Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2008

Σλίπλες (όχι άλλο κάρβουνο!)


Τα μάτια μου έχουν γίνει σαν κουμπότρυπες.
Και σήμερα που απ’ το «κοπτοραπτείο» μου δώκανε ρεπό και επιχείρησα να «τουφάρω» για κανά δίωρο – με το συμπάθειο – παπάρια!
Από την υπερένταση είχα ξεχάσει πως σκατά ξαπλώνουν.

(Σημ.: Όποια συναδέλφισσα κοπτοραπτού νομίζει ότι η epikairotis θα καθιζάνει την παρακαλώ να ανέβει στο πένθχάουζ και να πηδήξει. Μέχρι τα μέσα Μαρτίου θα γαζώνετε κορίτσια και μην την κοπανήσει καμιά σας με αναρρωτική και με αφήσει αμανάτι με τον αφεντικό, την έσκισα!).

Που λέτε, παίρνω το μαξιλάρι και εκεί που πάω να κλείσω το ματόφυλλο, να ‘σου σκάει κουνάμενη συνάμενη η πρώτη Ερινύα. Και με ρωτά:
«Πόσα γαμωχρόνια πρέπει να γαμωδουλεύεις για να βρεθείς με 5 γαμωεκατομμύρια ευρώ στις γαμωτράπεζες;».
Πετιέμαι πάνω, τινάζω το μαξιλάρι, ισιώνω λίγο την κουβέρτα και ξαναπίπτω.
Σβιιιν! Σκάει η δεύτερη: «Όοοχι! Μην κοιμάσαι! Θέλω να μου πείς! Ποια κοπτοραπτού (γαζώτρια, τιγκελού, ρελιάστρα, γουατ έβερ) δέχεται να δουλέψει με 680 ευρώ το μήνα, όταν πλέον γνωρίζει ότι ο ιδιοκτήτης του κοπτοραπτείου μπορεί να αγοράσει κι αυτήν και το μισό της σόι άμα λάχει;».
Φτου σου πούστη! Βουτάω, το άλλο μαξιλάρι, το φέρνω πάνω από το αυτί, τυλίγομαι με την κουβέρτα σα σαλάμι και ξανακλείνω τα μάτια.
Προς στιγμήν –ααααχ! – ηρεμία, ησυχία, ούτε μυγάκι στον αέρα.
Αρχίζω να ψιλογλαρώνω, όταν καταλαβαίνω ότι ένα γρατζουνητό σγαρλάει το μαξιλάρι. Εν τω μεταξύ εν χορώ, σαν μπαγκράουντ, ακούω ρυθμικά: «Είσαι βλάκας! Μην κοιμάσαι! Είσαι βλάκας! Μην κοιμάσαι!».
Σαλτάρω επάνω, βουτάω μαξιλάρια και κουβέρτες κι από το κρεβάτι κατευθύνομαι στον καναπέ.
Ξεβολεύω το γατί από τη θέση του και ξανα μανά ξαπλώνομαι.
Αυτονανουρίζομαι, με λυπάται ο Μεγαλοδύναμος και ξαναβαραίνουν οι κουμπότρυπες μου…
Κι εκεί που αρχίζω να βυθίζομαι σκάνε καμιά δεκαριά τσουρδάλες φτερουγιστές τηλε- Ερινύες κι αρχίζουν πολυβοληδόν όλες μαζί:

«Τι κακό έκανε ο Καμπουράκης;»
«Τι έκανε του Οικονομέα και ο τελευταίος τώρα τελευταίως του φέρεται με ένα ύφος “Σουςςς! Πολύ μιλάς. Με πιάνει πονοκέφαλος. Μαρία! Μια ασπιρίνη και ένα μπουκάλι Εβιάν!”»
«Που χτενίζεται η Έλλη Στάη; Που χτενίζεται η Έλλη Στάη; Που χτενίζεται η Έλλη Στάη;»
«Γιατί τους πήρε ο πόνος τώρα τους χαλβαδογιακάδες στα δελτία ειδήσεων για το αν ήταν πολιτικές οι παρεμβάσεις του Χριστόδουλου;»
«Πως λέγεται το θέαμα που παρουσίαζε ο Alpha τη Δευτέρα το πρωί; (Από τη μία ήταν «όλοι μαύρα και ένα πιάνο» λόγω πένθους κι από την άλλη δείχνανε παλιά στιγμιότυπα με τη Μενέγω να χορεύει τσάμικα για να γιορτάσουν τα γεννητούρια)…»
«Το είδανε στο Mega το dvd; Το είδανε; Το είδανε;»
«Η Τρέμη είναι θυμωμένη; Θέλει Καμπουράκη αλά κρεμ με σως σαλιγκάρια; Ε; Μην κοιμάσαι, πες μας!»
«Γιατί κόψανε απ’ τον Alpha τον Γεωργίου;»
«Αφού γνώριζαν εκεί στη ΝΔ τι είχε κάνει ο Κουκοδήμος γιατί κάνουνε τις πάπιες;;»
«Απ’ το Πρώτο Θέμα ήταν η νοσοκόμα που μπήκε κρυφά στο δωμάτιο του Ζαχόπουλου;»
«Γιατί το Mega έκανε εξώδικο στον Alpha, αλλά συνέχισε και με μία αγωγή; Ε;»
«Γιατί ο Μακαριστός ζήτησε να τον ξωδιάσει που λεν’ και στα μέρη μου ο Βαρθολομαίος; Για να του τη σπάσει; Ε; ε;»
«Ο Ζακύνθου είναι καλός άνθρωπος; Ε;»
…
«Αυτές τις κουρτίνες από πού τις πήρες;» (;!!!)

Οι κάργιες! Μάτι δε μ’ αφήσανε να κλείσω
Και σε λίγο θα πρέπει να επιστρέψω στο κοπτοραπτείο με τα νεύρα μου… πουρέ!


Υστερόγραφα

1. Άκουσα καλά; Μνημονεύσανε τον μεσιέ Γλύξμπουργκ ως «τέως βασιλιά» εντός της Μητροπόλεως;;; Είμεθα καθόλου καλά; Ή η αϋπνία φέρνει και κουφαμάρα κι ακούω ό,τι (δεν) θέλω;
2. Καλέ! Καλά είμαι! Μη μου στέλνετε mail που ξεκινάνε «Που είσαι; Τι σου συμβαίνει; Γιατί δε γράφεις;». Αγχώνομαι! Επίσης, μη μου κρατάτε κακίες που χάνομαι. Ζορίζομαι τελευταίως η γαζώτρια… Θα επανέλθω συντόμως. Αφού ρίξω ένα γερό 16ωρο αχαλίνωτου… ύπνου!


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.sleepsa.com

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2008

"Φίλε, έλα απόψε που πονάω..."



* Αφιερωμένο στον monahikoliko που ξέρει την αξία της μοναξιάς.


«Μοναχός σου χόρευε κι όσο θέλεις πήδα».
«Με φίλο φάε – πιες, δουλειά μην κάνεις».
«Σε φιλενάδα να μην πεις ποτέ το μυστικό σου,
σε φίλη η φίλη θα το πει κι είναι κακό δικό σου».

Για να καταλάβετε τι κουλόσοφος λαός είμαστε, τα παιδιά μας τα μεγαλώνουμε έτσι ακριβώς: πρώτα τους μαθαίνουμε την αξία της φιλίας στη ζωή και μετά – αφού περάσουν μερικά χρόνια – αναφερόμαστε στη φιλία σα να επρόκειτο για εξωγήινο επισκέπτη ή ακόμη καλύτερα σαν να ήταν ο Τυρανόσαυρος Ριξ. Υπήρχε κάποτε, αλλά όχι πια.

Η εκ μητρός γιαγιά μου – Θεός σχωρέσ’ τη – μου ‘χε πει κάποτε: «Σκανιάζεις; Βουρλίζεσαι; Έχεις παράπονα και μυστικά; Άνοιξε την ντουλάπα σου και πες τα! Ξαλάφρωσες; Τα πες; Κλείσ’ τη ντουλάπα και μαζί και το στόμα σου!».

Κι έρχεται η γιαγιάκα – και τα ρητά πιο πάνω – και σου κάνουν τα περί φιλίας νιανιά.

Διότι άντε. Εσύ κι εγώ είμαστε φίλοι. Κι άντε εμάς η γιαγιάκα μας δεν ήταν κομπλεξικιά και μονόχνοτη και αποφασίζουμε και τα μυστικά μας να ανταλλάξουμε και κολλεγιά να κάνουμε.

Εδώ «σκαλώνει» η πρώτη απορία, γιατί – όχι – πες μου!: Τι σκατά φίλοι είμαστε μέσα στην κολλεγιά όταν εσύ έχεις 20 άτομα στρατό κι εγώ άλλα 40; Εκτός αν την κολλεγιά αποφασίσουμε να την κάνουμε στον Παράδεισο – κούφια η ώρα και κουφή! – οπότε αλλάζει…

Κι άντε είσαι φίλος. Κι εγώ παθαίνω μια στραβή. Ή ακόμη χειρότερα την κάνω τη στραβή, να ‘μαι καλά να με χαίρεστε. Τι κάνεις εσύ;

(Μη βγει κανείς και μη μου πει ότι το ήθος του δημοσιογράφου δεν καταλαβαίνει από φιλίες γιατί θα του «γαζώσω» τον αντίχειρα!).

Ξαναρωτώ: Τι κάνεις εσύ;

Α) Με στηρίζεις μέχρι τέλους; (Είσαι φιλάρα αληθινή!)
Β) Κάνεις διακριτικό τουμπεκί μέχρι να ξεδιαλύνει το πράμα; (Δε λέω, το σέβομαι, αλλά με πληγώνεις…)
Γ) Βγαίνεις στη ρούγα και με κρεμάς στα μπουγαδόσκοινα; (Αμάν; Ποιος είσαι; Ποιος είμαι; Αν υπήρχες θα σε χώριζα και θα ‘γραφα και τραγούδι για τη μαλακία μου…)

Βέβαια, εφόσον τιμώ και εγώ τη φιλοσυνεργασία – συνεργασοφιλία μας, τι κάνω στην περίπτωση της στραβής;

Α) Πιάνω το φιλαράκι και συνεργάτη μου και λέω «φίλε, τα ‘κανα σκατά, τι μου προτείνεις;»
Β) Κάνω βούβα, παίρνω δυο ανταλάτ να μου ρίξουν την πίεση και περιμένω το τζακ ποτ που στην περίπτωση μου μεταφράζεται και στο «κουμπάρε, ευτυχώς που δεν πάθαμε και τίποτα…»
Γ) Τραγουδάω μαζί με τα άλλα παιδάκια «κι ο κλήρος πέφτει στον Αντώνη» - τυχαίο το όνομα –, σου ρίχνω μια κωλιά και τέρμα η κολλεγιά;

Και ρωτώ: Τι θα είχε συμβεί αν σ’ αυτή τη… φιλία αν δεν υπήρχε ένα στόμα σε ένα λάθος αυτί; Βάλτε εσείς το όνομα στο αυτί και το στόμα κατά τα πιστεύω σας.

Αν ζούσε η γιαγιάκα μου – η εκ μητρός, το ξανατονίζω – θα μου ‘λεγε: «Τα βλέπεις; Χορταροφιλίες. Να μη λες πολλά, να κοιτάς τη δουλειά σου κι αυτή τη φιληνάδα σου τη Θεώνη να την προσέχεις!»
Μετά από όλα αυτά έχω να πω ότι η ρελιάστρα είναι γαμώ τα παιδιά καθότι ποτέ δεν μου το έπαιξε φίλη. Είναι τόσο προβλέψιμη δε που στην προσπάθεια της να μου βγάλει το μάτι, είναι ικανή πρώτα να με ενημερώσει και μετά να το πράξει. Σε μιαν άλλη ζωή μπορεί και να ‘μασταν φιληνάδες…


ΥΓ1: Τι μπούρδα, Χριστέ μου, να έχει χωριστεί η Ελλάς σε θεμολάτρες και εικονοΜάκους και τανάπαλιν.
ΥΓ2: Γούσταραν όλοι όσοι υπέγραψαν το «απεταξάμην τον Σατανά»;
ΥΓ3: Υποθέτει κανείς ότι η αυριανή επιστροφή του Λάκη θα είναι… Θεμόστροφη; Καθότι είχε προηγηθεί η ψυχρασία του καλλιτέχνη με τον Ταρζάν, λόγω της συνεντεύξεως με τον Μακάκα;
ΥΓ4: Είναι δυνατόν η γιαγιά μου με τέτοια σοφία να μην είχε κάνει δικιά της εφημερίδα;
ΥΓ5: Αν είναι έτσι όλοι οι φίλοι, παιδιά, θα μοιράσω σε όλους σας από ένα ψαλίδι για να φυλαγόμεθα…

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2008

Φίλος έδωκε σε φίλο... (Κάμινγκ σουν!)



Μόλις υποχωρήσει έστω και μισό χιλιοστό ο πάκος με τις παραγγελιές πάνω στον κοπτοράπτη, σας έχω κουστουμάκι όμορφο περί φιλίας, αγάπης και αιώνιας εκτίμησης. Ειδικά μεταξύ συνάδέλφων. Ας πούμε πόσο με υπολήπτεται η ρελιάστρα, πόσο εγώ την κουμποτρυπού και πάει λέγοντας.
Μέχρι τότε και επειδή βρίσκομαι σε έναν σχετικό πανικό λόγω υπερωριών πάνω στο σκατομηχάνημα, να είστε όλοι φίλοι και μόλις δείτε τον... φίλο σας να σκοντάφτει, ξέρετε τι να κάνετε...


Σας φιλώ όλους και τα λέμε εκεί προς Δευτέρα ξημέρωμα που θα έχουν γίνει και οι απαραίτητες εξομολογήσεις απο πρώην φίλους σε νυν αρμόδιους.
Μπάααι!



ΠΗΓΗ: www.techzoogle.com

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2008

Η σωστή θέση του καζανακίου είναι στο σαλόνι. Κοντά στην τηλεόραση...

Όποτε πατάω τη μπανανόφλουδα να γράψω σοβαρό κείμενο, πίνω λίγο νερό και μου περνάει.
Διότι για να «γαζώσω» σοβαρά τα της επικαιρότητας (με πήδους από μπαλκόνια και μη, με «δημοσιογράφους», dvd και λοιπά αξεσουάρ της γνωστής συλλογής) πρέπει να αποφασίσω ότι θέλω να πιάσω στα χέρια μου σκατά.
Και με το συμπάθειο, αλλά δεν θα μπορέσω.
Υπάρχουν άνθρωποι, που πληρώνονται για να κάνουν αυτή τη δουλειά. Και που είναι στη φύση τους. Το σκατό. Γι’ αυτό ούτε όταν τους πνίγει μπορούν να το απαρνηθούν.
Εμένα όμως δε με νοιάζει αυτό. Ούτε καν με πειράζει, τώρα πια. Το σκατό, για να εξηγούμαστε.
Με πειράζει, που αίφνης γέμισαν οι οθόνες από τις αδερφές του ελέους, τις σεμνότυφες, τις χαμηλοβλεπούσες που τον μόνο ένοχο που βλέπουν σ’ όλη αυτή την ιστορία είναι το σεξ.
Κοινώς, με πειράζει που εκεί που «γαζώνω» αμέριμνη και ευτυχισμένη, σιγά – σιγά μου πιπιλάνε το μυαλό περί ακατονόμαστων σκηνών και ποταπών ενστίκτων.
Τι λες, βρε γελοίε; Από πότε το σεξ έγινε ποταπό; Και από πότε ένα καλό κρεβάτι έγινε ακατονόμαστη σκηνή;
Και επιστρέφω. Λες να με πείσουν ότι ο μόνος ένοχος σ’ αυτή τη χώρα είναι το σεξ; Όχι, το διακαναλικόν. Το κανονικόν!
Θέλουν, λοιπόν, να αντιδρούμε σαν τους σκύλους του Παβλόφ;
Να ακούμε σεξ, να σκεφτόμαστε χοντρούς προϊσταμένους και ταπεινές συμβασιούχες και να μας πιάνει χεσμός απ’ την τρομάρα και την αγωνία;
Με το που θα πηγαίνουμε να κατεβάσουμε τα παντελόνια ή να σηκώσουμε τις φούστες, να νιώθουμε πρώτα την ανάγκη να… ψαχτούμε; Όχι, μεταξύ μας. Όχι για «σκουφάκια»! Αλλά για κάμερες;;;
Πάνω στο πάθος το τρελό, να κωλώνει το έτερον μου δυόμιση και να μου ζητάει την τσάντα μου για… ψαχτικές;
Πάνω στο γουστάρισμα, να ξενερώνω και να φέρνω βόλτα το δωμάτιο για κρυφές (κάμερες) και τα τοιαύτα;
Και την επομένη να ψάχνομαι στις εφημερίδες για να σιγουρευτώ αν ο κώλος που φαίνεται είναι δικός μου ή της τιγκελούς που στην τελική είναι γνωστό ξεκώλι;
Βρε, ουστ από ‘κει!
Που με τους ξένους κώλους «πουλάνε»… ενημέρωση...
Άλλη φορά να βάζετε τον δικό σας τον πισινό, παρθένες όλοι σας εκτός κι αν αποφασίσετε να ανάψετε επιτέλους τα φώτα – αφού οργανωθείτε, εννοείται – και να μας πείτε ειδήσεις.
Μέχρι τότε, εγώ θα τραβάω το καζανάκι, το οποίο εκτάκτως το έχω μετακομίσει στο σαλόνι. Ακριβώς, εκεί που του πρέπει. Δίπλα απ’ την τηλεόραση.

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2008

"Του γιατρού";


Λετ μι θινκ, τώρα που ξεμέθυσα… Όταν ήμουν πιτσιρίκι και με πηγαίναν στον γιατρό για να με… εμβολιάσει, ο συμπαθής επιστήμων μου έλεγε «κοίτα λίγο εκεί στη φωτογραφία που έχω κι εγώ ένα κοριτσάκι σαν κι εσένα!». Γύριζα εγώ το ζωντόβολο και μέχρι να δω το κοριτσάκι μου ‘χε «χτυπήσει» το εμβόλιο.
Βέβαια, αυτό έγινε μόνο την πρώτη φορά. Γιατί τη δεύτερη που μου αμόλησε ο γιατρούλης τέτοια κοτσάνα, τον δάγκωσα και με θυμάται μέχρι σήμερα που έχει γίνει παππούς…
Όχι, δεν κρατάει το μεθύσι. Ούτε με πιάσανε οι γλυκερές νοσταλγίες των παιδικών χρόνων. Αλλά να… Τις τελευταίες μέρες, η τηλεόραση κάπως έτσι συμπεριφέρεται. Σου πετάει μια παπαριά κι εσύ γυρίζεις το πρόσωπο αλλού. Εκτός – τι να πω πια η γαζώτρια – αν επιβεβαιώνονται οι στατιστικές των ψυχίατρων και είμαστε όλοι στα πρόθυρα της αυτοκτονίας…
Δε βαριέσαι, άλλα είχα σκοπό να «γαζώσω» σήμερα, αλλά αν συνεχίσει να βρέχει κόσμο από μπαλκόνια και από λεωφόρους, παιδιά παστρικά σας το λέω, θα αλλάξω δουλειά και θα το γυρίσω στην ψυχοθεραπεία…
Αν τελικά είμαστε όλοι «του γιατρού» που λένε, να προσφέρω κι εγώ ένα καλό στον Έλληνα καταθλιπτικό (που δεν μας κόβω για τέτοιους…)

ΥΓ.: Βρε λες, μερικές μερικές που παραιτήθηκαν απ’ τα δελτία ειδήσεων λίγο πριν το μπαμ να ήξεραν τι ροζ σκατομάνι είχε να παιχτεί από τα δελτία ειδήσεων και γι’ αυτό την έκαναν μ’ αλαφρά μέχρι τον Τάμεση; Δεν ξέρω, αναρωτιέμαι…

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2008

Καλη χρονιά! (Η οποία χρονιά ούτε που το φανταζόταν ότι θα με βρει μαζί με άλλους 24 σε ένα βιβλίο...Πω, πω!!!)


Δεν έχω συνέρθει ακόμη. Από το μεθύσι και τις λοιπές κρεπάλες των γιορτών.
Σε αυτή την κατάσταση με βρήκε το πρώτο δώρο του 2008.
Προσγειωμένο κανονικά πάνω στον κοπτοράπτη, μαύρο, με ματ γυαλιστερές λεπτομέρειες στο εξώφυλλο και πορτοκαλί χαρακτήρες στη μέση.
«Bloggers – Ιστορίες του Διαδικτύου».
25 ιστορίες δεμένες σε ένα βιβλίο.
Το άνοιξα, το μύρισα (ναι, έχω το βίτσιο να μυρίζω τα βιβλία σαν γνήσια αγράμματη) και κάπου εκεί στην αρχή, στη σελίδα 16 είδα να φιγουράρει η ιστορία που πριν από μήνες μου ζήτησαν και «γάζωσα» με όλη μου τη καρδιά.
Είμαι απίστευτα αμήχανη, ασύλληπτα συγκινημένη, βαθιά μουδιασμένη που αν και κοπτοραπτού αξιώθηκα (που θα ‘λεγε και η μαμά μου, η οποία μ’ έχει ντίπι για ντίπι ανεπρόκοπη) να δω αυτή την ιστορία δημοσιευμένη σε χαρτί, σε βιβλίο…
Τα έσοδα από το βιβλίο θα πάνε στο ίδρυμα «Αναπηρία Τώρα», την προσπάθεια την ξεκίνησε και την τελείωσε ο ArtBomber και η έκδοση φέρει την τυπογραφική επιμέλεια των εκδόσεων ΣΟΚΟΛΗ – ΚΟΥΛΕΔΑΚΗ.
Έχω καταντραπεί, γιατί όταν «γάζωνα» ποτέ δεν πίστευα ότι μαζί με άλλους 24 θα βρισκόμασταν στις προθήκες βιβλιοπωλείων.
Ποιος – αναρωτιόμουν – θα δεχόταν να τυπώσει μια βρισιάρα ιστορία με τίτλο «Και τ’ όνομα μου είναι…ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ»;
Δεν έχω λόγια να ευχαριστήσω τον αφανή που βρίσκεται πίσω από το ψευδώνυμο ArtBomber και όχι απλώς δέχθηκε, αλλά μας πρότεινε να μπούμε σ’ αυτή τη διαδικασία. Να γράψουμε από μια ιστορία με κοινή αρχή και από εκεί και μετά ο θεός βοηθός …
Δεν έχω λόγια να σας πω πόσο καλές είναι οι ιστορίες που ξετυλίγονται σε 139 σελίδες από bloggers όπως ο orestis (orestis.blogspot.com), ο ninemos (ninemos.blogspot.com), η spitogata (spitogata.blogspot.com) και πολλοί άλλοι που αξίζει τον κόπο να σταθεί η ματιά σας.
Δεν έχω τίποτα άλλο να πω – επ’ αυτού – γιατί όταν ντρέπομαι ή τα μπήγω μου «κόβονται» οι εξυπνάδες…
Κι αυτά τα «γαζώνω» εδώ για να τιμήσω αυτούς που με τίμησαν. Ειδάλλως, τα ‘χουμε πει. Είμαι ντροπιάρα…
Καλή χρονιά σε όλους σας κι επιστρέφω αύριο με ράμματα!

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2007

Δε νάιτμερ μπιφόρ Κρίστμας (μανικιούρ, Εκάλιανς και χριστουγεννιάτικες φοβίες...)


Από τα 5 μέχρι τα 10 (μη σου πω και παραπάνω), ο φόβος σου σ’ αυτή τη ζωή είναι μη μείνεις ορφανό.
Από τα 15 μέχρι τα 20 (25 πες) ο εφιάλτης σου είναι να μη σε παρατήσει ο γκόμενος/-α.
Και από τα 25 μέχρι τα 75, έτσι που τα ‘κανε η εκλεκτή μας κυβέρνηση, η τρισμέγιστη αγωνία σου είναι να μη μείνεις από...εργασία.
Οι συγκεκριμένες φοβίες έχουν την τάση να διογκώνονται κατά την διάρκεια των γιορτών – ειδικά τα Χριστούγεννα – και πολλαπλασιάζονται επί δύο αναλόγως της φυσικής κουλαμάρας και του σκατοχαρακτήρα που διαθέτεις.
Το κοπτοραπτείο σεβόμενο απολύτως του προ – Χριστουγεννιάτικους και μετά – Πρωτοχρονιάτικους εφιάλτες συμπάσχει με όλες τις παραπάνω ηλικίες (και τα ζόρια τους) και εύχεται χρόνια πολλά σε όλους, γνωστούς και φίλους, θαμώνες και απλούς περαστικούς και συνιστά απόσταση από τα μουρλόχαπα και όπως έλεγε κι η γιαγιά μου, «όπου δυο και εγώ τρεις».
Επ’ ευκαιρία ανάλυσης φόβων και εμμονών (Δε Νάιτμερ μπιφόρ – και άφτερ – Κρίστμας, κατά το κοινώς λεγόμενον), οφείλω να σας εξομολογηθώ ότι η απομάκρυνση – λόγω χριστουγεννιάτικων πανηγυριών – εκ του κοπτοραπτείου, εμένα προσωπικά μου προκαλεί τεράστια αμηχανία, καθότι όταν δεν «γαζώνω» δεν ξέρω τι να κάνω τα.... ανοικονόμητα χέρια μου, χώρια που συμπεριφέρομαι σαν τινέιτζερ σε δείπνο υπουργών. Γκάγκα δηλαδή.
Αυτό για μένα είναι φόβος. Φοβάμαι, ότι δεν ταιριάζω με το οικοσύστημα και συμπεριφέρομαι...ακατάστατα.
Επί παραδείγματι, το Σάββατο εσύρθην από άλλες «κοπτοραπτούδες» σε Σαλόν Ντε Μποτέ της γειτονιάς και έφριξε το σύμπαν των εξεχουσών πελατισσών από τη μαλακία μου.
(Τι το ‘θελα;).
Βλέπετε, με έπεισε η τιγκελού ότι δεν είναι δάχτυλα κοριτσιού αυτά κι ότι κάποια που γράφει για τις κιουρίες της τιβί πρέπει να έχει και το πρέπον μανικιούρ.
Κάτι το Κρίστμας μουντ, κάτι (ε, ας μην ψευδόμεθα) η κοιμώμενη γυναικεία φιλαρέσκεια εντός του σαρκίου μου, το ομολογώ, τις ακολούθησα.
Αλλά σ’ αυτά τα μαγαζιά πρέπει να έχεις και το πρέπον άτιτιουντ.
Πάω κι εγώ η «γαζώτρια», εισέρχομαι του σαλόν ντε μποτέ και βλακωδώς καλημερίζω τις εργαζόμενες με τεράστιο χαμόγελο.
Αυτομάτως, αντιλαμβάνομαι ότι οι κοκοροφαντασμένες πελάτισσες με κοιτούν με οίκτο. Προφανώς ενόμισαν ότι είμαι η νέα μαθητεύομενη για το πεντικιούρ.
Με καθίζουν σε ένα πουφ (βούλιαξα μέσα το κοντοστούπικο), με μπουκώνουν με μία περιοδικάρα (Ελένη Μενεγάκη είχε στο εξώφυλλο), μου πασάρουν και μια φλιτζάνα καυτό καφέ και εννοείται ότι περιμένω τη σειρά μου.
Κουβέντα δεν μπορώ να πιάσω – τι να πω με τις Εκάλιανς που έρχονται στο Κουκάκι για φθηνό πεντικιούρ;;; - οπότε τι να κάνω η δόλια, κοιτάω και παρατηρώ. Α, κι ακούω (μη ξεχνιόμαστε). Της μιανής το Καγιέν ήταν στο συνεργείο, της αλληνής ο γκόμενος στον Βόλο για... κρίστμας κοκούνιγκ (;).
Κάνω να πω καμιά κρυάδα με την τιγκελού, μου ρίχνει ένα αυστηρό βλέμμα και μαζεύομαι, μη και γίνουμε ρεζίλι.
Πούσου πούστη μου, πως θα περάσει η ώρα; Έξαφνα το αυτί μου συλλαμβάνει έναν ήχο σβββιν – σββιν και βλέπω την πεντικιουρίστα να αγωνίζεται να βγάλει τους κάλους από την πατούσα μιας (μετά συγχωρήσεως) βούζας.
Μου ανεβαίνει το (φιλότιμο) αίμα στο κεφάλι, καθώς η πεντικιουρίστ ιδρώνει, αλλά η βούζα εννοεί να τρώει, καπνίζει, μιλάει στο κινητό και κουνιέται πέρα δώθε (όλα ταυτοχρόνως) κάνοντας δύσκολο το έργο της άμοιρης τσούπας.
Σηκώνομαι με χάρη – τάχα δήθεν για να πάρω άλλο περιοδικό - και τραγουδιστά σφυρίζω στο αυτί της πεντικιουρίστ: «κοπελιά, να λες καλά που δεν τους βγάζεις από το κεφάλι της τους κάλους».
Σκυλοπνίγεται η πεντικιουρίστ – γιατί δεν μπορεί και να γελάσει – κι εγώ επιστρέφω φρόνιμα φρόνιμα στη θέση μου.
Η τιγκελού με κοιτάει παγερά και σφυριχτά, για να μη γίνουμε και ρεντίκολο με ρωτάει: «Την έκανες πάλι την παπαριά σου, έτσι;».
Αρχίζω να έρχομαι στα ίσα μου, γράφω στις παλιές μου κλωστές την τιγκελού και ανάβω τσιγάρο.
Την ώρα που ο αναπτήρας μου θυμίζει ότι ναι, εδώ μέσα υπάρχει κατιτίς το φλογερόν, παγώνει το αίμα μου από τις τσιρίδες κυρίας, της οποίας η Ρωσίς υπάλληλος από λάθος της έκανε δαχτυλιά πάνω στο τελευταίο νύχι.
«Δεν είναι τίποτα, δεν είναι τίποτα», παρεμβαίνει η αρχι-Κιουρία του Σαλόν κι αρπάει το ασετόν για να διορθώσει το... λάθος που προκάλεσε τη βλακώδη έκρηξη της Εκάλιαν.
Κι εκεί που αρχίζουν να με τρώνε τα χέρια μου (γιατί κάπου ήθελα να ρίξω ένα σβούμπο!) έρχεται το ρωσιδάκι, κλαμένο και μου λέει: «Θέλει το γκυρία να περάσσσει;».
Περνάει κανά δίλεπτο για να αντιληφθώ ότι το «κύρια» είμαι εγώ, σηκώνω τον πίττο μου από το πουφ και κάθομαι απέναντι στο κορίτσι.
Την περιεργάζομαι καλά – καλά, της λέω μια βλακεία για να μην κλαίει, ξεκαρδίζεται στο γέλιο κι αρχίζει να μου πιλατεύει το δεξί χέρι με τα σύνεργα της μανικιουριστικής.
«Τι τα κάνομμμε;», με ρωτάει ενώ χαζεύω τα κουλά τεράστια νύχια, στις προθήκες μπροστά μου.
«Ε, ξέρω εγώ; Κάτι απλό...», ψυθιρίζω τρομαγμένη και το βλέμμα μου πέφτει στα μάτια της. Μάτια γαλάζια, τεράστια, ταλαιπωρημένα, ετών (μόλις) 19.
Αφού μου έχει μουλιάσει τα ξερά για να μαλακώσουν, αρχίζει το μασάζ. Ξαφνικά ακούγονται κάτι κρακ κρικ (καταραμένο ντεκερβέν) κι ακούω το ρωσιδάκι να μου λέει: «Το γκυρία είναι κουρασμένο, ε;». Τι να απαντήσω; Ακούγανε και οι Εκάλιανς!
Οι οποίες με γκριμάτσες κορόιδευαν την καημένη τη μικρή, ακριβώς δίπλα της.
Τέλος πάντων μετά από 30 λεπτά της ώρας έχω αποκτήσει τα κρινοδάχτυλα της Πλισέσκαγια και με αυτά σας γράφω τώρα (όχι για να ξέρετε).
Δίνω χίλιες ευχές στο πιτσιρίκι, το οποίο τρέχει να μου φέρει το σκουτί μου και μου το φοράει με προσοχή μην τύχει και χαλάσει το νύχι.
Οι Εκάλιανς έχουν μείνει κόκκαλο από την περιποίηση, εγώ δεν ξέρω που να βάλω τη ντροπή μου και την ώρα που πληρώνω ακούω: «Γκυρρρία, να πιράσετε καλές γκιορτές κι όταν έκετε κρόνο να ξανάρθετε να σας μπάψω δωρεάν».
Συγκινούμαι, ξεχνάω την τιγκελού πίσω μου, φοράω το σκουφί μου μέχρι τα αυτιά και βγαίνω στο κρύο με γαμάτο μανικιούρ και τη λιγοστή μάσκαρα να έχει κυλήσει στα γόνατα.
Κοινώς, πάλι σκατά τα έκανα...


ΥΓ1.: Τηλεόραση οφ αυτές τις μέρες. Χριστούγεννα με τηλεόραση δεν είναι χριστούγεννα. Εύχομαι καλές γιορτές σε όλους σας και να μου προσέχετε πολύ!!!
ΥΓ2.: Με ενημέρωσαν ότι κυκλοφόρησε το βιβλίο που γράψαμε καμιά τριαντάρια νοματαίοι παρέα. Τι να πω; Είναι το καλύτερο δώρο που μου ‘χουν κάνει. Μόλις ενημερωθώ – γιατί είμαι και κουλίδου μ’ αυτά – θα «ανεβάσω» περισσότερα!
ΥΓ3. : Κι επειδή πρώτα βγαίνει το χούι και μετά η ψυχή, τώρα άκουσα τον Μάκη Τριανταφυλλόπουλο να μιλάει στον Νίκο Χατζηνικολάου και να διαμαρτύρεται ότι ο συνεργάτης του Θέμος Αναστασιάδης ενώ είχε ενημερωθεί για το θέμα του Γενικού Γραμματέα, τις ροζ κασέτες, ωστόσο δεν μπήκε στη διαδικασία να ενημερώσει τον Ταρζάν. Ώπα...
ΥΓ4.: MonahikeLike, επειδή ξέρω ότι θα μου την «πεις» για τα νύχια ένα έχω να σου πω: Το νύχι του αντίχειρα – γαμώτι – μόλις έσπασε! Σε φιλώ!


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.xmasjoys.com