Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2008

Βύσσινο γλυκό

(Για το «κουστούμι» που ακολουθεί ευθύνεται η Ελένη ή αλλιώς Abbtha aka Παυλίτσα. Εγώ είχα σκοπό να γαζώσω κάτι για το μπούστο της Φαίης Σκορδά που ενόχλησε τη Βάνα Μπάρμπα ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Και ενώ θα χαχανίζαμε λίγο και μετά θα πηγαίναμε για ύπνο, με αναγκάζει αυτή η κακούργα η Ελένη να…ξεστρατίσω και να αρχίσω τις ιστορίες απ’ τον στρατό. Χαλάλι της όμως…).

Η κακούργα Ελένη, λοιπόν, στο μπλογκ της πάει και ρωτάει «τι είναι η αυτοχειρία;».
Πρώτον, στο άσχετο θέλω να πω, ότι η νεκρώσιμη ακολουθία είναι από μόνη της μια ανεξέλεγκτη κατάσταση.
Για πολλούς λόγους. Ένας από αυτούς είναι ότι από πάνω σου μαίνεται ένα καραγκιοζιλίκι άνευ προηγούμενου που δεν μπορείς να κάνεις ζάφτι. Κι ενώ πολύ θα γούσταρες να σηκωθείς επάνω, να αρπάξεις έναν κουβά με σκατά και να τον αμολήκεις πάνω στους καραγκιόζηδες, εν τούτοις, τίποτα δεν μπορείς να κάνεις. (Οι δημοσιογράφοι της παρέας θα με αντιλαμβάνονται λίγο καλύτερα…).
Κλείνει η παρένθεση του άσχετου και φεύγω βουρ για την ιστορία.
Όταν ήμανε μικρή, θες η πολλή τηλεόραση, θες η ζεματιστή βλακεία της ηλικίας, πίστευα – έλα Χριστέ! – ότι κατά κάποιο τρόπο είμαι αθάνατη.
Τότε η τιβι έδειχνε πολύ τσίρκο. Και ακροβάτες. Και δωσ’ του να κρέμονται απ’ τα σκοινιά και δώσ’ του να σκαρφαλώνουν στου διαβόλου τη μάνα, ε, παιδί ήμανε, πίστευα ότι μπορώ να κάνω μια απ’ τα ίδια.
Παρένθεση: η γιαγιά μου – Θεός σχωρέσ’τη - έκανε συγκλονιστικό γλυκό βύσσινο, που το φυλούσε σε μια τεράστια γυάλα και το σήκωνε στο πιο ψηλό ράφι της κουζίνας. Ακόμη κι η ίδια για να το φτάσει χρειαζόταν σκαλίτσα. Γιατί το ‘βαζε εκεί πάνω η ευλογημένη, ποτέ δεν κατάλαβα, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας.
Μέχρι να κλείσω τα 5 γνώριζα πολύ καλά τα απαγορευμένα του σπιτιού: τα ξυριστικά του μπαμπά, τα συρτάρια της μαμάς και η γυάλα με το βύσσινο της γιαγιάς. Για τα ξυριστικά χέστηκα, για τα συρτάρια επίσης (τα είχα ξεψαχνίσει και τα δυο) το γλυκό όμως πολύ με απασχολούσε.
Μια ωραία πρωία, αποφασίζω να πράξω αυτό που είχα δει με τους ακροβάτες (μη βιαστείτε να πείτε καμιά αηδία, ήμουν μόνο 5).
Μετά πολλών βασάνων σέρνω το τραπέζι της κουζίνας κοντά στα ράφια. Μετά πλείστων άλλων κόπων ανεβαίνω στο τραπέζι και μαζί μου σέρνω ένα σκαμνί. Και μια και δυο ανεβαίνω σε τραπέζι και σκαμνί για να φτάσω το αντικείμενο του πόθου μου.
Πλην όμως – παιδί γαρ – δεν έχω υπολογίσει ότι η γυαλίτσα δεν ήταν για τα κυβικά μου και ζυγίζει κάτι λιγότερο από μένα.
Τραβάω τη γυάλα, όμως το βάρος της παίρνει σβάρνα εμένα, εγώ το σκαμνί και όλοι μαζί βουτιά στο πάτωμα.
Δεν ξέρω πώς να περιγράψω τι θόρυβο έκανε η πτώση. Ούτε πόσα κομμάτια έγινε η γυάλα. Ούτε ότι το πάτωμα δεν καθάρισε ποτέ από τη χρωστική του βύσσινου. Ούτε το ότι η πρώτη τούφα της γιαγιάς μου άσπρισε με τον κρότο που άκουσε και το θέαμα που αντίκρισε.
Ξέρω όμως ότι σε αυτά τα κλάσματα του δευτερολέπτου που με χώριζαν από το μάρμαρο, μες στο παιδικό κεφάλι μου – άδειο τώρα, πιο άδειο τότε – πίστεψα ότι ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ να πάθω κάτι. Περί θανάτου δε, αστεία συζήτηση.
Πιο οδυνηρό μου φάνηκε το βρωμόξυλο που έφαγα μετά, παρά το να έσπαγα το κεφάλι μου, ας πούμε.
Μου φαίνεται ότι από τότε έχουν περάσει αιώνες.
Νομίζω από τότε σταμάτησα να πιστεύω όσα δείχνει η τηλεόραση.
Και βρίζω κάθε φορά που σκέφτομαι ότι η γυάλα με το βύσσινο που έχω στην κουζίνα θα είναι ακόμη στη θέση της, ακόμη κι αν αύριο – όξω και μακριά – εγώ, κάποιος που αγαπώ, κάποιος που δεν αγαπώ και άλλοι τόσοι δεν θα υπάρχουμε.
Ήταν στην ίδια θέση, όταν καλή φίλη με πήρε για να μου πει ότι φίλος και συμφοιτητής μας βούτηξε στο κενό απ’ τον 4ο…
Κι όταν τσαντισμένη, μπήγω το κουτάλι στο γλυκό και το βύσσινο χτυπάει στον ουρανίσκο, σταματάω το βρισίδι.
Και σκέφτομαι πόσα υπέροχα πράγματα έχω ζήσει και πόσα βάρβαρα. Και τα θέλω όλα. Χωρίς καμία περικοπή. Σαν σίριαλ που το βλέπεις κάθε μέρα. Χαζό, δευτεράντζα, βαρετό, αλλά θέλεις να το βλέπεις. Κατάλαβες τι μου ‘κανες απόψε, Ελένη μου και δεν ήταν καλή και η παλιοβδομάδα;

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.organicsweet.gr

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2008

Θυμού (μην) κράτει

Νεύρα. Καλό είναι να μην έχεις. Αλλά τα δίνουν τσάμπα, πακέτο με την (όποια) εργασία.
Και τι τα κάνεις; Που τα τοποθετείς για να μη σου πιάνουν χώρο και σου χαλούν και το ίματζ;
Δεν ξέρω.
Κωλύομαι να απαντήσω λόγω…ανέντιμου πρότερου βίου. (Διότι κάποτε ήμανε κι εγώ παιδί και δη ζωηρό!).
Αλλά με ρώτησε σήμερα, πάνω στην τούρλα της παράδοσης η τιγκελού (με ζόρισες, ρουφιάνα, να το ξέρεις!).
Ας πούμε, είναι πιο σωστό να παίρνεις τα νεύρα σου στο αλουμινόχαρτο και να τα σερβίρεις στο σπίτι, προς χάριν της εργασιακής ειρήνης; (Αλλά, τι φταίει ο σύζυγος, ο γκόμενος, τα παιδιά, ο σκύλος;)
Ή να ουρλιάζεις σαν την παρλιακιά στον χώρο εργασίας και χέστηκες για το ίματζ; (Φυσικά, πάντα υπάρχει ο φόβος κάποιος συνάδελφος που του τα ‘χεις κάνει τσουρέκια, να καλέσει Δαφνί και να σε μαζέψουν, αλλά αυτό είναι μία στις πεντακόσιες…)
Και μην ακούσω για ασκήσεις διαχείρισης θυμού, γιατί θα ρίξω καμιά κουτουλιά και θα με τρέχετε στα σωματεία και στις κλαδικές των γαζωτριών. (Ε, όχι να μας τα τρώνε και οι γκουρού των βιβλίων αυτοβοήθειας! Δεν τα τρώω σουβλάκια να μη μείνει κι η τζατζικίλα;)
Για να δούμε λοιπόν…
Αφού τα νεύρα τα δίνουν σετάκι με τη δουλίτσα, καλόν είναι να ξεθυμαίνεις, μικρή μου τιγκελού.
Το λέω αυτό διότι προσωπικώς, σιχαίνομαι τα Βατικανά. Και τα μούτρα. Κάποιοι ψευτογιάπηδες πιστεύουν ότι όλο αυτό είναι πολύ κυριλέ. Αλλά είναι μια μεγάλη παπαριά. Έρχεται και γίνεται το στομάχι σου λάστιχο, αντέχεις από 3 μήνες έως 5 χρόνια και μετά θέλεις να πάρεις το ούζι και να τους «γαζώσεις» όλους. Άσ’ το καλύτερα.
Το προτιμότερον είναι το ξεμπούκωμα (καμία σχέση με το ξεκατίνιασμα, μη μπερδευόμαστε… ).
Θες να πεις κάτι; Φτύσ’ το το ρημάδι. Μην το καταπίνεις και φαρμακώνεσαι και πατσουριάζει και το μούτρο σου.
Αν το ζήτημα είναι μικρό θα λήξει. Αν είναι μεγάλο θα γίνει το σώσε και κάποια στιγμή θα ξεθυμάνει.
Το να τριγυρίζεις σαν τη χύτρα πριν κάνει μπαμ είναι και αναποτελεσματικό και ανθυγιεινό. Θα το κάνεις μια, θα το κάνεις δυο, μετά κανείς δεν θα καταλαβαίνει ότι είσαι εξοργισμένος
Θα νομίζουν όλοι ότι θες να κλάσεις και δεν μπορείς. Γελοίο θέαμα, δηλαδή.
Και φυσικά, αν κάτι σε χαλάει, πάντα θα υπάρχει η πόρτα. Για να βγεις, μάνα μου. Δεν έχει νόημα να ζεις «τεντωμένος». Μια αιωνιότητα έτσι θα την περάσεις (κούφια η ώρα που τ’ ακούει). Γιατί βιάζεσαι, λοιπόν;
Τώρα, αν αυτό που θα «φτύσεις», βγει με γκαρίκλα, βγει με φορμαλιτέ, βγει με αγγλοσαξονικό φλέγμα, εσύ το ξέρεις.
Αν πάλι είσαι στην κατηγορία «θυμωμένος από την κοιλιά της μαμάς σου» ή «έχω νεύρα γιατί κάνω καριέρα», πολύ φοβούμαι ότι κάτι στο νούμερο σου δεν έχω.
Δυο στενά παρακάτω από το ραφείον, όμως, υπάρχει γιατρούλης πολύ υπομονετικός και με αναπαυτικό ντιβάνι. Τραστ μι.

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.fotosearch.com

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2008

Φωτιές (και πλήξη... Μα τι πλήξη!)




Πλήττω. Φρικωδώς. Μια ουρανομήκης βαρεμάρα έχει έρθει και έχει στρώσει την κωλάρα της πάνω στο κεφάλι μου.
Στα Κολωνάκια μουτζώνονται (μέσα απ’ το σακάκι).

Στα Μπουρνάζια μαχαιρώνονται (κάτω απ’ τα τραπέζια).

Και στα Φάληρα φτύνονται (φόρα παρτίδα για να μην ματιαστούν).
Κι η γενική γραμμή είναι μία και προφανώς γι’ αυτό βαρετή και ανέμπνευστη: «Πιείτε το αίμα του εχθρού!».
Κι εγώ που δεν εμπνέομαι από το αίμα του εχθρού, τι θ’ απογίνω;
Διότι εννοείται ότι δεν θα αναλάβω τον ρόλο της σφουγγαρίζουσας τα αίματα. Δεν μπορώ, βαριέμαι.
Τόλμησε δόλιος συνάδελφος να ψελλίσει εκεί χάμου σε μια ζαβή: «Τι κάνεις έτσι, ρε παιδάκι μου; Δικό σου είναι το μαγαζί; Πάρε πρώτα τα μισθά που σου χρωστάνε κι ύστερα φάε και τον εχθρό, φάε και μία κοκορέτσι…».
Τι το ‘θελε; Μόνο που δεν το σουβλίσανε τον καψερό.
Γι’ αυτό σου λέω πλήττω.
Στο μεταξύ, ήρθε και χθες και μπαστακώθηκε όλο το σόι στον δικό μου καναπέ (την κοινωνία μου μέσα!) για να δει τη συνέντευξη του κυρίου Ρουσόπουλου.
(Ακόμη μαζεύω ψίχουλα από τις πίτσες και τις μουρταδέλες! Γουρούνες. Έ, γουρούνες!).
Καθίσανε στριμωχτά στο καναπεδάκι μου το πανάρχαιο, 800 στρέμματα κωλαριές και στη μέση εγώ η πορδή.
Που αν ήξερα πόσο θα μ’ έκαιγε αυτή η συνέντευξη, κύριε Πρετεντέρη μου, θα προτιμούσα να καταπιώ ένα μαγκάλι κάρβουνο και το νερό χάρισμα σας.
Διότι να πλήττω, ναι, μπορώ να το ανεχθώ. Να πλήττω και να μου ανάβεις φωτιές, ΔΕΝ ΤΟ ΔΕΧΟΜΑΙ!
Αρχίζει να μιλάει ο πρώην κύριος υπουργός, το λοιπόν, και κάθε του κουβέντα μαχαιριά στο νεφρί μου.
Τι άχρηστη με είπανε (εκεί που ο πρώην είπε ότι το ’99 έβγαλε 300 χιλιάρικα γιούρια από την εργασία του), τι κοιμήσω, τι ακαμάτρα
Τι με ρωτήσανε αν έχω κάνει κομπόδεμα κι αν μου τα τρων’ οι γκόμενοι
Τι με είπανε τσιφούτα, που παίρνω τα ακίνητα κρυφά και κάνω τον Αλέκο
Μαύρο βράδυ πέρασα η τυραγνισμένη.
Κι είχα και το πρωί τη μάνα μου στα τηλέφωνα να με ρωτά τάχα μου δήθεν αν θυμάμαι που έχω αφήσει τα εκκαθαριστικά της εφορίας από το ’97 και δώθε
Μόνο τώρα το μεσημέρι παρηγορήθηκα κάπως που πήγα να πάρω τσιγάρα.
Μπαίνω στο μίνι μάρκετ, αλλού κοιτούσε η Πόπη, αλλού ο Θανάσης.
«Καλημέρα. Τι έγινε, ρε παιδιά;»
«Καλημέρα. Τι δίνουμε…»
«Ε, τα γνωστά»
«Πόπη πιάσε τα τσιγάρα του κοριτσιού γιατί δε φτάνω!»
«Να ξεδιπλωθείς και να τα πιάσεις! Άχρηστε, κοντοστούπη, σε όλα σου λίγος είσαι. Μας τα ζάλισες με εκείνο το εξοχικό στη Λούτσα! 12 χρόνια, σου λέει, δούλευε ο κύριος για να το φτιάξει. “Πόπη μου, να δουλέψουμε, να βγάλουμε λίγα λεφτάκια, Πόπη μου”. Να φας σκατά, Θανάση! Οι άντρες βγάζουνε λεφτά και όχι κλανιές. Και ένα σπίτι το τελειώνουν σ’ ένα εξάμηνο κι όχι 12 χρόνια ρίχνουμε δεύτερο όροφο κι ακόμη μένουμε στο γιαπί!».

Γι’ αυτό σου λέω. Καήκανε πολλοί χθες μαζί με ‘μένα…

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: bg3.blogger. com

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2008

Η... βοηθός

(ΑΠ-ΝΤΕΪΤ: Για να μην υπάρξουν άλλες παρεξηγήσεις, το κείμενο δεν αναφέρεται σε δικιά μου βοηθό. Εγώ καλώς ή κακώς, ακόμη δεν χρειάζομαι βοήθεια. Εκτός κι αν προσφέρεται κανείς να ταλαιπωριέται μαζι μου... Πάσα προσφορά δεκτή!!!)


Κατά τα ειωθότα μ’ έπιασε και φέτος.
Σαλτάρισα (σιγά τα καινούρια), φόρτωσα στο βαλιτσάκι δυο βρακιά (με το συμπάθειο) και απροειδοποίητα την «έκανα» (άντε γεια!).
Δεν είναι να με παραζαλίσεις, είμαι και σε ζόρικη ηλικία κι άμα μου βάλεις κορσέ, σβήνω, χάνομαι, λιώνω, γιατρέ μου και άφηκε με να πάω στο καλό.
Δε φταίω εγώ. Ελάτε κάποιος και πάρτε από δίπλα μου τη βοηθό!
Αυτή φταίει. Με καταπιέζει ψυχολογικώς. Μου κόβει την όρεξη.
Με βλέπεις και ράβω ήσυχα ήσυχα, αλλά κατά βάθος θέλω να την αρχίσω στα κλωτσίδια (Θέ μου, σχώρα με!).
Να την αρπάξω από εκείνο το άθλιο κοτσίδι και να τη φέρω σβούρα.
Δεν υπάρχει κάτι επάνω της που να μη με κάνει τρελή!!!
«Το αφεντικό είπε», «το αφεντικό έρανε», «το αφεντικό έχεσε»…
(Ποιο «αφεντικό», μωρή γελοία;;;)
Επιμένω για τις κλωτσιές. Όχι, ναι, δεν το συζητώ. Θα μου κάνει καλό και στα ψυχολογικά μου που έχω μπλοκάρει τόσες μέρες η γυναίκα και δεν μπορώ να ράψω ένα σκουτί ολόκληρο.
Δεν πρέπει να υπάρχει μεγαλύτερη ευλογία σ’ αυτή τη δουλειά από να ΜΗΝ ΕΙΣΑΙ επικεφαλής, προϊστάμενος, ιθύνων.
Και μεγαλύτερη κατάρα απ’ το να είσαι βοηθός (του επικεφαλής, του προϊσταμένου, κλπ, κλπ, μην το «ξαναπάμε»).
Διότι ο βοηθός είναι μια αιωνίως ενδιάμεση κατάσταση. (Σαν τις γοργόνες…)
Ούτε προϊστάμενος, ούτε υφιστάμενος (Ούτε ψάρι, ούτε γυναίκα)
Δεν μπορεί ούτε πάνω να πάει ούτε κάτω… (Χι,χι…)
Δεν μπορείς ούτε να τον στείλεις στο διάολο καθότι τον λυπάσαι, ούτε να τον υπακούσεις καθότι τον έχεις χεσμένο…
(Κοινώς, ούτε να το φας μπορείς ούτε να το πηδήξεις, πάλι με το συμπάθειο)
Άσε που, βρε χαζοχήναρο, βοηθός κοπτοραπτού δεν ΥΠΑΡΧΕΙ!
Ή είσαι ή δεν είσαι!
Που είδανε γυαλιστερή τη χαζομάρα στο μάτι σου και με ένα τίτλο της δεκάρας (κι εκεί τσιγκούνης ο… αφεντικός) σου πιάνουνε τον αποτέτοιο νύχτα μέρα.
Σήκω, μαρή, απ’ την καρέκλα που σ’ έχουν καρφώσει με τα πριτσινοπίστολα και δεν ξέρεις πότε ξημερώνει και πότε βραδιάζει, επειδή είσαι… βοηθός!
Και που ‘σαι, ηλιθία: μη φωνάζεις μεσ’ το ραφείο…
Κανείς δε σε φοβάται. Γελάει ο κόσμος μαζί σου. Και σε λυπάται. Ξηγημένα πράματα.

(Ελπίζω να μην είναι κανείς από ‘δω μέσα βοηθός. Να παρεξηγηθώ δεν θέλω, αλλά πολύ σκατατζίδικη ιδιότητα, βρε παιδί μου!)



ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: upload.wikimedia.org

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2008

"Μαριονέττες!"


Μια βόλτα στο κέντρο της πόλης. Στο ναό της κατανάλωσης. Στην οδό Ερμού. Εκεί όπου όταν κλείνουν τα φώτα των μαγαζατόρων, πλέκονται ιστορίες ανθρώπων όμορφων, πλούσιων με το δικό τους τρόπο, μακριά από τις μικρότητες ενός μικρόκοσμου που δε μας χωράει όλους που να πάρει ο διάβολος…
Έξω από ένα κατάστημα που το φθηνότερο πατσαβούρι του στοιχίζει 725 ευρώ, ένας νεαρός παίζει κλασική μουσική χαϊδεύοντας ποτήρια γεμάτα νερό. Και λίγο πιο κάτω ένας ακορντεονίστας παρατάει στη μέση την «Κομπαρσίτα» για να παίξει ένα…συνθηματικό που ειδοποιεί τους μαύρους με τις πολύχρωμες τσάντες, ότι κάπου παραμονεύουν τα ευσεβή όργανα της τάξεως…
Και στο κέντρο, στη μέση ακριβώς του ναού της αγοραστικής καφρίλας, ένα ζευγάρι σε ένα περίεργο σκηνικό κουκλοθέατρου.
Εκείνος παίζει βιολί κι εκείνη μανουβράρει τις κλωστές της μαριονέττας, επιδέξια, με όρεξη, με πάθος...
Εκείνος σίγουρα θα μείνει εντός ρυθμού.
Εκείνη θα προσπαθήσει η μαριονέττα να ακολουθεί τα «σκασίματα» της μουσικής του.
Όταν κάποια στιγμή οι κλωστές θα μπερδευτούν, μετά από τόση μανούβρα, η μαριονέτα δεν θα υπακούσει και θα κάνει τα δικά της.
«Μαριονέττες...», λέει η κοπέλα χαμογελώντας απολογητικά, για την ανυπακοή της κούκλας να εκτελέσει το νούμερο της.
Κάποιοι από τους απαιτητικούς θεατές θα ρίξουν λίγα κέρματα και θα φύγουν…
Κάποιοι άλλοι θα μείνουν να δουν τη μαριονέτα να συνετίζεται.
Ξεχνώντας, ότι κι αυτοί σε κάποια μυστικά σκοινιά υπακούουν.
Κάποια μυστικά σκοινιά που τους σηκώνουν κάθε μέρα απ’ το κρεβάτι τους, τους στέλνουν βαριεστημένους στη δουλειά τους, τους οδηγούν σε ένα χαμένο παιχνίδι επικράτησης με όποιο κόστος.
Οι περισσότεροι από εμάς, ξεχνάμε ότι κάποτε τα σκοινιά σπάνε.
Ο αόρατος μαριονετίστας μένει με τις κλωστές στο χέρι και μέχρι να τις…ξαναράψει στη θέση τους έχουμε ελεύθερο χρόνο να αποφασίσουμε:
Θα ξαναγίνουμε μαριονέττες ή θα αντέξουμε να κινούμε μόνοι μας χέρια και πόδια, χωρίς καθοδήγηση;
Βλέπεις, τα σκοινιά προσφέρουν ασφάλεια, κάλυψη, θαλπωρή.
Η έλλειψη τους επιφυλάσσει ελευθερία, γνώσεις, αλλά και βουτιά σ’ άγνωστα και βαθιά νερά. Χωρίς δίχτυ ασφαλείας.
Για να βουτάς έτσι, όμως, πρέπει να είσαι και λίγο καλλιτέχνης.
Κι οι περισσότεροι, ελέω της… ασφαλούς διαιώνισης του είδους, προτιμούν τα σκοινιά…
Μη δίνετε σημασία. Είναι οι συνηθισμένες φθινοπωρινές μαυρίλες. Με την πρώτη παραγγελιά χοντρού παλτού θα μου περάσουν όλα.

Πι Ες: Θα μου επιτρέψετε να καλωσορίσω ξανά την Abbtha, μια γενναία ύπαρξη στη blogόσφαιρα, που όταν της τη "βαράει" ξέρει να κόβει τα σκοινιά σε όσους την πληγώνουν. (Ξανά) καλωσόρισες, γλυκειά μου!


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: blogs.birminghampost.net/

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2008

Πονάει η αλήθεια (σα γροθιά, η ρουφιάνα)!


Χριστομαθές και ηθοπλαστικόν το νέο παιχνίδι του Αντενός, εις το οποίον πηγαίνει κανείς για να ξεράσει αλήθειες και να φύγει φορτώγκας με ευρά.
Ακόμη κι εγώ, η δηλωθείσα πολέμια των ριάλιτιζ, αμόληκα την πελάτισσα μισή ώρα νωρίτερα, με τις καρφίτσες πάνω της, καθότι «κόλλησα» με την ειλικρίνεια των παικτών.
Κόλλησα με την απλότητα του παίγνιου, εις το οποίον πας, σε ζώνουν με καλώδια και παλμογράφους και σε αρχινάνε (λάικ δι αμέρικαν μούβις, γουάου!) στις ερωτήσεις.
«Κεράτωσες ποτέ τον άντρα σου (μωρή πηδιόλα)
Απαντάς εσύ.
«Θες να βγάλεις τα άντερα της πεθεράς και να της τα δώσεις στο χέρι (κρετίνε σώγαμπρε);».
Απαντάς εσύ.
Και αφού σε περάσουνε από το κόσκινο το ψιλό, μετά σε βγάνουνε και μπροστά εις το (τηλεοπτικό) κοινό.
Κι αρχινάει πάλι η ανάκρισις.
Μόνο που (αθώα παίκτρια) αυτή τη φορά ο κερατωθείς σύζυγος είναι από κάτω και σε περιμένει με τη μπουνιά έτοιμη για απογείωση…
Το αυτό και η πεθερούλα σου (άδολε παίκτη), εν Χριστώ αδελφέ μου.
Για κάθε απάντηση που δίδεις, η φωνή του ασφαλίτη (παρντόν του εκφωνητού) σε ενημερώνει (και σένα και το κοινό και την πεθερά) αν λέγεις αλήθεια ή ψέματα.
Κερδίζεις τα ανάλογα ευρά και ανεβαίνεις επίπεδο. Το οποίον μεθερμηνεύομενον εστί, πας σε πιο χαρντ κορ ερωτήσεις…
«Μισείς τη μάνα και τον πατέρα που σε γέννα;»
«Ναι»
, λες εσύ, πέφτουν ντανάσκελα πατέρας και μάνα, χειροκροτά το κοινό, ανεβαίνει το ποσό.
«Έχεις κάμει σεξ με τον προϊστάμενο σου;»
Ατάσθαλος κόρη και επιρρεπής εις τις αμαρτίες της σαρκός εσύ, λες «ναι» και πάλι ανεβαίνει το ποσό.
Στα τέτοια σου γράφεις το σύζυγο, που εν τω μεταξύ σχεδιάζει σε πόσα τεμάχια θα σε κόψει. Ναι, αλλά εσύ σχεδιάζεις αν τα ευρά θα σε φτάσουν για ένα χρόνο στα νησιά Καλαπάγκος.
Πολύ χριστιανικά, η παρουσιάστρια (σύζυγος χριστομαθούς βουλευτού) σε ερωτά – και μετά απ’ όλες αυτές τις ειλικρινείς απαντήσεις – αν το βράδυ κάμεις το σταυρό σου ή πέφτεις και κοιμάσαι ξερή χωρίς να πεις ούτε το «Πάτερ ημών».
Εκεί (μωρή ηλίθια) σε πιάνει το….φιλότιμο, σκέφτεσαι και τον παπά – Χαράλαμπο που σε βλέπει και έχεις κανονίσει να μεταλάβεις κιόλας κι απαντάς πως «ναι», κάνεις τον σταυρό σου!
Βγαίνει ο ασφαλίτης από πάνω και λέει «Αυτό είναι ψέμα».
Γιατί μωρή γελοία, αφού έγινες που έγινες ρόμπα ξεκούμπωτη απ’ τα καλάθια της λαϊκής, πας και λες ψέματα στην πιο γκαγκά ερώτηση;
Γιατί; Αφού το ξέρεις, ότι το χριστιανικόν αυτό παιχνίδι δεν συγχωρεί το ψέμα! Ένα να πεις, αρκεί για να φύγεις και τσίπης και ξεφτίλας!
Χάνεις και τα ευρά και μόλις γυρίσεις στο σπίτι θα φας και της χρονιάς σου, για να μάθεις να κερατώνεις τον Μπάμπη τον Σουγιά που για ένα κούτελο ζει στο Μεταξουργείο.
Γι’ αυτό σου λέω, κόρη:

Κάτσε σπίτι σου και κέντα. Κι άσε τα κρυφά κρυμμένα. Εκτός κι αν επιλέξεις να πεις αλήθειες, οπότε να τσι πεις ούλες κι όχι μισακές.
Να το φας το βρωμόξυλο, αλλά μετά να μπορείς να πληρώσεις δυο μαύρους να σου κάμουν αέρα στσι πληγές!
Να βγάλω και ‘γω κανά φράγκο που θα σου ράψω τα σκισμένα, μάνα μου! Μη γίνω κλέφτρα…

Σημείωσις : Άντε! Χαζές!
Σημείωσις 2η: Διπλοβάρδιες θα δουλεύουν φέτος τα «Επείγοντα». Έχει να πέφτει μπουνίδι κάθε Παρασκευή που θα πηγαίνει γόνα. Ναααα τα «βουλωμένα» μάτια.
Σημείωσις 3η: Αλλά γι’ αυτό θα μεριμνά το άλλο ριάλιτι, του Μέγκα, με τις εγχειρίσεις. Θα τρελαθούν στις πλαστικές προσώπου και στην ανάταξη ρινικών οστών. Όπως (δε) σε βλέπω και (δε) με βλέπεις!

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: boxingclassics.net

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2008

Πέη ντέι!


Ω, νομίζω πως η κατάθλιψη είναι έτοιμη να μου χτυπήσει την πόρτα!

Και δεν μπορώ να το παίξω και κουφή…
Η μία χαστούκα με βρίσκει μετά την άλλη και πλέον σκέφτομαι πολύ σοβαρά ότι η εργασία που μου ταιριάζει είναι αυτή του δοκιμαστή χαστουκιέρας, ηλεκτρικής ή χειροκίνητης δεν παίζει ρόλο…
Και αχ τι ωραία που τα περάσαμε τη μέρα της απεργίας, τι καλά που τα είπε ο κ. Σόμπολος για τα δικαιώματα των δημοσιογράφων, πόσο συγκινήθηκα!
Χάρη στον πρόεδρο ανακαλύπτω κάθε φορά ότι δεν είμαι τελικά τόσο γαϊδούρα, όσο φαντάζομαι.

Ότι μέσα μου υπάρχουν αισθήματα, που μόνο όταν κάνει δηλώσεις on camera, βγαίνουν στην επιφάνεια και καταλήγουν σε γοερά δάκρυα στο μυξομάντηλο που πάντα έχω πάνω στον κοπτοράπτη για τέτοιες έκτακτες περιπτώσεις.
Σήμερα, μια μέρα μετά την απεργία, με έκραξαν από τον κοπτοραπτικό όμιλο με τον οποίο συνεργάζομαι, για να με αμείψουν.
Άι καλά! Τις λατρεύω αυτές τις στιγμές!

Όχι για την ουσία του πράγματος – η οποία όπως αντιλαμβάνεστε είναι πενιχρή – αλλά για τους τύπους και τη λογιστική επισημότητα!
Όλα κι όλα!

Πας, πιάνεις στασίδι πίσω από ένα κάρο ταλαιπωρημένους νοματαίους σαν κι εσένα, και περιμένεις!
Αν έχεις μπλοκάκι (που στις μέρες μας απαγορεύεται να μην έχεις) τελειώνεις σχετικά πατ – κιουτ.
Αν δεν έχεις αλίμονο σου: πρέπει να συμπληρώσεις κανά δυο αιτήσεις, να στις υπογράψουν δυο τρεις διευθυντές και με ύφος κακόμοιρο να δικαιολογηθείς σε πέντε έξι υποπόδια των ποδών των διευθυντών, γιατί ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΜΠΛΟΚΑΚΙ!
Μετά, με τις αιτήσεις στο χέρι, φτάνεις (ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!) στο ταμείο και εκεί απ’ ό,τι γράφει το χαρτάκι, παίρνεις ακριβώς τα μισά, και πολλά σου πέφτουν, καθότι αμείβεσαι με (δελτίο) δαπανών και να πας να τσακιστείς να βγάλεις ΜΠΛΟΚΑΚΙ ΤΩΡΑ, γελοίε!
Αλλά το θέμα μου δεν είναι εκεί (όπως πάντα…).
Το τρελό το γέλιο (πικρό, αλλά τρελό) το έριξα σήμερα το πρωί, εκεί στον μέγα…κοπτοραπτικό όμιλο, όπου περίμενα υπομονετικά τη σειρά μου.
Εμού, προηγείτο κοπελίτσα, μαθητεύομενη – εξ όσων αντιλήφθηκα – κοπτοραπτού.
Της κοπελίτσας προηγείτο η…αστρολόγα του ομίλου.
Προσπαθώντας να τηρώ και μια σχετική απόσταση ασφαλείας, προτίμησα να κόβω βόλτες δώθε κείθε.
Ακόμη κι έτσι όμως, μου ήτο αδύνατο να μην ακούω το κινητό της αστρολόγας που χτυπούσε δαιμονισμένα και από τα συμφραζόμενα, μάλλον ήταν από κάποια τηλεφωνική υπηρεσία από αυτές που στη παρούσα φάση εγώ προσωπικά έχω μεγάλη ανάγκη να μου πουν αν θα φάω κι άλλη κοσμική χαστούκα ή το κακό θα σταματήσει εδώ…

(Τεράστια πρόταση η από πάνω, το ξέρω, αλλά χέστε με!).
Δεν θέλω να το παίξω αετομάτισσα, αλλά το ποσό που πήρε η αστρολόγα ήταν τετραψήφιο (και σε καλή μεριά, κουκλίτσα μου!).
Κάποια στιγμή ήρθε και η σειρά της μαθητευομένης.

Αν κρίνω απ’ το χαμόγελο της, πρέπει να ήταν και τα πρώτα λεφτά που θα ‘βαζε στην τσέπη από την σεμνή εργασία της.
Συνεχίζω να κόβω βόλτες όταν σε κάποια φάση ακούω τη νεαρά με τρεμάμενη φωνή να λέει: «Συγνώμη, είστε σίγουρος ότι για ‘μένα έχετε μόνο 450 ευρώ; Γιατί με τον προϊστάμενο μου, είχαμε συμφωνήσει για 600…».
Τι να πει κι ο λογιστής, κι αυτός υπάλληλος είναι και τι (περισσότερο) να πει κι η νεαρά;
Υπέγραψε, έβαλε τα λιγοστά γιούρια στην κωλότσεπη, καλημέρισε ευγενικά και ήρθε η σειρά μου…
Χα!
Την πρόλαβα στο κυλικείο, να απαριθμεί (μιλώντας στο κινητό με κάποιον) τα... κουστούμια που... γάζωσε μέσα στον μήνα, τις εργατο-ώρες που σκότωσε για να βρει τα κατάλληλα... υφάσματα και (την τύχη της μέσα!) το δούλεμα που έφαγε από τον προϊστάμενο…
Γι’ αυτό σας λέω, όταν ακούω τον κύριο Πρόεδρο να μιλά για δικαιώματα, κοιλόπονος με πιάνει…
Και εννοείται, ότι σήμερα στη δουλειά το κωλοβάρεσα λιγάκι, καθότι πήγα κι αγόρασα κανά δυο βιβλία περί εφαρμοσμένης αστρολογίας.
Όχι φυσικά για να ξεστραβωθώ για το τι με περιμένει.
Όλα κι όλα! Θέλω να μάθω τέχνη. Ό,τι να ‘ναι! Ακόμη και του λέγειν τον καφέ!


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.acf-fr.org