Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πόλιτικς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πόλιτικς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2011

Σ'τα 'λεγα, Νίτσα μου! (Δεν πρόσεχες)...

Τι να σου πω κι εγώ, Νίτσα μου; Με τη ρόμπα με πιάνεις. Λύσσαγες δυο χρόνια τώρα ότι είναι καλό παιδί, από σπίτι και γενιά, και αθλητικό και μορφωμένο, και κυριλέ κι όσο χρειάζεται – για τον άντρα τον πρόστυχο – κάθικος, αλλά τα είδες τώρα τα χαμπέρια σου.

Σου ‘λεγε, σου ‘λεγε, σου ‘λεγε και ενώ αρνιόσουν του ‘κατσες. Μια τον λυπήθηκες, δυο τον συμπάθησες, τρεις δεν κρατιόσουν κι ήθελες να τον κουτουπώσεις (ποιον; ΑΥΤΟΝ!).

Ψηστήρι, ράουντ του, διότι είχε σκοπό ο κυριούλης. Εκ νέου στη σχάρα, Νίτσα μου. Ενώ σου τα ‘χε κάνει τόσα, δεν σου καθόταν. «Και το ‘χω και δε στο δίνω», ένα πράγμα και δώστ’ του να σε τηγανίζει, να σε φουντώνει, να ανάβει όλα τα κεριά και να εξαφανίζεται, έτσι για να ΄χεις να θυμάσαι.

Αλλά το χέρι πού το ‘χανες, που το ‘βρισκες, στον κώλο σου ήταν – με συμπαθάς, κιόλας – Νίτσα μου.

Σου ‘ταζε διακοπές, Κυριακές και δείπνα με κεριά, κάπου στο ενδιάμεσο σου ‘σκασε και το στούφο ότι είναι ύπανδρος, αλλά ποτέ δεν ήσουν των δεσμεύσεων και (μου) τσαμπούναγες ότι ο άνθρωπος μετράει και δώσ’ του να σου παπαριάζει το αυτί ότι μαζί θα κάμετε παπάδες και εκεί μπαίνει σε εφαρμογή το σχέδιον «εμπιστοσύνη».

«Εμπιστέψου με», σου ‘λεγε, Νίτσα μου και κόντρα «εμπιστέψου με, είμαι καλός άνθρωπος" και πόσο να θες και εσύ, άνθρωπος είσαι και λύγισες και τον εμπιστεύτηκες.

Και κάμετε δουλειές παρέα, Νίτσα μου, πλην όλων των άλλων, και σου βγαίνει η πίστη, Νίτσαααα, αλλά έχε χάρη που έχεις πειστεί για το όραμα κι ας μην έχει ούτε το πάρκινγκ να πληρώσει, ο ανεπρόκοπος, Νίτσα! Και να σε φουρκίζουν κι οι γύρω γύρω, που τσιφούτη τον ανεβάζουν, αναξιόπιστο τον κατεβάζουν και δε σε φτάνει η καψούρα, η καούρα κι η τρελή δουλειά να πρέπει να τον υπερασπίζεσαι κιόλας, τον μπαγλαμά.

Δεν χρειάζεται να σου πω, Νίτσα μου, ότι το χέρι του δεν έμεινε περιμετρικώς του πισινού σου. Το ένα. Διότι το άλλο χάιδευε και τον πισινό μιας άλλης, ενδεχομένως και τον πισινό μιας τρίτης, αλλά είσαι άνθρωπος προοδευτικός και δεν το ‘καμες θέμα, Νίτσα μου.

Και παραλλήλως δούλευες, εμπιστευόσουν, υπερασπιζόσουν (μωρή χαζή! Τον αγάπησες κιόλας;), αλλά και τυφλή δεν ήσουν, Νίτσα μου, φιλότιμη ήσουν. Έβλεπες, ότι πίσω από το ατσαλάκωτο κολάρο και το i-pad2, τρομάρα του, κρύβεται ο φίδιας ο ίδιος, αλλά μαζευόσουν.

Και βεβαίως, στην πορεία άρχισες να τσινάς, Νίτσα μου. Αυτό το «άλλα λέω, άλλα κάνω κι άλλα εννοώ», ήταν καλό μόνο για τον Μάλαμα. Κι ο φίδιας, Νίτσα μου ήταν και φάλτσος.

Αλλά και πάλι το βούλωνες, Νίτσα μου, γιατί σκεφτόσουν ότι σ’ αυτή την ηλικία, το κεφάλι του «καλού παιδιού»- «εμπιστέψου με», αποκλείεται να έχει σκατά μέσα.

Κάποτε κάποτε, ο «εμπιστέψου με» σου κουβάλησε και μια Γερμανίδα κουμπάρα και έναν Αμερικανό κοντοξάδελφο για να πειστείς ότι είναι άνθρωπος σοβαρός με δικτύωση και φερεγγυότητα. Τάχα μου δήθεν ότι τον έχουν ζητήσει κι απ’ άλλα κράτη και δεν είναι τόσο φίδιας, όσο φαίνεται κι ότι τον εκτιμούν στα εξωτερικά, γιατί είναι και κακοπαθημένος.

(Νίτσα, κάμε το σταυρό σου και να λες καλά που δεν σου κουβάλησε σύζυγο και πεθερά να γνωριστείτε κιόλα!).

Κι ενώ έχεις δώσει και το βρακί σου, Νίτσα μου, ανακαλύπτεις ότι ο «εμπιστέψου με», «κελαηδάει» πιο πολύ κι από το Twitter.

Στους απάνω μαχαλάδες ξέρουν ότι είσαι τεμπέλα, στους κάτω μαχαλάδες ότι είσαι αντροχωρίστρα και τον παρέσυρες και στην πλατεία σε φωνάζουν και πουτανάκι, Νίτσα μου. Χώρια που στη δικιά σου πλάτη, (Νίτσα μου), και δουλίτσες είχε κάμει κι άλλα τόσα ετοιμαζόταν να σκαρώσει και, και, και...

Όπως είναι φυσικό (και άργησες, Νίτσα μου), του ζητάς εξηγήσεις, τα κάνεις γυαλιά – καρφιά, δεν σε φτάνουν τα μάρμαρα του Συντάγματος να ξεθυμάνεις για την ευρύτερη ξεφτίλα κι εκείνος, αίφνης, στο παίζει... Σαρκοζί. «Μιλάτε μου στον πληθυντικό, γιατί είμαι κόρη ναυάρχου».

Και πάλι κορόιδο πιάνεσαι, Νίτσα. «Λες να τον προσέβαλα τον άνθρωπο;», συλλογιέσαι και ξαναβάνεις το κεφάλι κάτω.

Και ενώ σ’ έχει πείσει για το ανώτερον της ράτσας του που του δίνει το δικαίωμα να σε διασύρει, ένα ανοιξιάτικο πρωινό με μπόλικο ήλιο και πρώιμα μυγάκια, αποφασίζει να βάλει χέρι και στη δουλίτσα σου.

Και εκεί (επιτέλους) λαλάς και ξυπνάς, Νίτσα μου। Και τον πετάς έξω, σπρωχτό και σηκωτό και παίρνεις μέτρα και με ρωτάς τι άλλο να κάνεις.

Κράξ’τον, Νίτσα κι όπου τον πετυχαίνεις, κάνε οικονομία στο σάλιο από βραδύς και φτύσε σα να μην υπάρχει αύριο. Κι αυτόν και τους ομοίους του, γιατί όντως η ράτσα είναι μεγάλη κι η γενιά παλιά και έχει βασανίσει σαν κι εσένα, ουουου, πολύ κοσμάκη (Νίτσα).

Και τα καλύτερα, δεν σ’τα ‘πα, Νίτσα μου: Τον έχουν πάρει χαμπάρι, γενικώς. Και τα περί καλού παιδιού, μόνο η Γερμανίς κουμπάρα και ο Αμερικανός ξάδερφος τα «τρώνε» πλέον. Ο καθείς για τους λόγους του.

Άντε, Νίτσαααα! Περαστικά κι άλλη φορά να προσέχεις που ξεστραβώνεσαι! Αυτά τα αγόρια είναι μόνο για τη μαμά τους, ενίοτε και για τη σύζυγο που απολαμβάνει ύπνο βαθύ.

ΥΓ.: Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα είναι σατανικώς συμπτωματική. Η φωτό επροτιμήθη διότι το ραφείον τρέφει αδυναμίες. Στους άνδρες με γκρι σουρί και στις πρασινάδες και τα... κάγκελα.

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011

Άσε με. Να σ' αγαπάω...

Όταν είσαι ερωτευμένος, θες να φωνάξεις (δεν θες;). Θες να μοστράρεις παντού το αντικείμενο της αισθηματικής σου σούζας. Κι αν το αίσθημα είναι σύνθετο – καψούρα πλας θαυμασμός – πάει, αρρώστησες.

Κι αν ο λεγάμενος, είναι της υπέρβασης και των καλών ελληνικών και σου λέει προστυχόλογα του τύπου «είναι πάρα πολύ δύσκολο να πετύχουμε τον στόχο μας σε συνθήκες ύφεσης», αντιλαμβάνεσαι ότι είσαι πολύ, μα πάρα πολύ μπλεγμένη.

Δεν αρκούν οι φιλενάδες, οι καφέδες και οι «συνεδρίες» με κολλητούς και πρωήν. Τι να χέσει ο ψυχίατρος μπροστά στο μαρτύριο του να μπαινοβγαίνεις στην κόλαση του έρωτα του; Και ποιος; Πες μου, ποιος ταπεινός μπορεί να καταλάβει εκείνο το «...ανυπερθέτως, πρέπει να τηρήσουμε το δημοσιονομικό στόχο για το 2011 και το 2012».

Αντιθέτως, όλοι μπορούν να αντιληφθούν ότι άντρας που χτυπάει το χέρι στο τραπέζι και λέει «η χώρα δεν (θα) δέχεται εκβιασμούς και ταπεινώσεις» (σ.σ.: αν επιτευχθεί ο δημοσιονομικός στόχος), είναι άντρας φτιαγμένος από σίδερο κι γι’ αυτό άξιος (του έρωτα σου).

Στα γεράματα με βρήκε ο μεγάλος, ο ανείπωτος, ο άνευ όρων (έρως). Και πήγα και διάλεξα τον δύσκολο δρόμο (διότι όλες – σοβαρές και ασόβαρες – είναι τ’ανάσκελα με τον άλλονε, τον αθλητικό, με τα κολάν, τα κανό και τα γκρίκλις). Εγώ όμως, ηράσθην εκείνον που δεν θα κωλώνει στο Economist, εκείνον που όταν εγώ θα σφαδάζω στα πατώματα, εκείνος θα μου λέει γι’ αυτό που πρέπει να κάνουμε κι ας πονάει.

Να δεις πως μου το ‘πε: «Αν δεν κάνουμε τώρα αυτά που πρέπει, θα αναγκαστούμε να τα κάνουμε, όχι πολύ αργά, υπό συνθήκες οδυνηρές. Όλοι το ξέρουν αυτό, έχω ενημερώσει τους αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων και τους εκπροσώπους των κοινωνικών φορέων». (Ακόμη τρέμω...).

Κι εγώ εκεί. Να σκίζω τις μπουγάδες μου.

(«Εσύ να φταις κι εγώ συγνώμη να ζητάω (καλέ) σου λέω, άσε με, άσε με, άσε με, να σ’ αγαπάααω!!!»).

Γιατί δεν είναι ότι τα λέει, όπως τα λέει, το άτιμο και σε στέλνει στον Θεό, είναι και το που τα λέει. Στο Καβούρι, που εκεί παρά δίπλα έχει από τα πιο ενημερωμένα spa της ελληνικής ξενοδοχοσύνης. Και πώς, πες μου, πώς αντιστέκεσαι - εσύ η ορθολογίστρια, η τετράγωνη, η ταμπουρωμένη - σ’ έναν άντρα που ξέρει να συνδυάζει το τερπνόν μετά του ωφελίμου;

Και να ‘χεις κι όλες αυτές τις σκορδόμπηχτες να κάμουν ρεπορτάζ για τα κακά ελληνικά του. Γιατί το δόλιο το αγόρι, πάνω σε στιγμές ζέσης και δουλειάς τρελής έγραψε στο Twitter τη Φινλανδία με ένα «νι».

Νιώσε με. Περνάω δύσκολα. Και μοναχικά. Γιατί δεν μπορώ να βγάλω τσιμουδιά. Αυτός είναι ένας αητός και εγώ μία λαλημένη (και μαδημένη) δεκοχτούρα. Μόνη μου το περνάω όλο αυτό. Στα σκοτάδια...

Χριστέ μου, πόσο περήφανη νιώθω. Γι’ αυτό που νιώθω. (Και ενώ ξέρω ότι καμία ελπίδα δεν έχω για ανταπόκριση... Πούσου!!!!)

ΥΓ1.: Τι άλλο να κάνω για ν’ αποφύγω το παλούκι της ΔΕΗ; Η πεθερά μου είναι ήδη στα κλαδιά: 1200 ευρώ της βγαίνει το κουστουμάκι...

ΥΓ2.: Στο Σύνταγμα δεν ξανακατεβαίνω. Αν θέλω σουβλάκια, φτιάνω και μόνη μου.

ΥΓ3: Βρε, μήπως να αγαπήσω τον Αντώνη; Εκείνο το «μας έχει φύγει ο πάτος» με έβαλε σε σκέψεις. Αλλά και πάλι, αν τέτοια λόγια δεν σ’ τα λέει κάποιος με υπολογίσιμο τονάζ δεν φτουράνε...