Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Ο βαθμός της ημέρας (και μια ιστορία στις "Προσωπογραφίες")

Για πολλά χρόνια, συνήθιζα κάθε βράδυ να βάζω βαθμό σε κάθε μέρα. Εσύ ήσουν καλή, εσύ ήσουν ήρεμη, εσύ ήσουν σκατά -να πας και να να μην ξαναγυρίσεις-, εσύ ήσουν υπέροχη. Ανήμερα Πρωτοχρονιάς, εκεί που το body count της γαλοπούλας είχε χτυπήσει ρεκόρ και άπαντες κείτονταν τέζα σε καναπέδες, μπερζέρες, κρεβάτια και χαλιά, βούταγα το καλαντάρι και τα τσιγάρα μου, κλεινόμουν ήσυχα – ήσυχα στην κουζίνα και τις μέτραγα. Τόσες οι καλές, τόσες οι παράξενες, τόσες οι σιχαμένες. Συνήθως, δεν «έκλεβα» στο ζύγι. Άντε καμιά φορά τις «ήσυχες» μέρες να τις μέτραγα για «καλές» ή «υπέροχες» και κάπως έτσι ο ετήσιος απολογισμός έβγαινε υπέρ μου (σαν τον ερωτευμένο, που μαδάει τη μαργαρίτα, στο τέλος του περισσεύει φύλλο και τσαμπουνάει «μ’ αγαπάει και μένει και ένα», τέτοιαι μαλακίαι...).

Τη συνήθεια αυτή, μετά από καμιά δεκαετία, την έκοψα στις 16 Φεβρουαρίου. Μαχαίρι. Και το καλαντάρι το ξαπόστειλα οριστικά στις 30 Αυγούστου. Για πρώτη φορά, πατημένα 33 (μάλλον φταίει η ηλικία) σταμάτησα να μετράω. Όσο και να «κλέψω» φέτος, το ’11, θα είναι - και όχι μόνο για 'μένα, δυστυχώς - για πάντα ένα διπλό σουγιαδάκι που δεν ξέρω πότε ακριβώς θα βγάλω απ’ την πλάτη μου.

(Γενικώς, τον αριθμό «11» τον σιχαίνομαι, αλλά αυτά είναι για άλλη ώρα).

Ακόμη κι έτσι, πάντως, τις προάλλες – και αν συνέχιζα να... βαθμολογώ τις μέρες – ήταν μία εξαιρετική μέρα, ή για την ακρίβεια μία ζεστή και ενδιαφέρουσα νύχτα.

Στο "Black Duck, έναν πολύ όμορφο χώρο, στη Χρήστου Λαδά, μαζευτήκαμε κάμποσοι φίλοι, για τις «Προσωπογραφίες», ένα βιβλίο που ήρθε να σφραγίσει τον 3ο χρόνο της λειτουργίας του πολυχώρου.

Σ’ αυτό το βιβλίο – τ’ ορκίζομαι, όμως – θα διαβάσετε υπέροχες ιστορίες, πραγματικές ή «πλεγμένες», από γνωστά και μη ονόματα, κείμενα που δύσκολα ξεχνιούνται, που ζορίζουν, που σε κάνουν να χαμογελάς ή να τρέχεις για χαρτομάντηλα, πάντως κείμενα αληθινά.

Αυτά τα λέω για τις ιστορίες των άλλων. Για τη δικιά μου δε λέω λέξη, γιατί σχεδόν δεν μου ανήκει (ειδάλλως, θα ‘χα αρχίσει τις ντροπές και τα «καλέ μη, δεν πρέπει, δεν είναι σωστό». Ανήκει στη Σταυριάνα και στο «ανίψι» μου, τη Μαριλένα, που είναι σταθεροί χορηγοί καλών ιστοριών. Εγώ απλώς άκουσα και έγραψα (ε, έβαλα λίγο κι απ’ το προσωπικό μου ζόρι μέσα).

Και εδώ αρχίζουν οι ευχαριστίες. Κατ’ αρχάς στην κυρία Ζαχαρούλα Λαδά που με έβαλε στη σκέψη για τη δημιουργία μίας τέτοιας ιστορίας στις «Προσωπογραφίες». Κατά δεύτερον στην κυρία Ντόρα Ρίζου που με φιλοξένησε στο 3ο κατά σειρά βιβλίο του “Black Duck” και κατά τρίτον στην ομάδα που επιμελήθηκε τα κείμενα (με πρώτη και καλύτερη την κυρία Ρούλα Βαλακίδου) που με σεβάστηκαν και δεν «πείραξαν» ούτε μισή τελεία από το αγχωμένο κείμενο που τους έστειλα. Είμαι υπόχρεη!

ΥΓ1.: Δυστυχώς, ούτε εκείνο το βράδυ αποφεύχθησαν τα πηγαδάκια για τις ντροπές του Τύπου. Για τις ορδές των απλήρωτων, για τα καζάντια του Alter και της «Ελευθεροτυπίας», για το ότι και η τελευταία κουτσή σαρανταποδαρούσα ζητά από τους εργαζόμενους της να δουλέψουν τσάμπα.

ΥΓ2.: Απίστευτο! Η Νάνα Μούσχουρη μας κάνει κριτική. Με «βασιλικό γιαρέμ γιαρέμ και δυόσμο» κι από την άνεση της απουσίας.

ΥΓ3.: Τα χαιρετίσματα και τις ευχές μου και στην κα Γκολεμά. Όσο για τον φίλο που με mail με ενημέρωσε ότι τα παλιά κείμενα της Κοπτοραπτούς «συστεγάζονται» με εκείνα νέου αρθρογράφου, τον πληροφορώ ότι είμαι ενήμερη και να μην σκανιάζει. Πρόκειται, όπως μου εξήγησαν, για τεχνικό λάθος το οποίο θα αποκατασταθεί.

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

Πι Αρ, το τηλεοπτικόν

Αν το δεις χριστιανικά, το Πι Αρ (το λέμε και «δημόσιες σχέσεις») είναι η εισαγωγή στη θεωρία της συγχώρεσης. Γνωρίζεις (απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη) όλο τον καλό τον κόσμο, έχεις κακοπάθει (κι ας πρόσεχες) και φυσικά η γούνα σου θυμάται τον πόνο απ’ τα καψίματα και παρ’ όλ’ αυτά εις τας κοινωνικάς εκδηλώσεις χαμογελάς πλατιά, φιλάς σταυρωτά τον αέρα τον κοπανιστό και παριστάνεις την ευγενικιά πυργοδέσποινα (ή τον στραβοχυμένο οικοδεσπότη, αναλόγως) που γνοιάζεται για το πολύτιμο της υγείας του κάθε καραγκιόζη.

Υπό αυτό το πρίσμα, θαυμάζω (μόνο θαυμάζω; Προσκυνώ) τους ανθρώπους που επαγγέλλονται τους ΠιΑριτζήδες, πλην όμως αδυνατώ να πάρω στα σοβαρά ακόμη και την καλημέρα τους, ειδικά δε με τον τρόπο που γίνεται το εν λόγω σπορ στην Ελλάδα.

Δυστυχώς, ανήκω (ακόμη) στην αγαθιάρα εκείνη ανθρωποκατηγορία που πιστεύει ακράδαντα ότι οι σχέσεις, δημόσιες ή ιδιωτικές, «χτίζονται» - όπως λέει και η ευγενής κάστα των ΠιΑριτζήδων – πάνω στην εμπιστοσύνη (την κανονική, όχι τη σουξεδιάρα) και έτσι προχωράνε.

Της οποίας εμπιστοσύνης – μεταξύ μας... – αν της βγάλεις μια φορά το μάτι, συγνώμη που το μαθαίνεις από ‘μένα, αλλά δεν έχει δεύτερη.

(Πόσες φορές μου ‘χουν ζαλίσει τ’ αυτιά μ’ εκείνο το αντιπαθητικό: «έχω να σου δώσω μια ειδησούλα...», την οποία όση ώρα μου την... εμπιστεύονται κάνει τον γύρο του Διαδικτύου... Μα δεν είσαι χαζό, καλό μου; Από ‘σένα λες την περιμένω τη ρουφιάνα την είδηση;).

Αυτά, όμως, προφανώς, ισχύουν για γκαούτσαλα σαν την αφεντιά μου. Η τηλεόραση – και δη οι δημόσιες σχέσεις της – έχουν άλλους κανόνες, τον εξής έναν δηλαδή, «εκεί που γλείφεις (πολύ. Μέχρι παρεξηγήσεως, κυριε εκπομπάρχα) φτύνεις» και τούμπα πάλι το αυγό (έτσι, για να ψηθεί καλά).

Προφανώς, γι’ αυτό (και λόγω της γενικότερης ανέχειας στα κανάλια) γράφονται ύμνοι για τηλεπανηγυρτζήδες που ούτε το σκύλο σου δεν θα τους έδινες να τον πάει για πιπί, ενδεχομένως για τους ίδιους λόγους έχει στενάξει το e-mail μου με πρωτιές (πρώτη η τάδε εκπομπή, πρώτο το δείνα τηλεκακόμοιρο) του στυλ «στους στραβούς βασιλεύει η καλύτερη προσθετική σιλικόνης».

Προφανώς, και για τους ίδιους λόγους στις παρουσιάσεις τηλεοπτικών προγραμμάτων, οι μοκέτες είναι παχιές, για να απορροφούν τα (κάθε λόγης) σάλια, μεταξύ ανθρώπων που αλληλοσιχαίνονται, αλλά ας όψεται η κακούργα η ανάγκη:)

Φίλοι, των δημοσίων σχέσεων και «κολλητοί» των πιτσιρικίων που γεμίζουν αμισθί τηλεοπτικές στήλες γεμάτες «αγάπη μου», «λατρεία μου», θαυμαστικά και τεθλασμένες υστερίες, δεν θα μπορέσω να εξυπηρετήσω.

(Και προς Θεού, στα δελτία Τύπου μη με αποκαλείτε "συνεργάτη". Πρώτον δεν είμαι, δεύτερον δεν παίρνω την τηλεόραση στα σοβαρά, εκτός κι αν μου πατάει κάλους και τρίτον...το ξέχασα. Αφήστε τις αμερικανιές και φερθείτε απλώς επαγγελματικά. Τζαστ ινφόρμ μι. Θενκς!)

Έχω το κακό συνήθειο, όταν μ’ αρέσει κάτι να μ’ αρέσει πολύ και να το υποστηρίζω χωρίς πολλά θαυμαστικά και αποσιωπητικά και το ακόμη χειρότερο χούι, όταν αγαπώ να μην το λέω (τσούζει αυτό), κι όταν σιχαίνομαι και ξερνάω μ’ αυτό που βλέπω να βάζω το καπέλο μου στραβά και να πηγαίνω για τάβλι (αφού σου πω μεσ’ τη μούρη ότι η prime time σου είναι πόνος για τα μάτια μου, το μυαλό μου και έναν καλόγερο που πήγε και βγήκε στο μπούτι από μέσα).

Καθαρά πράγματα και μπαίνει και τέλος στο κακοφόρμισμα, φίλε ΠιΑριτζή.

(Που πας και μου σκοτίζεις τον Γκιώνη για "Junior Master ಚೆಫ್" τη στιγμή που λιποθυμούνε πιτσιρίκια στα σχολεία από την πείνα, άντρες δυο μέτρα να σαβουριάζονται στον πάγο για μια θέση στο τηλεχάος και πέντε κουλούς {έναν τον συλλάβανε, τον άλλο τον σουτάρανε και ο τρίτος προσπαθεί να ταιριάξει τον Τσαρούχη με τη Βανδή και δεν του βγαίνει}. Α, κι αύριο τελειώνουν και τα «Μυστικά της Εδέμ». Να θυμηθώ να αλλάξω τη βιταμίνη των καναρινιώνε).

Ε, μα!

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Μ(η) Μ(ου) (Ε)ξηγείς. Κατάλαβα.

Σε παρακαλώ, αν έχεις την καλοσύνη, μη ρωτάς «γιατί» και κάνε έναν κόπο να συνηθίσεις γρήγορα στα «μη».

Όταν σε στέλνουν σε μια δουλειά, ή ακόμη κι αν έχεις χτυπήσει μόνος σου την πόρτα, ΜΗ ρωτάς για την αμοιβή σου. Θα σου πουν κάτι σχετικό, κάποια στιγμή.

Προς Θεού, ΜΗΝ τσινήσεις. Δεν θα είναι αυτό που φανταζόσουν, δεν θα είναι καν το κατώτερο των προσδοκιών σου. ΜΗ ρωτάς βλακείες. Οχι. Δεν θα συμπεριλαμβάνεται η ασφάλιση σε αυτό το ποσό.

ΜΗΝ το συζητήσεις.

Δεν έχει να κάνει με ‘σένα. Ούτε με την προϋπηρεσία. Ούτε με τις ικανότητες σου. Δεν απασχολούν κανέναν αυτά. Σε λίγο καιρό δεν θα απασχολούν ούτε εσένα.

ΜΗ φέρνεις αντιρρήσεις (και φυσικά – σ’ το ξαναλέω- μη ρωτάς «γιατί»). Αν η δουλειά πρέπει να γίνει έτσι, θα γίνει έτσι, πάει και τελείωσε. Αν δε σ’ αρέσει, εκεί είναι η πόρτα.

Τι εννοείς, όταν λες αλλιώς το φανταζόσουν; Το μέρος εδώ δεν έχει να κάνει με τη φαντασία σου, παιδάκι.

Τι διάολο, στραβός είσαι; Τι εννοείς, ότι είσαι από τους κατώτατους μισθούς και δεν τους παίρνει να σου κάνουν περικοπές; Τους παίρνει. ΜΗΝ αντιδράσεις. 50% κάτω; 50% κάτω.

Άνθρωπε, εκτός από στραβός είσαι και ηλίθιος; Δεν καταλαβαίνω τι θες να πεις, όταν κλαψουρίζεις ότι δεν είναι δυνατόν να παίρνεις τόσο λίγα χρήματα και να τα παίρνεις και με δύο (τρεις, τέσσερις, πέντε) μήνες καθυστέρηση. Είναι. Όπως και η πόρτα είναι. Εκεί. Που σου ‘δειξα προηγουμένως.

Έχεις τόοοοσα πράγματα να κάνεις, τόοοοση δουλειά και έχεις ακόμη καιρό να σκέφτεσαι ότι τα λεφτά είναι λίγα και οι απαιτήσεις πολλές; Ok, φίλε. Τράβα στον συνδικαλιστή της «γειτονιάς» σου.

Τι εννοείς, δεν τον εμπιστεύεσαι; Α, εσύ δεν υποφέρεσαι. ΜΗΝ ενοχλήσεις άλλους με αυτές τις ηλίθιες υποψίες σου. Αυτό υπάρχει, σ’ αυτό θα πας. Νομίζω, πάντως, ότι σου έδειξα που είναι η πόρτα, έτσι;

ΜΗ μου δείχνεις το μπλοκάκι σου. Δεν μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό. Τι εννοείς ότι έχεις πληρώσει το ΦΠΑ, αλλά δεν έχεις πληρωθεί; Ας μην έκοβες απόδειξη. Τι εννοείς ότι αν δεν έκοβες, δεν θα πληρωνόσουν ποτέ; Μόνος σου το λες, λοιπόν. ΜΗ με ζαλίζεις. Το «αργά» είναι νωρίτερα απ’ το «ποτέ», οπότε περίμενε τώρα.

ΜΗ μου κουβαλάς τους λογαριασμούς πάνω στο τραπέζι των συσκέψεων. Το ξέρω ότι είσαι 5 μήνες απλήρωτος. Εγώ τι θες να κάνω; Ξαναρωτώ: την πόρτα στην έδειξα, ναι;

Να ρωτήσω και κάτι άλλο: ξέρεις πόσα παιδάκια πρόθυμα και μουγκά περιμένουν έξω από την πόρτα; Για τη δική σου δουλειά; Και σε πόσα μπορώ να μοιράσω τον δικό σου τον μισθό; Θα πάρω πέντε με 100 ευρώ το ένα και θα μου πουν και «ευχαριστώ»! Τράβα στη θέση σου, τώρα.

Άμα θες, μη σε κρατάμε.

ΜΗΝ κρίνεις την πολιτική της επιχείρησης. Τι εννοείς ότι ρίξαμε ένα σκασμό λεφτά σε διαφήμιση και αντί για το θέμα σου διαφημίζουμε το Cd; Είσαι τρελός;

Και ΜΗ φωνάζεις και πολύ. Σου βγαίνει τ’ όνομα ότι είσαι αναρχοκουμμούνι κι αν ξαναβρείς δουλειά, σφύρα μου.

Γράψε κάτι για το αφεντικό. Για τις αριστερές καταβολές του. Για το πόσο εντάξει είναι, πόσο συμπάσχει μαζί σου (σας), πόσο καταλαβαίνει την κατάσταση σου (σας), διότι έχει περάσει απ’ τη θέση σας, για το δάκρυ που κύλησε στο μάγουλο του, όταν σας ανακοίνωνε τις περικοπές.

Τι εννοείς «αυτά είναι καραγκιοζιλίκια»; Τι εννοείς πήρε τα φράγκα και τα επένδυσε στην εταιρεία της συζύγου; Είσαι βλάκας; Θες να απολυθείς; Τι εννοείς, όταν λες ότι δεν γίνεται να απολυθείς, αφού ποτέ δεν προσλήφθηκες; Μπορείς!

ΜΗ σέρνεσαι. ΜΗ γκρινιάζεις. ΜΗ γράφεις «επικίνδυνα» πράγματα. Χαμογέλα. Εσύ συμφώνησες σε όλο αυτό. Όταν έβλεπες ότι δεν πληρώθηκες τον πρώτο μήνα, τον δεύτερο, το δέκατο τρίτο, τι περίμενες; Κάνε δημόσιες σχέσεις, ποτέ δεν ξέρεις. Πάντα θα υπάρχει χώρος pay roll, «καμαριέρες» και παρκετέζες γραφείου.

Όταν κορόιδευες τον μαλάκα στο διπλανό γραφείο που σου έβγαζε φιλιππικούς περί «δουλίτσας» και «ψωμακίου», εσύ ήσουν ο έξυπνος; Κοίτα το, το παλλικάρι, πόσο πρόκοψε. Έβαλε και υποψήφιος στις εκλογές του σωματείου σου. Τι εννοείς, δεν βρήκε ούτε την ψήφο του μέσα; Τι εννοείς λούστηκε αυτά που κορόιδευε; Α, εσύ δεν έχεις σωτηρία μου φαίνεται.

Να βάλεις πλάτη για την επιχείρηση. Κι όταν έχει, θα σου δώσει. Άλλοι θα σκότωναν για να βρίσκονται στο μαγαζί που είσαι ΕΣΥ. Για να μη σου πω ότι θα πλήρωναν κιόλας. Αχάριστε, βλάκα, ψευτόμαγκα.

Ποιος νομίζεις ότι είσαι; Από που νομίζεις ότι βγήκες και ζητάς κανονικό μισθό, κανονική δουλειά, ασφάλιση και συνθήκες δημιουργικότητας; Απ’ το χρυσό τσουτσούνι;

Και που ‘σαι! Το «παραιτούμαι», το «-μαι», γράφεται με «-ε». Αγράμματε!


ΥΓ1: Αν αυτό θέλατε, αυτό πήρατε. Αλλά είναι σαφές ότι δεν θέλατε αυτό.


ΥΓ2: Και για να απαντήσω σε ένα φίλο που πολύ με εχτιμάει και πολύ με υπολήπτεται, αλλά όλα μου τα στέλνει ανώνυμα και «ντυμένα» με μία ευγενική απειλή (;). Όχι, φίλε. Το ζόρι στα ελληνικά media δεν ξεκίνησε με το «κανόνι» στον «Ελεύθερο Τύπο», επί Γιάννας. Πάει χρόνια πίσω, χωράει πολλούς και πολύ σύντομα θα χωρέσει περισσότερους. Και... όχι. Αθώα θύματα δεν υπάρχουν. Όλοι, κάπως, σε κάποια στιγμή, συμβάλαμε στην «καραμπόλα» που πήρε σβάρνα το Alter, την «Ελευθεροτυπία» και άλλα (πολλά) Μέσα. Ατέλειωτη η λίστα των εφημερίδων που άνοιγαν προεκλογικά – ή και όχι – και των περιοδικών που δεν κατάφεραν να συμπληρώσουν όχι πενταετία, αλλά ούτε χρόνο ζωής. Αν δεν σε απασχολούν τα μικρά ναυάγια, κάποια στιγμή θα ξαναζήσεις Τιτανικούς, σοφέ τύπε. Αλλά αυτές είναι αναλύσεις που γίνονται από κόσμο, ο οποίος παίρνει τον εαυτό του στα σοβαρά। Ούτε από ‘σένα, ούτε από ‘μένα.


ΥΓ3: Τα πράγματα στον Τύπο θα ήταν λιγότερο οδυνηρά, αν κάθε φορά που έπεφτε μια σφαλιάρα δεν ήσουν πρόθυμος να σκύψεις για να την αρπάξεις καλύτερα. Απλά πράγματα.

@ Τη φωτό τη δανείστηκα από το site lostbodies.gr.

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Σ'τα 'λεγα, Νίτσα μου! (Δεν πρόσεχες)...

Τι να σου πω κι εγώ, Νίτσα μου; Με τη ρόμπα με πιάνεις. Λύσσαγες δυο χρόνια τώρα ότι είναι καλό παιδί, από σπίτι και γενιά, και αθλητικό και μορφωμένο, και κυριλέ κι όσο χρειάζεται – για τον άντρα τον πρόστυχο – κάθικος, αλλά τα είδες τώρα τα χαμπέρια σου.

Σου ‘λεγε, σου ‘λεγε, σου ‘λεγε και ενώ αρνιόσουν του ‘κατσες. Μια τον λυπήθηκες, δυο τον συμπάθησες, τρεις δεν κρατιόσουν κι ήθελες να τον κουτουπώσεις (ποιον; ΑΥΤΟΝ!).

Ψηστήρι, ράουντ του, διότι είχε σκοπό ο κυριούλης. Εκ νέου στη σχάρα, Νίτσα μου. Ενώ σου τα ‘χε κάνει τόσα, δεν σου καθόταν. «Και το ‘χω και δε στο δίνω», ένα πράγμα και δώστ’ του να σε τηγανίζει, να σε φουντώνει, να ανάβει όλα τα κεριά και να εξαφανίζεται, έτσι για να ΄χεις να θυμάσαι.

Αλλά το χέρι πού το ‘χανες, που το ‘βρισκες, στον κώλο σου ήταν – με συμπαθάς, κιόλας – Νίτσα μου.

Σου ‘ταζε διακοπές, Κυριακές και δείπνα με κεριά, κάπου στο ενδιάμεσο σου ‘σκασε και το στούφο ότι είναι ύπανδρος, αλλά ποτέ δεν ήσουν των δεσμεύσεων και (μου) τσαμπούναγες ότι ο άνθρωπος μετράει και δώσ’ του να σου παπαριάζει το αυτί ότι μαζί θα κάμετε παπάδες και εκεί μπαίνει σε εφαρμογή το σχέδιον «εμπιστοσύνη».

«Εμπιστέψου με», σου ‘λεγε, Νίτσα μου και κόντρα «εμπιστέψου με, είμαι καλός άνθρωπος" και πόσο να θες και εσύ, άνθρωπος είσαι και λύγισες και τον εμπιστεύτηκες.

Και κάμετε δουλειές παρέα, Νίτσα μου, πλην όλων των άλλων, και σου βγαίνει η πίστη, Νίτσαααα, αλλά έχε χάρη που έχεις πειστεί για το όραμα κι ας μην έχει ούτε το πάρκινγκ να πληρώσει, ο ανεπρόκοπος, Νίτσα! Και να σε φουρκίζουν κι οι γύρω γύρω, που τσιφούτη τον ανεβάζουν, αναξιόπιστο τον κατεβάζουν και δε σε φτάνει η καψούρα, η καούρα κι η τρελή δουλειά να πρέπει να τον υπερασπίζεσαι κιόλας, τον μπαγλαμά.

Δεν χρειάζεται να σου πω, Νίτσα μου, ότι το χέρι του δεν έμεινε περιμετρικώς του πισινού σου. Το ένα. Διότι το άλλο χάιδευε και τον πισινό μιας άλλης, ενδεχομένως και τον πισινό μιας τρίτης, αλλά είσαι άνθρωπος προοδευτικός και δεν το ‘καμες θέμα, Νίτσα μου.

Και παραλλήλως δούλευες, εμπιστευόσουν, υπερασπιζόσουν (μωρή χαζή! Τον αγάπησες κιόλας;), αλλά και τυφλή δεν ήσουν, Νίτσα μου, φιλότιμη ήσουν. Έβλεπες, ότι πίσω από το ατσαλάκωτο κολάρο και το i-pad2, τρομάρα του, κρύβεται ο φίδιας ο ίδιος, αλλά μαζευόσουν.

Και βεβαίως, στην πορεία άρχισες να τσινάς, Νίτσα μου. Αυτό το «άλλα λέω, άλλα κάνω κι άλλα εννοώ», ήταν καλό μόνο για τον Μάλαμα. Κι ο φίδιας, Νίτσα μου ήταν και φάλτσος.

Αλλά και πάλι το βούλωνες, Νίτσα μου, γιατί σκεφτόσουν ότι σ’ αυτή την ηλικία, το κεφάλι του «καλού παιδιού»- «εμπιστέψου με», αποκλείεται να έχει σκατά μέσα.

Κάποτε κάποτε, ο «εμπιστέψου με» σου κουβάλησε και μια Γερμανίδα κουμπάρα και έναν Αμερικανό κοντοξάδελφο για να πειστείς ότι είναι άνθρωπος σοβαρός με δικτύωση και φερεγγυότητα. Τάχα μου δήθεν ότι τον έχουν ζητήσει κι απ’ άλλα κράτη και δεν είναι τόσο φίδιας, όσο φαίνεται κι ότι τον εκτιμούν στα εξωτερικά, γιατί είναι και κακοπαθημένος.

(Νίτσα, κάμε το σταυρό σου και να λες καλά που δεν σου κουβάλησε σύζυγο και πεθερά να γνωριστείτε κιόλα!).

Κι ενώ έχεις δώσει και το βρακί σου, Νίτσα μου, ανακαλύπτεις ότι ο «εμπιστέψου με», «κελαηδάει» πιο πολύ κι από το Twitter.

Στους απάνω μαχαλάδες ξέρουν ότι είσαι τεμπέλα, στους κάτω μαχαλάδες ότι είσαι αντροχωρίστρα και τον παρέσυρες και στην πλατεία σε φωνάζουν και πουτανάκι, Νίτσα μου. Χώρια που στη δικιά σου πλάτη, (Νίτσα μου), και δουλίτσες είχε κάμει κι άλλα τόσα ετοιμαζόταν να σκαρώσει και, και, και...

Όπως είναι φυσικό (και άργησες, Νίτσα μου), του ζητάς εξηγήσεις, τα κάνεις γυαλιά – καρφιά, δεν σε φτάνουν τα μάρμαρα του Συντάγματος να ξεθυμάνεις για την ευρύτερη ξεφτίλα κι εκείνος, αίφνης, στο παίζει... Σαρκοζί. «Μιλάτε μου στον πληθυντικό, γιατί είμαι κόρη ναυάρχου».

Και πάλι κορόιδο πιάνεσαι, Νίτσα. «Λες να τον προσέβαλα τον άνθρωπο;», συλλογιέσαι και ξαναβάνεις το κεφάλι κάτω.

Και ενώ σ’ έχει πείσει για το ανώτερον της ράτσας του που του δίνει το δικαίωμα να σε διασύρει, ένα ανοιξιάτικο πρωινό με μπόλικο ήλιο και πρώιμα μυγάκια, αποφασίζει να βάλει χέρι και στη δουλίτσα σου.

Και εκεί (επιτέλους) λαλάς και ξυπνάς, Νίτσα μου। Και τον πετάς έξω, σπρωχτό και σηκωτό και παίρνεις μέτρα και με ρωτάς τι άλλο να κάνεις.

Κράξ’τον, Νίτσα κι όπου τον πετυχαίνεις, κάνε οικονομία στο σάλιο από βραδύς και φτύσε σα να μην υπάρχει αύριο. Κι αυτόν και τους ομοίους του, γιατί όντως η ράτσα είναι μεγάλη κι η γενιά παλιά και έχει βασανίσει σαν κι εσένα, ουουου, πολύ κοσμάκη (Νίτσα).

Και τα καλύτερα, δεν σ’τα ‘πα, Νίτσα μου: Τον έχουν πάρει χαμπάρι, γενικώς. Και τα περί καλού παιδιού, μόνο η Γερμανίς κουμπάρα και ο Αμερικανός ξάδερφος τα «τρώνε» πλέον. Ο καθείς για τους λόγους του.

Άντε, Νίτσαααα! Περαστικά κι άλλη φορά να προσέχεις που ξεστραβώνεσαι! Αυτά τα αγόρια είναι μόνο για τη μαμά τους, ενίοτε και για τη σύζυγο που απολαμβάνει ύπνο βαθύ.

ΥΓ.: Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα είναι σατανικώς συμπτωματική. Η φωτό επροτιμήθη διότι το ραφείον τρέφει αδυναμίες. Στους άνδρες με γκρι σουρί και στις πρασινάδες και τα... κάγκελα.

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

Το σύννεφο δεν τρώγεται, κύριε Ξανθούλη...

Όχι ότι αφορά κανέναν, αλλά από τα πρώτα πράγματα (τραγουδάκια, βιβλία και λοιπά τζάτζαλα δι’ ανηλίκους) που «ενέκρινε» η... γονική συναίνεση στο σπίτι ήταν μία κασέτα παιδικού θεάτρου.

«Ανέβα στη στέγη να φάμε το σύννεφο», έγραφε απ’ έξω η κασέτα που πολύ ταλαιπώρησε τα αυτιά του μακαρίτη του μπαμπά, αφού όταν είσαι τριών και μαθαίνεις για κάποια Αννούλα που επαναστάτησε κι ανέβηκε στις στέγες τραγουδώντας, κάνεις χαρές που στο κασετόφωνο (τι μηχάνημα κι αυτό) υπάρχει το πλήκτρο rewind.

Κάπως έτσι, απ’ την ροζ γουρουνί πόρτα του παιδικού τότε δωματίου μπουκάρισε ο κ. Ξανθούλης στη ζωή μου και άθελα του – που να το ξέρει ο άνθρωπος – δεν μ’ εγκατέλειψε ποτέ.

Η πόρτα από γουρουνί ήρθε κι έγινε χακί (στην εφηβεία), κόκκινη (στα ταραχώδη πανεπιστημιακά έτη), μπλε ρουά (ίσαμε τώρα) κι από εκεί μέσα πέρασαν στα ενδότερα ο Μεγάλος Θανατικός, το Πεθαμένο Λικέρ, ο Χάρτινος Σεπτέμβρης, η Εποχή των Καφέδων, ο Τούρκος στον Κήπο, ο Θείος Τάκης.

Κάτι η (ψιλο)κοινή καταγωγή, κάτι η τουρκική γλώσσα που χτυπούσε αυτιά και ουρανίσκο από τότε που θυμάμαι την πρώτη μου αντανάκλαση σε καθρέφτη, λόγω της οικογενειακής «σκούφιας», κάτι κάποια γεγονότα που «κούμπωναν» με το οικογενειακό και προσωπικό προφίλ και τα λοιπά χούγια και ο κ. Ξανθούλης βρισκόταν πάντα πάνω από ντάνες με βιβλία, εφημερίδες και χαρτομάνι.

Με του Φιδιού το Γάλα συνέπεσαν διάφορες προσωπικές νίκες και ήττες, ήρθα κι έκλαψα κι έσκασα απ’ το κακό μου στην τελευταία σελίδα, ήρθα και μεγάλωσα και μουλάρεψα (και μυαλό δεν έβαλα), αλλά στάθερα έστηνα αυτί παλιότερα στον ΣΚΑΪ για να ξεγελάω τις ώρες που ο κόσμος ξεκουραζόταν κι εγώ πάλευα με "ψαλίδες", "ψαλιδοχέρηδες", "ψαλιδόκωλους" και "ψαλιδισμένους" μισθούς.

Στο «τσακ» έτυχε κάποια στιγμή να τον γνωρίσω κιόλας, αφού από το Μέσο, στο οποίο εργαζόμουν, ζητούσαν συνέντευξη του। Το Μέσο έκλεισε, το ραντεβού πάλι δεν «έκλεισε» ποτέ και μετά τρεχάλα και των γονέων, αλλά πάντα από κοντά στα "καινούρια" του: την εκδικητική Σιλάνα του,τη δεσποινίδα Πελαγία και πάει λέγοντας...

Μέχρι χθες. Που ποιος ξέρει ποιος διάβολος έστειλε την κουβέντα μας στα Σεπτεμβριανά. Και βρήκα να θυμηθώ μια ανατριχιαστική περιγραφή από τον «Θείο Τάκη». Και είδα το μάτι της Ντέμυς (φίλης... εξ αίματος) να γυρίζει επικίνδυνα (παραλίγο να φανεί το άσπρο, λέμε!).

«Μη με συγχύζεις, να χαρείς! Αγάπα τον, αλλά μόνη σου. Που πήγε και μου ‘γραψε “Επιτέλους, φτωχοί!” και αναρωτιέμαι που πραγματικά τοποθετεί εαυτόν πολιτικώς!».

Φαρμάκωθηκα η γκρούπι, αλλά το συγκεκριμένο άρθρο – αν και δημοσιεύθηκε το 2009 στην «Ελευθεροτυπία» - δεν το είχα δει. Το ‘ψαξα, το βρήκα, ανακάλυψα ότι έχει γίνει πολύ της... μόδας εσχάτως, λόγω κρίσης, έψησα τον 10ο καφέ της ημέρας και στρώθηκα να δω τι είχε «τσιγκλήσει» τόσο άγρια τη δικηγοράρα μου.


«...Να ξαναγίνουμε φτωχοί. Οπως ήμασταν πάντα. Οπως οι ήρωες των παλιών αναγνωστικών που οι γιαγιάδες έμοιαζαν με γιαγιάδες κι όχι με συνταξιούχες πόρνες. Οπου οι μπαμπάδες επέστρεφαν το μεσημέρι για να καθήσει ΟΛΗ η ελληνική οικογένεια στο τραπέζι και να φάει το σεμνό φαγητό -όσπρια πεντανόστιμα και ζαρζαβατικά με μαύρο ψωμί μοσχοβολιστό- ενώ η γάτα και ο σκύλος περίμεναν στωικά να 'ρθει η σειρά τους... Να ξαναγίνουμε φτωχοί όπως ήμασταν πριν σαράντα και πενήντα χρόνια. Τότε που ονειρευόμασταν εν μέσω γκρι, μπλε και μπεζ χρωμάτων, τότε που καμιά Ελληνίδα δεν φιλοδοξούσε να γίνει ψευδοξανθιά, τότε που η λάσπη κολλούσε συμπαθητικά στα παπούτσια μας και οι αυθεντικοί ζήτουλες βρίσκονταν έξω απ' τις εκκλησιές περιμένοντας το τέλος της λειτουργίας και του μνημόσυνου. Να ξαναγίνουμε φτωχοί πλην τίμιοι, χωρίς κινδύνους να ξεστρατίσουν οι αρχιμανδρίτες προς την ψηφιακή παιδοφιλία. Να βρούμε ξανά τις σωστές μας κλίμακες χωρίς αγωνία παρκαρίσματος και παχυσαρκίας. Να ξαναβρούμε τη γεύση του «μπατιρόσπορου», των ελαχιστοποιημένων αναγκών, να ανακαλύψουμε εκ νέου τον ποδαρόδρομο και το συγκινητικό μοντέλο της «γυναίκας της Πίνδου». Μόνο με τέτοιες ηρωικές διαδρομές ενδεχομένως να ακυρώσουμε το κόμπλεξ μας έναντι του Μπραντ Πιτ και της Ναόμι Κάμπελ. Να ξαναβρούμε -γιατί όχι- και τους παλιούς καλούς εχθρούς (κυρίως από τα βόρεια) που σήμερα τους έχουμε σκλάβους στα παβιγιόν μας. Να ξετρελαθούμε από την επικοινωνιακή μας υστερία με τα σιχαμένα κινητά τηλέφωνα που κατάργησαν κάθε έννοια ιδιωτικής ζωής. Να σκάψουμε στις αυλές -όσοι έχουν αυλές- και να κάνουμε παραδοσιακούς ασβεστόλακκους για να ασπρίζουμε τα δέντρα έτσι για καλαισθησία και υγεία. Να βρούμε πάλι τη σημασία του χώματος καταργώντας το καυσαέριο του επάρατου τρέχοντος πολιτισμού. Να εφεύρουμε τις παλιές νοσοκόμες που σέρνονταν από σπίτι σε σπίτι ρίχνοντας ενέσεις πενικιλίνης στα οπίσθια ολόκληρου του Εθνους. Να προσδιορίσουμε ξανά την ντροπή και τον «σεβασμό» προσέχοντας το βλακώδες λεξιλόγιο των τέκνων μας. Επιτέλους, όποιο τέρας βρίζει ή χρησιμοποιεί την πάνδημη και πολυμορφική λέξη «ΜΑΛΑΚΑΣ» πάνω από εκατό φορές την ημέρα να το μπουκώνουμε με «κόκκινο πιπέρι εξόχως καυτερό», όπως τον καιρό της εξαίρετης φτώχειας μας. Να μάθουμε να χρησιμοποιούμε τα κουλά μας χέρια σε δουλειές που σήμερα δίνουμε του κόσμου τα λεφτά, όπως μεταποίηση ρούχων, αλλαγές γιακάδων στα πουκάμισα, καρικώματα στις κάλτσες, υδραυλικές και σχετικές εργασίες. Να απαγορευτεί διά ροπάλου το γκαζόν που για μας τους πρώην φτωχούς δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Στη θέση του να φυτευτούν λαχανικά ή και οπωροφόρα για να μην καλοσυνηθίζουμε την κάστα των μανάβηδων. Κάποτε ο μαϊντανός, τα κρεμμύδια και τα σκόρδα ήταν τα βασικά καλλωπιστικά των κήπων μας. Να επανακτήσουμε το κύρος μας, χρησιμοποιώντας βοϊδόπουτσες, βέργες κι ό,τι τέλος πάντων απαιτούσε ο βασικός σωφρονιστικός κώδικας τα χρόνια της περήφανης ανέχειας.
Σταματήστε τις ψυχολογίες και τις παραφιλολογίες για τα «τραύματα» των παιδιών.
Μόνο λύσεις γήινες και πρακτικές -χωρίς ενστάσεις από τον Ρομπέν της ευαισθησίας, τον ΣΥΡΙΖΑ- θα αποκαταστήσουν την τρέλα και το χάος που υπαινίσσονται οι στατιστικές.
Να θυμηθούν οι Νεοέλληνες πως προέρχονται απ' τον Μεγαλέξανδρο, από τον Μιλτιάδη, τον Αριστείδη και προφανώς απ' τον... Αλκιβιάδη, πράγμα που σημαίνει ότι μπορούν να βάλουν σε ενέργεια τον «δίκαιο θυμό» αν συμπέσουν με ληστές τραπεζών, περιπτέρων, σούπερ μάρκετ και κοσμηματοπωλείων. Κανένας δισταγμός. Τα παλιά χρόνια για ψύλλου πήδημα σε μπαγλάρωναν. Θυμήσου και κόψ' τους τα χέρια ή και τα αχαμνά. Επιτέλους ας σταματήσουμε την ευρωπαϊκή μας ψυχοπάθεια. ΠΟΤΕ κανένας Ελληνας δεν έγινε σωστός Ευρωπαίος. Ούτε καν ο Αβραμόπουλος ούτε καν ο Σημίτης και άλλοι τέτοιοι που μου διαφεύγουν. Απ' τον καιρό που σταματήσαμε να θυμώνουμε σωστά, την πατήσαμε. Σταματήστε το «ντόπινγκ» με το τσουλαριό των λαϊκών ασματομουλάρων. ΠΟΣΟΥΣ ΠΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΕΣ ΧΩΡΑ Η ΕΛΛΑΣ, κύριοι καναλάρχες της πλάκας; Δεν είναι καιρός να ξεβρωμίσει ο τόπος απ' τους εκφραστές του τραγουδιστικού Κάμα Σούτρα; ΠΟΙΟΣ θα μαζέψει τις ελιές στα περιβόλια όταν ο κάθε πικραμένος ονειρεύεται να γίνει αφίσα στη Συγγρού; ΠΟΙΟΣ θα καθαρίσει τη Συγγρού απ' το αίσχος της καψουρικής ταπετσαρίας, κύριοι δήμαρχοι; Οι τραβεστί; Οι καημένες οι τραβεστί έχουν άλλες υποχρεώσεις...
Μη φοβάστε τη φτώχεια. Η πατρίδα μας είναι ευλογημένη έστω κι αν δεν παράγει λαμαρίνες αυτοκινήτων ή καλής ποιότητας νάρκες και όπλα για τους τριτοκοσμικούς.
Θυμηθείτε την ευλογία του ελαιόλαδου, της κορινθιακής σταφίδας, του χαλβά Φαρσάλων, των εσπεριδοειδών, της σαρδέλας και των λατρεμένων ραδικιών. Λάδι, χόρτα, ελίτσες, λίγο τυρί και ψωμί ζεστό, να φρεσκάρουμε στο μνημονικό μας το παλιό αναγνωστικό του Δημοτικού. Το ξέρω πως είναι ζόρι να κόψουμε το σούσι απότομα, όμως ήρθε ο καιρός να αναβιώσουμε την όπερα της πεντάρας, της δεκάρας και των άλλων χρηστικών μας αξεσουάρ. Μια δοκιμή νομίζω πως θα μας πείσει, τώρα μάλιστα που ξεκινά και το Τριώδιο. ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΣ και ο θεός των μικρών πραγμάτων μαζί μας».


Peki, κύριε Ξανθούλη μου. Ok, για να αφήσουμε κατά μέρους την τουρκικήν. Να γυρίσουμε 50 χρόνια πίσω, λοιπόν. Λάσπη στα συμπαθητικά παπούτσια; Λάσπη. Ασβέστη στα δέντρα; Ασβέστη.

Αλλά, με όλο τον σεβασμό... «βέργες»; «Βασικός σωφρονιστικός κώδικας»; «Καλοσυνηθισμένη κάστα μανάβηδων»; «Κόψ’ τους τα χέρια ή και τ’ αχαμνά»;


Σε ποιον να συστήσω να αγαπήσει τη φτώχεια; Στους συγγενείς που ξεριζώθηκαν οι μισοί το ’55 και οι άλλοι μισοί το ’64 από την Πόλη; Που εκεί τους λέγανε «γκιαούρηδες», εδώ «Τουρκόσπορους» και δουλέψανε σαν τα σκυλιά και εδώ κι εκεί για να ‘ρθει στη δική τους την κασίδα ο Γιωργάκης να κάμει την κομμώτρια;

Ή μήπως στους φίλους; Που στα 30κάτι μας όλοι μαζί θα κάψουμε προϋπηρεσίες και διδακτορικά και θα γελάμε σαν τις τρελές του Σαγιώ, κάθε που μας σκάνε οι έκτακτες εισφορές και τα φιρμάνια της Εφορίας;

Ή σ’ όλους όσοι – κι είναι αμέτρητοι – πληρώνουν, όχι μόνο χωρίς να φταίνε, αλλά πίστεψαν στο καλύτερο και τώρα εισπράττουν ρόχαλα αμπαλαρισμένα ως κυβερνητική διάτα; Αφήνω κατά μέρους όσους μεγαλώσαμε πεπεισμένοιμε ότι η δουλειά μας πάει μπροστά, είναι προκοπή, είναι μέλλον, μέλλον που χτίζεται με ιδέες και πράξεις για 100 χρόνια μπροστά κι όχι για 50 πίσω. Για να μην αναφέρω τον τρόπο με τον οποίο μας στούμπωσαν στη χρονοκάψουλα κι αλλάξαμε τη ζωή μας σε μια νύχτα. Για ‘μας μιλάω: που ούτε μαζί τα φάγαμε ούτε χώρια, μόνο δουλεύαμε σαν τα βόδια και είχαμε και το θράσος να αγαπάμε τη δουλειά μας.

Και πολύ ευχαρίστως να ξανανέβουμε στη στέγη, κύριε Ξανθούλη. Μόνο που τώρα δεν θα ‘ναι για να φάμε το σύννεφο. Θα ‘ναι γιατί κάποιοι από εμάς αναμετριούνται σοβαρά με τη δυστυχία. Όχι τη συννεφένια. Την κανονική, τη βάρβαρη, την απλήρωτη, αυτή που σε κλωτσάει στον κώλο και σου λέει ότι δεν ανήκεις εδώ. Για την ακρίβεια δεν ανήκεις πουθενά, γι’ αυτό πέσε.

ΥΓ1: Θέλω να πιστεύω ότι το 2009 ούτε ο ίδιος φανταζόταν το μέγεθος της παρακμής, όταν έγραφε.Αυτά που έγραφε.

ΥΓ2: Ντεμούλα, τα κατάφερες. Πύραυλο μ’ έκανες. Γι’ αυτό σ’ αγαπώ, χώρια όλα τ’ άλλα.

ΥΓ3: Πάντως, για τα των «λαϊκών ασματομουλάρων», των δημαρχαίων, της κορινθιακής σταφίδας και του λεξιλογιακού απόπατου των πιτσιρικίων, συμφωνώ.

ΥΓ4: Πόσο μακριά είμαστε από τον... πάγκο του χασάπη; Το πρωί κάηκε η Αθήνα και το βράδυ πανηγύρια που κέρδισε ο Ολυμπιακός τη Γερμανία. Όλα καλά!


Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

Τα κλοπιμαία

Σε γενικές γραμμές δεν είμαστε κλαψιάρα οικογένεια. Πράγμα που σημαίνει ότι όταν υπάρχουν υγρά πρόσωπα στο σπίτι ή η «βάρκα» ψιλομπάζει ή κάτι έχει χτυπήσει ευαίσθητη χορδή.

Η δε μαμά δεν είναι αυτό που λέμε παραδοσιακή ελληνίδα μάνα, καθότι ελληνίς είναι κατά το ήμισι, το διαφορετικό και το απ’ αλλού φερμένο που έλεγε κι ο ποιητής.

Δεν ήταν ποτέ επιπολαίως τρυφερή, δεν ήταν ποτέ του ακκισμού και της φανφάρας, κι ως πιτσιρίκι – γιατί δεν ήμουν και το αγγελούδι της πλάσεως – έχω μαζέψει πολύ σφαλιάρα και τράβηγμα κοτσιδιού, όχι αδίκως, οφείλω να αναγνωρίσω (και να προσθέσω ότι αν με είχα εγώ παιδί θα με καρύδωνα).

Όταν οι άλλες μαμάδες μετρούσαν με αγωνία τον πυρετό, η δικιά μου τραβούσε κουβέρτες, πετούσε μαξιλάρια και γρίλιζε: «Σήκω, τεμπέλα! Τίποτα δεν έχεις! Κανόνισε να μου γίνεις δειλή και ψοφίμι».

Σήμερα, λοιπόν, όταν επέστρεψε από τα πρωινά ψώνια με μάτι ζουμιασμένο και χείλη δαγκωμένα, τα χρειάστηκα. Όταν μάλιστα όρμησε καταπάνω μου με χάδια και φιλιά, το μάτι μου έφερνε βόλτα τον χώρο (που είναι το πιεσόμετρο; Τα χάπια της καρδιάς είναι στη θέση τους; Να προλάβω...).

Με το τσιγκέλι κατάλαβα ότι η νταρντάνα του σπιτιού και της καρδιάς μου, που λίγα της λες και πολλά βουτάει, κάπου είχε σκαλώσει αγρίως, που δεν το συνηθίζει, έχουν δει πολλά τα μάτια της κι η πλάτη της έχει σηκώσει άλλα τόσα.

Στο σούπερ (μάρκετ), μπροστά της προπορευόταν κοπέλα με παιδάκια δύο, γάλατα τέσσερα και λίγες κονσέρβες. Η ουρά καθυστερεί, η ταμίας κάτι λέει πνιχτά, καταφθάνει ο προϊστάμενος και από το καπαρτινάκι της κοπέλας ξεμπουκάρουν άλλο ένα μπουκάλι γάλα και μια σακούλα κουλουράκια.

Αυτό ήταν. Τη δικιά μου την έχουν πάρει τα ζουμιά, παρακαλάει (ποιος; Η μάνα μου!) να πληρώσει εκείνη τα «κλοπιμαία», να αφήσουν την κοπέλα με τα μωρά να φύγει, να, να, να... Μύλος.

Την είχα καμιά ώρα στον καναπέ βουβή και μετά σε έξαλλη κατάσταση να κάνει δουλειές, μουρμουρίζοντας σε γλώσσες τρεις (αυτό είναι κακό σημάδι), και μετά πάλι στον καναπέ με το μάτι απλανές στις γραμμές του τρένου.

Την προηγούμενη εβδομάδα μαζί ήμασταν στον χασάπη, όταν συγκεκαλυμμένα ατάραχος μας ενημέρωνε ότι η κόρη της τάδε, με μωρό της αγκαλιάς, φούνταρε απ’ τον 6ο, εννιά μήνες άνεργη.

Και το Σάββατο, πάλι μαζί, πετύχαμε το άλλοτε ένοικο του διπλανού διαμερίσματος, βουτηγμένο στον κάδο της γειτονιάς να ψάχνει.

Και προχθές, όταν της διάβαζα για τις όψιμες ευαισθησίες των κωλάδικων της τηλεόρασης να μη μεταδίδουν ειδήσεις αυτοκτονίας, με είχε κοιτάξει σα να της μίλαγα κινέζικα.

«Γιατί;;;»

«Για να μην πανικοβληθεί ο κόσμος, λένε»

«Κάνεις μαλακισμένο επάγγελμα, παιδί μου», μου είπε, και μετά το ίδιο βλοσυρά επανόρθωσε: «Γράψε λάθος. Οι συνάδελφοι σου είναι μαλάκες. Πολύ».

Αυτό ήταν. Ούτε «μα», ούτε «μου», ούτε αναλύσεις.

Και σήμερα, ζουμιά. Θέλω πολύ να πιστέψω ότι η Κλαίρη μεγαλώνει – δεν μ’ αρέσει το «γερνάει» - και γίνεται ευσυγκίνητη.

Όμως, το ξέρω ότι δεν είναι αυτό.

ΥΓ1: Προφανώς έλειψα πολύ καιρό και κάποια... επεισόδια του εγχώριου blogging τα έχασα. Πιάνω τον εαυτό μου να «τσεκουρώνει» σχόλια, ακόμη και ανθρώπων που γνωρίζω. Έχετε σαλτάρει; Ποιος σας είπε ότι λύνω προβλήματα μεταξύ τρίτων; Ή ότι μπορείτε να φτύνετε όπου γουστάρετε επειδή 10 αλήτες έχουν κάνει το διαδίκτυο χαλάκι για να σκουπίζουν τα πόδια και τον πισινό του σκύλου τους μαζί; Είπαμε έκλεισε για λίγο το μαγαζί, αλλά όχι κι έτσι... Ωστόσο, το σχόλιο σας στο προηγούμενο ποστ φίλε (;), φίλη (;) Helion, το ενέκρινα έστω και με καθυστέρηση για συγκεκριμένους λόγους.