρελάκι για να παίζει η γάτα μου και χάνεται και η έννοια του κομπετίσιον…

Διότι (πάλι «διότι») ποτέ δεν σε κρίνει αυτός που ξέρει.
Αυτός που έχει φάει το αγγούρι πριν από ‘σένα, οπότε και δικαιούται να ομιλεί και η γνώμη του έχει ένα βάρος.
Δυστυχώς – για ‘μένα, για ‘σένα, για όλους – σε κρίνει μια κυρία με:
- μαλλί κράνος και μυαλό νάθινγκ
- προτεραία ασχολία «τρώω τα λεφτά του συζύγου»
- καιρό για χάσιμο, καθότι πριν από ‘σένα τίποτα δεν έκανε καλά και κατήντησε πανελίστρια!

Βέβαια, πάντα υπάρχει το σοβαρό ενδεχόμενο στη θέση του κριτή να βρεθεί ο Ζουράρις ή ο Πρέκας, οπότε το πράμα αλλάζει.
Απ’ το να σε αρχίσει στα «συναμφότερα» ο ένας και στα χάχανα ο άλλος, προτιμάς να πας για ψάρεμα έτσι κι αλλιώς…
Επίσης, υπάρχει το ακόμη σοβαρότερο ενδεχόμενο, το τηλεοπτικό σου πεπρωμένο να σε κάνει… σύζυγο υπουργού.
Εκεί, επιλέγεις, πριν αρχίσουν τα φασκελίδια απ’ το σύστημα (των κομματικών κομμωτριών και τιγκελούδων) να πας σπίτι σου και να δέεσαι να πέσει η κυβέρνηση, γιατί αλλιώς άσπρη μέρα δεν…
Δεν συζητώ τι μέλλεται, όταν σου ξημερώνει να γίνεις η Ελεωνόρα Μελέτη. Και δεν το συζητώ, διότι σκορτσάρει ο κοπτοράπτης και θα μείνει η πελάτισσα με μισιακό φουστάνι…
Κλείνω με μία προσφορά προς άπασες τις πρωινές κυρίες, ειδικώς του ψυχαγωγικού τομέα της κάθε κανάλας ξεχωριστά:

Κορίτσια, το κατάστημα ράβει τσάμπα ωραιότατα πρωινά ταγεράκια, μονδέρνα και ασορτί με την ώρα που…εμφανίζεσθε.

Πρωί πρωί ΔΕΝ φοράμε βραδινά φορέματα, μακριά σκουλαρίκια, ντεκολτέ μέχρι το βρακί και γόβες ιδανικές για σαφάρι κατσαρίδας στις βρώμικες γωνίες του πλατώ.

Για περάστε, για περάστε!



ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.oceanrainbow.com

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2008

(Ανώτερη) ζωολογία και Κοπτοράπτης


Με τη ζωολογία θα ασχοληθώ σήμερα, διότι κάθε Κοπτοραπτού που σέβεται τον εαυτό της παρακολουθεί ντοκιμαντέρ, όχι απαραιτήτως στον ΣΚΑΪ…
Από τα πιο θαυμαστά είδη του ζωικού βασιλείου, λοιπόν, είναι τα δίποδα που κυκλοφορούν στα λογής – λογής κοπτοραπτεία και ανήκουν στη συνομοταξία «Μουτζαχεντίν του Αφεντικού» ή «Παραταξιακά Ταλιμπάν»!
Οι… ονομασίες τους προέρχονται είτε από την ιερή προσήλωση με την οποία υπηρετούν τον Αφέντη είτε από το πόσο ταγμένα είναι στα πολιτικά «πιστεύω» της παράταξης.
Τα πρώτα είναι μάλλον αντιπαθή δίποδα, τα δεύτερα είναι συνήθως χαζούλικα λόγω του «ταξίματος» τους στα… ιδεώδη και τους… αγώνες της παράταξης. Σε κάθε περίπτωση, και οι δύο κατηγορίες είναι πανεύκολο να εντοπιστούν και βεβαίως να αποφευχθούν, αφού ο συγχρωτισμός μαζί τους εκτός από σταφυλόκοκκο και Καλαζάρ μπορεί να προκαλέσει και οξεία αφραγκίτιδα, για λόγους που θα αναλυθούν κάτωθι.
Σημειώνεται δε ότι τα εν λόγω δίποδα, όσο κι αν μοιάζουν για κατοικίδια, ωστόσο και επειδή είναι ανεπίδεκτα εμβολιασμού, ωφέλιμον κρίνεται να διατηρούνται εκτός της οικίας, καθότι όποιος κάτσει με στραβό το πρωί αλληθωρίζει…

ΓΕΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ «ΜΟΥΤΖΑΧΕΝΤΙΝ ΤΟΥ ΑΦΕΝΤΙΚΟΥ»

Δεν υπάρχουν. Ζουν ανάμεσα μας. Μέχρι να εμφανιστεί το «Αφεντικό». Άμα τη εμφανίσει του, μακραίνει η γλώσσα, κυρτώνουν οι ώμοι, αυξάνεται η παραγωγή σίελου και άπαντες πέριξ του «Αφεντικού» - ειδικά αυτοί που τυχαίνει να συμπαθεί – είναι εχθροί.
Αν και το εκπαιδευμένο μάτι, τους εντοπίζει εύκολα, σε περίπτωση που η εμπειρία δεν βοηθά, αξίζει να στήσει κανείς αυτί στις συναδελφικές κουβέντες καλόπιστη κοινωνικής κριτικής (aka «θάψιμο»). Κάποιος θα βοηθήσει, αναφέροντας λέξεις όπως, ο «δούλος του Σκότους», το «τσουτσέκι», το «τσιράκι», το «αντ’ αυτού / -ης». Πρόκειται για πολύτιμη πληροφορία, την οποία δεν αγνοούμε!

ΟΔΗΓΙΕΣ

ΔΕΝ – «δεν», όμως – πιάνουμε φιλίες με το «Μουτζαχεντίν του Αφεντικού». Εκτός κι αν προτιθέμεθα δίκην αύξησης ή προαγωγής, να ρισκάρουμε α) την ευλυγισία της μέσης μας, β) το ενδεχόμενο να μην καταλάβουμε πότε χάσαμε το ένα – μπορεί και περισσότερα – από τα πέντε μας δάχτυλα.
Διότι το «μουτζαχεντίν» έχει μία τάση να μετατοπίζει ευθύνες και να φορτώνει τις ανυποψίαστες κοπτοραπτούδες με δικές του δουλειές!
Και δεύτερον, διότι αν καταλάβει ότι υπάρχει ικανότερος από την περίπτωση του, τα δαχτυλάκια που λέγαμε θα γίνουνε… κιμάς!
Δεν υποτιμούμε τις ικανότητες του: μπορεί να τα έχουμε όλα στην εντέλεια, αλλά το «μουτζαχεντίν» έχει ταλέντο στην ίντριγκα. Και επειδή το ταλέντο του το ανακαλύπτουμε μετά την έξοδο μας από το… κοπτοραπτείο, καλόν είναι να μην ομιλούμε ούτε τόσο ώστε να μας «αγοράζει», ούτε πιο λίγο ώστε να μας υποψιάζεται!
Είμεθα κύριοι και κυρίες, τηρούμε τις αποστάσεις ασφαλείας, δεν χαϊδεύουμε το δίποδο κουτάβι με τους χαυλιόδοντες, διότι μπορεί να παραγνωρίστουμε και τότε σώσον Ελέησον και επιστρέφουμε πάραυτα στην ασχολία μας.
Εννοείται, ότι δεν υβρίζουμε το «Αφεντικό» μπροστά του, εκτός κι αν θεωρούμε ότι ήρθε η ώρα για αλλαγή εργασιακού περιβάλλοντος.


ΠΡΟΣΟΧΗ – ΠΡΟΣΟΧΗ: Το «μουτζαχεντίν», σε κάποιες φάσεις της ζωής του και λόγω της τρελής πίεσης που του ασκείται από το «Αφεντικό» έχει… «ξεσπάσματα»! SOS! Δεν τον πλησιάζουμε, όταν δείχνει την τάση να… εξομολογηθεί θανάσιμα μυστικά και δεν το παίζουμε παρηγορητές και σύμβουλοι. Διότι, στο πρώτο χάδι στην κυρτωμένη πλάτη που το «Αφεντικό» θα χαρίσει στο «Μουτζαχεντίν», απλώς σκεφτείτε ποιος θα είναι εκείνος που επειδή γνωρίζει «κακά πράγματα» θα υποστεί φάλαγγα και τέλος, εκπαραθύρωση.
Επίσης, αποφεύγουμε συναντήσεις του «Αφεντικού» με το «μουτζαχεντίν» του πάνω απ’ τον κοπτοράπτη μας. Διότι, δε φτάνει που ‘χουμε να γαζώσουμε τα μαλλιοκέρατα μας, μετά θα πρέπει να σφουγγαρίζουμε και τα σάλια.

ΓΕΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ «ΠΑΡΑΤΑΞΙΑΚΩΝ ΤΑΛΙΜΠΑΝ»

Εν γένει θα περάσετε ζάχαρη. Ανεξαρτήτως παράταξης. Αν το χιούμορ σας είναι κάπως… διευρυμένο, θα κάνετε καινούριο συκώτι. Στο σπίτι σας, όταν θα ξαναφέρνετε στο μυαλό σας τι παπαριές ακούσατε σήμερα. Διότι δεν γελάμε μπροστά στο «Ταλιμπάν».
Σε ακραίες περιπτώσεις, δεν χρειάζεται καν να κουραστείτε για να το εντοπίσετε. Ο χώρος εργασίας του είναι ζωσμένος με σημαιάκια και σλογκανάκια του κόμματος. Συνήθως, είναι δίποδο που θέλει ένα καλύτερο αύριο και πιστεύει ότι το κόμμα μπορεί και πρέπει να του το δώσει.
(Ελάτε, τώρα! Μην κάνετε γκριμάτσες! Οι περισσότεροι την περάσατε αυτή τη φάση!).
Είναι το δίποδο που θα σας βοηθήσει αν έχετε: α) συνδικαλιστικό πρόβλημα, β) ερωτικό πρόβλημα, γ) πρόβλημα δυσκοιλιότητας.
Μην τολμήσετε να θεωρήσετε ότι θα σας λύσει και το οικονομικό σας πρόβλημα. Αυτά θέλουν δουλειά και το «ταλιμπάν» δεν μπορεί, διότι για την ώρα…αγωνίζεται. Συνήθως, για να κάνει τη δική του ζωή (μόνο) καλύτερη, αλλά αυτό παραβλέψτε το. Η χειρονομία μετράει!

ΟΔΗΓΙΕΣ

Δεν λέτε στο «Ταλιμπάν» τι κόμμα ψηφίζετε. Ποτέ! Διότι αν ψηφίζετε το ίδιο ΘΑ ΣΑΣ ΤΑ ΠΡΗΞΕΙ! Κάθε που θα αγορεύει, θα ζητά με νεύμα ή με λέξεις την επιδοκιμασία σας… (φτου και βαριέμαι!). Θα σας τσακίζει το νευρικό σύστημα με την εκάστοτε χάρτα του κόμματος και θα σας αγγαρεύει να παραβρίσκεστε σε α) συγκεντρώσεις, β) τραπέζια διαλόγου του κόμματος, γ) παρουσιάσεις βιβλίων στελεχών του κόμματος, δ) κάτι θα βρει, δεν τον φοβάμαι!
Αν πάλι, θέλετε να τον σφάξετε στο γόνατο, επειδή ψηφίζετε κάτι εκ διαμέτρου αντίθετο, η στιγμή της σύγκρουσης είναι πολύ κοντά. Και επειδή είστε κύριοι και κυρίες, δεν λέει να τσακώνεστε σαν τους μπαρμπάδες στα καφενεία για τα πολιτικά!

ΠΡΟΣΟΧΗ – ΠΡΟΣΟΧΗ: Η στάση η οποία σώζει απέναντι σε τέτοια δίποδα, για τις γυναίκες είναι αυτή που υποδηλώνει «ούτε ξανθιά ούτε πεπειραμένη». Το οποίον σημαίνει, ότι αφιερώνετε κάθε μέρα (καλά, μέρα παρά μέρα) πέντε λεπτά στα οποία ακούτε με… αληθινό ενδιαφέρον την ημερήσια κατήχηση και μετά με εντελώς αλλούτερο ύφος λέτε «Συγνώμη, έχω δουλίτσα τώρα, να τα πούμε μετά;». Πιάνει πάντα, αν και το «ταλιμπάν» σαν τον καλικάντζαρο πάντα πιστεύει ότι είστε ένα δέντρο που μπορεί να πριονίσει.
Το αυτό, αλλά στο πιο βιλγκέρ ισχύει και για τους κυρίους.
Και μην ξεχνάτε: αγαπάμε τα ζώα, αλλά προσέχουμε και την υγειά μας!

Αυτά για σήμερα. Με άλλες κατηγορίες δίποδων, θα ασχοληθούμε εις το μακρινό μέλλον, τα φιλιά και τα σέβη μου στους νεοφώτιστους, επ’ ευκαιρίας της νέας σχολικής (και εργασιακής) χρονιάς και καλά μας γαζιά!



ΑΣΧΕΤΟΝ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟΝ

Στη θεία Ντόνα είχα τάξει μία λίστα με τραγούδια παρελθούσης…χρήσης (δεκαετία και βάλε). Γράφε λοιπόν, χρυσή μου, τι άκουγε η Κοπτοραπτού στα 20 της!

1. My girl – Nirvana

2. Love Hurts – Nazareth
3. Bohemian Rhapsody - Queen
4. Must been talking to an angel – Eurythmics
5. Girls wanna have fun – Cindy Lauper
6. Pink – Aerosmith
7. So you want to be (A Rock n’ Roll Star) - Pattie Smith
8. November Rain – Guns n’ Roses
9. Nessuno mi puo giudicare – Katerina Caselli
10. You don’ t own me – Lesslie Gore
11. Σε όλα αυτά προσθέτουμε τα άπαντα του Σαββόπουλου και του Ζερβουδάκη και καλή μας όρεξη!





ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.cartoonstock.com




Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2008

Χερ ας (and my ass)...


«Σ’ το ‘χουνε ξαναπιάσει ποτέ έτσι το κωλαράκι, μανάρι μου;».
Την ατάκα την άκουσα σήμερα το πρωί στο τρένο. Όχι εγώ (προς Θεού, είμαι και λογοπιασμένη γυναίκα! Χε,χε!).
Μία κοπελιά την… άκουσε, η οποία μαζί με το αμόρε της (στραβώθηκε και τον πέτυχε;…) πήγαιναν μάλλον στη δουλειά.
Κι οι δυο όρθιοι – εγώ στριμωγμένη, σαν το σκατό, δίπλα τους – αυτή μπροστά του, αυτός πίσω της (οι αρσενικοί να σταματήσετε τους συνειρμούς, ΤΩΡΑ!)
Αυτός ορεξάτος – μέσα στο τόσο στριμωξίδι, μπράβο του… – αυτή μισοενοχλημένη, μισοχαζεμένη, με ύφος «καλέ μη, καλέ μας βλέπουνε» (και σας ακούνε!).
Το τρένο σε κάθε στάση φρενάρει περίεργα, ο κόσμος πάει κι έρχεται (κι αυτοί οι δυο επίσης), εγώ πάλι, με την τσίμπλα στο μάτι, ζαλωμένη με «υφάσματα», «κλωστές» και «ψαλίδες» προσπαθώ: πρώτον να μην πατήσω κανά Χριστιανό, δεύτερον να διασώσω τον δικό μου τον πισινό, διότι τα χέρια του εραστού έχουν τον…ανοικονόμητο.
Της δαγκώνει το αυτί. Του τσιμπάει την κοιλιά. Τη γαργαλάει. Και κάνει ατσούμπαλες κινήσεις. Της τραβάει το τιραντάκι απ’ το φόρεμα και του δίνει μπατσάκια (έλεος).
Και στο τέλος, λίγο πριν κατέβουν (επιτέλους!), με τα δυο του χέρια, της βουτάει τον αποτέτοιο και της τσαμπουνάει την παραπάνω κοκαλοτσακιστήρια ατάκα. Όχι ψιθυριστά! (Το άκουσα κι εγώ και μια ζαβλαμού φοιτήτρια δίπλα μου κι ένας μπάρμπας πίσω μου και το μισό βαγόνι μη σου πω…).
Η δεσποινίς παγώνει. Με την άκρη του ματιού μου, μέσα από το καθρεφτέ γυαλί ηλίου, τη βλέπω να γίνεται μελιτζανί απ’ το κακό της και εκεί λέω «έχει γούστο!». Θα βγάλει το τακούνι και θα τον κάνει αλύπητο!
Μόνο που το ‘πα. Τίποτα δεν έγινε. Κατεβήκανε βουβοί στην επόμενη στάση και τέλος ο... σινεμάς. Και για ‘μένα και για το υπόλοιπο βαγόνι…
Που με το συμπάθειο τώρα – και μη με πείτε συντηρητικιά – αλλά τέτοιες μαλακίες στη μέση του δρόμου (του βαγονιού, της λεωφόρου, κλπ) εμένα μπορούν να με κάνουν τρελή.
Ειδικά, αν ο εις εκ των δυο δεν τις πολυγουστάρει.
Διότι, αν πρόκειται περί κοινού… γούστου, δεν το συζητώ, έλα και βγάλε τα μάτια σου μπροστά μου. Νόου πρόμπλεμ!
Αλλά αφού δεν τις σηκώνεις τις παπαριές μαντάμ, γιατί κάθεσαι;
Βαδίζοντας προς την υπέροχη τοποθεσία, όπου η… τέχνη μου με έστειλε για να εργαστώ, με πιάσανε τα ψυχολογικά μου…
Πόσοι από εμάς τολμάμε να μιλήσουμε όταν μας «τον πιάνουν» (κυριολεκτικώς και μεταφορικώς);
Υπάρχει κάποια σχολή που να διδάσκει πως δεν «σου τον πιάνουν»(εργασιακώς, συναισθηματικώς, κοινωνικώς);
Και τέλος, αν υπάρχει τέτοια σχολή, άραγε θα πρέπει να δώσεις κ… για να σου τα μάθουν όλα αυτά; Ε;
(Βρε, δεν τον πιάνω μόνη μου να μην τους έχω και υποχρέωση;)…
Με αυτές τις σκέψεις (του κώλου), έφτασα εις την εργασίαν μου, και για το υπόλοιπον της ημέρας, γάζωνα – γκες γουάτ! – μεγάλα, πελώρια βρακιά από αυτά που πουλάνε στις λαϊκές αγορές, «3 ευρώ η εξάδα, έλα πάρε»!



ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.the19thfloor.net

Σάββατο, 30 Αυγούστου 2008

Γκιβ ε μπιτ οβ μμμ του μι...



Σε ρυθμό ματζόρε (για να ξεμπερδεύω), γαζώνω κουστουμάκια βαρετά, ραμμένα σε γραμμή αυστηρή και χρώμα γεροντί (τι να κάνω; Πουτάνα ανάγκη!!!).
Όρεξη για λακριντί καμία και μου φαίνεται θα (ξε)χέσω την τιγκελού, η οποία βρίσκει χαρά στο να με πιλατεύει με το τι θα γίνει με τη σενιόρα Στάη και με το τι θα γίνουν τόσα σακάκια παραγγελιά αν το αποφασίσει και δεν ξαναπατήσει στον Alpha.
Σιωπηλά, την κερνάω τουλουμπάκια (πολλά) και νεράκι (κρύο) μπας και φάει και σκάσει και μ’ αφήκει να δουλέψω, να τελειώνω, να πάω καμιά φορά σπίτι μου σήμερα, την καταδίκη μου μέσα!
Βγάζω τα ακουστικά και το ραδιοφωνάκι μου, κάνω ζάπινγκ στους σταθμούς και πέφτω πάνω στον «Πιτσιρίκο», για λίγο σ’ ένα διάλογο του με τη Γκίζα.
Κοντοστέκομαι! Τους παρακολουθώ για λίγο πριν αρχίσει πάλι την πρόζα του και σκέφτομαι: «Γιατί Χριστιανέ μου, δεν τα λες από καρδιάς; Όταν ρολάρεις άνευ κειμένου είσαι σαφώς καλύτερος!».
Μόλις αρχίσει η ανάγνωση, ξαναρχίζω το ζάπινγκ και πέφτω πάνω στον City.

Άι καλά! Από Δευτέρα θα γελάσουμε πολύ, σκέφτομαι γαζώνοντας μετά μανίας…
«Τι γράφεις εκεί;;;;». Η τιγκελού θεωρεί σωστό να ξεκαρφώσει το ακουστικό απ’ το πονεμένο μου αυτάκι και με την τσιριχτή της περιέργεια να προσπαθήσει να πάρει απάντηση.
«Λίστα γάμου», της απαντάω.
«Ποιος παντρεύεται;», επανέρχεται (όχι που θα κώλωνε).
«Η γάτα μου!». Παύση και σιωπή.
«Χα, χα! Είσαι αστεία! Τέλεια θα περάσουμε φέτος!» (Πούστη μου, γαμώ το παρτ τάιμ μου, γαμώ!)
Ε, εκεί τρελαίνομαι!
Με πιάνουν κι οι εγωισμοί μου που θέλω να δικαιολογήσω τον τίτλο της τρελόγκας και: βουτάω το ψαλίδι, κόβω τις τιράντες από το μπλουζάκι μου, ανακατώνω τα μαλλιά μου και ανεβαίνω πάνω στον κοπτοράπτη.
Με ύφος λάγνο α λα Αμάντα Λιρ, αρχινάω: «Γκιβ ε μπιτ οβ μμμ του μι (γιορ ε μίστερι) εντ άι γκιβ α οβ μπιτ μμμ του γιου (ιτς σοου κομφιούζινγκ). Εντ γιορ άις λάικ ε λέιζερ, εβρι τάιμ γκετ μι ντίπερ!!!».
Κόκαλο οι λοιπές γαζώτριες, με εγκεφαλικό ο κουμποτρυπάς και νομίζω ότι είδα μια μύγα να μπαίνει στο στόμα της παρλαπίπας τιγκελούς!
Μετά από τέτοιο σόου, πιστεύω ότι δεν θα με ξαναενοχλήσει κανείς εις το νέο παρτ τάιμ και ψιλοάσχετο με την ειδικότητα μου, εργασιακό μου περιβάλλον.
Την ώρα που μπήκα τσακισμένη εις την οικία μου, η πολυαγαπημένη μου μήτηρ παρακολουθούσε τις ειδήσεις του Alter.
Ειδησεογραφικώς, η ρεπόρτερ μετέδιδε: «Τα τρία τελευταία χρόνια καταστήματα με μεταποιήσεις ρούχων αρχίζουν να κάνουν και πάλι την εμφάνιση τους στις γειτονιές της Αθήνας…».
Εμένα να ‘ρθεις να ρωτήσεις, κοριτσάκι μου, τι έχει να γίνει φέτος, που σηκωθήκαν τα ποδάρια να βαρέσουν το κεφάλι!
Που τα μπλοκάκια παροχών θα πάνε σύννεφο και κάλλιο να ζητάς να σου δώσουν το βρακί τους παρά δουλειά!
Έλα, παιδί μου, να τρέχουν οι παραγγελιές!

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: picasaweb.google.com

Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2008

Τσούλα πρώτη μέρα προσαρμογής!!!


«Κύριε Σαμιωτάκη, γυρίσατεεεε;», που αναρωτιόταν και η αείμνηστη η Καρέζη.
Γυρίσαμε πανάθεμα τη σκούφια μας κι αγκομαχούσαμε σήμερα σαν τα ψοφάλογα στο κέντρο της Αθήνας.
Μέχρι να φτάσουμε στο κοπτοραπτείο, είχε φτάσει η γλωσσάρα μας στην άσφαλτο, που ζεματούσε σαν τα νερά της κολάσεως, η τσουλίτσα!
Χαίρετε, καλώς σας βρήκα, κάτσε να γυρίσω και την ταμπέλα στο μαγαζί, να γράφει «ΑΝΟΙΚΤΟΝ» να μην μπερδεύονται οι περαστικοί και λακάνε…
Που λέτε, πολύ κουτοπόνηρον ήτο τούτο το θέρος…
Και πολύ μισιακό. Κουτσουρεμένο δεν το ‘λεγες – αν κρίνω απ’ τα μούτρα μου, που πρώτη φορά κάνανε τέτοιες κινγκ σάιζ… διακοπές – αλλά να, πολύ τσουρούτικο, μάνα μου.
Σαν κάτι να του ‘λειπε.
Πότε ‘γίναν οι Ολυμπιακοί, πότε σπατσάρισαν, χαμπάρι δεν πήρα.
Πότε μας δούλεψαν ψιλό γαζί οι Κινέζοι, οι ψευτοτελειομανείς, νιέντε.
Πότε μας πιάσανε χαπακωμένους και μας έβγαλε γλώσσα κι ο μεσιέ Ρογκ – «εφκαριστούμε Ελλάντα, εφκαριστούμε Ατίνα» - ούτε αυτό το καλοκατάλαβα…
Κι οι κανάλες, λέει, εργάζονται, πυρετωδώς.
Φέτος, σου λένε οι διευθυντάδες, θα είναι η χρονιά της σάτιρας. Βάλε με νου σου τι μαλακία έχουμε να ακούσουμε, δεν έχω λόγια η γυναίκα, για να εκφραστώ.
Ετοιμάζουν κωμωδίες, από αυτές που γελάς από ευγένεια, όταν είναι μπροστά ο σεναριογράφος και μετά ρεύεσαι και σου περνάει…
Θα τρέχουν πάλι άρον άρον στα μισά της σεζόν να μαζεύουν τα ασυμμάζευτα.
Δεν πειράζει, κλωστές να ‘χουμε, να ραβόμεθα φτηνώς και οικογενειακώς…
Διότι έτσι πως το πάνε οι αγαπητοί καναλάρχες, στο τέλος θα ψωνίζουν και αυτοί από τα πανέρια της λαϊκής!
Ούτε καν σ’ εμένα, που λέει ο λόγος, δεν θα τους βγάνει το βαλάντιο τους να ραφτούν
Τέλος πάντων, σκασίλα μου, από την τσέπη μου δεν τα παίρνουν, αλλά αν εξαιρέσεις κάτι «Ματωμένα Χώματα» και κανά δυο παραγωγές ακόμη, τα υπόλοιπα είναι λιμά κι ανεμικά (κάποια δε, ειδικά τα τηλεπαιχνίδια κι ολίγον πρόστυχα στη σύλληψη τους) που καλά θα ήταν να κάνουν ένα κρας τεστ για να μην κλαίνε τις καρέκλες τους. Ιδέα ρίχνω, τσάμπα είναι, δεν κοστίζει…
Λοιπά νέα έχω πολλά, αλλά κάμετε λίγη υπομονή, γιατί η πρώτη μέρα – της προσαρμογής που λένε οι γραμματιζούμενοι – ήταν τραζίκ, η ώρα πήγε 12, γριά να παίξω κανά ποκεράκι δεν υπάρχει πλέον και έχει βράσει ο λιγοστός εγκέφαλος μου.
Σας φιλώ, σας αγαπώ και παραγγελιές δέχομαι, ακόμη κι αν είναι για τις βυζοκρατήστρες της Μαντόνα.

Σημείωσις 1η: Θα μου επιτρέψετε το καλωσοριστήριον κείμενο να το αφιερώσω στην Abbtha. Που τη θέλω ντούρα και χαμογελαστή, για να μην αρχίσω τα λατινικά!


Σημείωσις 2η: Επίσης, μου επιτρέπετε δεν μου επιτρέπετε, στέλνω από ένα σκαστό φιλί στον Μοναχικό Λύκο και τη Θεια μου τη Ντόνα, την καραμπουζουκλού, την τσίφτισσα.
Τα λέμε εντός της εβδομάδος!
ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: unique74.multiply.com

Τρίτη, 5 Αυγούστου 2008

Γράμμα από την Αιδηψό


Από τη χώρα της μουρλής γριάς, του αυχενικού και της ποδάγρας, την τιμημένη Αιδηψό, σας στέλνω τα φιλιά μου!!!
Έχω κάνει τρελό παρεάκι με κυριούλες τρεις: η μια μουστακαλού, η άλλη με μαλλί φλαμπέ και κοραλλί κραγιόν κι η τρίτη η καλύτερη, τρελή οπαδός του «πέρδεσθαι όπου βρείτε!».
Περνάμε ζάχαρη, σας λέω, εγώ και οι γριές – τύφλα να ‘χει το πιο ορκισμένο ξεκώλι της Μυκόνου – μόνο που εκεί κατά την ενάτη νυχτερινή το διαλάμε, γιατί έχουμε και τα αρθριτικά μας, μην τα ξαναλέμε αυτά!
Το πρωί τσακωνόμαστε για το αν θα δούμε «Ρετιρέ» στο Μέγκα ή Άγκλι Μπέτι στον Αντέννα.
Το μεσημέρι αυτές χώνονται μέχρι το λαιμό στην άμμο και εγώ διαβάζω μετά μανίας Χαλόου – ας ειν’ καλά το Λυμπερέϊκο που νοιάζεται για τη μόρφωση μου.
Ενίοτε τις πιάνει η νοσταλγία («Θυμάσαι πόσο τον είχε ο μακαρίτης;») και κάποιες φορές μουτζοπιάνονται για το αν η Μελέτη ήταν καλή επιλογή για το δελτίο του Σταρ ή αν έπρεπε να πάει κατά ΣΚΑΪ μεριά για να στανιάρει η πχιότητα μέσα της.
Βέβαια, το γκραν σουξέ ακούει στο όνομα Μιχάλης Ναλμπάντης («και μαραμένες γριές ανασταίνει»), ενώ ομοφώνως τα γριάδια αναμένουν με αγωνία:
Α) Την θεαματική εμφάνιση της Εύης Βατίδου ως δημοσιογράφου
Β) Την θεαματική εμφάνιση της Κατερίνας Παπουτσάκη ως… Αλίκης
Εκεί κατά το απόγευμα «σφαζόμαστε» για το αν θα δούμε Μπέβερλι Χιλς στον Άλφα, 50 – 50 στο Μέγκα ή λαλημένο Ντετέκτιβ Μονκ στο Σταρ.
Έχω να πω δε, ότι καλύτερα να «σκοτωνόμαστε» για τέτοια ζητήματα, παρά να με ρωτάνε αν ράβω φορέματα με ζαπονέ μανικάκι που ήτο της μοδός το 1920…
Κατά τις 8 – και αν δεν έχουμε ξεχάσει κάποια θαμμένη στην παραλία - στήνουμε ένα ποκεράκι.
Με μαδάνε για κανά μισάωρο (ποντάρουμε σε είδος, ό,τι έχει η καθεμιά: η Φωφώκα τη συλλογή με τις μασέλες, η Νανάκα {όχι η γνωστή} τη συλλογή με τα πιεσόμετρα, η Αμφιάλη τις σκελέες του μακαρίτη, κι εγώ τη συλλογή με τις σακοράφες) και εκεί κατά τις 9, 9.30, κλείνει το… παρθεναγωγείο, τα κοριτσάκια πέφτουν για νάνι (του Χάρου μη με δίνεις!!!).
Αυτή είναι η ώρα μου: κολοβαρώ ποικιλοτρόπως μέχρι τις δώδεκα παρά, οπότε και μπορώ να δω με την ησυχία μου την ξυνοκάβαλη ανακρίτρια Μπρέντα Τζόνσον, που αλλού;
Στο ευλογημένο Σταρ! Που να μας κόβει ο Θεός νύχια και να δίνει σειρές του Μαλέλλη, γιατί οι άλλες κανάλες μας ψόφησαν με τις επαναλήψεις, την καταδίκη μου, γαμώ!

Πι Ες Ουάν: Εννοείται ότι κάνω πλάκα, διότι με πιάσανε οι νοσταλγίες μακριά από το κοπτοραπτείο!

Πις Ες Του: Εξακολουθώ να λέω ότι θα γυρίσω εκεί μετά τον 15αυγουστο. Απλώς βρήκα ίντερνετ καφέ – ας ειν’ καλά οι γριές – και τώρα καθυστερώ τον μαγαζάτορα που θέλει να κλείσει κι ετοιμάζεται να βουτήξει τη σκούπα και να με πάρει στο κυνήγι.

Πις Ες Θρι: Α, και προς Θεού, μην ακούω γελοίες απορίες, του τύπου "πως φτάσαμε μέχρι εδώ" και "σε τι κοινωνία ζούμε". Και φυσικά αναφέρομαι στα περιστατικά Μυκόνου και Σαντορίνης. Όταν κάθε μέρα με ταϊζεις αίμα και σάρκα από την πρώτη σου σελίδα, όταν βάζεις τον κάμεραμαν σε ρόλο χασάπη να κόβει παρουσία μου τη σπαλομπριζόλα, εννοείται ότι αυτό που θα καταλήξει στην τουαλέτα δεν θα είναι... χορταράκια του βουνού. Ξύπνα, ευλογημένε!
ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: usera.imagecave.com

Κυριακή, 27 Ιουλίου 2008

Γουίς μι καλή ξεκούραση!


Πελαταριό μου αγαπημένο, πχιοτικό και απαιτητικό,

Αν άφηκες τα τσίτια σου στο κοπτοραπτείο σε ενημερώνω ότι κακώς έκαμες, καθότι το κατάστημα κλείνει για 20 μέρες (τσε βάλε) και τα ρουχαλάκια σου θα μείνουν όμηροι.
Αν δεν άφηκες τίποτα – και κυρίως χρέη στην κοπτοραπτού – καλά να περάσεις και πάλι ορίστε εκεί κατά τα τέλη Αυγούστου.
Το μηχάνημα το στέλνω για σέρβις, αλλά σε ενημερώνω ότι μαζί μου έχω πάρει ψαλίδια, κλωστές και βελόνες, μπας και χρειαστεί κανά στριφωματάκι, κανάς ποδόγυρος, κανά κουμπί, βρε αδελφέ.
Παραγγελιές αφήνετε κανονικά, και αν (αν λέμε!) σκάσει κανά πατρόν απρόοπτον και βιαστικόν, εδώ θα ‘μαι για να μην στραβογαζωθεί.
Με την ελπίδα ότι θα γυρίσω τόσο μαυρισμένη όσο ο Ντόλτσε, ο Γκαμπάνα κι ο Λάκης Γαβαλάς μαζί, σας φιλώ!

Τα σέβη μου,

Κ.


Υστερόγραφον:

Γείτονες, να ρίχνετε καμιά ματιά στο μαγαζί διότι σέρνονται και μπουκαδόροι. Ευχηθείτε μου καλά μπάνια κι αν δείτε κάποια, με μαγιώ με ψαλίδια τυπωμένα πάνω του, μιλήστε της. Αφού βέβαια σιγουρευτείτε ότι είμαι εγώ και δε σας πλακώσει στις μπάτσες καμιά άγνωστη! Φιλιάααα!


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.spokesmanreview.com

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2008

Ολίγον από τηλεόραση και κάργα μουσική!

Δεν ξέρω αν σας το 'χω πει, αλλά υποψιάζομαι ότι εδώ και καιρό, τηλεοπτικώς τουλάχιστον έχομεν αδελφοποιηθεί με την φίλη Ισπανία. Το τι "σαπούνι" σπανιόλικο παίρνουνε και μεταφράζουνε τα ημεδαπά της τηλεόρασης δεν περιγράφεται.
(Χαρήκανε, βλέπεις από την επιτυχία του "Ευτυχισμένοι Μαζί" - ισπανιστί "Los Serrano"και σου λένε πιάσε και μετάφραζε να δούμε άσπρη μέρα).

Έτσι, ο αγαπητός Άλφα με καμάρι περισσό μας ενημέρωσε ότι από τη νέα σεζόν θα μας δείξει το "Υπάρχουν Άντρες κι Άντρες" - λες και δεν το ξέραμε μοναχές μας -, ισπανιστί σα να λέμε "Τόδος λος όμπρες σόις ιγουάλες".

Εννοείται ότι το σιριαλάκι μπορεί να κάνει τρελή πετυχεσά, αλλά βρε παιδί μου, βάλε και λίγο την γκλάβα του ιξ σεναριογράφου να δουλέψει...

Τέλος πάντων, από Σεπτέβρη θα δούμε.

Άλλο, όμως, ήτο το θέμα μου, απόψε. Η Θεία Ντόννα εδώ και καιρό με περικάλεσε να της γράψω τα τραγούδια που με κάνανε κλιτς όταν τα πρωτάκουσα και έκτοτε κάτι μου "ξύνουν" όταν τ' ακούω, εκτός από πληγές.

Γαζώνω κι εγώ το τοπ τεν (μπορεί και να μην είναι τεν, αλλά δείχτε κατανόηση) της Κοπτοραπτούς, αλλά προς Θεού μη μου ζητήσετε να πασάρω λινκιές, γιατί είμαι γκάγκα με τα τεχνολογικά. Σας δίνω τα στοιχεία -ήτοι καλλιτέχνης και τραγούδιον- και βγάλτε την άκρη μοναχά σας.

Α, και το παιχνιδάκι επειδή μ' έχουν πιάσει καλοσύνες, δεν το πασάρω πουθενά για να μη βρίζετε καλοκαιριάτικα ότι σας αγγαρεύω.

Ωστόσο, πολύ θα 'θελα να ξέρω τι ακούει η Abbtha, o Swell, το Καφατάκι και φυσικά (όχι που δεν θα σ' έβαζα μέσα...) ο Μοναχικός Λύκος.

Έχουμε και λέμε λοιπόν:


1. Pas Les Tempes De Vie - Mylenne Farmer
Αν θέλετε να με σκοτώσετε, να το βάζετε να παίζει συνέχεια. Μπορώ να κλαίω με τις ώρες.

2. Μa vie en rose - Zazie
Σα να λέμε η άξια διάδοχος της Μιλέν Φαρμέρ. Το τραγουδάκι πρωτοέπαιξε στην ομώνυμη ταινία "Μa vie En Rose", η οποία επαξίως "ξεσκίστηκε¨" στα βραβεία πριν από χρόνια στο φεστιβάλ Καννών.

3. Corsica - Pedru Goelfuchie
Άπειρες οι προσπάθειες να γίνει ελληνική διασκευή του τραγουδιού, καμία όμως δεν έφτασε τη φωνάρα αυτού του Κορσικανού που έχει καταπιεί το μικρόφωνο! Απλώς θεϊκός!

4. Clubbed to Death - Rob Dugan
Ορχηστρικό. Γαμάτο. Ασχέτως του τίτλου του, γεμάτο ζωή. Οι λοξοί το αναγνωρίζουν και ως το τραγούδι της Τρίνιτι από το Μάτριξ. Τε - λει- ο!

5. One of us - Joan Osbourn
Επειδή όλοι έχουμε αναρωτηθεί τι κάνει ο Πανάγαθος εκεί πάνω. Σε ζόρικες στιγμές, προτιμήστε να μην μου το "σερβίρετε". Με πιάνουν τα υπαρξιακά μου.

6. Lesiem - Fundamentum
Επικό, θυμίζει λίγο μουσική για γκέιμς, ψιλοανατριχιαστικό, αλλά γουστάρω. Πολύ.

7. Kill Bill
Όλο το σιντί. Μπορώ να το καταπιώ. Με μια μικρή αδυναμία στο "Gran Duel" μπάι Primakov. Έξοχο!

8. Stabat Mater Dolorosa - Giovanni Battista Pergolesi.
Αυτό, το μικρό δείγμα από ένα συγκλονιστικό έργο. Το κόλλημα μου με τον τυπάκο είναι άφατο. Σεβαστείτε το. Διοτί τον ακούω συχνάκις, στην τσίτα και οι διπλανοί είναι έτοιμοι να με σουτάρουν. Κάποια στιγμή θα ήθελα να γαζώσω κάτι για την αφεντιά του, αλλά δεν μπόρεσαν άλλοι κι άλλοι, σιγά μη φτουρήσω εγώ. Α, και επειδή είναι το εικονιζόμενο τυπάκι της φωτογραφίας, σας παρακαλώ με σέβας τα σχόλια σας, μη χεστούμε!


(Ας γράψουμε και κανά ελληνικόνε, τώρα...)


9. "Σε θέλω" - Διονύσης Σαββόπουλος / Ελευθερία Αρβανιτάκη / Βαγγέλης Γερμανός.
Διότι κάποτε ήρθαμε και εμείς σε επαφή με την γη της καψούρας...

10. "Πρωινό Τσιγάρο" - Χορωδία Τυπάλδου.
Το 'χουν πει κι η Αλεξίου με τον Νταλάρα, αλλά το προτιμώ από τα πιτσιρίκια. Γενικώς ο Μαυρουδής κάτι μου κάνει. Ειδικώς με αυτό το άσμα.

11. "Με τα μάτια κλειστά" - Γιώτα Νέγκα.
Τη λατρεύω αυτή τη γυναίκα. Σ' αυτό το τραγούδι. Μ' αυτή τη φωνή. Παναγιά μου!

12. "Για που το 'βαλες καρδιά μου" - Ορφέας Περίδης.
Λίγο όρτσα, αλλά έτσι πρέπει να 'ναι οι τραγουδοποιοί.


Λοιπόν, θείτσα, σπατσάρισα γι' απόψε. Τα σέβη μου και καληνύχτες!



ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.haendel.it

Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2008

Σουπερνάτσουραλ!


Εκεί που φυσάει ένα υπέροχο αεράκι και σου δροσίζει τον τηγανισμένο σου κώλο, εκεί κάνει μία ελεεινή άπνοια και ο κώλος σου τηγανίζεται έτι περαιτέρω.
Όπως αντιλαμβάνεστε, υπό αυτές τις καθόλου κόζι συνθήκες, καμία όρεξη δεν έχεις για σοβαρές συζητήσεις, όπως λεφτά, δουλειά, σχέσεις...
Επίσης, καμία όρεξη δεν έχεις για σοβαρή τέχνη. Που αφορά σε πραγματικά θέματα. Α πα πα!
(Προχθές μία φίλη, παλιά κοπτοραπτού - καινούρια παντρεμένη, προσπαθούσε να μας «ψήσει» να πάμε σε μία πειραματική σκήνη που καταπιανόταν με τη διαλεκτική του Ιλιένκοφ, αν θυμάμαι καλά. Δεν είσαι καλά, κοπελιά! Θα φάω το βράδυ μου με τα προβλήματα του σοβιετικού σε ελληνικό έδαφος! Το οποίον σημαίνει: θα φάμε καμιά ώρα μέχρι να πάμε στου βοδιού του κέρατο, θα φάμε άλλες δύο ώρες να βουρλιζόμεθα με τα πχιοτικά κι άλλη μιάμιση μέχρι να γυρίσουμε και θα μας έχει φύγει και κανά 50ευρω πηγαινέλα – ΜΟΝΟ! – έτσι επειδή είναι του πχιοτικού).
Με αυτά και μ’αυτά η ώρα θα ‘χει πάει – στην καλύτερη περίπτωση – μιάμιση το ξημέρωμα και θα ‘χω χάσει και την αγαπημένη μου σειρά.
Σούπερνατσουραλ, όπερ εστί μεθερμηνευόμενον, «Παραφυσικό»!
Α, όλα κι όλα! Δεν μπορώ να πω! Φρόντισε φέτος το Σταρ να τον ξενυχτάμε τον μακαρίτη με δυο αδέλφια που κυνηγάνε διαβόλους και τριβόλους, σα να λέμε ο Βαν Χέλσινγκ εις διπλούν μόνο που δεν κυνηγάει μόνο βαμπίρ...
Εξαίρετη σειρούλα, καναδέζικη αμερικανιά, με γκομενάκια δύο, και υποθέσεις πολλές καθότι τα επεισόδια αυτοτελή...
Τη μία κυνηγούν την Μπλάντι Μέρι, την άλλη κάτι έντομα που στοιχειώσαν μια περιοχή, σούπερ περνάμε τις αδέκαρες και αποπνικτικές νύχτες μας.
Α, εμένα μ’ αρέσουν τα θρίλερ! Παθιάζομαι, πηδάω από καναπέ σε καναπέ, χτυπάω τοίχους και χαλώ και τον ύπνο του γείτονα, που σηκώνεται από τις 4 χαράματα και πλακώνεται στις κουλουμούντρες καθότι Μουσουλμάνος.
Αλλά δε με χαλάει. Ούτε εγω εκείνον. Ο καθείς με τα ζόρια του τα ωραριακά...
Τι έλεγα; Α, ναι! Γαμάτη η σειρούλα, για να μην πω πιο προσοντούχα από το περσινό Νιπ Τακ.
Καθότι με το Σούπερνατσουραλ, μπορείς να φας και μια μπουκιά φαί.
Ένα πατατάκι, ένα νάτσο, κάτι τελοσπάντων.
Με το Νιπ Τακ και να ‘θελες ήταν τόσο αληθοφανή τα σέα μέα των εγχειρήσεων των πλαστικών, που μόλις πήγαινες να βάλεις μια πιρουνιά σπαγκέτι στο στόμα, έβλεπες τα λίπια της 60άρας που έκανε ανόρθωση γλουτών και έκανες να φας μέχρι το επόμενο μεσημέρι.
Τα δε θριλεράκια έχουν κι άλλο προσόν: ξεχνιέσαι! Σαν τα Άρλεκιν, ένα πράμα. Διότι αποκλείεται (!) να σε πάρει στο κατόπι η πεθαμένη θεία που στοίχειωσε το σπίτι σου επειδή πηδιόσανε με τον δεύτερο σύζυγο της.
(Ενώ αν αρέσκεσαι σε ποιοτικά δράματα ή σε πειραματικές σκηνές, ειδικά αυτή την περίοδο, θες δεν θες θα ψυχοπλακωθείς διότι: ο ήρωας θα σου θυμίζει το πόσο σε αδίκησε η τύχη και η ζωή, η ηρωίδα θα σου φέρνει λίγο στο φυζίκ και άλλα τέτοια διόλου ευχάριστα...).
Τέλεια σου λέω, καθόλου ποιοτική μου πελάτισσα! Βλέπεις 45 λεπτά βανκουβεριανής αμερικανιάς (καθότι η παραγωγή είναι καναδέζικη) στην τσίτα, βλέπεις και λίγη κέτσαπ ολούθε – τάχαμ’ δήθεν το αίμα της μακαρίτισσας – και πας και κοιμάσαι σαν πουλάκι.
Άσε που ο κοπτοράπτης αρέσκεται εσχάτως να βλέπει πελάτες της αλλοδαπής κι ας είν’ κι από το Βανκούβερ. Πελάτες 2 μέτρα με πλάτες νααα! Ή πελάτισσες ξανθές με αναλογίες σούπερ (και καθόλου νάτσουραλ). Όχι σαν τις τις χοντρές που όλον τον χειμώνα είχαν κωλοκάτσει πάνω στο δόλιο το μηχάνημα και τώρα χρειάζεται αλλαγή στα λάστιχα, καθότι πιτσικάρισε το συφοριακό.
Είμαι τρε κοντάντ, λέμε! Κι αν μετά τη σειρούλα ακολουθεί κανά επίσης ματοβαμένο εργάκι, δεν το συζητώ: ξαπλάρω στον καναπέ και για να με σηκώσεις χρειάζεται γερανός!
Και γιατί γαζώνω τέτοια ντάλα θέρους; Α, είναι απλό: διότι επληροφορήθην ότι η σειρούλα τελειώνει όπου να ‘ναι, οπότε ας κάνει κάτι η αγαπητή κανάλα για να μην χαρμανιάσουμε κι εμείς τα αντιποιοτικά!
Γιατί αν χαρμανιάσουμε, μας βλέπω να καταλήγουμε απελπισμένα από βαρεμάρα σε τίποτα πειραματικές σκηνές και τίποτα διαλέξεις του τύπου: «Εκλεκτικισμός: Η σούπα του ζητιάνου της Αστικής Ιδεολογίας»...
Και δεν είναι να χάνουν τηλεθέαση οι κανάλες από τέτοια λιμά...




ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.tvshowsondvd.net

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2008

Ξύσιμο...


Το τελευταίο δεκαήμερο ο κοπτοράπτης ανέπτυξε δική του προσωπικότητα, με έγραψε στα τέτοια του, κατέβασε ρολλά και επιδιδόταν με χάρη και χαρά σ’ αυτό που ονομάζουμε «ξύσιμο».

(Σα δε ντρέπομαι, κοτζαμάν γαϊδούρα να φορτώνω τη σπαρίλα μου στο καημένο το μηχάνημα... Αλλά αγαπητοί πελάτες και πελάτισσες, γείτονες και γειτόνισσες, αυτή είναι η μαύρη αλήθεια).

Τις μέρες κοιμόμουν – ωσάν το βόδι - και τα βράδια άνοιγα το λάστιχο, καθόμουν στο μπαλκόνι και χάζευα τα πουλιά μου (τα καναρίνια, εννοώ, οφ κορς) να κοιμούνται κουλουριασμένα σαν μπαλάκια.

Α, βλέπω και θρίλερ. Μόνο στην τηλεόραση πλέον, διότι τα επαγγελματικά γκραν γκινιόλ τα έκοψα πριν κανά μήνα με το χασαπομάχαιρο (το ψαλίδι τελικώς δεν ήτο αρκετό...).

Διεκπεραιώνω τα απολύτως απαραίτητα με θαυμαστή αργοπορία (ποιος εγώ, που σιχαίνομαι όσους σέρνουν τα παπούτσια τους στον δρόμο)..

Χαζεύω τους ωραίους και τις ωραίες στα λεωφορεία. Ενίοτε χαμογελάω (όχι στους ωραίους. Μόνη μου.) Πότε – πότε τραγουδάω κιόλας.

Μαθαίνω να σβαρνίζω (απ’ τον κοπτοράπτη και τη ζωή μου) ό,τι με μπιπ τα τελευταία 10 χρόνια. Κι όσο κι αν παλεύω να νιώσω ενοχές το μόνο που μου βγαίνει είναι ένα χαζό γκομενέ χαμογελάκι.

Α! Α! Α! Με μίνι και ξώπλατο και σαγιονάρα και χαϊμαλιά έσκασα μύτη σε παλιό επαγγελματικό – πολύ ΚΥΡΙΛΟΥΛΑ στέκι – για να παραδώσω κάτι φακέλους. Κόκαλο οι σερβιτόροι, κόκαλο και οι αναμένοντες! (Τι ζώον τόσα χρόνια να μην πάω μία φορά με παρεό!).

Πληροφορήθηκα ότι μεγάλο κανάλι ετοιμάζει σειρά με θέμα της επικαιρότητας, νωπό ακόμη.. Αυτός που μου το σφύριξε πίστευε ότι θα αρχίσω να βρίζω και θα γράψω καμιά κακία, έτσι για να γίνει τζερτζελές και διαφήμιση. Ένα έχω να σου πω (κοντέ μου) φίλε: Ηχέσθην. Διότι έμποροι του πόνου δεν είναι μόνο οι κλίκες κάποιων μεγαλογιατρών. Βάλτε τη σειρά σας εκεί που ξέρετε και με τα ρέστα πάρ’τε ταβοράκια. Θα σας χρειαστούν.

Σβήνω μέιλς που μου ζητάνε: α) συνέντευξη, β) ραντεβού για ρουσφέττι (από μένα;;; θέλετε γιατρό γκάις), γ) διορισμό σε κανάλι (χα,χα), δ) δημοσκόπηση (έλα μου;).

Μιλάω λίγο, κοιμάμαι πολύ (το ‘παμε αυτό, κοπελιά, πάμε παρακάτου) και μόνο τώρα καταλαβαίνω (ΝΤΑΛΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΜΑΝΑ ΜΟΥ;) ποιοι μ’ αγαπάνε και ποιοι προσεύχονται να σπάσει ο κοπτοράπτης (γιατί, ρε σεις; Και σιγά τις αποκαλύψεις για τη Ζίμενς που δεν έκανα, δηλαδή...).

Δεν φοράω (ΜΕ ΤΙΠΟΤΑ ΟΜΩΣ!) μαύρα. Ιδρώνω όταν βλέπω γκόμενες με μαύρα ρούχα και μπότες (Πιάστε τις! Και πηγαίντε τις στα επείγοντα).

Και ελπίζω, ελπίζω, ελπίζω. Ότι αυτό το καλοκαίρι θα με απαλλάξει απ’ ό,τι παραλίγο να με κάνει κακό άνθρωπο, γουρούνι των κοπτοραπτείων και κομπλεξικό πλην καταξιωμένο εργατάκι...

Σας διαβάζω όλους κάθε μέρα. Ζηλεύω τον Swell (σίριουσλι) που τα ‘γραψε όλα στα... μπανιερά του και πήγε Ρόδο και την Abttha που της την πέφτουν τα πιπίνια στα λεωφορεία (παλιοκόριτσο, τι κάνεις στον κόσμο;;;).

Και εκεί προς το τέλος της εβδομάδας θα λαδώσω τον κοπτοράπτη και θα τραβήξω δυο περιποιημένα γαζιά για την αγαπημένη μου – για φέτος – ξένη σειρά.

Όχι που θα ‘γραφα τίποτα σοβαρό! Δε σφάξανε...


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: farm1.static.flickr.com

Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2008

Πάρτε μου δώρο μια τσατσάρα!



Δεν το μπορώ το καλοκαίρι. Ειλικρινώς. Κατά βάθος είμαι Σουηδέζα, για να μην πω Εσκιμώα. Αυτή την αηδία που ιδρώνω, κολλάω, δεν μπορώ να κλείσω μάτι, όλη την ώρα πρέπει να ‘χω την κεφάλα μου κάτω από το ντους και τα μάτια μου να κλείνουν από τη μαύρη νύστα απλώς ΔΕΝ το μπορώ!
(Και μη μου πει κανείς για αιρ κοντίνσιον, γιατί θα βρίσω. Και αυτόν, και τη ΔΕΗ που κάθε Αύγουστο μου ‘ρχεται φορτσάτη και το ότι τα πνευμόνια μου δεν αντέχουν την ξηρότητα που προκαλούν αυτά τα ρημάδια).
Είναι τράτζικ αυτό που ζω, σας το ορκίζομαι. Το μάτι μου κλείνει εκεί κατά τις 5.30 και το ξυπνητήρι χτυπάει εκεί κατά τις 7.30.
Εν τω μεταξύ, ξαπλωμένη τέζα στον καναπέ έχω δει όοοολες τις επαναλήψεις, όλες τις ξένες σειρές που απευθύνονται σε βαμπίρ – κοινώς προβάλλονται μετά τις δύο – και όλα τα μηχανήματα για τέλειους κοιλιακούς, κωλιακούς, μπουτιακούς και θωρακικούς.
Εννοείται ότι μετά βλέπω εφιάλτες με Δράκουλες που κάνουν διάδρομο και βαράκια, αλλά αυτό είναι άλλο καπέλο.
Στο μεταξύ, μία (ΜΙΑ) σειρά μου άρεσε σ’ αυτή τη ζωή και τελειώνει.
«Νόμος και Τάξη». Ωραίες αμερικανίτσες με γαμάτες ιστοριούλες και μπατσούληδες που είναι πολύ ταφ, αλλά το βράδυ πολύ συναισθηματικοί και θέλουν να αποκαταστήσουν τις σχέσεις τους με τα 8χρονα παιδάκια τους.
Αυτό το ωραίο πράμα, λοιπόν, το ξεκάθαρο, το μπρουτάλ, που δεν χρειάζεται καμία λεζάντα ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ!!!!
Και τι θα βλέπω εγώ τώρα μέσα στην μαύρη αγρύπνια;;; Τιούντορς;;; Ούτε που να το συζητάς! Ό,τι έχει κορώνα επάνω του με οδηγεί σε αναφυλακτικά επεισόδια.
Το μόνο που έχω καταφέρει να διαπιστώσω – κι αυτό σε κατάσταση ζάπινγκ – είναι ότι ο Ερρίκος ήταν φαρμακοτσούτσουνος. Ό,τι πήδηξε μετά ή το σκότωσε ή του πέθανε. Α παπα! Και κάνει και ζέστη...
Και καλά το βράδυ πάει κι έρχεται;
Το πρωί; Τι κάνεις το πρωί; Την προηγούμενη εβδομάδα παραλίγο το γλίτωσα το εγκεφαλικό όταν άκουσα Ελένη Μενεγάκη να λέει ότι στο σπίτι της μηνιαίω χρειάζεται 17 κιλά λάδι. Έπαθα, ίδρωσα, μου βγήκαν λίγο τα μάτια έξω, αλλά μετά βαρέθηκα να ασχοληθώ. Διότι ποια είμαι εγώ που θα κάνω κουμάντο σε ξένο σπίτι με τόσα στόματα; Αλλά βρε πουλί μου, μην τα πετάς έτσι αυτά!
Υπάρχει κόσμος που δεν μπορεί να εξοικονομήσει ούτε το ένα κιλό το λαδάκι και το βάζει με το σταγονόμετρο...
Δεν είμαι καλά. Κοίτα τι πάει και με πειράζει, θα μου πεις. Εδώ γίνεται της τρελής το ικρίωμα με τη Ζίμενς και εγώ ζορίζομαι με τα ελαιόλαδα.
Άσε που έρχονται οι πελάτισσες με τα ξώβυζα και ξώπλατα και μου ‘χουνε κάνει τα αυτιά μου χωνιά με τις παπαριές (σόρυ κιόλας) που ετοιμάζουν οι κανάλες για του χρόνου... (Έλεος!). Αγκομαχάει ο κοπτοράπτης σαν παλιόγρια στην ανηφόρα.
Παιδιά, σοβαρά μιλάω, αν μ’ αγαπάτε, κατά πως λέτε και κατά πως σχολιάζετε να μου πάρετε δώρο μια τσατσάρα. Όχι βούρτσα, προς Θεού! Τσατσάρα! Με λίγα δόντια κατά προτίμηση.
Να την ξεδοντιάζω σαν τους φυλακισμένους που μετράνε μέρες προς την ελευθερία.
Κι εγώ τέτοιες μετράω.
Αλλά μέχρι να ξεδοντιαστεί η τσατσάρα έχω μέλλον ακόμη. Και ξενύχτια...


ΥΓ.: Κανονικά θα 'πρεπε να ρίξω κανά "γαζί" για τα... Τηλεοπτικά Βραβεία. Αλλά δεν είμαι σε μουντ για να κάνω τόσο χοντρή πλάκα. Ή για να "γαζώσω" τόσο σοβαρά κοστούμια. Θα πω καμιά βαριά και θα γίνουμε ρεντίκολο πάλι, οπότε κάνω ότι δεν είδα...




ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: http://cse.ssl.berkeley.edu/

Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2008

Βρε, πως πέρασε ένας χρόνος...



(ή πόσο χαίρομαι που δεν έκατσα στα αυγά μου έναν χρόνο πριν…)

Σε εορτές, επετείους και λοιπές κοινωνικές εκδηλώσεις οι αντιδράσεις μου είναι λίγο… καημένες.
Μάλλον στην προηγούμενη μου ζωή ήμανε άντρας που τον παντόφλιαζε η σύζυγος, επειδή ποτέ δεν μπορούσε να θυμηθεί αν (εδέησε και) την παντρεύτηκε στις 20 ή στις 21.
Έτσι, την πάτησα και με τα... γενέθλια του κοπτοραπτείου.

Με φάγανε οι δουλειές κι οι ζαβλαμάδες, τα ντεντ λάινς και οι λοιπές καθημερινές σιχαμάρες– «τι θα φάμε σήμερα;», «ποιος ξέχασε να πληρώσει τη ΔΕΗ κι έχει λήξει ο λογαριασμός; Άσε θα πάω εγώ, βαριέστε που ζείτε!»...
Και παραλίγο να ξεχάσω ότι σαν σήμερα πριν από ένα χρόνο ο κοπτοράπτης μου «κρεμάστηκε» στο ίντερνετ και από τότε χάσκει σαν χαζός στη μπλογκοκοινωνία.
Είθισται σε τέτοια... επετειακά κείμενα, ο «γαζώνων» να αναφέρει και μερικά στατιστικά για να δείξει ποιοι μπήκαν και πόσοι, ποιο ποστ διαβάστηκε περισσότερο, ποιος είναι ο καλύτερος του φίλος και τα συναφή...
Εγώ πάλι, άχρηστη γαρ με τα τεχνολογικά, δεν έχω και δεν ξέρω πως να έχω τέτοια στατιστικά και μεταξύ μας, σκασίλα μου.
Ξέρω να σας πω ότι αυτόν τον ένα χρόνο που σας παίρνω τα αυτιά με το «πιρ – πιρ – πιρ» της ρημαδομηχανής, έχω περάσει τόσο καλά όσο ποτέ άλλοτε, σε κανένα άλλο κοπτοραπτείο.
Τα δικά μου στατιστικά, τα πρόχειρα και λίγο παλαιολιθικά, λένε ότι κι εσείς περάσατε καλά, αν όχι όλοι σας, τουλάχιστον κάποιοι από εσάς.
Λένε επίσης, ότι, ακόμη κι αν αύριο αλλάξω επάγγελμα και γίνω μανάβισσα, γνώρισα τρεις καλούς ανθρώπους.
Από αυτούς που θα ‘θελες να ‘ναι στον διπλανό κοπτοράπτη, από αυτούς που συνήθως – για να καταλάβεις πόσο σκατά έχουμε κάνει τη ζωή μας – δεν τους βρίσκεις εύκολα.
Μοnahikelike, Swell, Mediator, για ‘σας βαράει καμπάνα.
Με κάποιους από εσάς πάλι, όπως η Abttha, ο Γιάννης ο Καφάτος, η Aunt Donna, χωρίς να έχουμε γνωριστεί ποτέ, μια αόρατη κλωστή, όχι απαραιτήτως του κοπτοράπτη, μας φέρνει πιο κοντά, που ώρες ώρες είναι να απορείς πως γίνεται αυτό...
Με άλλους, όπως η Ρίτσα η Μασούρα, ο Σπύρος ο Σεραφείμ, ο Kitsosmitsos, ο Dionysos, η Tsaperdona, η Vasiliki και τόοοοοσοι άλλοι, πότε χανόμαστε, αλλά όταν βρισκόμαστε μπλογκικώς πολύ το ‘φχαριστιόμαστε.
Τα ίδια στατιστικά, λένε ότι δεν ταιριάξανε τα χνώτα μας με δύο από εσάς, αλλά καθόλου δεν πειράζει, τι θα ήταν η ζωή αν είμασταν όλοι στο γούτσου γούτσου...
Φυσικά υπήρξαν και οι ανώνυμοι, με τα μέιλς και τα μηνύματα τους, με τις αγάπες τους και τα απωθημένα τους, με τα υπέροχα ανέκδοτα και τις φοβερές φωτογραφίες που κάθε μέρα – αλήθεια λέω! – με κάνουν να κατουριέμαι στα γέλια μόνη μου στο ραφείο και παραλλήλως κάνουν το αφεντικό μου να ανησυχεί για την τρελή που γελάει μόνη της και «να την προσέχετε παιδιά να μην αρπάξει κανά ψαλίδι και μας ξυρίσει όλους εδώ μέσα...».

Και τα σχόλια σας! Παναγία μου, εύχομαι να μην βρεθεί κανένα θρασίμι στον δρόμο σας, γιατί την πούλεψε!
Λαστ μπατ νοτ λιστ, να πω δυο λόγια για την τηλεοπτική μου πελατεία, μέρος της οποίας με διαβάζει στα μουλωχτά, αλλά όταν παρατσιγκληθεί (σιγά καλέ, τον τελευταίο καιρό τεμπελιάζω, ούτε που αξίζει να ασχολείστε μαζί μου) μου τα «χώνει» ανοιχτά.
Μέσα από την καρδιά μου, σας ευχαριστώ όλους για τον υπέροχο χρόνο που πέρασε, έκανε τη ζωή μου καλύτερη από ηθικής πλευράς και με γλίτωσε από τη φυλακή και τον ψυχίατρο.
Ε, δεν είναι και λίγο!
Παιδιά, ευχαριστώ για όλα και υπόσχομαι – για να πω κι εγώ την επετειακή παπάρα μου – ότι στο τρέχον έτος σκοπεύω να επιδείξω μεγαλύτερο ζήλο σε ό,τι αφορά τα κουστούμια που μας έρχονται κακοραμμένα από τα μίντια και τις κανάλες!

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: i230.photobucket.com/albums