Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2007

ΕΚΛΟΓΙΚΟΣ ΕΦΙΑΛΤΗΣ 2007...


Πως το λένε αυτό που ενώ ψυχολογικά είσαι σκατά, γελάς συνέχεια;
Υπό αυτήν την έννοια περάσαμε μούρλια σ’ αυτές τις εκλογές.
Αλλού οι φορτέτσες, αλλού τα ψαλίδια, αλλού οι κλωστές.
Στη μία ώρα που κοιμήθηκα η...φαμπρικού, ονειρεύτηκα ότι η καρφίτσα της Στάη είχε πιαστεί στα μαλλιά της (!) Άννας Διαμαντοπούλου και ο Γιωργάκης με τον Κουλούρη, μάλωναν για το ποιος θα την πρωτοβοηθήσει να...ξεμπλέξει....
Τη σκηνή παρακολουθούσε μακάριος ο Βενιζέλος.
Δεν είμαι καλά... Πάω να κοιμηθώ καμιά ώρα και τα ξαναλέμε...


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: bbc.uk.co

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2007

Φρι... γουάτ;


Όταν ξεκινούσε αυτή η ιστορία με τα φρι πρες, γούσταρα πολύ. Ξαφνικά, είχα έναν λόγο – πέρα από το κοπτοραπτικό βίτσιο – να διαβάζω εφημερίδες. Φρέσκες, ζουμερές, χωρίς κλισεδούρες και κατευθυνόμενες λαλακίες.
Θα πέρασε κάπου ένας χρόνος στο έτσι. Κάθε Πέμπτη, πάνω στον κοπτοράπτη υπήρχαν 2-3 φριπρεσάκια. Τα φυλούσα για να ριλαξάρω στο... διάλειμμα της «γαζώτριας».
Στον χρόνο επάνω διέκρινα μια γλυκιά (ακόμη) βαρεμάρα, μια χαριτωμένη (ακόμη) κούραση.
Εννοείται ότι τότε (ακόμη) πίστευα ότι τα φριπρεσάκια είχαν κερδίσει το στοίχημα των εντυπώσεων στο 100% και της ουσίας στο 70%.
Τα κείμενα δεν μύριζαν ναφθαλίνη και «γραμμή», τα εξώφυλλα σε έκαναν να χαμογελάς, ακόμη και τα λεγόμενα... σοβαρά θέματα ήταν «ραμμένα» έτσι που να αφορούν όλους.
Πάνω στον οίστρο τους για στροφή στα νιάτα και την τεχνολογία, αγκάλιασαν τους bloggers, τους έδωσαν και τεχνολογική «ομπρέλα» να μπουν από κάτω και όλα έμοιαζαν πολύ... ντάξει, ξηγημένα, ελευθέρια.
Πάνω στα δύο χρόνια, άρχισα να μαθαίνω για τις πρώτες απομακρύνσεις συνεργατών (ναι, εδώ ο όρος «απόλυση» δεν υπάρχει), ενώ η βαρεμάρα, βδομάδα με τη βδομάδα, δεν ήταν πια ούτε χαριτωμένη, ούτε γλυκιά. Ήταν απλώς εκεί. Εμφανής.
Και προχθές εκεί μεταξύ ξηλώματος και γαζιού, πληροφορήθηκα τα πρώτα κρούσματα λογοκρισίας.
Τα οποία προσγειώθηκαν στο κεφάλι γνωστού blogger.
Και εκεί συνήρθα. Μάζεψα τα φριπρεσάκια πάνω από τον κοπτοράπτη, μάζεψα τα ξέφτια και τις κλωστές κάτω από τον κοπτοράπτη και όλα μαζί τα οδήγησα προς την έξοδο.
Ελπίζω να μη με μηνύσει κανείς, επειδή παστρικά και χωρίς περιστροφές του λέω ότι δεν θα μπω στη διαδικασία να τον διαβάσω ξανά.
Και εννοώ από μερικούς να καταλάβουν ότι αυτή η καραμέλα «υπάρχουν πράγματα που λέγονται, αλλά δεν γράφονται», δεν συγκινεί πια ούτε τις αγράμματες κοπτοραπτούδες...

ΥΓ.: Είχα πει ότι σήμερα θα γράφαμε καμιά προεκλογική αηδία να χαχανίσουμε λίγο. Αλλά θέλω ν’ αγιάσω και δε μ’ αφήνουν... Τέσπα, θα επανέλθω...
ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: jeremiaheads.com

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2007

Αφιξοαναχωρήσεις και "κλεισίματα"...


Τι συμβαίνει, όταν κλείνει ένα περιοδικό; Μια εφημερίδα; Ένα ραδιόφωνο; (Κανάλι δε λέω, γιατί εκεί γίνεται του Κουτρούλη...).
Πόσοι πονάνε; Πραγματικά. Γιατί υπάρχει και ο πόνος της τσέπης του εκδότη, ο οποίος είναι σεβαστός, αλλά μέχρι εκεί.
Κάθε φορά που διαβάζω ένα σπουδαίο ή ένα κατάπτυστο κείμενο κάπου, έχω την τάση να σκέφτομαι: Πόσο έκλαψε ο δημοσιογράφος για να δημοσιευθεί το κείμενο του σ’ αυτή τη μορφή; Πόσες «κόντρες» άντεξε το συγκεκριμένο κείμενο πριν δημοσιευθεί; Πόσα χέρια το... «πείραξαν», το «έκοψαν», το «έραψαν», το «διόρθωσαν»; Πόσο... απλήρωτος ή κακοπληρωμένος είναι και όμως μπορεί να γράφει αυτά που γράφει; Ή ακόμη παραπέρα πόσα μπορεί να πήρε για να γράφει αυτά που γράφει; Μήπως είναι το τελευταίο του κείμενο και μετά απελπισμένος... παραιτηθεί; Ή μήπως πάρει «αέρα» το... βρακί του και μετά το δημοσίευμα νομίζει ότι κυβερνά τον κόσμο;
Φυσικά, μπορεί και να μη συμβαίνει τίποτα απ’ όλα αυτά. Να διαβάζω ένα κείμενο ανάμεσα σε τόσα άλλα, την ώρα που το λεωφορείο με πηγαίνει στο «κοπτοραπτείο».
Απλώς από συνήθεια, όπως πιάνω τα «υφάσματα» και αντιλαμβάνομαι αν πρόκειται για τεριλέν ή για τσίτι, προσπαθώ – καμιά φορά – να «νιώσω» πως γράφτηκε ένα κείμενο. Αλλά αυτά είναι για τους εξπέρ, όχι για τις κοπτοραπτούδες.
Οι οποίες δεν μπορούν να καταλάβουν γιατί:
- την Παρασκευή ανεστάλη η έκδοση ενός γυναικείου περιοδικού με ιστορία στον Τύπο. Η «Γυναίκα» τον άλλο μήνα δεν θα είναι στα περίπτερα. Εκτός κι αν προκύψει καμιά τρελή σύμπραξη
- ο Τάκης Καμπύλης παραιτήθηκε από τον «Ελεύθερο Τύπο». Προφανώς, όταν άφηνε το «Βήμα», δεν φανταζόταν το σύντομο του πράγματος. Ούτε ότι θα ακολουθούσε τα χνάρια των Σμαϊλη και Μαντέλα, που είχαν προηγηθεί
- άλλοι φεύγουν, άλλοι έρχονται. Την πόρτα (του «Πρώτου Θέματος») έκλεισε οριστικά πίσω του ο Παντελής Ζαγοριανίτης. Για να πάει εκεί απ’ όπου έφυγε ο Τάκης Καμπύλης. Στον «Ελεύθερο Τύπο».
- ομοίως την πόρτα της «Καθημερινής» έκλεισε πίσω του ο Δημήτρης Παπαδοκωστόπουλος. Για να αναλάβει τη διεύθυνση της «Ισοτιμίας».
- νέο λάιφ στάιλ περιοδικό μόδας μελετά εκδοτικός όμιλος. Προφανώς διέκρινε την ανάγκη της ελληνίδας για λίγα ακόμη σκουτιά, παπούτσια, κραγιόν, συμβουλές για επιτυχημένη... παστάδα.
Τέλος. Το παραβάρυνα. Αλλά προσδοκώ σε καινούριο συκώτι αύριο, μεθαύριο και κυρίως το βράδυ των εκλογών. Εκεί θα έχουμε όλοι δικαίωμα στο γέλιο. Τα κανάλια θα έχουν από το πρωί βαριετέ και...ανάλαφρο πρόγραμμα. Εκεί προς την Παρασκευή θα βγάλω πατρόν για το διήμερο.
Καλές αποφάσεις!

ΥΓ.: Τάξτε μου: Ποιοι ξεκινάνε ραδιόφωνο τη Δευτέρα;
ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: byanyother.com

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2007

"Κολλητήρι" και στον καφετζή μας (και στον ζαχαροπλάστη μας), οι θεομπαίχτες!


Που και που το κλείνω το ρημαδομηχάνημα.
Και πάω καμιά τσαρκούλα στο λεγόμενο ιστορικόν κέντρον. Μαζευόμαστε μερικά φιλαράκια, πίνουμε το καφεδάκι μας (α! ιερή στιγμή), λέμε καμιά χοντράδα να ξορκίσουμε το άγχος, παίζουμε καμιά κοντσίνα, κανά σκραμπλ.
Τους κάνω τα νεύρα περγαμόντο με τις λέξεις που πάω και σιάχνω για να τσιμπήσω κανά ποντάκι… Ας πούμε – και με το μπαρδόν κιόλας! – το «ξυνόκαβλος» πιάνεται για λέξη; Όχι, θα μου πείτε! Σωστά!
Αλλά, εμένα κάτι τέτοια μου βγαίνουν… Ένιγουέι, έτσι είπα να κάνω το βράδυ του Σαββάτου. Να κλείσω τον κοπτοράπτη, να κλείσω και τη «Βούλα» (εκ του τιβί, τιβούλα, Βούλα) και να ρομαντζάρω εις το Θησείον.
Και το μετάνιωσα πικρά. Διότι η περιοχή ήτο τίγκα στην προεκλογική βλακεία.
Παντού σταντς, δυνατές μουσικές, παπαριές του τύπου «είμαι νέος και θέλω να προσφέρω». Και παντού μα παντού, κατάχαμα πεταμένα προεκλογικά φυλλάδια!
Όσα δέντρα δεν κάηκαν, οι αφιλότιμοι τα έκαναν φέιγ – βολάν.
Γεμίσανε την Αποστόλου Παύλου με χαρτί πολυτελείας και πάνω τυπωμένες τις μουράκλες τους!
ΔΕΝ ΤΟ ΠΙΣΤΕΥΩ!
Να βλέπω απέναντι μου τη γερόντισσα με το Πι και να προσέχει κατάχαμα να μην σαβουρδιαστεί η γυναίκα!
Και εκεί που πατάω πάνω σε όλη αυτή τη σαλάτα, διαπιστώνω ότι πολλά από τα προεκλογικά αυτά φυλλάδια, τα σπαρμένα σε όλο τον πεζόδρομο μιλάμε, ήταν των «Οικολόγων Πράσινων».
Τα βουτάω, πάω στο stand έτοιμη να τσακωθώ, ρωτάω τη μανδάμ που ήταν εκεί πόσο οικολογικό είναι αυτό το θέαμα και αρχίζει να μου αναλύει τις θέσεις της παράταξης! Για τέτοιον πολτό μιλάμε!
Δίνω τόπο στην οργή, βάζω τα σκατοφυλλάδια – όσα μάζεψα – όλων των κομμάτων στην τσάντα μου για να τα πετάξω σπίτι μου και πάω μαζί με την παλιοπαρέα να κάτσω στο στέκι μου, να πιω τον καφέ μου.
Θα ‘τανε δεν θα ‘τανε 9 το βράδυ, όταν βλέπω Νάσο Αλευρά μαζί με μία κυρία κι έναν κύριο να απιθώνουν φυλλάδια, πάνω στα τραπέζια των θαμώνων.
Η κυρία μπροστά, ο κύριος Αλευράς από πίσω κι ο άλλος κύριος παραπίσω.
«Κρατήστε τις θέσεις του Νάσου Αλευρά. Σας ευχαριστούμε!».
Και πάλι δίνω τόπο στην οργή, που οι επικοινωνιολόγοι δεν έχουν σκαρφιστεί κάποιον άλλο τρόπο για να σου απιθώνουν δίπλα στον καφέ τις θέσεις του τάδε και του δείνα. Τις οποίες επειδή «ιδρώνει» το ποτήρι του φραπέ, τις κάνεις και σουβέρ. Το σωστό να λέγεται!
Ε, πέρασε κι η ώρα, μας έπιασε ένα λίγωμα κι είπαμε να κάνουμε μια έφοδο στο ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς για ένα γλυκάκι.
Πάνω στο μπίρι – μπίρι για το αν το προφιτερόλ είναι φρέσκο, ο ζαχαροπλάστης μου λέει ότι τον πήρε τηλέφωνο ο Μεϊμαράκης (!) και του ζήτησε τη στήριξη του σε αυτές τις εκλογές.
Εκεί δεν δίνω τόπο στην οργή! Βουτάω τη σοκολατόπιτα και εξαφανίζομαι μεσ’ την τσαντίλα.
Λες, «θα ξεφύγω από την σκατοτιβί» κι αυτοί έχουν αλώσει τα πάντα: τους δρόμους σου, τον καφετζή σου, τον ζαχαροπλάστη σου… Του πούστη, δηλαδή!
Πηγαίνοντας στο σπίτι και ενώ έχω ξεκαπακώσει το γλυκό, κάνω το λάθος να ανοίξω την «Βούλα». Την έχω αφήσει σε κάργα ένταση κι εκείνη τη στιγμή παίζει το σποτάκι της Νέας Δημοκρατίας. Με εκείνη τη μουσική που νομίζεις ότι ο Μέγας Αλέξανδρος είναι έξω από την πόρτα σου και ετοιμάζεται για «ντου». Ξανακλείνω ιδρωμένη. Και σκέφτομαι ότι έχω μόλις μία εβδομάδα για να αποφασίσω πως θέλω να μου τα λένε τα ψέματα:
Από μακριά και να πίνω τον καφέ μου ήσυχη ή από τόσο κοντά που να ψιθυρίζουν γλυκερίνες στο αυτί του ζαχαροπλάστη μου;

ΥΓ.: Επειδή, την έκλεισα τη… «Βούλα» για κανά 12ωρο δε σημαίνει ότι συγγένεψα με τον Ασχετίξ. Έχω συλλέξει διάφορα… μενίρ, πολιτικά και δημοσιογραφικά. Θα τα πούμε αύριο το μεσημεράκι στο mediablog.

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2007

Τι ντιμπέιτ, τι τηλεμαραθώνιος; Τι 'χες Γιάννη μ', τι 'χα πάντα...


Μερες τώρα με έχει «χτυπήσει» μια – πως να το πω; - «κοινωνική» τεμπελιά. Ίσως να φταίει το πολύ κόψε – ράψε. Ίσως να φταίει που τηλεμαραθώνιος και ντιμπέιτ μου ‘πέσανε μαζεμένα...
Δε θέλω να σηκώσω το τηλέφωνο. Μιλάμε ότι αρνούμαι!
Η πλακοραφού και η τιγκελού που έχουν «ζαλωθεί» με τις δικές μου «κοινωνικές» αγγαρείες θέλουν να με δείρουν. Μιλάμε ότι διαταράσσεται το κλίμα στο εργαστήριο.
Με έχει καταλάβει θλίψη φθινοπωρινή. Και μπαστακωμένη στο ρημαδομηχάνημα, χωρίς να έχω επιλογή ζάπινγκ (μην τολμήσει να μου πεις κανείς «ας το έκλεινες το ρημάδι», είμαι μαζόχα!), διαπίστωσα με τρόμο, τα εξής απλά για το ντημπέιτ:

I. Η αμηχανία είναι ο μεγαλύτερος εχθρός των τηλε- εκτεθειμένων. Όποιοι κι αν είναι αυτοί. Πρωθυπουργοί, δημοσιογράφοι, γυναίκες σε απόγνωση.
II. Όταν είσαι καραγκιόζης, μένεις καραγκιόζης. Είτε είσαι σε ντιμπέιτ είτε σε καλλιστεία είτε σε τηλεοπτική επαιτεία, η φυσική σου τάση είναι μία: να τα κάνεις σκατά!.
III. Το «ευχαριστώ» στην τηλεόραση δεν είναι ένα ρήμα με αυτονόητη σημασία. Τηλεοπτικώς είναι ένας αστικά ευγενής τρόπος για να υποδείξεις σε κάποιον να το βουλώσει!
IV. Ακόμη κι αν έχεις δίκιο για τα επί της ουσίας λάθη, όταν έχεις ξεκατινιαστεί με το μισό σύστημα, μοιραία σε χαρακτηρίζουν υστερική και σε άτσαλη κλιμακτιριακή φάση. Κι είναι κρίμα.

«Γαζώνοντας» τον τηλεμαραθώνιο, η «ούγια» του υφάσματος «ράφτηκε» με τα εξής ηθικά τηλεδιδάγματα:

I. Ο Γρηγόρης Αρναούτογλου ΠΡΕΠΕΙ να μιλάει. Αν δεν μιλάει (συνεχώς) θα πεθάνει. Αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να τον ακούει κανείς. Ακόμη κι εγώ που όταν «γαζώνω» κάτι πρέπει να απασχολεί τα αυτιά μου.
II. Τα κανάλια αγνοούν την παροιμία «κάνε το καλό και ρίχτο στο γυαλό». ΠΡΕΠΕΙ το «καλό» να το κανιβαλίσουν. Δηλαδή, τι θα γινότανε αν δε βγάνανε στο γυαλί εκείνους τους – σε σύγχιση από την τραγωδία των πυρκαγιών – παπούδες, να τραγουδάνε τον εθνικό ύμνο;
III. Η τηλεόραση δεν θα αποβάλλει στα επόμενα 50 χρόνια το γκάγκα από μέσα της. Ακόμη κι εγώ που είμαι κομπλίτλι χάχας, δεν μπορώ να δω κανένα ευχάριστο, όταν έχει καεί γούνα μου και στην καμένη αυλή μου, μου τραγουδάει ο Χατζηγιάννης «χέρια ψηλά»!
IV. Η Μενεγάκη ίσως να είναι από τα πιο σοβαρά τηλεοπτικά πρόσωπα στην Ελλάδα. Μιλώ σοβαρά. Εν συγκρίσει δε μ’ αυτά που είδα, μιλώ σοβαρότερα.

Και για τις δύο περιπτώσεις πάντως, το πατρόν είναι ένα: Τι ‘χες Γιάννη μ’, τι ‘χα πάντα! Το «κουτί» στερείται του θανατά φαντασίας.
Και δυστυχώς δεν το σώζουν ούτε οι εξτραβαγκάντ καρφίτσες, ούτε οι περίτεχνες αλογοουρές ούτε οι Κριστιάν Λαμπουτέν γόβες...
ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: nightweed.com

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2007

Διαπιστώσεις λόγω... φθόνου!

Κάθε μέρα που περνάει διαπιστώνω – με παράπονο μεγάλο και φθόνο απερίγραπτο – ότι θα μείνω για πάντα… κοπτοραπτού. Γιατί:

- αδυνατώ να καταλάβω γιατί «η κ. Γεννηματά συμβολίζει μια ολόκληρη κοινωνία της Αττικής». Το είπε ο Γιώργος Παπανδρέου στην κ. Όλγα Τρέμη και τον κ. Γιάννη Πρετεντέρη στην αποκλειστική συνέντευξη του στο Mega.
- τόσα χρόνια τα φοράω τα ρημάδια τα γυαλιά – έστω και στη ζούλα για να μη γίνομαι ρόμπα, η κομπλεξικιά – και μόλις σήμερα ανακάλυψα ότι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ έχει πράσινα μάτια! Τον «πέθανε» στα ζουμ ο κάμερα μπόι του Mega!
- φοβάμαι που στο debate των αρχηγών θα επικρατήσει ο αριθμός 6! Το είπε η κυρία Μάρα Ζαχαρέα στο δελτίο των 8 του Alpha με το νέο λογότυπο και χωρίς την Έλλη Στάη. 6 αρχηγοί, 6 δημοσιογράφοι, 6 ενότητες. Εγώ πάντως το debate θα το παρακολουθήσω αγκαλιά με την εικόνα του Αγίου Κυπριανού. Άσε, καλού κακού, δεν ξέρεις τι γίνεται…
- όταν έχω «ασφουγγάριστα» μέσα στο «εργαστήριο», δεν με νοιάζει αν η ταμπέλα έξω είναι τρέντι. Αλλά είπαμε. Εγώ είμαι φασονατζού. Που να καταλάβω το ζωντόβολο τι εστί το να είναι ο λογότυπος σου … επικοινωνήσιμος…
- Που είναι τόσο δύσκολο οι αρχισυντάκτες να μιλούν κατανοητά στους συντάκτες. Ρε παιδιά, προεκλογική περίοδος είναι. Τρεχαλάνε που τρεχαλάνε τα καημένα, μην τα λέτε και ‘σεις μπερδεμένα…

Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2007

Κωλο...καταστάσεις!


Ο κοπτοράπτης είναι συνηθισμένος στους γυναικείους πισινούς. Τι θέλω να πω: επειδή το εργαστήριο έχει λίγες καρέκλες, πολλές φορές οι πελάτισσες απιθώνουν τον αποτέτοιο τους πάνω στο μηχάνημα.
Και αρχίζουν την κοζερί.
Εννοείται, ότι όποιος δεν έχει παρακολουθήσει τέτοιου είδους γυναικεία κουβέντα, είναι χαμένος από χέρι, αλλά αυτό θα το «καρικώσουμε» κάποια άλλη φορά.
Οι πιο ενδιαφέροντες κώλοι είναι αυτοί που έρχονται από Σούρμενα, Μεταξουργείο, Κολωνό, Κάτω Πετράλωνα, Μπραχάμι και τα συναφή.
Κοινώς από περιοχές, όπου το να τον κουνάς σωστά, δεν έχει ακόμη πολιτογραφηθεί ως μπασκλάς και δευτεράντζα.
Οι λιγότερο ενδιαφέροντες κώλοι – και οι πιο κομπλεξικοί, οφείλω να συμπληρώσω η φασονατζού – είναι οι Κολωνακιώτικοι, Εκαλιώτικοι, Κηφισιώτικοι, και γενικώς οι βου που (βορείων προαστείων)…
Παρ εξάμπλ, αν πάνω στο μηχάνημα καθόταν η Έφη Σαρρή, η κοπτοραπτού θα περνούσε ζάχαρη, θα μάθαινε και κανά νέο από την ευρύτερη πιάτσα, θα άκουγε και κανά τραγουδάκι και όλοι θα πηγαίναμε σπίτια μας ευχαριστημένοι…
Αν, καθόταν – λέμε τώρα – η Έλενα Ράπτη (φτου, φτου, μια χαρά κοπέλα, δε λέω!) ο κοπτοράπτης θα είχε πρόμπλεμ.
Διότι, δεν θα μπορούσε να «φτύσει» τα ξέφτια, όπως γουστάρει, θα φοβόταν μην αμολήκει κανά λάδι και της λεκιάσει το Μπούρμπερις… Και το κυριότερο: πόσα μπορείς να πεις με την Έλενα Ράπτη;
Για να μην έχουμε καμία παρεξήγα, οφείλω κάπου εδώ να πω ότι το κείμενο δεν είναι… πολιτικό. Δεν είναι σπεκουλιάρικο δηλαδή, υπέρ της κυρίας Ταρινίδου ή εναντίον της κυρίας Ράπτη.
Σα να λέμε ούτε η μία θα αποσπάσει την ψήφο μου, ούτε η άλλη.
Αλλά: αισθάνομαι ότι με δουλεύουν άσχημα, όταν πωλούν πνεύμα σε ένα λαϊκό παιδί, όπως η Εφούλα.
Θα μου πεις η Εφούλα, τη δουλειά της κάνει και για την ακρίβεια, βοηθάει άλλους να κάνουν τη δική τους δουλειά.
Ευχαριστώ πολύ, πες μου κάτι που δεν ξέρω.
Αλλά δεν το κρύβει!
Οπότε, μην τη δουλεύεις ρε γαμώτι! Θες να της τα χώσεις;
Ρώτα τη στα ίσια: «Κυρά μου, γιατί άφησες τα μικρόφωνα και τις γόβες στιλέτο που στην τελική είναι σπορ που κατέχεις και μου μπλέκεσαι με πεντακομματικές και άλλα επικίνδυνα;».
Κι ασ’ τηνε να λαλάει. Αλλά μην τη ρωτάς λαλακίες περί Μεγάρου Μουσικής και δικαιώματα του εργάτη, γιατί από κάτι τέτοια δυναμώνει η Εφούλα.
Νες πα;
Στην τελική η Έφη είναι κόμμα από μόνη της.
«Σταυρώστε μου», σου λέει – βυζάκι, μπουτάκι έξω – και παίζει μπάλα έστω και σαν best στο youtube.
Ενώ άλλες κι άλλες τηλεφωνάνε στον «κοπτοράπτη» και σε άλλα εργαστήρια κοπτικής και ραπτικής και με θράσος, σου λένε: «Στη 1 θα είμαι στο Μπαλτάζαρ. Έλα να φάμε παρέα. Και… ντύσου λίγο πιο τρέντι. Θα είναι κι ο Ρούλης μαζί μου. Και ξέρεις πόσο σε εκτιμάει».
Έκανε κι η μύγα κώλο, σα να λέμε…
Και μ’ αυτά και μ’ αυτά ο Κακαουνάκης γίνεται… ήρωας.
Γιατί λέει και κάνει, αυτά που άλλοι τα λένε στα κρυφά.
Και δεν έχουν τον… κώλο (με το συμπάθειο κιόλας) να τα κάνουνε – και να τα πούνε - φόρα παρτίδα.
Παρ εξάμπλ, νούμερο δύο. Χθες το βράδυ, ο Κρητικός είχε ένα… «προβληματάκι», με την κυρία Παναγιωταρέα.
(Παναγία μου, αυτήν δεν μπορώ να τη σκεφτώ πάνω στον κοπτοράπτη…).
Το ‘λυσε χωρίς πολλά - πολλά!
Σκασίλα του για το δελτίο του Alpha, σκασίλα του για τις δυο κιουρίες (Στάη και Ζαχαρέα), σκασίλα του και για την Παναγιωταρέα.
Έβαλε μπροστά το γκρέηντερ και μάζεψε κώλους, μικρόφωνα, ακουστικά σε χρόνο ντε τε.
«Ουστ!!! Άντε να χαθείς! Δεν υπάρχει κυβέρνηση που να μην την έχεις γλύψει!», ούρλιαξε και από τη γκαρίκλα η Μάρα χλώμιασε.
Η καθηγήτρια εκ συμπρωτεύουσης, αρχικώς πολύ κομιλφό, ψέλλιζε κάτι του στυλ, «Νίκο μου, μου κάνεις προσωπική επίθεση…».
Αλλά μετά ξέχασε και τα πανεπιστήμια, τους φοιτητές της και τους καλούς της τρόπους και άφησε το πραγματικό dna της– χωρίς κεριά και πολυελαίους, που λέει κι ο ποιητής - να κυλήσει γάργαρο από μέσα της.
«Είσαι ψεύτης και κομματόσκυλο!».
Ηθικόν δίδαγμα (παλιό, αλλά παντοτινά διαχρονικό): γεννιέσαι, δεν γίνεσαι.
Και μαζί μ’ εσένα κι ο πισινός σου. Όταν ξέρει να κάθεται παντού, δεν αλλάζει συμπεριφορά, όταν τον στρώνεις σε λουικένζ καναπέ ή στα χώματα της αυλής σου.
Κι αν νομίζεις ότι θα του αλλάξεις συνήθειες με το να τον περιφέρεις ανεκπαίδευτο από προάστιο ή από προάστιο, ή ακόμη χειρότερα από στούντιο σε στούντιο, μπλέκεις σε…κωλοκαταστάσεις!


Προς Γ.Ο – που μου άφησε το 12ο σχόλιο στο προηγούμενο ποστ:

Συμπαθέστατε, κύριε Ο.
Προφανώς αναφέρεστε στο κείμενο που «ανέβασα» στο
mediablog.gr/koptoraptou
Σας απαντώ, λοιπόν:
Τίποτα δεν πήρα σβάρνα. Αυτό είναι προνόμιο της τηλεόρασης. Γενικώς.
Θυμάμαι όμως πολλά. Και 27, και 30, και 60 χρόνια μετά.
Η ανατρεπτική δε ποίηση – κι αυτό δεν έχει σχέση με την Έφη Σαρρή - είναι το καλύτερο μου.
Για να θυμάμαι. Τα υπόλοιπα, προσπαθώ να τα ξεχάσω, έστω και δια της πλάκας.
Να ‘στε πάντα καλά!

ΥΓ.: Μην με πάρει κανείς για Κακαουνικιά, γιατί «θα τα πάρω». Νομίζω, άλλωστε ότι είναι αντιληπτό το μπότομ λάιν.