
Ο νεαρός που βλέπετε στη φωτογραφία είναι ηθοποιός. Το όνομα του Στάθης Μαντζώρος. Σίγουρα τον έχει πάρει το μάτι σας στο «10» του Καραγάτση. Σ’ ένα ρολάκι, μικρό, μουγγό, τόσο δα (παίζει τον αγαπητικό της γριάς πόρνης του 10 που υποδύεται έξοχα η Ρένη Πιττακή). Τον πέτυχα επίσης – κι εκεί στάθηκα με ενδιαφέρον, αν και κοπτοραπτού - στη μουσικοθεατρική παράσταση του Διονύση Τσακνή «Τί γυρεύεις μες τον ύπνο μου πατέρα;»…
Περίμενα πολύ καιρό, με όλες αυτές τις περγαμηνές των τηλεκριτικών και όλη αυτή τη φασαρία που έγινε με αφορμή της σειράς, να δω κάπου «γαζωμένη» μια συνέντευξη του. Μια κουβέντα του. Αλλά φευ!
Οι δημόσιες σχέσεις του καναλιού αμφιβάλλω αν γνωρίζουν ότι στους ανθρώπους της σειράς, υπάρχει κι αυτός ο Χριστιανός με ταλέντο περισσευάμενο.
Τα λοιπά περιοδικά προτίμησαν να στραφούν στους πιο «διάσημους» της σειράς.
Αλλά επειδή εγώ έχω κουσούρια και μ’ αρέσει πάντα να κοιτάω στο τέλος του διαδρόμου, έπιασα ψιλοκουβέντα με αυτόν εδώ τον κύριο.
Συγκρατήστε το όνομα του και διαβάστε καλά τα όσα λέει για την τηλεόραση και την εποχή που ζούμε.
Το συγκρατώ κι εγώ και ελπίζω στο μέλλον να συνεχίσει με την ίδια ζέση. Και να μην τον δω εξώφυλλο σε λάιφ – στάιλ περιοδικά σαν ζεν πρεμιέ.
Να μείνει έτσι. Σαν καλός μαθητής του Καταλειφού και σαν σκληρά εργαζόμενος για την τέχνη του.
(Σ.Σ.: Είπα να αρχίσω την εβδομάδα γλυκά και να μην μπλέξω με τα ξέφτια της επικαιρότητας. Δυστυχώς, δεν την βλέπω να γλιτώνω και σύντομα θα επανέλθω. Φιλιά και καλή ανάγνωση!)
«Αν σου ζητούσα να μου περιγράψεις την τέχνη που υπηρετείς σε 300 λέξεις, τι θα μου έγραφες;
Η σύνθετη τέχνη που υπηρετώ, είναι το ποιητικό ισοδύναμο της ζωής! Αντλείς εικόνες, ήχους, καταστάσεις από τη ζωή με το πλέον ανήσυχο μάτι σου και όχι αδιάφορα (κάπου άκουσα ότι η βία της εποχής μας είναι η αδιαφορία), όλα αυτά φιλτράρονται μέσα από τις ευαισθησίες, τον ψυχισμό και τη φαντασία σου και εν τέλει τα μεταφέρεις στη σκηνή, μέσω της μοιραίας ενσωμάτωσής τους στη σκέψη σου έως ότου εκφραστούν ως ένα ψυχοσωματικό συμβάν.
Μ’ αυτόν τον τρόπο επιδιώκεις να κινητοποιηθείς εσύ ο ίδιος, για να μπορέσει μέσα από τη δράση να κινητοποιηθεί ο θεατής, το ζητούμενο της θεατρικής πράξης. Μιλώ για μια ενέργεια που μεταφέρεται κατά τη διάρκεια της παράστασης και λειτουργεί σαν ένα επιδέξιο και ιδανικό κάτοπτρο για να μας θυμίζει αυτά που ξεχνάμε στη δύσκολη καθημερινότητα και στον αγώνα για επιβίωση. Στην εποχή του Fast Food, των καμένων δασών, των ναρκωτικών, της κοινωνικής ανισότητας, της ακρίβειας, της βιασύνης, έχουμε αναπτύξει όλοι έναν εσωτερικό μονόλογο, σταματήσαμε να συναντιόμαστε επί της ουσίας, η ματιά μας δεν ακουμπά, τις περισσότερες φορές δεν ακούμε καν! Έτσι αντιλαμβάνομαι την τέχνη μου, μία ανήσυχη και ενεργή ματιά που εμπεριέχει όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας, ή αν θέλετε, αυτά που δεν συμβαίνουν και θα ‘πρεπε. Αυτή υπηρετώ και θα υπηρετώ γνωρίζοντας πόσο σημαντικό ρόλο παίζει στην ισορροπία μιας κοινωνίας.
Παλιότερα, μεγάλο ρόλο στη «ζύμωση» ενός ηθοποιού έπαιζαν οι θεατρικές ομάδες. Πλέον, τις συναντάμε όλο και πιο σπάνια και σχεδόν ποτέ με κάποια ώριμη δουλειά. Τι πιστεύεις ότι έχει οδηγήσει σε αυτή την εξέλιξη;
Είχα την τύχη να ζήσω την εμπειρία της ομάδας, αρχικά ως μαθητής του Θεάτρου Τέχνης, έχοντας την τιμή να μαθητεύω και την ίδια στιγμή να συνυπάρχω στη σκηνή με σπουδαίους δασκάλους. Έπειτα, τέσσερα χρόνια στην πειραματική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, βίωσα την ομαδικότητα, τη σκληρή δουλειά κάτω από ένα κοινό όραμα και την υποστήριξη του Νίκου Κούρκουλου. Δίχως την δημιουργία από το Εθνικό Θέατρο και τον Στάθη Λιβαθηνό του εργαστηρίου σκηνοθεσίας και υποκριτικής και την εκπαίδευση με Ρώσους καθηγητές, η ομάδα της πειραματικής δεν θα είχε το αποτέλεσμα και τη διάρκεια που κατέκτησε. Πράγμα που σημαίνει πως για να υπάρξουν και να ορθοποδήσουν σήμερα θεατρικές ομάδες χρειάζεται καταρχήν ανθρώπους με όραμα να ηγηθούν της προσπάθειας, μια ευαίσθητη πολιτεία που να χρηματοδοτήσει την προσπάθεια αυτή και διαθέσιμους ηθοποιούς που να είστε σίγουροι ότι υπάρχουν. Χωρίς τα παραπάνω, οι προσπάθειες είναι μεμονωμένες και ημιτελείς.
Τι έχει να προσφέρει η τηλεόραση σε έναν νέο ηθοποιό και τι έχει να του απομυζήσει;
Στο βαθμό που η τηλεόραση, σήμερα, έχει εισχωρήσει τόσο στη ζωή μας, έχει γίνει το μέσο αξιολόγησης των δυνατοτήτων και του ταλέντου του ηθοποιού. Αποτελεί πλέον το βήμα μέσω του οποίου εκτίθεται ο ηθοποιός στο ευρύ κοινό. Στην απόλυτη κυριαρχία όμως της τηλεόρασης κρύβεται και ένας μεγάλος κίνδυνος. Η τηλεόραση είναι σαν ένα μάτι πριν από το μάτι του θεατή, δεν έχει και δεν μπορεί να προσφέρει την επικοινωνιακή αμεσότητα του θεάτρου, μια αμεσότητα που δεν επιτρέπει να κρυφτεί ή να παρερμηνευθεί κάτι. Δυστυχώς, η μέσω της τηλεόρασης αναγνωρισιμότητα, καθορίζει την κρίση του κοινού και το μέλλον του ηθοποιού. Μοιραία λοιπόν, η τηλεόραση αποτελεί κομμάτι της εργασίας του ηθοποιού, και άπτεται πλέον στον ίδιο τί επιλογές θα κάνει (πάντοτε με το τίμημά τους) και στην θεατρική παιδεία που φέρει.
«Το Νερό Γνωρίζει». Ένα συγκλονιστικό αφήγημα για το πως φθάνουμε στη γνώση. Τι κέρδισες από αυτήν εμπειρία;
Πιστεύω σε συναντήσεις τη σωστή στιγμή. Αυτό ήταν και «Το νερό γνωρίζει», μία συνάντηση αξιόλογων συντελεστών. Επιτρέψτε μου εδώ να αναφερθώ κύρια στη δουλειά μου με τον Δημήτρη Καταλειφό. Στη γενναιοδωρία του, στην εμπιστοσύνη που μου έδειξε, γεγονός που με τιμά ιδιαίτερα, στην εργατικότητα που τροφοδοτείται από την λαχτάρα του για αυτό που κάνει, στον τρόπο που αντιμετωπίσαμε και δουλέψαμε τον λόγο, στη ζωή που δώσαμε στις λέξεις και κάτω από τις λέξεις. Δώσαμε σ’ ένα αφήγημα θεατρικότητα με συγκρούσεις και δράσεις εκ των έσω. Φέραμε στο φως έναν «κλοσάρ», έναν άστεγο που ζει ανάμεσά μας, ξεδιπλώνοντας μπροστά στο θεατή τις στιγμές και τα πρόσωπα που καθόρισαν τη ζωή του και τον οδήγησαν να ζει μ’ αυτόν το τρόπο, πλήρως συμφιλιωμένος όμως μ’ ό,τι είναι και κουβαλάει. Θυμάμαι έναν θεατή μετά το τέλος μιας παράστασης να μου λέει “φεύγοντας από ‘δω αν τύχει και συναντήσω έναν τέτοιον άνθρωπο, δεν ξέρω αν θα τον πλησιάσω, το σίγουρο, όμως, είναι ότι θα το παρατηρήσω”».


