Τρίτη, 21 Ιουλίου 2009

"Μαριλένα"

* "Έχω φτάσει ως τη γραμμή που παύει η νοσταλγία και η σταγόνα το δάκρυ γίνεται αλάβαστρο από πνεύμα"


«Όταν εσύ κοιμάσαι, οι κούκλες σου σηκώνονται και χορεύουν για να ξεμουδιάσουν. Όσο δεν κοιμάσαι τις αναγκάζεις να μένουν ακίνητες και τις κουράζεις…».
Με κάτι τέτοια καραγκιοζιλίκια και ψεύδη αξίας μισής καραμέλας, η δόλια μάνα (μου) προσπαθούσε να με βάλει για ύπνο. Τα ζαβά υπερκινητικά παιδάκια (σαν κι εμένα) δεν έχουν οδηγίες χρήσεως. Κοιμούνται παντού, όποια ώρα της μέρας, εκτός από το κρεβάτι τους και την ώρα που πρέπει. Όσο για το ψέμα; Τα μισά απ’ τα λιγοστά εγκεφαλικά μου κύτταρα, πρέπει να τα «έκαψα» σ’ εκείνη ακριβώς την ηλικία, απ’ τις αμέτρητες ώρες πονηρού λουφάγματος κάτω απ’ τα σκεπάσματα, παραφυλώντας τις κούκλες να ξεκινήσουν να κυνηγιούνται. Αδύνατον! Οι άτιμες ήταν τόσο έξυπνες που κουτοπόνηρα τσογλανάκια σαν κι εμένα γλάρωναν ξερά, ακριβώς την ώρα που αποφάσιζαν να ξεκουνήσουν το ποδάρι τους για ν’ αρχίσουν τις ανταρσίες μέσα στο κοιμισμένο σπίτι.
Εννοείται ότι ποτέ δεν τις τσάκωσα να χορεύουν βραδιάτικα. Μέχρι φέτος. Δυο φορές. Η πρώτη ήταν τον χειμώνα, κάπου στην Ερμού (κάτι σας είχα κουτσογράψει γι’ αυτό, εδώ: http://koptoraptou.blogspot.com/2008/10/blog-post_19.html ). Η δεύτερη ήταν πριν από λίγες μέρες, στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου.

Η σιχαμένη ζέστη του Ιουλίου έκλεψε τη λιγοστή δουλειά από το φασονατζίδικο, οπότε ώρες για σκότωμα και περπατούρα, κάργα. Κατηφορίζαμε προς Θησείο με το έτερον δυόμιση να προσπαθεί να μου φτιάξει το ανύπαρκτο κέφι, όταν ξαναπέσαμε πάνω σ’ αυτή την περίεργη «οικογένεια». Η Μαριλένα, η Σταυριάννα και ο Ντανιέλ. Στα χέρια του Ντανιέλ ένα βιολί και στα χέρια της Σταυριάννας, η Μαριλένα. Δεν ξέρω ποιος από τους τρεις είναι πιο ζωντανός, πάντως αν υπάρχει άγιος για τους καλλιτέχνες του δρόμου, να τους έχει και τους τρεις πεντάγερους. Λέω τρεις, γιατί έχω ήδη ξεχάσει ότι η Μαριλένα είναι μαριονέτα, κούκλα δεμένη στη ζωή με σκοινιά, μια ζωή που φυσάει μέσα τους με φόρα η Σταυριάννα.
Το έτερον δυόμιση με σπρώχνει σχεδόν να τους μιλήσω -«ρε ματάκια, τι ντρέπεσαι;»- κι εγώ μισό μέσα μου, μισό έξω μου ψιθυρίζω ότι δεν είναι δυνατόν αυτή η γυναίκα, όταν γυρίζει σπίτι να πετάει την κούκλα σε έναν καναπέ και να ασχολείται με τη φασίνα. Λίγες μέρες αργότερα, ακριβώς κάτω απ’ την Ακρόπολη, με τα αποτσίγαρα μας να κάνουν παρέλαση, μου εξήγησε ότι ανατριχιάζει και μόνο στη σκέψη.
Αν υπήρχαν αυτιά να ακούσουν και μάτια να βλέπουν, θα ‘θελα να το γνωρίσω παντού αυτό το παιδί.
Όταν άνοιξε το στόμα της κι άρχισε να μου λέει, μάζευα την καρδιά μου απ’ τα πατώματα και πολύ πριν το τέλος της κουβέντας είχα αποφασίσει ότι το κουστουμάκι που θα ‘ραβα δεν ήταν για πούλημα.
«Για δύο πράγματα ζω: για την τέχνη και τα ταξίδια». Αυτή ήταν η πρώτη της κουβέντα. Βλέπετε, η Σταυριάννα είναι ηθοποιός, μόνο που όπως λέει η ίδια είναι…ατάλαντη.
«Δεν είμαι διπλωμάτης και δεν είμαι και ναζιάρα. Είναι κι αυτό έλλειψη ταλέντου...». Με τις μαριονέτες ασχολήθηκε πριν από λίγα χρόνια, χωρίς να έχει δει ποτέ στη ζωή της αντίστοιχο θέαμα. Κι η Μαριλένα; Ας πούμε ότι είναι το παιδί της. «Εμένα; Δε με νοιάζει, όπως και να ‘μαι. Στο Hondo θα πάμε όμως για να πάρουμε βλεφαρίδες για τη Μαριλένα. Εκείνη είναι η femme fatal, εκείνη τους παίζει όλους στα δάχτυλα».

Κοιτάζω τα δικά της δάχτυλα και το μυαλό μου τρέχει στην επιδεξιότητα της με τα σκοινιά. Τα ίδια χέρια από μέσα είναι γεμάτα ρόζους και πληγές από το πριόνι και τις βελόνες. Αποκάλυψη: τις κούκλες τις φτιάχνει μόνη της! Σαν χαζό παιδάκι ενθουσιάζομαι, καθώς σκέφτομαι ότι μιλάω με μία απευθείας απόγονο του Τζεπέτο! Με ρωτάει τι σκέφτομαι και εννοείται ότι δεν βγάζω κιχ…
«Λοιπόν, δεν θα με πάρεις για τρελή, αλλά όταν σκεφτόμουν τι κούκλα θέλω να φτιάξω, άκουγα Μάρλεν Ντίτριχ. Έκλεισα τα μάτια μου και φαντάστηκα αυτή τη βαμπ. Σκέφτηκα λοιπόν να τη βγάλω Μαρλέν. Όταν όμως κράτησα για πρώτη φορά τα σκοινιά της και την είδα να ανοίγει τα χέρια της, σα για να χορέψει ζεϊμπέκικο, σκέφτηκα: ετούτη εδώ είναι ελληνίδα. Θα την πούμε Μαριλένα».
Μου λέει πράγματα που μ’ ανατριχιάζουν, που θα ‘καναν πολλά ζωντόβολα του θεάτρου και της τηλεόρασης να ντραπούν, που δεν έχουν καμία σχέση με την τέχνη και το ταλέντο το έχουν ακουστά. Όταν μάθαινε ακόμη να χειρίζεται τις κλωστές, συμμετείχε σε ένα street performing, μαζί με μία συνάδελφο της ηθοποιό.
Η άλλη κοπέλα ανεβασμένη σε ξυλοπόδαρα και η Σταυριάννα μακιγιαρισμένη, ίδια μαριονέτα, δεμένη με κλωστές, «ξυπνούσε» και χόρευε. Σαν μαριονέτα. Στην Ερμού γινόταν πανικός, υπήρχε κόσμος που έμπηγε τα κλάματα. Σχεδόν με πιάνει κατάθλιψη που δεν το είδα κι εγώ αυτό. Ποιες γελοίες παραγγελίες θα ‘ραβα κλεισμένη, ποιος ξέρει σε ποιο ανεκδιήγητο ραφείο και δεν έπαιρνα χαμπάρι…

«Ξέρεις, εκεί τη σεβάστηκα τη Μαριλένα και την πόνεσα. Μετά κατάλαβα ότι, όταν -ας πούμε- κουνάς τις κλωστές έτσι και το πόδι της κούκλας επιμένει να στρίβει αλλιώς, εσύ πρέπει να υπακούσεις την κούκλα και όχι η κούκλα εσένα. Εγώ το παραδέχομαι, ότι η Μαριλένα με οδηγεί και όχι εγώ εκείνη».

Οι κουβέντες μας σκορπίζουν από το ένα θέμα στο άλλο. Πότε τη διακόπτω εγώ, πότε εκείνη…Μου λέει ας πούμε για την κατασκευή της κούκλας και η άτιμη το λέει με τέτοιο τρόπο, σαν να το κάνει μπροστά μου. Πως το ξύλο γίνεται άνθρωπος, πως όταν εκείνη κόβεται εδώ κι εκεί από τις στενές σχέσεις με πριόνια και λοιπά εξαρτήματα, σκουπίζει το αίμα πάνω στην κούκλα. Προσπαθεί να μου εξηγήσει το γιατί, αλλά δεν χρειάζεται καθόλου.
«”Έχω φτάσει ως τη γραμμή που παύει η νοσταλγία και η σταγόνα το δάκρυ γίνεται αλάβαστρο από πνεύμα”, αυτό έχω γράψει στο κεφαλάκι της και στην καρδιά της υπάρχει ένα σημείωμα με τις λέξεις “αγάπη, ευτυχία, ειρήνη” και αρκετές σταγόνες αίμα από τις πληγές που μου ‘κανε όταν την έφτιαχνα», μου λέει και σκέφτομαι ότι πιο ταιριαστό σημείο για να πάει να «κάτσει» μια φράση του Λόρκα -που τον βασανίζουν νυχθημερόν σε δραματικές σχολές της πλάκας – δεν θα μπορούσε να βρεθεί.
«Ας πούμε ότι πριν από λίγο καιρό έπρεπε να αλλάξω το λαστιχάκι που συγκρατεί το κεφάλι της. Κάποιος επαγγελματίας θα ‘λεγε “’έλα μωρέ, ένα λαστιχάκι είναι”. Για ‘μένα είναι ολόκληρος πόνος. Κάθομαι, την κοιτάω, πίνω μια γουλιά μπίρα, κάνω δυο τσιγάρα και μετά το παίρνω απόφαση»…
Τη ρωτάω για το πώς έδεσε η μουσική του Ντανιέλ με εκείνη και τα κόλπα της Μαριλένας και μου περιγράφει μια γνωριμία τελείως διαφορετική από τις άλλες, από άλλη εποχή. Εκείνος έπαιζε βιόλα κάπου στην Αθήνα, εκείνη «ξηλωνόταν» για να τον ακούει και κάπως έτσι γίνανε οικογένεια, μια οικογένεια από χορδές, κλωστές και αγάπη.
«Το απίστευτο με τον Ντανιέλ είναι ότι "τζαμάρουμε" μαζί. Υπάρχει ένας βασικός σκελετός, αλλά αυτοσχεδιάζουμε παρέα και αυτό είναι το όμορφο»

Τη νύχτα της γνωριμίας μας, μου χάρισε ένα cd του. Το ακούς και κοπανάς κεφάλι που οι κυνηγοί ταλέντων συχνάζουν στη Μύκονο με εξέχοντα σούργελα και αποφεύγουν τους αθηναϊκούς δρόμους. Θα μου πεις, και να τους προτιμούσαν, και πάλι ο ταλαντούχος βιολιστής και συνθέτης θα κέρδιζε την προσοχή τους μόνο αν έγραφε κανά τσιφτετελοποπ σουξέ και απ’ ό,τι βλέπω η Σταυριάννα δεν σκοπεύει να βγάλει τη Μαριλένα στο…κλαρί.
Μου μιλάει για τα μαγαζιά που έχει δουλέψει, για τον κόσμο που ενώ τους αποθεώνει στον δρόμο, έτσι και τους δει σε μαγαζί είναι ικανός να πιάσει τον ιδιοκτήτη και να του πει «τι τους θες αυτούς; Αυτοί δουλεύουν στον δρόμο!». Προφανώς, θα προτιμούσαν έναν τζιτζιφιόγκο μαριονετίστα και έναν αποστειρωμένο μουσικό που αφήνουν κούκλα και βιολί στον τοίχο να σκεβρώνουν και τα ξεκρεμάνε μια φορά το μήνα, για μια στυλιζαρισμένη παράσταση, από δυο ανθρώπους που ακόμη και τις μισές γνώσεις να είχαν, από αυτές που ήδη διαθέτουν, έχουν τέτοια εξοικείωση με την τέχνη τους που φτάνει, περισσεύει και σαν βάλσαμο κάνει καλό σε ψυχές που βρίσκουν καταφύγιο στο περπάτημα.
Και το ωραιότερο, παρά τον τσαμπουκά και το μάτι της που φέρνει στροφές όσες κι η κούκλα; «Υπάρχουν πολύ καλύτεροι από ‘μένα. Εγώ, αν θες, είμαι σε έναν δρόμο που θα μπορούσα να γίνω καλή σ’ αυτό που κάνω».
(Που γεννιούνται αυτοί οι άνθρωποι, μου λες;)
Μου αναφέρει τους δασκάλους της, έναν προς έναν, αλλά μεταξύ μας, καθόλου δεν με νοιάζουν. Μου αρκεί που την έφτασαν μέχρι εδώ, χωρίς να μου τη φθείρουν τόσο, όσο μόνο οι δάσκαλοι ξέρουν να «γδέρνουν» τους μαθητές τους.
Μέχρι να φύγω, την έχω «ληστέψει» κανονικά, την ηθοποιό μου. Έχω γεμίσει το κεφάλι μου με εικόνες από τα ταξίδια της με τον Ντανιέλ στη Φλωρεντία, στα νησιά της άγονης γραμμής, στην επαρχία, από το τυχοδιωκτιλίκι που, όπως μου λέει, έχει η τέχνη της και δεν θέλει να το χάσει κι ας μη γίνει ποτέ φίρμα, είναι γεμάτα τα μάτια μου από τόσες ιστορίες που είδαν τα δικά της στη μέση του δρόμου, σχεδόν αγκαλιά με την κούκλα.
Αν ανεβοκατεβαίνετε αυτό τον υπέροχο δρόμο που βγάζει Θησείο, μα στην Ερμού, μα στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου και τους δείτε αυτούς τους τρεις, σταματήστε για λίγο. Μπορείτε να πέσετε σε εκείνο το απίθανο στιγμιότυπο που πάνω στα «σκασίματα» του βιολιού του Ντανιέλ, η Μαριλένα «δέρνει» τη Σταυριάννα επειδή της έριξε μια κλωτσίτσα για να «ξυπνήσει». Ή σε εκείνη την άλλη φάση που το κουκλί κάνει αγάπες στο δοξάρι του Ντανιέλ και κοιμάται μαζί του.
Μη ντραπείτε να βάλετε τα κλάματα και το χέρι σας στην τσέπη. Ίσως να είναι οι μόνοι πλανόδιοι που δεν παίζουν με την ψυχή (και τα νεύρα) σας και υπακούν μόνο στην τέχνη τους. Γι’ αυτό ειδικά – εκτός από το θέαμα που είναι υπέροχο – βάζω υπογραφή όπου θέλετε.
Άσε που αξιώθηκα να δω κούκλα να χορεύει – μιλάμε για χορό, όχι μπαρμπούτσαλα – χωρίς να περιμένω ξάγρυπνη κάτω απ’ τα σκεπάσματα.

ΥΓ1. : Σταυριάννα, σ’ ευχαριστώ για την παρέα και για το ξόδεμα.
ΥΓ2.: Επειδή μου σφύριξαν ότι στο εξής θα δίνουν στίγμα που θα εμφανίζονται, κρατήσετε αυτή τη διεύθυνση http://sites.google.com/site/streetperformanceinathens/ για να κατατοπίζεστε.

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2009

Η Σουηδέζα ξαναχτυπά (γιατί, υπουργέ μου;)

Ξυπνάω έντρομη και τρέχω στον καθρέφτη της σάλας. Εν τω μεταξύ, έχω πατήσει δυο στυλό, έναν αναπτήρα (συγκρατήστε το αυτό), δυο σαγιονάρες ανάποδες και ένα αυτοκινητάκι (άσχετο). Το κόνσεπτ του εφιάλτη είχε ως εξής: ήμουν ντιπ ξανθιά – το ξανθό το ασβεστί -, είχα ξεπλυμένα γαλανά μάτια, ο κώλος μου κοιτούσε απευθείας το ταβάνι, τα πόδια μου ήταν 1,30 το καθένα και έκανα εμετό κάθε που μύριζα τσιγάρο.
Ο καθρέφτης με έπεισε, ότι έφαγα βαριά για βράδυ: η κούτρα μου ήταν ακόμη σκούρα – άνευ λευκών τριχών παρακαλώ! -, στο μάτι μου δεν είχε πέσει χλωρίνη, ο αποτέτοιος μου σε μια 10ετία θα συναγωνίζεται την περίμετρο του Καλλιμάρμαρου και εξακολουθώ να είμαι συμπαθώς κοντή. Και το κυριότερο: ήθελα τα τσιγάρα μου, με έναν χαρακτήρα επείγοντος! (Μεσ’ το σκοτάδι ψάχνω με τα δύο πρώτα δάχτυλα του ποδιού, τον αναπτήρα, τον οποίο πάτησα προ ολίγου…).
Μπορεί ο καλός Σαμαρείτης υπουργός Υγείας να θέλει να με μεταλλάξει σε Σουηδέζα, εν μία νυκτί, αλλά αυτά δεν είναι πράγματα που γίνονται παζ αβολοντέ, κοινώς με ζοριλίκια.
Ναι, ναι. Το ξέρω. Ο καλός υπουργός νοιάζεται για το χρώμα των πνευμόνων μου, για τα (μελλοντικά) ροδαλά μου μάγουλα, για το αν θα μπορώ να τεκνοποιήσω χωρίς προβλήματα, για την ικανότητα μου να γίνω ένας μικρούλης Δήμος Σταρένιος, αλλά πολύ φοβάμαι ότι θα τον απογοητεύσω σε αυτά και άλλα τόσα.
Ξέρω επίσης ότι για ανένταχτες και απροσάρμοστες κορασίδες -σαν κι εμένα- έχει φροντίσει να στείλει στον δρόμο –μου, μας- καπνοφύλακες για να μας συμμαζέψουν, αλλά και για να ανοίξουν οι τύχες μερικώνε μερικώνε, και να νοικοκυρευτούν με ένα καλό ένστολο παιδί, αλλά έχω να τον πληροφορήσω ότι:
Α) Ακόμη κι εγώ η ασυμμάζευτη διατηρώ δεσμό ετών
Β) Ανήκω στο χαμερπές εκείνο είδος γυναικών που σιχαίνονται τη στολή
Γ) Το ‘χω ξαναπεί εδώ: (http://koptoraptou.blogspot.com/2009/02/blog-post.html)
Τι θα απογίνω, λοιπόν, κύριε υπουργέ μου, που ούτε να συμμαζευτώ θέλω, ούτε να νοικοκυρευτώ, ούτε να αποκτήσω δίμετρες ποδάρες και ξανθές τρίχες και κυρίως ΘΕΛΩ ο δείκτης και ο αντίχειρας μου ΝΑ έχει προέκταση αυτό το υπέροχο λευκό πράμα – συγκεντρωμένους σας θέλω, μην κάνετε πονηρές σκέψεις – που το ανάβεις και γλιτώνεις από έγκλημα, ψυχιατρείο, χαπούκλες και άλλα τελώνια;
Και το ουσιώδες: για να γίνω Σουηδέζα, καρακαλλόνα, ντιπ ήρεμη και με ύφος "στα τέτοια μου σε γράφω και κάνω τον ζωγράφο", μήπως θα ‘πρεπε πρώτα να μου ‘χες λύσει το κυκλοφοριακό; Το εργασιακό, μήπως; Το οικονομικό; Το αισθηματικό, το λύνω και μόνη μου, ευχαριστώ δεν σε χρειάζομαι, υπουργέ μου;
Και πως νομίζεις θα λυθούν όλα αυτά, αν εγώ απουσιάζω κάθε τρεις και λίγο από την ημιεργασία μου για μία, τρεις, δεκατρείς, σαραντατρείς τζούρες; Θα με σιχτιρίσουν, θα διογκωθεί και το εργασιακό (πάλι θα ψάχνω για δουλειά), και το κυκλοφοριακό (πάλι θα τρέχω σαν την παλαβή να βρω ταξιά, λεωφορεία, τρόλει και μαούνες για να δίνω βιογραφικά δώθε κείθε), το οικονομικό (δεκάρα δεν θα μου ΄χει μείνει μ’ όλα τα παραπάνω φέσια στο κεφάλι μου!).
Κι αυτές είναι οι λάιτ συνέπειες. Να μου το θυμηθείς, υπουργέ μου, ότι έχει να πέσει πολύ ξύλο στους δρόμους, έχουν να γίνουν πατιλίκια που θα ζαρώσει το μάτι σου. Διότι ο νευρικός ο άνθρωπος ή τσιγαράκι θα ανάψει (και θα κουλάρει) ή μπάτσα θα αστράψει (και θα γίνει το σώσε).
Είναι που δε σε ξέρω καλά, υπουργέ μου, ειδάλλως θα σ’ έβαζα ένα στοίχημα, για το μαύρισμα που έχεις να φας, μ’ αυτά που κάνεις. Οι κοινοτικές οδηγίες, θα μου πεις, αλλά βρες να μου πεις και κάτι άλλο, γιατί ρουφιάνα δεν είμαι, αλλά θα γίνω. Θα παίρνω στο χαφιεδονούμερο και θα λέω ότι καπνίζεις στη ζούλα και σβήνεις το ρημάδι σου στις αζαλέες του Μεγάρου Μαξίμου. Να το θυμάσαι αυτό, θα μπλέξεις μαζί μου!

Υγ1: Χωρίς πλάκα τώρα. Ο φλωρο-Χίτλερ δεν ήταν που χάριζε χρυσά ρολόγια στους στρατηγούς του που έκοβαν το κάπνισμα; Τι πολιτικό συνειρμό να κάνω εγώ τώρα, όταν γνωρίζω αυτή την ιστορική λεπτομέρεια;

Υγ2: Δημητράκη – ξέρεις εσύ, με την ιστορική καφετέρια στην Αποστόλου Παύλου που την από ‘δω πτέρυγα στην έχω χτίσει εγώ – μην πα και κάνεις και καμιά μαλακία, θα χάσεις μονοκούκι καμιά 500αριά πελάτες. Τα ΄παμε, τα μιλήσαμε!

Υγ3: Συμβουλεύω τους καπνοφύλακες πέριξ των αρχαιολογικών χώρων της Ακροπόλεως να είναι προσεκτικοί. Δεν οπλοφορώ, αλλά δαγκώνω. Κι ο οδοντίατρος έχει κάνει αγγέλους με τις γέφυρες μου, λέμε.

Υγ4: Αγαπητοί ανώνυμοι, μην παρκάρετε εδώ πληροφορίες που αφορούν άλλους μπλόγκερς, καθώς και την προσωπική τους ζωή. Επίσης, μην παρκάρετε (τόσο;) καλά σχόλια, που αγγίζουν τη διαφημιστική καταχώρηση. Αν θέλετε να παρκάρετε κάτι σε τετραθέσιο με κλιματισμό και συνεργάσιμο Τζι Πι Ες, δεχόμεθα. Ευχαριστώ.


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: myspace.com