Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012

Κουκούλα ή γραβάτα;

Νομίζω δεν υπάρχει χειρότερη αίσθηση από το να περπατάς πάνω σε σπασμένα γυαλιά και τα ρουθούνια σου να τα μπουκώνει καπνός από κατεστραμμένες προσπάθειες.

Αυτή η σιγουριά ότι πνίγεσαι, ότι δεν υπάρχει αέρας στην πόλη, ότι ξαφνικά δεκάδες τσόγλανοι αποφάσισαν ότι δεν σου αξίζει ούτε μισό κυβικό χιλιοστό οξυγόνου, αυτή η σιγουριά ότι μπορείς να να πεθάνεις αβοήθητος μέσα στο ιστορικό κέντρο... Και μετά όλοι αυτοί οι μαραθώνιοι πολιτικής αλητείας, όλη αυτή η βρωμιά να μουτζουρώνει (και) τον τηλεοπτικό αέρα, όλος αυτός ο εμετός με τα κολάρα να ξεμπουκώνει άτακτα από δελτία και εκπομπές, όλη αυτή η γελοιότητα λογίων και πολιτών που τα ‘χουν χαμένα να τρέχουν με κεριά και λαμπάδες έξω από το καμένο «Αττικό».

Νομίζω ποτέ τόσοι πολλοί δεν ήμασταν τόσο μόνοι και τόσο ανεκτικοί απέναντι σε μια χούφτα λοβοτομημένους μέσα και έξω απ’ τη Βουλή, ποτέ τόσο τίποτα δεν έβγαλε τόση γλώσσα απέναντι στο «όλο», ποτέ τόσοι αστοιχείωτοι δεν μπέρδεψαν τόσο κόσμο που θέλει και ξέρει να ζήσει και το χειρότερο;

Αγαπάει τη ζωή τόσο που σ’ ένα μήνα θα ‘χει ξεχάσει... Την αγαπάει μ’ έναν σκασμό στρεβλές εικόνες, φωτιές κι αποκαϊδια, μεταδόσεις χάους λεπτό προς λεπτό, χρονικά και καταγραφές, καμένα σώβρακα και πλιατσικολογημένα παπούτσια στην οθόνη μου και το πρωί μια γκόμενα που μοιάζει με ξεκούρδιστο τελώνιο να μου λέει ότι η εκπομπή (της) θα συνεχίσει με κανονική ευχάριστη ροή και θεματολογία του σουτιέν και και του πηχτού καθόλου, γιατί η ζωή συνεχίζεται.

Παλιά, στο σπίτι, όταν υπήρχε πένθος, δεν έπαιζε ραδιόφωνο για καιρό, δεν ξεφωνίζαμε σαν τους παλαβούς τάχα για να ξορκίσουμε το κακό, σκεπάζαμε τους καθρέφτες, κάτι σαν προσευχή σεβασμού σ’ αυτόν που μας άφησε. Ναι, η ζωή συνεχίζεται, αλλά για λίγο (ας) κάνει μια στάση στη βούβα, στη σιωπή.

Είναι σίγουρο (βρε ηλίθια) ότι ναι, κάποιο καταστηματάκι θα ξανανοίξει για να μπορείς με τις ώρες (ηλίθια) να διαλέγεις κιλότες με τις φίλες σου, είναι σίγουρο ότι (και αυτό) θα το ξεχάσεις, όπως είναι σίγουρο ότι η ζωή μας αλλάζει για πάντα με τρόπο που η βλακεία σου σε προστατεύει για να μην τον δεις και φρίξεις.

Και στην τελική, ενώ ακόμη καθαρίζω γυαλάκια θρύψαλα από τις μπότες μου και με δεύτερο λούσιμο το κεφάλι μου βρωμάει Cs, ειλικρινά, δεν κατάλαβα: το δίλημμα προχθές ποιό ήταν; Ευρώ ή δραχμή; Κουκούλα ή γραβάτα;


Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

"Στο Μαλανδρίνο, Λάκη μου; Στο Μαλανδρίνο!"

Αληθινό περιστατικό, μερικά χρόνια πίσω στο χλοερό Κολωνάκι. Περπατάμε με ζουμπουρλού συνάδελφο επί της Σκουφά, ποιος θυμάται τώρα τι βλακείες συζητώντας, όταν με την περιφερειακή της όραση «τσιμπάει» τον Λάκη Γαβαλά (τον γνωστό).

«Τον ξέρεις τον Λάκη;», με ρωτάει με μάτι γυαλισμένο και με ύφος «ετοιμάζομαι να σου συστήσω το επόμενο Νόμπελ, γι’ αυτό σκασμός!».

«Όχι», ψελίζω και είναι σα να έχω πυροδοτήσει το πείραμα Παβλόφ, εκεί στα μισά της Σκουφά.
«Δεν ξέρεις, τον ΛΑΚΗ;;; ΤΩΡΑ θα στον γνωρίσω. Είναι φίλος ΜΟΥ!!!».

(Αυτό το τελευταίο με την αυτοπεποίθηση του ανθρώπου που γνωρίζει όλη την Αθήνα τουλάχιστον, και φυσικά σε κάνει να νιώθεις ντιπ ζώον που δεν έχεις αναπτύξει τέτοια επαφή ούτε με τον περιπτερά της γειτονιάς σου).

Και με βουτάει απ’ το χέρι κι αρχίζει να με σέρνει, εκείνη πάνω στα 15ποντα (που λύγιζαν προς τα έξω απ’ το βάρος και την πηλάλα) σκούζοντας «Λάκη – Λάκη» κι εγώ με ένα σκασμό φακέλους να κρέμονται από παντού να προσπαθώ να απεμπλακώ από το «με το έτσι θέλω σλάλομ» στη Σκουφά.
Τα καταφέρνω στο παρά ένα, η συνάδελφος έχει ήδη πιάσει την ψιλοκουβέντα με τον «Λάκη – Λάκη», χωρίζουν μετά από 10 λεπτά, φιλώντας κι οι δύο χιαστί τον αέρα τον κοπανιστό και με εμένα, με ύφος κατατονικού που εκτυλίσσονται μπροστά του κοσμογονίες, να περιμένω στο απέναντι πεζοδρόμιο.
«Πότε θα πάψεις να είσαι αντικοινωνικιά, βρε παιδί μου; Ένα “γεια” θα έλεγες! It’s not the end of the world, you know!», μου κοπανάει στα μούτρα, με φιλάει επίσης χιαστί και με το φιλί να συναντά το χάος, εκείνη στη δουλειά της κι εγώ στη δικιά μου.

Φυσικά, γι’ αυτήν το θέμα είχε τελειώσει εκεί, για ‘μένα όμως ήταν μία ακόμη άσκηση θάρρους. Όλο εκείνο το απόγευμα, στο κακόμοιρο (γ)ραφείο μου, σκεφτόμουν πόσο ζαβό μπορεί να ήμουν που δεν αφήνω τον (γνωστό μου) κόσμο να με συστήνει σε άλλο κόσμο, από τι κοινωνική αβιταμίνωση μπορεί να πάσχω που σιχαίνομαι να φιλάω τον αέρα χιαστί και τι ζωντόβολο ακοινώνητο, που όταν βλέπω τέτοιαι μαλακίαι καταμεσής του δρόμου (του σουαρέ, του πάρτι, μιας απλής συνέντευξης Τύπου, ρε γαμώτη!) λυπάμαι και σιχαίνομαι ταυτόχρονα (τον εαυτό μου, πάντα) που κάθεται σαν το αγγούρι και περιμένει να τελειώσει την κουβέντα ο σούπερ κοινωνικός τύπος ή τύπισσα, με την οποία έτυχε να βρίσκομαι εκείνη τη στιγμή.


Αφού αυτομαστιγώθηκα δεόντως και ορκίστηκα ότι την επόμενη φορά θα είμαι ευγενής και θα εντάξω πάραυτα στο λεξιλόγιο μου 44 «αγάπη μου» και 84 «φίλη μου, γλυκειά μου, αγαπημένη μου», εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα βαριά και με την εικόνα του Λάκη Γαβαλά με ντυμπά στο κεφάλι να μου κάνει μαθήματα καλών τρόπων.

Τα χρόνια πέρασαν, με τον "Λάκη" - εννοείται - δεν γνωριστήκαμε ποτέ και με την καλή «συνάδελφο» ψιλο-χαθήκαμε και βρεθήκαμε πριν από λίγες μέρες, τυχαία.

Αν και πλέον είναι εξαιρετικά δύσκολο να με σύρει κανείς για να με γνωρίσει σε κάποιον, με «γαργάλαγε» το θέμα «Λάκης», λόγω και της φυλακόβιας εξέλιξης και τόλμησα να ρωτήσω, αν έχει επικοινωνήσει καθόλου μαζί του (έτσι κάμουν οι «φίλοι», τουλάχιστον)...

«Μη φωνάζεις, χρυσή μου! (Σ.Σ.: Δεν είχα φωνάξει! Σχεδόν συνωμοτικά είχα ρωτήσει...) Όχι, βέβαια! Τι επαφή να διατηρώ;;; Αυτό μου έλειπε δα μετά από τέτοια ξεφτίλα! Κι αυτό το “φίλος” μην το πολυφωνάζεις κι εκτεθούμε. Μια κοινωνική επαφή ήταν...».

Για να πω την αλήθεια, δεν ξέρω αν υπάρχει λέξη για το αίσθημα που πηγαινοέρχεται ανάμεσα στην ντροπή και τον θυμό. Ήταν ακριβώς το ίδιο αίσθημα που μου γαργάλησε τα νυχοπόδαρα, όταν είδα ένα επεισόδιο του “Fab5”, ακριβώς το ίδιο πράμα, όταν διάβασα το άρθρο για τις απλήρωτες γαζώτριες του κ. Γαβαλά.

Και πάλι, όμως, αν ο «Λάκης» ήταν φίλος ή έστω κοινωνική επαφή, ό,τι σκατά και να ‘χε κάνει, όσες ασυναρτησίες κι αν τσαμπούναγε, μαν – και πως γίνει τώρα; - η μπουζού είναι μπουζού.
Κι εκεί ένα πράμα, λες: «Λάκη μου, στο Μαλανδρίνο; Στο Μαλανδρίνο, αγόρι μου θα έρθω να σε δω!».

ΥΓ1.: Πράγμα που ανελλιπώς θα πράξουν τα στελέχη του ΑΝΤ1 που τον εκτιμούν και τον υπολήπτονται.

ΥΓ2: Για σκέψου: χώσανε μέσα τον Λάκη και κυκλοφορούν ανάμεσα μας οι «αδιάβαστοι» του Μνημονίου κι όλοι οι "καλοπληρωτάδες" της κοσμικής Αθήνας.


ΥΓ3: Ευτυχώς, Παναγιά μου, που έζησα τόσα χρόνια μέσα στα (γ)ραφεία και δεν αξιώθηκα να αποκτήσω «διάσημους φίλους». Άϊντε, κανά δυο. Και πάλι τσεκαριζόμαστε...