(Για το «κουστούμι» που ακολουθεί ευθύνεται η Ελένη ή αλλιώς Abbtha aka Παυλίτσα. Εγώ είχα σκοπό να γαζώσω κάτι για το μπούστο της Φαίης Σκορδά που ενόχλησε τη Βάνα Μπάρμπα ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Και ενώ θα χαχανίζαμε λίγο και μετά θα πηγαίναμε για ύπνο, με αναγκάζει αυτή η κακούργα η Ελένη να…ξεστρατίσω και να αρχίσω τις ιστορίες απ’ τον στρατό. Χαλάλι της όμως…).Η κακούργα Ελένη, λοιπόν, στο μπλογκ της πάει και ρωτάει «τι είναι η αυτοχειρία;».
Πρώτον, στο άσχετο θέλω να πω, ότι η νεκρώσιμη ακολουθία είναι από μόνη της μια ανεξέλεγκτη κατάσταση.
Για πολλούς λόγους. Ένας από αυτούς είναι ότι από πάνω σου μαίνεται ένα καραγκιοζιλίκι άνευ προηγούμενου που δεν μπορείς να κάνεις ζάφτι. Κι ενώ πολύ θα γούσταρες να σηκωθείς επάνω, να αρπάξεις έναν κουβά με σκατά και να τον αμολήκεις πάνω στους καραγκιόζηδες, εν τούτοις, τίποτα δεν μπορείς να κάνεις. (Οι δημοσιογράφοι της παρέας θα με αντιλαμβάνονται λίγο καλύτερα…).
Κλείνει η παρένθεση του άσχετου και φεύγω βουρ για την ιστορία.
Όταν ήμανε μικρή, θες η πολλή τηλεόραση, θες η ζεματιστή βλακεία της ηλικίας, πίστευα – έλα Χριστέ! – ότι κατά κάποιο τρόπο είμαι αθάνατη.
Τότε η τιβι έδειχνε πολύ τσίρκο. Και ακροβάτες. Και δωσ’ του να κρέμονται απ’ τα σκοινιά και δώσ’ του να σκαρφαλώνουν στου διαβόλου τη μάνα, ε, παιδί ήμανε, πίστευα ότι μπορώ να κάνω μια απ’ τα ίδια.
Παρένθεση: η γιαγιά μου – Θεός σχωρέσ’τη - έκανε συγκλονιστικό γλυκό βύσσινο, που το φυλούσε σε μια τεράστια γυάλα και το σήκωνε στο πιο ψηλό ράφι της κουζίνας. Ακόμη κι η ίδια για να το φτάσει χρειαζόταν σκαλίτσα. Γιατί το ‘βαζε εκεί πάνω η ευλογημένη, ποτέ δεν κατάλαβα, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας.
Μέχρι να κλείσω τα 5 γνώριζα πολύ καλά τα απαγορευμένα του σπιτιού: τα ξυριστικά του μπαμπά, τα συρτάρια της μαμάς και η γυάλα με το βύσσινο της γιαγιάς. Για τα ξυριστικά χέστηκα, για τα συρτάρια επίσης (τα είχα ξεψαχνίσει και τα δυο) το γλυκό όμως πολύ με απασχολούσε.
Μια ωραία πρωία, αποφασίζω να πράξω αυτό που είχα δει με τους ακροβάτες (μη βιαστείτε να πείτε καμιά αηδία, ήμουν μόνο 5).
Μετά πολλών βασάνων σέρνω το τραπέζι της κουζίνας κοντά στα ράφια. Μετά πλείστων άλλων κόπων ανεβαίνω στο τραπέζι και μαζί μου σέρνω ένα σκαμνί. Και μια και δυο ανεβαίνω σε τραπέζι και σκαμνί για να φτάσω το αντικείμενο του πόθου μου.
Πλην όμως – παιδί γαρ – δεν έχω υπολογίσει ότι η γυαλίτσα δεν ήταν για τα κυβικά μου και ζυγίζει κάτι λιγότερο από μένα.
Τραβάω τη γυάλα, όμως το βάρος της παίρνει σβάρνα εμένα, εγώ το σκαμνί και όλοι μαζί βουτιά στο πάτωμα.
Δεν ξέρω πώς να περιγράψω τι θόρυβο έκανε η πτώση. Ούτε πόσα κομμάτια έγινε η γυάλα. Ούτε ότι το πάτωμα δεν καθάρισε ποτέ από τη χρωστική του βύσσινου. Ούτε το ότι η πρώτη τούφα της γιαγιάς μου άσπρισε με τον κρότο που άκουσε και το θέαμα που αντίκρισε.
Ξέρω όμως ότι σε αυτά τα κλάσματα του δευτερολέπτου που με χώριζαν από το μάρμαρο, μες στο παιδικό κεφάλι μου – άδειο τώρα, πιο άδειο τότε – πίστεψα ότι ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ να πάθω κάτι. Περί θανάτου δε, αστεία συζήτηση.
Πιο οδυνηρό μου φάνηκε το βρωμόξυλο που έφαγα μετά, παρά το να έσπαγα το κεφάλι μου, ας πούμε.
Μου φαίνεται ότι από τότε έχουν περάσει αιώνες.
Νομίζω από τότε σταμάτησα να πιστεύω όσα δείχνει η τηλεόραση.
Και βρίζω κάθε φορά που σκέφτομαι ότι η γυάλα με το βύσσινο που έχω στην κουζίνα θα είναι ακόμη στη θέση της, ακόμη κι αν αύριο – όξω και μακριά – εγώ, κάποιος που αγαπώ, κάποιος που δεν αγαπώ και άλλοι τόσοι δεν θα υπάρχουμε. Ήταν στην ίδια θέση, όταν καλή φίλη με πήρε για να μου πει ότι φίλος και συμφοιτητής μας βούτηξε στο κενό απ’ τον 4ο…
Κι όταν τσαντισμένη, μπήγω το κουτάλι στο γλυκό και το βύσσινο χτυπάει στον ουρανίσκο, σταματάω το βρισίδι.
Και σκέφτομαι πόσα υπέροχα πράγματα έχω ζήσει και πόσα βάρβαρα. Και τα θέλω όλα. Χωρίς καμία περικοπή. Σαν σίριαλ που το βλέπεις κάθε μέρα. Χαζό, δευτεράντζα, βαρετό, αλλά θέλεις να το βλέπεις. Κατάλαβες τι μου ‘κανες απόψε, Ελένη μου και δεν ήταν καλή και η παλιοβδομάδα;
ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.organicsweet.gr




