Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καταστροφές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καταστροφές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Απριλίου 2012

"Αδύναμοι χαρακτήρες"...

Το χειρότερο με τις δημοσιογραφικές ταχύτητες είναι ότι σου στερούν το προνόμιο του να «παγώσεις». Είναι τρελό μανίκι να πρέπει να μεταδώσεις μια τραγωδία εδώ και τώρα κι ας έχει φριζάρει ο εγκέφαλος και το συναίσθημα σου. Το δεύτερο χειρότερο μετά από αυτό είναι ότι ΠΡΕΠΕΙ να δείξεις ότι πονάς.
Αλλά συνήθως, όταν πονάς ή βογκάς ή δεν μιλάς. Πάντως, δεν λες βλακείες. Δεν βιάζεις τον εαυτό σου να κλάψει. Συνήθως, κλαις ή το βουλώνεις. Αλλά η τηλεόραση δεν καταλαβαίνει από τέτοια. Είναι ένας 24ωρος κατεψυγμένος θίασος, στον οποίο ανά πάσα στιγμή πρέπει να ξεπαγώνεις το κατάλληλο «σακουλάκι».
Κι αντί να καταφύγει στην αξιοπρεπή μετάδοση της είδησης, ο θίασος ζητάει τη βοήθεια του «Μπαρμπά – Στάθη».
Από εκεί ο θεατρικός πόνος, πιο κάτω ο θεατρικός θυμός, στο δεξί ράφι το δάκρυ που ζεσταίνεται και στους μείον 20 που λέει ο λόγος.
Έτσι, χθες, ανοίγοντας τηλεόραση το πρωί, έπεσα πάνω σε μία μισο-ηλίθια, μισο-διεστραμμένη ρεπόρτερ των 500 ευρώ (αλλά με ύφος 2500 ευρώ) που (μου) εξηγούσε ότι «υπάρχουν και αδύναμοι χαρακτήρες που προχωρούν τελικά σε τέτοια απονενοημένα διαβήματα», όπως του 77χρονου που έβαλε τέλος στη ζωή του στη Πλατεία Συντάγματος.
Χρόνια ωρύομαι, στα όρια της γραφικότητας πια, ότι τα κανάλια πρέπει να διαθέτουν στόλο από διορθωτές και φιλολόγους για να περνάνε από καθημερινά σεμινάρια τα «σαϊνια» με το μαρκούτσι. Πλέον πιστεύω ότι έχουν υποχρέωση να προσλάβουν ψυχολόγους, έστω και part time. Και να τσεκάρουν τακτικά (τακτικότατα) την ψυχολογική κατάσταση των συνεργατών τους, που αισθάνονται super μάχιμοι και δυνατοί χαρακτήρες, ώστε να εκσφενδονίζουν τέτοιες ηλιθιότητες σε εθνικό δίκτυο, χωρίς να αισθάνονται πόνο κάπου, έστω και στη φτέρνα τους.
Δεν ξέρω, παλιότερα μ’ έπιανε ντροπή ανακατεμένη με λίγη απελπισία, ξέρεις εκείνο το φιλικό που θες να πας να τον πιάσεις τον άλλο και να του πεις, «ρε συ, έλα με τα σωστά σου, μη λες μαλακίες». Μετά τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου και των ανθρώπων της Marfin, η ντροπή έγινε θυμός. Τώρα είναι απλώς η κάρτα ενός πολύ καλού ψυχολόγου.
Να σ’ τη δώσω, να σε δει, να μιλήσεις λίγο, να ξεμπουκώσεις, μπας κι αρχίσεις να συναισθάνεσαι τι κορωνάτες χαζομάρες πετάς.
ΥΓ: Για τον άνθρωπο που διάλεξε αυτό το τέλος έχουν γραφτεί τα πάντα. Σοβαρά κι ασόβαρα, μετρημένα και ζεστά, αποστασιοποιημένα και ψιλο-αιρετικά. Μόνο αυτό: αν υπάρχει κάτι που μπορεί να σε απελπίσει στα 77 σου και να σε στείλει ντουγρού πάνω σε μια τέτοια απόφαση, το τέλος δεν έρχεται. Ήρθε, δεν μας το είπανε κι απλώς μας αφήνουν σαν τα χαμστεράκια να ζοριζόμαστε στη ρόδα.

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2012

Κουκούλα ή γραβάτα;

Νομίζω δεν υπάρχει χειρότερη αίσθηση από το να περπατάς πάνω σε σπασμένα γυαλιά και τα ρουθούνια σου να τα μπουκώνει καπνός από κατεστραμμένες προσπάθειες.

Αυτή η σιγουριά ότι πνίγεσαι, ότι δεν υπάρχει αέρας στην πόλη, ότι ξαφνικά δεκάδες τσόγλανοι αποφάσισαν ότι δεν σου αξίζει ούτε μισό κυβικό χιλιοστό οξυγόνου, αυτή η σιγουριά ότι μπορείς να να πεθάνεις αβοήθητος μέσα στο ιστορικό κέντρο... Και μετά όλοι αυτοί οι μαραθώνιοι πολιτικής αλητείας, όλη αυτή η βρωμιά να μουτζουρώνει (και) τον τηλεοπτικό αέρα, όλος αυτός ο εμετός με τα κολάρα να ξεμπουκώνει άτακτα από δελτία και εκπομπές, όλη αυτή η γελοιότητα λογίων και πολιτών που τα ‘χουν χαμένα να τρέχουν με κεριά και λαμπάδες έξω από το καμένο «Αττικό».

Νομίζω ποτέ τόσοι πολλοί δεν ήμασταν τόσο μόνοι και τόσο ανεκτικοί απέναντι σε μια χούφτα λοβοτομημένους μέσα και έξω απ’ τη Βουλή, ποτέ τόσο τίποτα δεν έβγαλε τόση γλώσσα απέναντι στο «όλο», ποτέ τόσοι αστοιχείωτοι δεν μπέρδεψαν τόσο κόσμο που θέλει και ξέρει να ζήσει και το χειρότερο;

Αγαπάει τη ζωή τόσο που σ’ ένα μήνα θα ‘χει ξεχάσει... Την αγαπάει μ’ έναν σκασμό στρεβλές εικόνες, φωτιές κι αποκαϊδια, μεταδόσεις χάους λεπτό προς λεπτό, χρονικά και καταγραφές, καμένα σώβρακα και πλιατσικολογημένα παπούτσια στην οθόνη μου και το πρωί μια γκόμενα που μοιάζει με ξεκούρδιστο τελώνιο να μου λέει ότι η εκπομπή (της) θα συνεχίσει με κανονική ευχάριστη ροή και θεματολογία του σουτιέν και και του πηχτού καθόλου, γιατί η ζωή συνεχίζεται.

Παλιά, στο σπίτι, όταν υπήρχε πένθος, δεν έπαιζε ραδιόφωνο για καιρό, δεν ξεφωνίζαμε σαν τους παλαβούς τάχα για να ξορκίσουμε το κακό, σκεπάζαμε τους καθρέφτες, κάτι σαν προσευχή σεβασμού σ’ αυτόν που μας άφησε. Ναι, η ζωή συνεχίζεται, αλλά για λίγο (ας) κάνει μια στάση στη βούβα, στη σιωπή.

Είναι σίγουρο (βρε ηλίθια) ότι ναι, κάποιο καταστηματάκι θα ξανανοίξει για να μπορείς με τις ώρες (ηλίθια) να διαλέγεις κιλότες με τις φίλες σου, είναι σίγουρο ότι (και αυτό) θα το ξεχάσεις, όπως είναι σίγουρο ότι η ζωή μας αλλάζει για πάντα με τρόπο που η βλακεία σου σε προστατεύει για να μην τον δεις και φρίξεις.

Και στην τελική, ενώ ακόμη καθαρίζω γυαλάκια θρύψαλα από τις μπότες μου και με δεύτερο λούσιμο το κεφάλι μου βρωμάει Cs, ειλικρινά, δεν κατάλαβα: το δίλημμα προχθές ποιό ήταν; Ευρώ ή δραχμή; Κουκούλα ή γραβάτα;