Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2009

Παράκληση προς οπισθοβαρείς κυρίες με αδυναμία στα κολάν...

Τι τραβώ, Χριστέ μου, τι τραβώ!
Η πατρίδα της τρελής χοντρής με τα θεόστενα λαμέ έχει γίνει ο Κοπτοράπτης μου και το Ραφείον μου η Μέκκα του προ λιποαναρρόφησης σταδίου!
Βοήθεια, κορίτσια, βοήθεια! Σας αγαπώ όλες, αλλά αν συνεχίσετε να κάθεστε πάνω στο δόλιο το μηχάνημα μου, θα βγάλει πόδια και θα φύγει, ενδεχομένως με εσάς επάνω…
Προσπαθώ μάταια να τις μεταπείσω, μπαίνω νυχοπατώντας και βγαίνω σαν τη γάτα μπας και δε με καταλάβουν, αλλά οι απανταχού σούπερ μπαμπάτσικες με οσμίζονται και κραδαίνοντας σάντουιτς, σαλάμια (ολόκληρα!) και εκλέρ 3 χιλιόμετρα, σκάνε μύτη από παντού (την πελατεία μου μέσα!!!).
Και τι μου ζητάνε οι σκορδόμπιστες; Τι παραγγελιές μου δίνουν;
Τα κορσέ της Φαίης Σκορδά, τα μίνια της Ελένης Μενεγάκη και ντεκολτέ της Έλσας Τόλη!
Κορίτσια, πλιζ, ζε νε πε πα!
Δεν δύναμαι! Κάθε βράδυ ξεσκονίζω δυο ώρες τα λάστιχα της μηχανής για να καθαρίσουν από την παγιέτα και την πούλια (χωρίς τον αυγερινό), μαζί με ψίχουλα από ψωμιά και υπολείμματα από ζαμπονάκια και με παίρνει η μαύρη νύχτα.
Κατανοώ ότι οι κυράδες από τις κανάλες έχουν ξεσαλώσει!
Τόσο ξώβυζο, τόσο μίνι και τέτοια ζαρτιέρα είχαμε να δούμε απ’ το ’90!
Αλλά δεν είναι αυτός λόγος να μου κουβαλιέστε στο μαγαζί με τα πατσοκοίλια στριμωγμένα στη βαφτιστική σας φούστα.
Δεν αντέχω, κορίτσια, συμπαθάτε με.
Χρειάστηκα υπογλώσσιο τις προάλλες, όταν είδα τη Μενεγάκη ανακούρκουδα στον καναπέ και με σούπερ μίνι, να γυμνάζεται.
Και πριν προλάβω να σκεφτώ «πάει, πέσανε ολίγον τα νούμερα τηλεθέασης», μία από εσάς είχε προλάβει να μου κουβαληθεί με ούλτρα μίνι φόρεμα – γραμματόσημο. Όχι υπογλώσσιο, μπάτσες χρειάστηκα για να συνέλθω όταν η ίδια μου στήθηκε στα τέσσερα πάνω στη μηχανή (τούρλα το… τριαξονικό!). Κι είχε το θράσος να με ρωτήσει αν «φέρνει» και στην Ελένη…
Κορίτσια, αδυνατώ. Και αδυνατώ, γιατί σήμερα το απόγευμα μια από εσάς, εκ λάθους, ήρθε και έκατσε επάνω μου και έκτοτε το δεξί μου γόνατο έχει αναπτύξει αυτονομία και κουνιέται μόνο του.
Ήταν η ώρα που τα κορίτσια του κυρίου Βασίλη Δριμούση κάθονταν με το χαρακτηριστικό τους σταυροπόδι, και η ευτραφής κυρία ψαχουλευτά γύρευε καρέκλα για να προβάρει πόζα (κι έκατσε ΠΑΝΩ ΜΟΥ!).
Έχω δε να προσθέσω ότι μετά από δυο τρεις εβδομάδες εποικοδομητικής (και επικερδούς, δεν λέω…Τρία τόπια χρειάζομαι για την καθεμιά σας κι είστε και χουβαρντούδες) συνεργασίας μαζί σας, νιώθω να καίγονται οι βολβοί των ματιών μου και κάθε που εμφανίζεστε με κολάν και ναύλον φορεματάκια ο εγκέφαλος μου σκάει δυναμιτάκια.
Μην τολμήσετε – σας εξορκίζω – να μου ζητήσετε το χθεσινό μπούστο της Ευγενίας Μανωλίδου, σε τιραντέ.
Να μου ξανάρθετε μόνο όταν μέσα στο σουτιέν σας ΔΕΝ θα χωράνε από δύο νεογνά σε κάθε θήκη.
Και επειδή από τις κανάλες δεν μπορείς να ζητήσεις να ντύνουν τις παρουσιάστριες και να μην τις γδύνουν...
Και επειδή από νέα κορίτσια με τα σέα τους και τα μέα τους είναι ντροπή να τους ζητάς να ρίξουν κάτι επάνω τους (θα σε πουν και ζηλιάρη)...
ΣΑΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ, στα πόδια σας πέφτω: μη φοράτε αυτά που φοράει η Πετρούλα Κωστίδου, αν η ζυγαριά αρχίζει τα μανιάτικα μοιρολόγια κάθε που σας βλέπει.
Νοιαστείτε για την όραση μου. Κοπτοραπτού και τυφλή, δεν γίνεται.
Ευχαριστώ.


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.nemacolin.com

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2009

Καινούριες μπότες, καινούριοι κάλοι...

Τις ζαχάρωνα κανά δίμηνο.
Πότε δεν μπορούσα εγώ, πότε δεν μπορούσαν αυτές.
Όταν είχα λεφτά, δεν είχα χρόνο. Κι όταν είχα χρόνο δεν είχα μία.
Μέχρι που τη Δευτέρα το αποφάσισα.
Ντύθηκα, στολίστηκα, πήρα την τσάντα μου, έσυρα το έτερον δυόμιση μέσα σε δεκάδες παλαβές (σαν κι εμένα) και πήγα να τις δοκιμάσω.
Ααα, τι ηδονή! Τι ευτυχία! Εγώ κι αυτές ταιριάξαμε σαν γάντι.
Τις δοκίμασα (τσακ μπαμ να μην ταλαιπωρούμε και τον υπάλληλο), πλήρωσα, πήρα πανευτυχής την κούτα μου και περίμενα την κατάλληλη στιγμή να τις τιμήσω (και να τιμήσουν τις δίμετρες ποδάρες μου – λέμε και καμιά βλακεία να περνά η ώρα).
Πρέπει δε, να το έκανα μεγάλο ζήτημα που τις πήρα.
Ζάλισα τα παπάρια του κολλητού μου, έφαγα τα αυτιά του καλού μου, έπρηξα το συκώτι της μαμάς και μόνο που δεν κοιμήθηκα αγκαλιά μαζί τους, όπως έκανα μικρή.
Αλλά επειδή το σύμπαν δεν συγχωρεί υπερβολές και έπαρση, χθες πλήρωσα το αντίτιμο.
Διότι χθες αποφάσισα να τις φορέσω, αφού πρώτα έφαγα ένα δίωρο να βρω με τι ταιριάζουν καλύτερα (μιλάμε γα στρατηγική…).
Και τις φόρεσα. Και περπάτησα. Και όσο πιο ωραίες φαίνονταν εξωτερικώς, τόσο... πουτάνες ήταν εσωτερικώς.
Γαμώ τα βυζιά της ψείρας!
Φουσκάλιασαν τα πόδια μου, το δέρμα αν και ακριβό (τρομάρα του), ήτο σκληρό και τώρα με πονεί ακόμη και η παντόφλα.
Και καλά! Οι κάλοι του ποδιού θα πηγαίνουν ασορτί με του κεφαλιού δεν το συζητώ...
Αλλά εκείνο που φυσώ και δεν κρυώνει, είναι πως με ξεγέλασε (ΕΜΕΝΑ) το ζήτημα παπούτσι. Διότι να σε ξεγελάσει το "πατάτα σίριαλ", το "χάλια βιβλίο", κτλ, είναι κάτι που το αντιπαρέρχεσαι...
Το να περπατάς και να κουτσαίνεις - έστω και με χάρη - δεν είναι κάτι που το ξεπερνάς, εκτός κι αν είσαι ξυσαρχίδογλου, οπότε σκασίλα σου.
Και επειδή, όταν στραβώνει κάτι πάντα υπάρχει περιθώριο να στραβώσει λίγο ακόμη τις λέρωσα κιόλας.
Ο γκαντέμης ο άνθρωπος, σύνορα δεν γνωρίζει.
Κουτσή και με λερωμένες μπότες, «γαζώνω» παίρνοντας χίλιους όρκους ότι την επόμενη φορά που θα με πιάσουν καταναλωτικά απωθημένα, θα χώσω το κεφάλι μου σ’ έναν κουβά με παγάκια για να μου περάσουν.
Κατά τα λοιπά όλα καλά. Και μ’ εμένα και με τις πελάτισσες και με τους παραγιούς της.
Φιλιά στέλνω και όσοι μου τα επιστρέψετε, στείλτε τα κατευθείαν στο μικρό μου δαχτυλάκι, που από την ταλαιπώρια της καινούριας μπότας έχει γίνει σα λουκάνικο Φρανκφούρτης το τσατσόμοιρο!

ΥΓ1: Παρά το χάλι που με δέρνει, σας συνιστώ ανεπιφυλάκτως να κάνετε μια βόλτα στα μαγαζιά. Με λίγη τύχη και λίγο ψαχούλεμα παραπάνω, θα βρείτε πολύ καλές εκπτώσεις.

ΥΓ2: Όχι ότι πτοούμαι! Α, μπα. Μόλις ξεφουσκαλιάσει το κακόμοιρο το πόδι, θα τις σκίσω τις μπότες μέχρι που να με συνηθίσουν. Εδώ με συνήθισαν τα αφεντικά μου. Στα πατούμενα θα κωλώσω;

Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2009

Αγγούρια μέρες

Απόλυση.
Νομίζω όλοι καταλαβαίνουν τι σημαίνουν αυτά τα εφτά γράμματα στη σειρά.
Όλοι μπορούν να το κάνουν εικόνα:
Ας πούμε, μπορεί να είναι μία μέρα που καταφθάνεις στη δουλειά και σου ‘ρχεται η ξανάστροφη από εκεί που δεν το περιμένεις. Δατς δε ίζι βέρσιον.
Ή μπορεί να είναι πολλές μέρες μαζεμένες, όπου περιμένεις, κρύβεσαι, βγαίνεις, πας τοίχο τοίχο, κάνεις τον κουφό όταν κάποιος σε φωνάζει γιατί δεν ξέρεις τι θα σου πει, κάνεις δουλίτσα σου (ήσυχα, ήσυχα), μαζεύεις πραγματάκια σου και αθόρυβα όπως μπήκες, εξέρχεσαι του κτηρίου, ελπίζοντας σε μία ακόμη μέρα εργασίας.
Βέβαια, όλες αυτές οι μαζεμένες μέρες, όπου αισθάνεσαι μία τσεκούρα πάνω απ’ την κεφάλα σου, είναι πολλοί μικροί θάνατοι.
Αυτή είναι η αγγούρι βέρσιον της απόλυσης.
Είναι το μαρτύριο της σταγόνας.
Είναι μέρες στις οποίες σκοτώνεσαι στα τηλέφωνα («ρε παιδιά, χωράει άλλος ένας εκεί που είστε εσείς;»), μέρες στις οποίες κοιτάς την οικογένεια σου με αγωνία και πανικό, μέρες που ψάχνεις τοίχο να χτυπήσεις ότι έχει απομείνει από το κεφάλι σου που σου το ‘χουν κάνει καζάνι, ψάχνεις επίσης εκκλησία να προσευχηθείς να μη σε αφήσουν στον άσο, γιατί έχεις τρία παιδιά, τέσσερα δάνεια, οχτακόσιους λογαριασμούς και πεθερά άρρωστη.
Σ’ αυτές τις… αγγούρια μέρες, θα βρεθούν διάφοροι σκερβελέδες να σου πουν, ότι έλα μωρέ, όταν κλείνει μια πόρτα ανοίγουν τρία παράθυρα, και άλλες τέτοιες παρηγοριές του κώλου.
Στο ίδιο αυτό διάστημα, που εσένα θα σου φαίνεται αιώνας, θα απορείς τι σκατά κάνει το… σωματείο σου, που χάθηκαν όλοι οι συνάδελφοι που κάποτε πολύ σε αγαπούσαν, γιατί όσα τηλέφωνα κι αν παίρνεις με απόκρυψη ή χωρίς, βουίζουν αναπάντητα πάντα.
Στον δρόμο από μακριά σε χαιρετούν κι από κοντά ΔΕΝ σου κρένουν, λες κι έχεις τύφο.
Στο μεταξύ, αυτή η ελεεινή λέξη δεν λέει να ξεκαρφωθεί απ’ το κεφάλι σου. Εκεί, μπηγμένη: «απόλυση, απόλυση, απόλυση…».
Σαν τον Χορν παραμιλάς περπατώντας «1 εκατομμύριο, 101 χιλιάδες, 101 και 10», μόνο που αυτός δεν είναι το ποσό που δεν μέτρησες σωστά. Είναι το ποσό που καλείσαι να δώσεις σε υποχρεώσεις δεν λένε να απολυθούν κι αυτές να ησυχάσεις.
Ιν δε μίνταιμ, πραγματικοί και γιαλαντζί συνδικαλιστές θα αγωνίζονται. Οι πρώτοι εντίμως και όρθιοι, οι δεύτεροι ξαπλωτοί, χαϊδεύοντας τη μπάκα τους και χαζεύοντας τον κώλο καμιάς συναδέλφου.
Όσο συνεχίζεται το μαρτύριο της σταγόνας, τόσο θα παρακαλάς να τελειώνεις.
Και μόλις τελειώσεις, αρχίζει το ταμπούρλο.
Σου λένε ότι ο καλός δεν χάνεται, ότι κάτι θα γίνει, αλλά δεν ξέρουν πότε, ναι, μωρέ αδερφέ αλλά κουνήσου κι εσύ λίγο, τρέξε να κοιτάξεις για καμιά δουλίτσα, θα την βγάλεις τον πρώτο καιρό με την αποζημίωση («πώς, ρε παιδιά;») και μετά θα σ’ αφήσουν στην ησυχία σου. Κυριολεκτικά.
Την πρώτη λέξη την κατάπιες.
Στη γωνία όμως σε περιμένει κι άλλη. Επίσης εφτά γράμματα. Ανεργία.
Πλέον θα έχεις καιρό να ψάχνεις.
Και να ξεσκαρτάρεις. Φίλους, αφεντικά, «συναδέλφους».
Να τους χαιρόμαστε.


Φακ (Φρίκουεντλι Ασκντ Κουέστιονς):

«Γιατί;»
Γιατί απολύθηκες, γιατί απολύεσαι, γιατί είσαι υπό απόλυση;
Πάντως - εννιά στις δέκα - όχι επειδή δεν έκανες καλά τη δουλειά σου, όχι επειδή είσαι κακό παιδί.
Η απόλυση είναι μία από τις σύγχρονες ανεξήγητες πληγές του Φαραώ που καταδικάζουν καλούς ανθρώπους και καλούς επαγγελματίες, επειδή κάποιοι άλλοι δεν έκαναν καλά τη δική τους δουλειά. Τόσο απλό, τόσο επώδυνο, όσο ένα τροχαίο όπου ένας τύφλα στο μεθύσι βολανίστας ξεκληρίζει μια αθώα οικογένεια….


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: cherished79.wordpress.com

Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2009

Γιατί μου χαλάς τη μέρα, βρε παλιόπαιδο;


Κατεβαίνω την Κανάρη χαρωπή.

Κρατάω τσάντες, ντοσιέ (με πατρόν, μην πάει αλλού το μυαλό σας), μεζούρες, ψαλίδια, είμαι φορτώ, γενικώς.
Κρυώνω, σφυρίζω, με τρώει η κοιλιά μου, αλλά το αντιπαρέρχομαι, έχω ακουστικάκια στ’ αυτιά κι ακούω μουσικούλα.

Μου χαμογελάνε στον δρόμο, χαμογελάω κι εγώ. Με χαιρετάνε συνάδελφοι, κουνάω όποιο χέρι μπορώ να ελευθερώσω, για να χαιρετήσω κι εγώ…
Φτάνω επίσης χαρωπή στο φανάρι, λίγο πριν τη Βασιλίσσης Όλγας.
Έχω αργήσει στο ραφείο, αλλά στα παπάρια μου, θυμάμαι ότι πεινάω και κατουριέμαι, το κινητό δονείται στην τσέπη μου, ψιλοαδιαφορώ και κάπου εκεί, τον… βλέπω.
Είναι σαν ντουλάπα, ντυμένος στα πράσινα. Είναι νέος, αυτό που λένε μπέιμπι φέις, αλλά τόσο βλοσυρός… Και το βλέμμα μου σταματάει στο μαντζαφλάρι: ένα όπλο να! -με το συμπάθειο-, περασμένο στον ώμο του.
Ξαφνικά η μουσική στα ακουστικά με ενοχλεί. Ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι απέναντι μου υπάρχει κλούβα.
Ξαφνικά δεν είμαι χαρωπή.

Δεν κατουριέμαι. Δεν κρυώνω.

Νιώθω τα μάγουλα μου να καίνε. Από τσαντίλα. Και την ίδια στιγμή, σκέφτομαι: " Έχει γούστο να νομίσει ο πρασινοντυμένος ότι τον ντρέπομαι κιόλας. Βρε ουστ!"
Ξαφνικά, χάνεται η καλή μου διάθεση.

Δεν θέλω να πάω στη δουλειά.

Δεν θέλω να φάω.

ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΒΛΕΠΩ ΟΠΛΑ ΝΤΑΛΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ!!!
Σε καιρό ειρήνης σου λένε μετά και μάι ας!
Γιατί μου χαλάς τη μέρα, βρε παλιόπαιδο; Ε; Γιατί;


ΥΓ: Και μην τολμήσει κανείς να μου πει ότι τα όπλα περιφέρονται στην Αθήνα, εξαιτίας του άτυχου Διαμαντή και του συχωρεμένου του Αλέξη, γιατί θα βγάλω τα ψαλίδια!




ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: randomroger.blogspot.com

Πέμπτη, 1 Ιανουαρίου 2009

Άκου για να μαθαίνεις (μικρό μου, 2009)

Μικρό, τσιμπουκωτό και διπλονόστιμο μου μωρουδάκι, άκου να δεις τι θα κάνουμε τώρα…
Θα σε πάρω λίγο αγκαλίτσα, να βγούμε στο μπαλκόνι, για να σου δείξω ένα σκατόγερο που φεύγει.
Ωπ! Κοίτα, λοιπόν, για να μαθαίνεις…
Αυτό το κούσαλο με τη μαγκούρα, που τρίβει πονεμένο τον πισινό του από τις κλωτσιές των γειτόνων, είχε έρθει καλή ώρα σαν κι εσένα, ακριβώς έναν χρόνο πριν…
Καλοί άνθρωποι όπως ήμασταν, του ανοίξαμε την πόρτα, του κάναμε χαρές και κουπεπέ, του βγάλαμε όλα τα καλά.
Σαν μωρό ήταν άσχημο και τζαναμπέτικο. Σαν παιδί μας έβγαλε την ψυχή και με το που ενηλικιώθηκε καλούσαμε ομαδόν για βοήθεια, αλλά που…
Και να μη θέλει να ξεκουμπιστεί, ο αγύρτης!
Τον Γενάρη μας τον έβγαλε απ’ τη μύτη.
Φλεβάρη και Μάρτη μας πήγε σούρνοντας και τσουρομαδώντας.
Απρίλη δεν καταλάβαμε, και τον Μάη φτύναμε μαραμένες μαργαρίτες από την ταλαιπώρια μας.
Τον δε Ιούνιο πρέπει ο εν λόγω μπάρμπας να έκανε μίτινγκ με τη Γκαντεμιά, τη Μαλακία και την Υστερία και οι τέσσερις μαζί μας έστειλαν στον ψυχίατρο ντουγρού.
Εκεί κατά τον Ιούλιο και ενώ πιστεύαμε ότι θα βάλει μαγιό, θα κοιταχτεί στο καθρέφτη και θα ψοφήσει επί τόπου, αυτός ο μπαγλαμάς ο ξεγιβεντισμένος, έβγαλε το μαγιό, πήρε το τσουτσούνι του στο χέρι κι άρχισε να μας κυνηγάει.
Τον υπόλοιπο Αύγουστο μας πονούσε ο ποπός, οπότε συμφωνούσαμε μαζί του ότι «ναι, πετάει ο γάιδαρος».
Σεπτέμβριο και Οκτώβριο είχαμε μαζέψει μαχαίρια, γυαλικά και λοιπά αιχμηρά αντικείμενα για παν ενδεχόμενο.
Το Νοέμβριο παριστάναμε ότι δεν τον ξέρουμε: δεν ανοίγαμε πόρτες, δε σηκώναμε τηλέφωνα κι από το σπίτι ΜΑΣ βγαίναμε σαν τους κλέφτες.
Τον Δεκέμβριο και εκεί που ελπίζαμε ότι πριν να τα τινάξει, απλώς θα μας κλάσει, αυτός πήγε και έχεσε τον τόπο ολούθε, οπότε καταλαβαίνεις γιατί οι γείτονες τον βλέπουν να αποχωρεί και τον φτύνουν.
Γι’ αυτό μωρούλι μου, άκου για να μαθαίνεις:
Θα τρως, θα πίνεις και θα κοιμάσαι χωρίς γκρίνιες!
Δεν θα ενοχλείς τους γείτονες, γιατί θα σου κόψω τον κώλο.
Θα είσαι καλό, ευγενικό και χαμογελαστό – το καλό που σου θέλω – κι όταν έχεις κοιλόπονο θα ειδοποιείς, για να μη βγάζουμε όλοι μαζί το κακό σπυρί, επειδή πονάει η δικιά σου κοιλιά. Και σε παρακαλώ να καθαρίσεις τα αυτιά σου, μωρουδέλι μου.
Διότι ο παλιός ο χρόνος, ήταν και κουφός. Του είπαμε να είναι γαμάτος, κι αυτός άκουσε «γαμιώντας» και είδες τι έγινε.
Τώρα και επειδή είμαι υπεράνω τυπέσσα και δεν κρυφοκοίταξα να δω τι έχει ο σάκος μαζί με τον οποίο σε αμολήσανε στο κατώφλι μας, εύχομαι μέσα να έχει:
- Ένα αεροπορικό εισιτήριο για Ζουαζιλάνδη (και πιο μακριά αν σου βρίσκεται κάτι), για τον κύριο Καραμανλή. Θα του χρειαστεί.
- Ένα τζι πι ες για την κυρία Παπαρήγα. Το να είσαι εκτός χρόνου είναι ρομαντικό. Το να είσαι εκτός τόπου και χρόνου είναι επικίνδυνο.
- Στον κύριο Τσίπρα ένα σπα για να ξαλεγράρει και να χαλαρώσει, στον δε κύριο Παπανδρέου λίγο νέφτι. Υπάρχει λόγος.
- Μία συσκευή διακτινισμού στον κύριο Ψωμιάδη, για να προλαβαίνει όλα τα ραντεβού του στις κανάλες. Στον δε κύριο Κακλαμάνη, φέρε ένα πινακάκι με μπίλιες για να μάθει να μετράει. Επειγόντως, όμως.
- Μια καινούρια στολή με ντραπέ μπουφανάκι και παντελόνι με παρτό καβάλο για τα ΜΑΤ. Επιτέλους, ας τρώμε ξύλο, αλλά ας εκλείψουν αυτές οι κωλαριές απ’ το οπτικό μας πεδίο. Λίγο στυλ, παρακαλώ!
- Στις κανάλες, λίγη επαφή με την πραγματικότητα και στις απανταχού κριτικούς τηλεόρασης, λιγότερα γεύματα με τηλεοσανθρώπους. Το πολύ φαί κάνει πατσοκοίλια και θολώνει τον εγκέφαλο.
- Για ‘μένα δεν ζητώ τίποτα (ούτε καν καινούρια ψαλίδια…). Γιατί ενδέχεται να είσαι κι εσύ κουφό μωρουδέλι μου, κι άλλα να σου ζητήσω κι άλλα αντί άλλων να μου φέρεις. Άσε καλύτερα…
- Για τους φίλους μου, ελπίζω μέσα στο σάκο να έχεις φέρει άπαντα τα καλά! Όχι ότι είμαι τόσο καλός άνθρωπος, μπα… Αλλά αν περνούν καλά εκείνοι, η δική μου η ηρεμία είναι τσεκαρισμένη πανταχόθεν.

Μετά απ’ όλα αυτά νομίζω ότι μπορώ να σου ανοίξω την πόρτα του ραφείου (Έφτυσες με ρόχαλο, τον μπάρμπα που φεύγει, είπαμε; Ωραία!). Μπες με το δεξί, πάτα πάνω στο πέταλο που σου άφηκα στο κατώφλι και – αμήν, Βαγγελίστρα μου-, ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ, σε όλους μας!!!!

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: i231.photobucket.com