Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψιλο-προσωπικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψιλο-προσωπικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Η κουτσουλιά



Το πιο δεσμευτικό και ψυχοφάγο πράγμα σ’ αυτή τη ζωή – νομίζω – είναι οι αναμνήσεις. Ειδικά, εκείνες της πρώτης παιδικής ηλικίας, που μ’ ένα σκατόσχοινο που δεν κόβεται με τίποτα σε φτάνουν μέχρι την εφηβεία και μετά άντε βγάλε άκρη (μόνος σου, φυσικά!) και τράβα ζήτα ευθύνες (από ποιόν;).

Τη Δευτέρα, για λόγους οικογενειακούς, αναγκάστηκα (το τονίζω, αναγκάστηκα) να φτάσω μέχρι μία κουτσουλιά - κοινότητα της νοτιο-ανατολικής Αττικής για να τακτοποιήσω διάφορες γραφειοκρατικές, και γι’ αυτό απολύτως μακάβριες, εκκρεμότητες.

Σ’ αυτήν την κουτσουλιά που οι -σφόδρα ερωτευμένοι- γονείς μου είχαν αγαπήσει για τη θάλασσα και την ησυχία της (ειλικρινά δεν υπήρχε κάτι άλλο για να την αγαπήσεις και πλέον την ησυχία έχει υποκαταστήσει η αμήχανη ερημιά του νεόπλουτου που έσπασε τα μούτρα του), σ’ αυτή την κουτσουλιά, λοιπόν, βούτηξε για πρώτη φορά σε θαλασσινό νερό η ασαράντιστη πατούσα μου, σ’ αυτή την κουτσουλιά έμαθα ποδήλατο, σ’αυτή την κουτσουλιά που μέχρι τα 10 μου είχα συνδέσει με τη λέξη «εξοχικό», κατάλαβα τι συμβαίνει, όταν η μάνα σου αγαπάει, μέχρι θανάτου, τον πατέρα σου: ατέλειωτες βόλτες στην παραλία με το φεγγάρι να φωτίζει μόνο εμάς τους τρεις, μυρωδιές από τηγανητή πατάτα, ούζο και μελιτζάνες, κρυφτό, κυνηγητό, συγγενείς και φίλοι να μπαινοβγαίνουν για τάβλι, μπύρες, ψάρεμα, μπάνιο, γέλια. Μόνο.

Αλλά η κουτσουλιά είναι κουτσουλιά. Κι όταν είσαι ευτυχισμένος, δεν το βλέπεις. Κακό χωριό τα λίγα σπίτια, αλλά το ζευγάρι των ερωτευμένων, πίστεψε ότι το «εξοχικό» μπορεί να γίνει κάτι περισσότερο από εξοχικό, ότι μπορεί να αντέξει μια επιχείρηση, ας πούμε, κι ότι το μέρος δεν ήταν απλώς μία παραθαλάσσια συγκυρία που ευνόησαν «οι τρύπες του Καραμανλή» (για όσους γνωρίζουν) και οι μοσχοπουλημένες φυστικιές.

Λάθος. Πολύ λάθος. Η επιχείρηση έγινε, πήγε καλά, με σκληρή δουλειά –είπαμε, όταν είσαι ερωτευμένος δουλεύεις σαν τον είλωτα και νιώθεις ότι σου κάνουν αέρα κοπανιστό τα ουρί του Παραδείσου – αλλά, η κουτσουλιά συμπεριφέρεται σαν κουτσουλιά.
Δε πα’ να προσπαθείς να αλλάξεις το ΕΛΕΝΙΤ με μάρμαρο; Η κουτσουλιά θέλει το ΕΛΕΝΙΤ. Και σε σνομπάρει κιόλας. Σε αρρωσταίνει. Και σε πεθαίνει. Κυριολεκτικά.

Το «εξοχικό» των παιδικών μου χρόνων, έγινε ο «τόπος κατοικίας» μου για τρία χρόνια. Τρία γαμημένα χρόνια. Μία γαμημένη ευθεία οδηγούσε από το σχολείο, στο νεκροταφείο, από εκεί στο σπίτι και παρέκει στην επιχείρηση των γονιών, που πλέον ήταν «κουτσή». Τρία χρόνια και τέσσερα χιλιόμετρα ελεεινής ευθείας, "κομμένα" καθημερινά με το ποδάρι, σε μία κουτσουλιά, αφιλόξενη, ανάγωγη, νεοπλουτισμένη και γι’ αυτό βαθιά άξεστη. 

Τον 4ο χρόνο φύγαμε, αλλά η κουτσουλιά είχε κρατήσει έναν από εμάς πίσω.

Γύρισα χθες, μετά από 18 χρόνια. Με γνωρίσαν, δεν τους γνώρισα και φυσικά δεν περίμενα ότι η κουτσουλιά θα κατάφερνε να γίνει ένα αξιοπρεπές σκατό, έστω. Μετά από τόσα λεφτά – φαγωμένα σε μπαρμπουτιέρες της περιοχής -, μετά από τόση ξιπασιά και τέτοιο χαϊλίκι περίμενα, τουλάχιστον, να μην ξαναδώ μπάζα και καλαμιές στην ευθεία, κομμωτήρια και νυχάδικα παντού, είδη γάμου, ζαχαροπλαστεία, μπαράκια, μπαράκια, μπαράκια (περνάει δύσκολα ο χειμώνας στην κουτσουλιά), ένα αστείο έργο ομβριών υδάτων και ούτε ένα βιβλιοπωλείο! Ούτε φωτοτυπάδικο. Α, και τουλάχιστον δύο parking για ακριβά σκάφη που κάποια σαπίζουν απ’ το δάκρυ των ιδιοκτητών τους.

Ταξί; Ούτε για δείγμα. Τι να τα κάμουν οι νοικοκυραίοι της κουτσουλιάς; Δεν περιμένουν μουσαφίρηδες. Συγκοινωνία; ΚΤΕΛ ανά όποια ώρα αγαπά και γουστάρει το αγόρι που σοφάρει.
Πήρα πάλι, λοιπόν, τη γαμημένη την ευθεία. Κι έγιναν τα 34, ξανά 15, με σάκα στον ώμο, απ’ το σχολείο στο νεκροταφείο κι από εκεί σπίτι για διάβασμα και μαγαζί για δουλειά.
Μόνο κέρδος, που η ευθεία έβγαζε (και βγάζει) στη θάλασσα. Από εκεί και η φωτογραφία. Να ‘χω κάτι να θυμάμαι. Όχι απ’ την κουτσουλιά. Από το κομμάτι της που δεν γίνεται να λερωθεί. Κι άλλο.


ΥΓ.: Γράφω πια, όποτε μου ‘ρθει. Όρεξη για χάχανα μόνο στα τηλέφωνα και οι πολύ δικοί μου, στο σπίτι, ξέρετε.
Δεν του βάζω «χι» του "ραφείου", λόγω αναμνήσεων, μην τα ξαναλέμε, καλών και κακών. Και το αφήνω να "σέρνεται" από μαζοχισμό (περισσότερο) κι από αγάπη (λιγότερο).

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

Λύκε, που δεν είσαι πια εδώ

«BloggerΟ/Η monaxikoslikos είπε...
Καλωσόρισες στη ζούγκλα του διαδικτύου και καλή δύναμη να ΄χεις να μείνεις.
20 Ιουνίου 2007 4:10 μ.μ».

Το πρώτο σχόλιο, ο πρώτος αναγνώστης, ο πρώτος μου φίλος (κι αληθινός), εντός και εκτός (γ)ραφείου, η πρώτη μου αληθινή κουβέντα από συνάδελφο σε συνάδελφο. Δεν υπάρχει πια.

Ο Αντώνης είναι – δεν γράφεται το «ήταν» για τέτοιους ανθρώπους – από εκείνους που έπρεπε να ξέρεις. Το «έπρεπε», στις μέρες μας, μεταφράζεται σαν τη γνωριμία που θα σε βόλευε κάπου, θα σε ανέβαζε, θα σου έφτιαχνε το επαγγελματικό προφίλ. Φυσικά και δεν εννοώ αυτό.

«Έπρεπε» να τον ξέρεις για να μπορείς να φτιάξεις σωστό συγκριτικό πίνακα: από ‘δω οι λίγοι, από ‘δω οι κύριοι, παρέκει οι λεχρίτες.

Σε μια εποχή που γινόταν της τρελής, από μαζώξεις bloggers και πάρτυ “to know us better”, τάχα μου, που το διαδίκτυο ήδη είχε αρχίσει να γίνεται της τρελής το μαλλί, εκείνος ήξερε να κάνει φίλους, να προσεγγίζει σωστά κι άμα του έκανες και του ταίριαζες να σε κρατάει για πάντα.

Τους αγαπώ αυτούς τους ανθρώπους.

Που ξέρουν πολλά και λένε λίγα, που είναι μαζί και πατεράδες και δάσκαλοι και επιστήμονες και μάγειρες και φυτευτές –

«πάρε λίγο βασιλικό απ’ το μπαλκόνι μου και δες αν θα σου “πιάσει”»,

που περιφέρουν ανύποπτοι το μεγαλείο και τη γενναιοδωρία τους –

«να διαβάσεις αυτό και εκείνο και τ’ άλλο»,  

που έχουν συναίσθηση της θέσης τους, αλλά δεν τη χρησιμοποιούν, -

«ρε συ, αυτός γράφει με κεφαλαία για να καταλάβεις. Αφού όταν διόρθωνα κείμενο του κι ήθελα να τον πειράξω του ‘λεγα “πουλί μου, μόνο οι μαρμαράδες στους τάφους γράφουν με κεφαλαία. Τίμησε μας και με κανένα πεζό”»-,

που ξέρουν να υποκρίνονται τους νικημένους για να σου κάνουν την καρδιά -

«ρε μικρή, θα μάθεις να παίζεις τάβλι; Παπάρια νίκησες! Έχε χάρη που έχεις τις μαύρες σου!»  -

που οι -σε χρόνο ανύποπτο φιλοφρονήσεις- τους δεν σ’ έκαναν στιγμή να νιώσεις άβολα

«εντυπωσιακό κείμενο, αλλά ρε συ Χριστίνα, σχώρα με κιόλας που σε κοιτάω έτσι, κόρη μου είσαι στην ηλικία και στην ουσία. Τι μεγάλα μάτια που έχεις, ρε παιδάκι μου. Σα λημνούλες είναι! Για συνέχισε!»-

που το μεσημεριανό τους, γινόταν προσκλητήριο σε πανηγύρι, -

«ξεκουβάλα λέμε! Έχω κάνει μακαρόνια με κιμά!»...

Δε φοβόταν μία. Καλοκαίρι, επί της Κηφισίας, πατούσα και γκάζι, ένα. Σε φίλο με άδεια χέρια ποτέ, γλάστρες και κρασί, απογευματινοί καφέδες και τάβλι στο Θησείο που κατέληγαν αξημέρωτα στα μπριζολάδικα της γειτονιάς, με ατέλειωτες κουβέντες που είχαν ιστορία, επαναστάσεις, παραλειπόμενα από συνεντεύξεις Τύπου κι από ζωές «προϊσταμένων» για το πώς έγιναν προϊστάμενοι. Όσο για το ρεπορτάζ, έχασαν όσοι αυτόκλητοι φωστήρες του οικονομικού ρεπορτάζ δεν αξιώθηκαν ούτε μισή «καλημέρα» του.

Άντε, μωρέ Λύκε. Εσύ ποτέ δεν αργούσες σε ραντεβού. Πώς πήγες και την κοπάνησες έτσι και μας άφησες με τ’ ασσόδυο;




Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011

Ο βαθμός της ημέρας (και μια ιστορία στις "Προσωπογραφίες")

Για πολλά χρόνια, συνήθιζα κάθε βράδυ να βάζω βαθμό σε κάθε μέρα. Εσύ ήσουν καλή, εσύ ήσουν ήρεμη, εσύ ήσουν σκατά -να πας και να να μην ξαναγυρίσεις-, εσύ ήσουν υπέροχη. Ανήμερα Πρωτοχρονιάς, εκεί που το body count της γαλοπούλας είχε χτυπήσει ρεκόρ και άπαντες κείτονταν τέζα σε καναπέδες, μπερζέρες, κρεβάτια και χαλιά, βούταγα το καλαντάρι και τα τσιγάρα μου, κλεινόμουν ήσυχα – ήσυχα στην κουζίνα και τις μέτραγα. Τόσες οι καλές, τόσες οι παράξενες, τόσες οι σιχαμένες. Συνήθως, δεν «έκλεβα» στο ζύγι. Άντε καμιά φορά τις «ήσυχες» μέρες να τις μέτραγα για «καλές» ή «υπέροχες» και κάπως έτσι ο ετήσιος απολογισμός έβγαινε υπέρ μου (σαν τον ερωτευμένο, που μαδάει τη μαργαρίτα, στο τέλος του περισσεύει φύλλο και τσαμπουνάει «μ’ αγαπάει και μένει και ένα», τέτοιαι μαλακίαι...).

Τη συνήθεια αυτή, μετά από καμιά δεκαετία, την έκοψα στις 16 Φεβρουαρίου. Μαχαίρι. Και το καλαντάρι το ξαπόστειλα οριστικά στις 30 Αυγούστου. Για πρώτη φορά, πατημένα 33 (μάλλον φταίει η ηλικία) σταμάτησα να μετράω. Όσο και να «κλέψω» φέτος, το ’11, θα είναι - και όχι μόνο για 'μένα, δυστυχώς - για πάντα ένα διπλό σουγιαδάκι που δεν ξέρω πότε ακριβώς θα βγάλω απ’ την πλάτη μου.

(Γενικώς, τον αριθμό «11» τον σιχαίνομαι, αλλά αυτά είναι για άλλη ώρα).

Ακόμη κι έτσι, πάντως, τις προάλλες – και αν συνέχιζα να... βαθμολογώ τις μέρες – ήταν μία εξαιρετική μέρα, ή για την ακρίβεια μία ζεστή και ενδιαφέρουσα νύχτα.

Στο "Black Duck”, έναν πολύ όμορφο χώρο, στη Χρήστου Λαδά, μαζευτήκαμε κάμποσοι φίλοι, για τις «Προσωπογραφίες», ένα βιβλίο που ήρθε να σφραγίσει τον 3ο χρόνο της λειτουργίας του πολυχώρου.

Σ’ αυτό το βιβλίο – τ’ ορκίζομαι, όμως – θα διαβάσετε υπέροχες ιστορίες, πραγματικές ή «πλεγμένες», από γνωστά και μη ονόματα, κείμενα που δύσκολα ξεχνιούνται, που ζορίζουν, που σε κάνουν να χαμογελάς ή να τρέχεις για χαρτομάντηλα, πάντως κείμενα αληθινά.

Αυτά τα λέω για τις ιστορίες των άλλων. Για τη δικιά μου δε λέω λέξη, γιατί σχεδόν δεν μου ανήκει (ειδάλλως, θα ‘χα αρχίσει τις ντροπές και τα «καλέ μη, δεν πρέπει, δεν είναι σωστό». Ανήκει στη Σταυριάνα και στο «ανίψι» μου, τη Μαριλένα, που είναι σταθεροί χορηγοί καλών ιστοριών. Εγώ απλώς άκουσα και έγραψα (ε, έβαλα λίγο κι απ’ το προσωπικό μου ζόρι μέσα).

Και εδώ αρχίζουν οι ευχαριστίες. Κατ’ αρχάς στην κυρία Ζαχαρούλα Λαδά που με έβαλε στη σκέψη για τη δημιουργία μίας τέτοιας ιστορίας στις «Προσωπογραφίες». Κατά δεύτερον στην κυρία Ντόρα Ρίζου που με φιλοξένησε στο 3ο κατά σειρά βιβλίο του “Black Duck” και κατά τρίτον στην ομάδα που επιμελήθηκε τα κείμενα (με πρώτη και καλύτερη την κυρία Ρούλα Βαλακίδου) που με σεβάστηκαν και δεν «πείραξαν» ούτε μισή τελεία από το αγχωμένο κείμενο που τους έστειλα. Είμαι υπόχρεη!

ΥΓ1.: Δυστυχώς, ούτε εκείνο το βράδυ αποφεύχθησαν τα πηγαδάκια για τις ντροπές του Τύπου. Για τις ορδές των απλήρωτων, για τα καζάντια του Alter και της «Ελευθεροτυπίας», για το ότι και η τελευταία κουτσή σαρανταποδαρούσα ζητά από τους εργαζόμενους της να δουλέψουν τσάμπα.

ΥΓ2.: Απίστευτο! Η Νάνα Μούσχουρη μας κάνει κριτική. Με «βασιλικό γιαρέμ γιαρέμ και δυόσμο» κι από την άνεση της απουσίας.

ΥΓ3.: Τα χαιρετίσματα και τις ευχές μου και στην κα Γκολεμά. Όσο για τον φίλο που με mail με ενημέρωσε ότι τα παλιά κείμενα της Κοπτοραπτούς «συστεγάζονται» με εκείνα νέου αρθρογράφου, τον πληροφορώ ότι είμαι ενήμερη και να μην σκανιάζει. Πρόκειται, όπως μου εξήγησαν, για τεχνικό λάθος το οποίο θα αποκατασταθεί.