Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

Η κατάρα της αλλήθωρης αρκούδας

Αν είσαι γυναίκα, γκόμενος ή γονιός στο ζήτημα «αρκουδάκι» έχεις τριπλό ντοκτορά για ευνόητους λόγους.
Ως γυναίκα – δεν μπορεί! – κάποιο κόλλημα θα έχεις με τα λούτρινα βλήματα. (Εκτός κι αν είσαι αλλεργική ή…εγώ).
Ως γονιός κατάκοπος και κουρασμένος, άφραγκος και μαδημένος σαν ξεπουπουλιασμένη κότα γιορτάρες μέρες, το χνουδωτό σίχαμα είναι η τελευταία σανίδα σωτηρίας της τσέπης σου.
Ως γκόμενος (μπορεί και σύζυγος) αμύνεσαι περί πάρτης και τσιφουτίστικα σκεπτόμενος, αγοράζεις αρκουδάκι (και θα συγκινηθεί η λεγάμενη και θα κάμεις οικονομία).
Κι όσο προσπαθείς να το αποφύγεις (το αρκουδάκι), τόσο πέφτεις πάνω σε παραφουσκωμένα καφέ, ροζ, μουσταρδί, λευκά σιχάματα, τα οποία μαγνητίζουν όλες εκείνες τις σάχλες έξω από βιτρίνες και παιχνιδάδικα: «Τι γλυκούλιιιι!», «Τι καλό!», «Τι μαλακό!!!».
Κι όσο εσένα ξυπνάει ο Ευαγγελάτος μέσα σου («με τι να το έχουν γεμίσει;», «μήπως να το ξεκοίλιαζα να σιγουρευτώ ότι δεν έχει κανά αρούρι μέσα;», «γιατί βρωμάει σαν πετρέλαιο το διαολεμένο;»), τα αρκουδάκια είναι στάνταρ προτίμηση (γαμώτι!).
Τι μπορεί να είναι χειρότερο απ’ αυτό; Για σκέψου λίγο:
Τα συμβατικά αρκουδάκια – ναι, ξέρεις αυτά τα καφέ με τη γλωσσίτσα έξω και το μάτι – κουμπί – κάπως τα αντιμετωπίζεις.
Για την ακρίβεια, απλώς τα κλάνεις. Δεν υπάρχουν, ρε παιδί μου.
Και παιδιά να έχεις και ανίψια, εσύ κάνεις την υπέρβαση και χριστουγεννιάτικα τους παίρνεις κάτι άλλο, πιο προβληματικό, πιο επικίνδυνο, πιο ζόρικο στην κατάποση…
Αδιαφορείς για την ύπαρξη των (συμβατικών) αρκουδακίων και το ζήτημα λήγει εκεί.
Έλα όμως που φέτος ο εκδικητικός Θεός και κάποιος πολύ μάγκας παραγωγός μας καπέλωσε αυτή την λαστιχένια πράσινη χλαπάτσα με το κίτρινο σώβρακο και τον χοντρό κώλο και δεν ξέρουμε – εμείς οι απανταχού εχθροί των τέντι μπέαρς – που να πάμε να κρυφτούμε.
Αυτή η αρκουδο-μπουχέσα λοιπόν – και πώς να μην είναι, αφού όλη μέρα τρώει πάριζα – έχει κάνει κατάληψη στην καθημερινότητα μου, απλώς δεν μπορώ να την προσπεράσω.
Ανοίγω την τηλεόραση, πιάνει τον κώλο καποιανής παρουσιάστριας.
(Βασικά, δεν έχει αφήσει κώλο για κώλο, αλλά τέλος πάντων).
Χαζεύω εφημερίδες και περιοδικά στο ψιλικατζίδικο, το δίνουν σε σιντί μαζί με σπαζοκλαμπάνικο τραγουδάκι που ξετρελαίνει τα πιτσιρίκια.
Ακούω ραδιόφωνο, σκοντάφτουν τα αυτιά μου πάνω στο εν λόγω σπαζοτέτοιο τραγουδάκι.
{Το οποίο τραγουδάκι, χωρίς παρεξήγηση κυρ – στιχουργέ μου, είναι η επιτομή της φλωροσύνης. Διότι το πράσινο, αλλήθωρο και ξεβράκωτο αρκουδάκι επιμένει ότι είναι καλό παιδί, διαβάζει τα μαθήματα του, χορεύει και ποιος ξέρει τι άλλο κάνει, αρκεί να το ταϊζεις το αλλαντικό της αρεσκείας του. Περίεργα τα μηνύματα κύριε στιχουργέ μου, δεν ξέρω, κάτι μ’ ενοχλεί…}.
Μην τα πολυλογούμε, έχω αγκυλώσει. Και τις τελευταίες δύο βδομάδες που οι δρόμοι έξω από σπίτι και δουλειά είχαν τιγκάρει στο σκουπίδι, με όλη αυτή την πράσινη μπίχλα που έχουν αφήσει πάνω στην άσφαλτο – ε, δεν θέλει και πολύ – το αρκουδάκι έχει «κλειδώσει» στο μυαλό μου.
Σχεδόν το…μυρίζω λέμε!
Σχεδόν έχω ‘πεθυμήσει τα άλλα, τα συμβατικά (αρκουδάκια). Που τα δαγκάνεις στο λαιμό και προσπερνάς.
Γιατί μ’ αυτό δεν θα ξεμπερδεύουμε εύκολα, το βλέπω. Ήδη το βάλανε να τραγουδάει χριστουγεννιάτικα. Γαμώτο!


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: indiequill.wordpress.com



ΥΓ1: Νομίζω ότι ξερνάω με την άγρια χαρά κάποιων ότι φέτος θα "ξηλωνόταν" και πάλι η Αθήνα (περισσότερο απ' όσο "ξηλώθηκε", δηλαδή), δίκην μνημοσύνου. Θεία δίκη. Και αυτοί και εμείς τιμωρηθήκαμε με τόνους σκουπιδοσκατών στη μούρη, απευθείας από τους οδοκαθαριστές της γειτονιάς μας.

ΥΓ2: Μα περισσότερο απ' όλα σιχάθηκα τα γλυκερά κείμενα για το αδικοχαμένο παλικαράκι. Ειδικά εκείνα που έφεραν φαρδιές πλατιές πολιτικές υπογραφές. Άλλες αρκούδες αυτές, αλλήθωρες, ξεβράκωτες και υποτακτικές.

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2009

Και σιγά τα όργια, δηλαδή... (την Κυριακή είδαμε τα καλύτερα)


Παλιά, οι τσόντες είχαν υπόθεση. Έβλεπες ας πούμε τη λαίδη Σκορδοπιπίτσογλου να κουτουπώνει τον σταβλίτη, αλλά προηγουμένως είχε γεμίσει το μάτι σου με πλάνα από τον παραδιπλανό δρυμό, με δυο κυματάκια, καμιά πίπα δίπλα σε καμιά ζαρντινιέρα περιοπής.
Υπήρχε ένα βάθος, ένας συναισθηματικός οίστρος – δεν ξέρω αν με παρακολουθείς – και κυρίως είχες μια σιγουριά, ότι η λαίδη Σκορδοπιπίτσογλου στο τέλος θα έκανε 18 παιδιά με τον σταβλίτη, κοινώς θα την αποκαθιστούσε λευκή και άσπιλη (και χοντρή και σακουλιασμένη, αλλά δεν ‘ν’ της ώρας) στα μάτια της κοινωνίας.
Επίσης, εκτός από το βασικό σενάριο, υπήρχε ένας μπαγλαμάς σκηνοθέτης που εξηγούσε στη λαίδη που να στήσει τον απαυτό της και από ποια γωνία λήψης θα της τον έβγαζε πιο φακάμπλ, όχι έτσι αβέρτα κουβέρτα στήσου και κάτσε να σε παλαμαριάσουνε.
Για να μην μπω στη διαδικασία να αναφέρω, ότι με τις παλιές καλές τσόντες, υπήρχε ένα συναισθηματικό δέσιμο. Εσένα, δηλαδή, δεν σου θυμίζει τίποτα η «Εμμανουέλα στην Αφρική»; (Στην Ασία ή στο Περιστέρι έστω;). Δεν σου κάνει κάτι όλη αυτή η μουσική, όλο αυτό το τιριτόμπα που η γυναίκα είναι τόσο τσούλα και ταυτοχρόνως τόσο κυρία και ο άντρας τόσο φιφίτσουλας – την έχει πάντα, έτοιμη, ρε παιδί μου – και τόσο τσέτλεμαν ταυτοχρόνως;
Δεν αισθάνεσαι, ότι τις παλιές τσοντόβιες – τουλάχιστον, πριν την Τζένα Τζέιμσον, γιατί από εκεί άρχισε η έκπτωσις – και στα τέσσερα με τέσσερις να τις δεις και πάλι ένα σέβας θα τους το ‘χεις;
Και ξαφνικά έρχεται ένα όργιο της πλάκας, λόου μπάτζετ και με παγκοσμίως άγνωστους πρωταγωνιστές, σε ένα – υποθέτω – τριζάτο νοσοκομειακό κρεβάτι να σ’ τα κάνει όλα μούτι.
Τι ήταν να βγει αυτή η υπόθεση; Συναδέλφισσες και λοιπές γνωστές τρώνε τα χρόνια τους να ψάχνουν γκρικ άματουρς βίντεο στο ίντερνετ. Από την υστερία της όλης αναζήτησης κι από την ώρα που το γουγλ αρχίζει να σκορτσάρει, αντιλαμβάνεσαι ότι η καλή συνάδελφος δεν σκάμπαζε πολλά από… σκηνοθεσία και μια ανησυχία την έχει, μήπως ο φακός δεν έπιασε σωστά το…μουντ και μήπως στο μοντάζ δεν κόπηκαν τα ξύγκια.
Ταλαιπώρια και ωμότης.
Έκανε ζημιά η τεχνολογία και το μονοκάμερο. Έμεινε κόσμος άνεργος. Σκηνοθετάδες, πρωταγωνιστές, προδιούσερς, έχουν να συναγωνιστούν πλέον με κάθε καρυδιάς καρύδι που βγάζει ‘κει χάμου ένα μπλιμπλίκι, τραβάει ένα σκατόπλανο κακοφωτισμένο και μετά το μοστράρει στο Διαδίκτυο και κάνει και τον καμπόσο. Και δεν του κοστίζει και τίποτα. Τάζει ένα στεφάνι, ένα δαχτυλίδι, ένα πορτατίφ τελοσπάντων κι άμα του ζητήσεις και τα ρέστα σου κουνάει και τον κώλο του. Κατάλαβες, θράσος;
Και επιτέλους, ας εξηγήσει κάποιος στην κ. Τσιμτσιλή, ότι δεν συζητάει όλη η Ελλάδα ΤΑ όργια. Ένα μέρος της, ενδεχομένως, να συζητά – καλή ώρα – την κακή ποιότητα της συγκεκριμένης παραγωγής. Είπαμε, παιδί μου, ερασιτέχνες, αλλά αυτοί το παραχέσανε.
Τέλος πάντων. Το δίδαγμα είναι ένα: Να τα αφήσετε τα νουβοτέ, κορίτσια. Κι άμα δεν σκαμπάζετε κι από τεκνόλοτζι και σκουληκιάρη γκόμενο, να τα αφήσετε δυο φορές. Αυτές είναι δουλειές για επαγγελματίες. Κι άμα ντε και καλά σας τρώει ο πωπός σας για σταριλίκια, να ζητάτε αμοιβή για τον κόπο σας. Δε ‘ν’ ντροπή. Ντροπή είναι να γλείφετε τις φλοκάτες και μετά να σας ζητάνε και τα ρέστα για το καθαριστήριο.
Και μην ξεχνιέστε, παγκόσμια Ημέρα Κατά του Aids σήμερα, στο φαρμακείο να ζητάτε και τίποτα άλλο εκτός από βιταμίνες και λευκαντικά για τα δόντια. Προφυλακτικά τα λένε και για να τα χαρίζουν ακόμη κι οι εκδοτάδες, κάτι θα ξέρουν παραπάνω.
Άντε, παιδιά, χρόνια μας πολλά, μακριά από «παράσημα» κι όπου σας τάζουν γάμους να ζητάτε εγγυήσεις πρώτα και μετά να τσιτσιδώνεστε on camera. Τουλάχιστον να διεκδικείτε από κοινού τα εμπορικά δικαιώματα.


ΥΓ1.: Η καλύτερη τσόντα παίχτηκε την Κυριακή το βράδυ. Οι δεξιοί όταν θέλουν γίνονται μαστόρια ασύλληπτης χάρης, πρωτοτυπίας και αισθητικής. Άξιοι!
ΥΓ2: Το ίδιο έργο με πρωταγωνιστές από τον Περισσό θα ήταν πεταμένα λεφτά. 100 χρόνια στην ίδια στάση. Αμάν πια.
ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: newyinzer.com