Κυριακή, 25 Μαΐου 2008

Νόουμπάντι’ς μπιτς: Κάνοντας... ίντερβιου στην Ελλάδα



Ίντερβιου. Στην Ελλάδα δεν πρέπει να υπάρχει πιο παρεξηγημένη διαδικασία.
Πας, ας πούμε, μία ωραία πρωία για να συζητήσεις με κάποιον κυριούλη, που μεγάλη όρεξη την έχει να επενδύσει στις κοπτοραπτικές…
Ωραίαααα! Σε πρώτη φάση σου κλείνει ραντεβού, ενώ στο τηλέφωνο σε έχει ζαλίσει στις κολακείες – «εγώ θέλω κάποια / -ον σαν κι εσάς, να το ξέρει το αντικείμενο, να είναι συνεπής, να ξέρει τι φουστάνι ράβει, μπλα μπλα μπλα» - κοινώς σου τα ‘χει κάνει τσουρέκια πασχαλινά, τόσο πια, που λες, «δεν μπορεί, ας πάω, να δω τουλάχιστον πόσο καραγκιόζης είναι».
Βάζεις τα σιδερωμένα σου, παίρνεις και ένα ημισοβαρό ύφος, τσιμπάς απ’ το συρτάρι και κανά δυο τρία, σαραντά τρία δείγματα δουλειάς, να μη μας πάρουνε και για χθεσινούς, φοράς και ένα μέτριο τακούνι για να μην ξεγοφιαστείς – αν είσαι γυναίκα- και πηγαίαιαινεις!
Συνήθως, το… ίντερβιου γίνεται στο γραφείο του καραγκιόζη και εφ’ όσον έχεις κλείσει 45 λεπτά στην αναμονή, έχεις κοζάρει όλες τις γραμματείς και έχεις πιει στην καλύτερη των περιπτώσεων 3 καφέδες.
Κάποια στιγμή και ενώ αρχίζεις να τα παίρνεις στο κρανίο και είσαι έτοιμος/-η να σηκωθείς να φύγεις, ανοίγει η πόρτα και βγαίνει ο προύχοντας.
Συνήθως, το άνοιγμα της πόρτας συνοδεύεται από ένα χοντροκομμένο «ω! την αγαπητή/-ό» και ένα σιχαμένο ταπ ταπ στην πλάτη και οι δυο σας περνάτε στα ενδότερα.
Κι εκεί βγαίνει το τσίρκο με όλα τα ζώα ιν φτροντ οφ γιορ άις.
Το τι ακούς – δεν λέγεται.
Το τι βλέπεις – δεν περιγράφεται.
Το τι μαλακίες συλλέγεις στο ειδικό κουτάκι για τέτοιες περιπτώσεις - είναι πέρα από κάθε φαντασία.
Ο τύπος – που έχεις απέναντι σου – θέλει να γίνει Μέρντοχ τουλάχιστον, δεν το συζητάμε – και εσύ ακούς στωικά τα σχέδια, μέχρι να φτάσουμε στο ζητούμενο: τι ζητάει από ‘σένα και κυρίως πόσο προτίθεται να πληρώσει αυτό που ζητάει.
Το πρώτο σκέλος – τι ζητάει, δηλαδή – το πληροφορείσαι άμεσα.
Θέλει αυτό και τούτο και κείνο, θέλει και λίγο Κωστέτσο, αλλά να μοιάζει με Ντιόρ και στο βάθος να ξεχωρίζει λίγο Γκαλιάνο.
Κοινώς, θέλει την μάνα του και τον πατέρα του, στο πανηγύρι της Άνω Παναγιάς, λίγο πριν τον 15αυγουστο.
Οκέι, λοιπόν.
Και έρχεται η σειρά σου. Να μην πεις κι εσύ τι θέλεις για την υπερπαραγωγή;
Όχι. Να βουτήξεις τα χαρτιά σου και να πας σπίτι σου, αγαπημένη/- ε.
Διότι, θα δουλεύεις κανά μήνα (στην καλύτερη περίπτωση), αλλά το επίμαχο δεν θα το έχεις συζητήσει ακόμη.
Στο μεσοδιάστημα ο καραγκιόζης θα σου έχει ζητήσει να γίνεις ο Καβάλι ο ίδιος και που ‘σαι; Τι παράξενο… Δεν θα ‘σαι πια ο…αγαπητός.
Σε κάθε τηλεφώνημα, σε κάθε – μη χέσω – μίτινγκ θα είσαι ο «ρε, συ!».
Εκτός…
Εκτός κι αν αποφασίσεις, ανεξαρτήτως γένους να γίνεις μπόσις μπιτς – κι όταν λέω μπιτς δεν εννοώ την παραλία – και καταφέρεις εξ αρχής να συστηθείς, όπως συστηνόταν ο εκ Ρωσίας νικητής της Γουροβίζιον, Ντίμα Μπίλαν: «Χαλόου. Άι έμ Ντίμα Μπίλαν, μπιγκ σταρ ιν Ράσα!».
Αν πάλι δεν κάνεις το παραπάνω, και έχεις αποφασίσει αμέσως μετά το Ίντερβιου να πας για καφέ, απλώς υφίστασαι τον παπάρη να σου λέει για τον «επικεφαλή» που θέλει «να σε διορίσει», χαιρετάς ευγενικά και τον στέλνεις αλλού να βρει κότσους.
Μετά από πολλά χρόνια, και ενώ έχεις κάνει συλλογή από παπαριές και καραγκιόζηδες, έχεις να λες στα εγγονάκια σου μένι – μένι στόρις αμπάουτ ιντερβιους φορ τζοβ ιν Γκρις, γελάτε όλοι ευτυχισμένοι και ελπίζεις ότι τα εγγόνια σου δεν θα κακοπέσουν σε τέτοια αθύρματα.


ΑΣΧΕΤΟ: Παρακαλείται όποιος γνωρίζει τι μάρκα παπούτσια φορούσε η Καλομοίρα στον τελικό, καθώς και η εκπρόσωπος της Νορβηγίας να στείλει εδώ!!!


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: ir.vtbearcompany.com

Κυριακή, 18 Μαΐου 2008

Οι κάλοι μου και "Οι Πύλες του Ανεξήγητου"


Παράπονο το ‘χουν μάι μπιλόβντ ουάνς να προσέχω στον δρόμο, όταν περπατάω. Α, αυτό αξίζει να το δείτε, διότι φαινομενικά δεν έχω καμιά επικοινωνία με το περιβάλλον, 9 στις 10 έχω μαραφετάκι στα αυτιά και ακούω χαζαμάρες και 10 στις 10 μ’ έχει χτυπήσει το παπούτσι και πηγαίνω σαν συγκαμένη με ολίγον από χαζό χαμόγελο στη μάπα.
Με λίγα λόγια, είμαι γυναίκα που σταματώ την κυκλοφορία!
Καθότι δεν ακούω όταν μου κορνάρουν, αλλά και να θέλω δεν μπορώ να τρέξω διότι έχω μάθει στις ξυπολησιές και οποιοδήποτε παπούτσι στα δέκα λεπτά με έχει αχρηστέψει ως άνθρωπο ευθυτενή.
Οι άσχετοι και πυροβολημένοι πιστεύουν ότι τανιέμαι και κουνιέμαι (πονάω, βρε γελοίε! Την όρεξη σου είχα να πηγαίνω σα σκούνα!), οι δε καλοί άνθρωποι, ψιθυρίζουν με τρυφερότητα ατάκες του τύπου: «χαζούλικο, μωρέ, αλλά χαριτωμένο» (να ‘στε καλά, παιδιά!).
Η ουσία είναι ότι εγώ τα πάω περίφημα με την πάρτη μου κι αν με άφηναν αι συνθήκαι να κυκλοφορώ ξυπόλητη για το υπόλοιπον του βίου μου, θα είχα διαπρέψει (δεν ξέρω που, αλλά περί αυτού είμαι βεβαία)…
Αυτή του κουλαμάρα, με τους κάλους στα πόδια (του μυαλού δεν ενοχλούν στην κίνηση), εγώ την πάω βόλτα εδώ και πάνω από 25 χρόνια και καθόλου δε με χάλασε. Ο δε κολλητός μου προτιμά να με λέει «ιδιαίτερη», απ’ το να φωνάζει κουλή και να με πληγώνει.
Όσο για τον καλό μου, ε, αυτός έχει πάρει απόφαση ότι τα’ χει φτιάξει με γιαγιάκα που μοιάζει με προσκοπίνα και ο χριστιανός (με) πηγαίνει μονίμως στο ρελαντί.
Σημειώστε δε ότι, όταν πρέπει να παρουσιαστώ σε κάποιο επαγγελματικό ραντεβού, μίτινγκ (μη χέσω!) ή άλλη κοινωνική υποχρέωση με αδιάκριτα βλέμματα, είμαι η επιτομή του «άνω θρώσκω» και του «βαδίζω γαμάτα!». Σφίγγω τα δόντια, το παπούτσι έχει γίνει ένα με το νύχι μου κι ας είναι και δυο νούμερα μεγαλύτερο (!), οι κάλοι είναι έτοιμοι να ερεθίσουν τους δακρυγόνους αδένες μου, αλλά χαμογελάω με χάρη και δεν τρέχει κάστανο.
(Βέβαια, στο τέλος της ημέρας είμαι σαν τον Ντάνιελ Σαν στο Καράτε Κιντ, να σφαδάζει από τσι πόνοι και χωρίς κανέναν Κινέζο σένσεϊ να του βάζει μαγική λοσιόν στα ματωμένα κάτω άκρα, αλλά δεν πειρά…).
Ωραία! Και ενώ σας έχω πει όοοολα αυτά και πλέον είναι πανεύκολο να με εντοπίσετε στους δρόμους της Αθήνας, πως θα σας φαινόταν αν συνέχιζα το κείμενο, παρντόν το φουστάνι ήθελα να πω, με ανάλυση για την πυρηνική ενέργεια και τον Βανούνου τον άτιμο;
Θα λέγατε ότι η Κοπτοραπτού το ‘καψε και θέλει καινούριες φλάντζες και κανένα άδικο δεν θα ‘χατε.
Ε, κάπως έτσι την πάτησα το Σάββατο τα μεσάνυχτα (όχι, δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω με μία φαγωμένη απ’ το παπούτσι φτέρνα!), όταν επέλεξα να δω (ΝΑΙ! ΝΑΙ!) «Πύλες του Ανεξήγητου» στον Άλτερ.
Το θέμα ήταν, αν επικοινωνούν μαζί μας οι συγχωρεμένοι μας και πως το κάνουν, ενώ στην εκπομπή ήτο καλεσμένο και ένα διάσημο «διάμεσο».
Προσπεράστε το γεγονός ότι είδα αυτό που είδα (τα ‘χουμε πει: είμαι βιτσιόζα! Συμπαθάτε με…), προσπεράστε και τη θεματολογία που για τους πολλούς μπορεί να θεωρηθεί και λίγο σπούκι…
Σταθείτε στο ότι χαμπάρι δεν πήρα για το θέμα – άτιμες τηλεοπτικές αναγγελίες, άλλα λέτε και άλλα δείχνετε! – και στο ότι χωρίς το «διάμεσο», «γραμμή» με τη γιαγιά μου τη Νινή δεν θα βγάλω που να χτυπάω τον αποτέτοιο μου χάμου.
Βέβαια, μπορεί να φταίει ότι ποτέ δεν κατάφερα να επικοινωνήσω της προκοπής με τους ζώντες και θα βγάλω άκρη με τους συγχωρεμένους;
Επίσης, (προσπαθώ να εστιάσω στη ρίζα του προβλήματος), ίσως να ‘φταιγε ότι με απασχολούσε κάτι πολύ γήινο, όπως η γιγάντια φουσκάλα που είχε φυτρώσει τόσο στη φτέρνα όσο και στο μεσαίο δαχτυλάκι… Πως λοιπόν να ασχολούμαι με την ύλη – τα ξερά μου, δηλαδή; - και να ‘χω απαιτήσεις να επικοινωνήσω και με το «πέρα από ‘δω»;
Άσε που γενικώς είμαι πολύ κατά του οβολού υπέρ μαργιολικατζούδων που θα μου πουν
α. τι κάνει η γιαγιά μου εκεί πάνω, β. ποια τσούλα μου βούτηξε τον γκόμενο στη Γ’ Γυμνασίου, γ. που καταχώνιασε η μάνα μου την καφέ μου τη βερμούδα (ΠΟΥ;;;).
Διότι, ναι, ο κύριος «διάμεσος» πλερώνεται κανονικά για να κάνει συνεδρίες δημοσίως, αλλά αν πας και τον τσιμπήσεις στο μουλωχτό και στο ιδιωτικό μπορεί να σε εξυπηρετήσει, αλλά να είναι προβληματική η λινκιά του με τον Ύψιστο.
Κατά τα λοιπά ο κ. Χαρδαβέλλας μου είναι εξαιρετικά συμπαθής. Ειδικά όταν είναι όρθιος και βαδίζει πάνω κάτω στο στούντιο. Είναι που πιστεύω ότι κι εκείνον τον κόβουν τα ρημαδοπάπουτσα και συμπάσχω.
Να, μια εκπομπή που θα ‘χε ενδιαφέρον, λοιπόν: μήπως οι κάλοι είναι εξωγήινοι ξενιστές με στόχο την σταδιακή εξαφάνιση μας (από τους γαμωπόνους);;;; Ρωτώ.



ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.stickertracks.com

Κυριακή, 11 Μαΐου 2008

Τιβί: Ρόουλ πλέινγκ γκέιμ φορ έβριβόδι



(Εμπνευσμένο από τον Swell και αφιερωμένο σε όσους δεν ζουν χωρίς τηλεόραση)

Παλιά, πολύ πριν κάτσω τον αποτέτοιο μου στον κοπτοράπτη, μαθήτρια γαρ, δεν μπορούσα να διαβάσω τα μαθήματα της επομένης, αν στην τιβί δεν «έπαιζε» μια παπαριά της εποχής.
Ολίγον «Τόλμη και Γοητεία», ολίγον «Σάντα Μπάρμπαρα», στα τσακίρ κέφια και στα δύσκολα διαγωνίσματα μπόλικη «Λάμψη» και στα καπάκια «Καλημέρα Ζωή».
(Μη με ρωτήσετε πως τελείωσα το σχολείο… Πάντως, παιδί Ίντιγκο δεν ήμανε. Το ‘χω ψάξει!).
Όταν πλέον έκατσα – πανάθεμα την ώρα – στο ρημάδι και άρχισε και για ‘μένα η λεγόμενη παραγωγική διαδικασία, μου ήτο αδύνατο να εργασθώ, αν δεν «έπαιζε» έστω και στο «ψιθυριστό» κάποια μεταγλώττιση, δεν πα’ να ήταν και η «Χουανίτα η Παρθένα».
Για να εξηγήσω το βίτσιο μου, ήθελα να ακούω κάποιον να παίζει τον ρόλο του: ο καλός, ο κακός, ο άσχημος, η Χιονάτη και τα 7 σκαμπό, η μάνα μου, ο πατέρας μου και έξι τούβλα όρθια.
Τώρα πια είμαι στην υπερευτυχή θέση να μη χρειάζεται να επιλέξω κανάλα, ώρα και μέρα: το οποίον σημαίνει, ότι η ελληνική τιβί είναι ένα ακατάληπτο τουρλού ρόλων, μια φοβερή πολυσαλάτα καρατερίστα, όπου ο διόλου απαιτητικός τηλεθεατής (σαν και τα μούτρα μου) μπορεί ανά πάσα στιγμή να βρει κάποιον να του «παίξει» ό,τι τραβά η ψυχή του…
Και για να γαζώσω πιο ειδικώς: Υπάρχουν κάτι φοβερές διάνοιες τηλεκριτικής που πρώτες και πρώτοι λανσάρισαν το αξίωμα ότι για να επιζήσει κανείς στο μαγικό κουτί της τιβί πρέπει να βρει έναν ρόλο – του πάει, δεν του πάει, κανέναν δεν απασχολεί.
Το «τσίμπησαν» αυτό οι τηλεαστέρες, έμαθαν το ποιηματάκι τους απ’ έξω, πρόβαραν την πρόζα τους μπροστά στον καθρέφτη και οι ρόλοι μοιράστηκαν: από ‘δω τα «καλά παιδιά» (ελάτε τώρα, όλο κάπου πάει ο νους σας), από ‘κει οι «φωνακλάδες» (ξέρω τι σκέφτεστε!), παρακείθε οι κουλτουριαραίοι (…έλα, προσπαθήστε λίγο), πέρα Παναγιά λολίτες και ωραίες και πάει λέγοντας.
Οι κανάλες, εννοείται ότι δεν είναι χαζές κι ότι ψυχοπονάνε και σιγοντάρουν τους ρολίστες. Το χρήμα ρέει για όποιον φωνάζει, «τα λέει», πουλάει αίσθημα ή αμολάει κακίες και ο Θεός της τηλεόρασης ευλογεί όλη αυτή τη σαλάτα που καλύπτει κάθε ανάγκη του τηλεθεατή, σαν και τη πάρτη μου (χε,χε,χε).
Ποιος είπε ότι δεν ξαναγέννησε η φύση Αυλωνίτη; Σταυρίδη; Νοταρά;
Και τους ξαναγέννησε και έφτιαξε τους απαραίτητους κλώνους, μόνο που άλλους τους έριξε στα κεντρικά δελτία και άλλους στην πρωινή ψυχαγωγία. Άκου λέει!
Άλλωστε, τι θα ήταν η ζωή μας, αν ήμασταν όλοι ίδιοι;
Παρένθεση: Κάποτε πριν από πολλά χρόνια, η πολυαγαπημένη μου μήτηρ, ρώτησε τον επίσης λατρεμένο μου πατέρα, γιατί εννοεί να ακούει Τράγκα – Κακαουνάκη το πρωί στο ράδιο και το μεσημέρι να βλέπει Βασίλη Λεβέντη (στην αθάνατη εποχή του φραπέ και της πίτσας;)…
Η απάντηση ήταν αποστομωτική: «Γιατί το Εθνικό κοιμάται όρθιο και η σχολή Κουν βγάζει μόνο διανοούμενους!».
Ξερή η μαμά, του έψησε τον καφέ, του τον άφηκε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, δυνάμωσε και λίγο την ένταση και δεν ξαναρώτησε.
Το λοιπόν, εικοσιτόσα χρόνια μετά την ερώτηση της μητρός, συγχύζομαι απέραντα, όταν ακούω ότι «έχουμε την τηλεόραση που μας αξίζει», «η αμάθεια μας κυβερνάει μέσω της τιβί», «η αποξένωση και ο αφελληνισμός» και άλλα εκτός τόπου και χρόνου που βλέπω γραμμένα, σαν την αμίμητη ερώτηση της Μαίρης Αρώνη στον Διονύση Παπαγιαννόπουλο: «Λιόλιο, ήρθες;».
Βαράτε βιολιτζήδες! Δημοκρατία έχομεν (;) και κάποιος πρέπει να κάνει θόρυβο!
Διότι πως θα γαζώσω εγώ σε κλίμα απολύτου ησυχίας; Με Περγκολέζι και Σοπέν; Βάρα, μανίτσα μου, να μην πεινάσουμε!

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: upload.wikimedia.org

Παρασκευή, 2 Μαΐου 2008

"Δεν είναι η δόξα, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΛΕΦΤΑ..."


(Από τη χώρα της άκαφτης – ακόμη – θερμίδας, της φουσκωμένης από φαγάκι και ευτυχία κοιλιά, σας εύχομαι καλό μήνα και άντε σιγά σιγά γυρνάτε στο ελεεινό μαγκανοπήγαδο μας!).

Λοιπόν, τώρα που γατιά, σκυλιά, πετούμενα, γκόμενοι και μανάδες βυθίστηκαν σε ύπνο βαθύ, μπορώ να «γαζώσω» με την ησυχία μου δυο φωνήεντα για αυτό το ρυπαρό πράγμα που λέγεται χρήμα.
Ξεκινώ από το απλό αξίωμα που λέει ότι τα λεφτά είναι ένα περίεργο υλικό που στα δικά μου τα χέρια εξαφανίζεται και στα χέρια του αφεντικού μου αυγαταίνει…
Όχι, διότι εγώ είμαι τρυποχέρα και το αφεντικό μερακλής και εργατικός άνθρωπος (μην τρελαθούμε τώρα και μας μουτζώνουν και οι τοίχοι του κοπτοραπτείου…)
Αλλά; Γιατί; Αυτό είναι κάτι που ο ίδιος ο Θεός της Εργατικής Πρωτομαγιάς να κατέβει, δεν θα μπορέσει να μου το εξηγήσει.
Ο μήνας – αυτή τη στιγμή που δουλεύει εις το μιουτ ο κοπτοράπτης για να μην ξυπνήσω μάι μπιλόβντ ουάνς – έχει αισίως 2 και εγώ (καθόλου αισίως) καμία…
Και εννοείται ότι δεν «γαζώνω» ούτε για να γκρινιάξω ούτε γιατί σκοπεύω από αύριο να ζητήσω δανεικά από κανέναν…
Το έργο το ‘χω ξαναδεί και δόξα να ‘χει ο Γιαραμπής, έζησα μέχρι σήμερα δουλεύοντας ωσάν τον σκύλο για να πληρώσω γαμώΑΕΙ, γαμωνοίκια, γαμωκοινόχρηστα και γαμωηλεκτρικά, αλλά…
Αλλά μου είναι πλέον πολύ δύσκολο να πηγαινοέρχονται κάτω από τη μύτη μου και εντός του κοπτοραπτείου τα Πράντα και τα Μπούρμπερι και στα καπάκια να ακούω για καταθλίψεις και «ξέρεις, μωρέ, δεν είμαι και πολύ καλά» και τα συναφή…
Και μη γυρίσει κανείς να μη μου πει ότι φθονώ, γιατί θα αρπάξω την ψαλίδα και θα τον κουρέψω…
(Διότι, το δηλώνω, αύριο το πρωί να μου πέσει τριπλό τζακ ποτ του Τζόκερ, δεν θα στάξει κάστανο, θα συνεχίσω τη ζωούλα μου κανονικώς και αδιαλείπτως με μία και μόνη διαφοροποίηση: θα πάω μέχρι την πόρτα του αφεντικού, θα βγάλω τη γλώσσα μου έξω με τριπλό κωλοδάχτυλο {το που θα βρω το τρίτο χέρι δικός μου λογαριασμός!} και το πολύ πολύ να με στείλει στον οικογενειακό του ψυχίατρο για ψυχανάλυση…).
Αλλά, ρε πούστη μου! Δεν είναι δυνατόν η κατάθλιψη να σε πιάνει, όταν πρέπει να πληρώσεις! Δεν είναι δυνατόν να καταπίνεις τα Κοπάλια το ένα μετά το άλλο, όταν για τρίτη φορά μέσα στο έτος, σεμνά και με καντάρια ντροπής πάνω της, τολμά η πλακοραφού να σου μιλήσει για τη σύμβαση και το κλιμάκιο της, την κοινωνία μου μέσα!
Δεν είναι το περιβάλλον – που δεν είναι φιλικό προς τον χρήστη…
Δεν είναι οι ώρες του «γαζώματος» - που είναι ατελείωτες πανάθεμα τες…
Και ειλικρινά, μα ειλικρινά δεν είναι τα λεφτά, που δεν είναι ούτε για «ζήτω»…
Είναι ότι περνάμε τόσες ώρες από τη ζωή μας – τόσο σύντομη και τόσο όμορφη – με ανθρώπους που υπό άλλες συνθήκες δεν θα τους χαρίζαμε ούτε τον πυρετό μας…
Και αφήνουμε πίσω μας αγαπημένους, φίλους που όλοι θα θέλανε να έχουν, ασχολίες και πράγματα να ξεροσταλιάζουν πίσω από ντεντλάινς και «παραγγελιές», πίσω από σκυλοπελάτισσες και ηλίθιες (ΗΛΙΘΙΕΣ!!!) ατέρμονες συσκέψεις, πίσω από καθυστερημένους μισθούς, τόσο καθυστερημένους που όταν έρθουν κανείς δεν περιμένει το κέρασμα, το δώρο, το τραπέζι που του ‘χες τάξει…
Ούτε που θέλω να σκεφτώ πόσο κοστολογούνται όλα αυτά και ποιος τα πληρώνει, όταν και αν έρθει η ώρα της πληρωμής…

(Από τη χώρα της πραγματικής ευτυχίας – ω, ναι! – σας φιλώ όλους, μα όλους και εύχομαι αύριο πουρνό πουρνό – όταν ήδη θα έχω καθίσει τον πισινό μου στην στραβιά καρέκλα του εμποροραφείου – να έχω ξεχάσει όσα «γάζωσα» απόψε…
Για το καλό μου και για την ψυχική υγεία του αφεντικού μου, βεβαίως βεβαίως!
Το επόμενο ποστ θα είναι αυστηρώς τηλεοπτικόν, για να μην ξεφεύγουμε και από τη σειρά μας!).


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: mortagesavercentre.com.