Τις ζαχάρωνα κανά δίμηνο.Πότε δεν μπορούσα εγώ, πότε δεν μπορούσαν αυτές.
Όταν είχα λεφτά, δεν είχα χρόνο. Κι όταν είχα χρόνο δεν είχα μία.
Μέχρι που τη Δευτέρα το αποφάσισα.
Ντύθηκα, στολίστηκα, πήρα την τσάντα μου, έσυρα το έτερον δυόμιση μέσα σε δεκάδες παλαβές (σαν κι εμένα) και πήγα να τις δοκιμάσω.
Ααα, τι ηδονή! Τι ευτυχία! Εγώ κι αυτές ταιριάξαμε σαν γάντι.
Τις δοκίμασα (τσακ μπαμ να μην ταλαιπωρούμε και τον υπάλληλο), πλήρωσα, πήρα πανευτυχής την κούτα μου και περίμενα την κατάλληλη στιγμή να τις τιμήσω (και να τιμήσουν τις δίμετρες ποδάρες μου – λέμε και καμιά βλακεία να περνά η ώρα).
Πρέπει δε, να το έκανα μεγάλο ζήτημα που τις πήρα.
Ζάλισα τα παπάρια του κολλητού μου, έφαγα τα αυτιά του καλού μου, έπρηξα το συκώτι της μαμάς και μόνο που δεν κοιμήθηκα αγκαλιά μαζί τους, όπως έκανα μικρή.
Αλλά επειδή το σύμπαν δεν συγχωρεί υπερβολές και έπαρση, χθες πλήρωσα το αντίτιμο.
Διότι χθες αποφάσισα να τις φορέσω, αφού πρώτα έφαγα ένα δίωρο να βρω με τι ταιριάζουν καλύτερα (μιλάμε γα στρατηγική…).
Και τις φόρεσα. Και περπάτησα. Και όσο πιο ωραίες φαίνονταν εξωτερικώς, τόσο... πουτάνες ήταν εσωτερικώς.
Γαμώ τα βυζιά της ψείρας!
Φουσκάλιασαν τα πόδια μου, το δέρμα αν και ακριβό (τρομάρα του), ήτο σκληρό και τώρα με πονεί ακόμη και η παντόφλα.
Και καλά! Οι κάλοι του ποδιού θα πηγαίνουν ασορτί με του κεφαλιού δεν το συζητώ...
Αλλά εκείνο που φυσώ και δεν κρυώνει, είναι πως με ξεγέλασε (ΕΜΕΝΑ) το ζήτημα παπούτσι. Διότι να σε ξεγελάσει το "πατάτα σίριαλ", το "χάλια βιβλίο", κτλ, είναι κάτι που το αντιπαρέρχεσαι...
Το να περπατάς και να κουτσαίνεις - έστω και με χάρη - δεν είναι κάτι που το ξεπερνάς, εκτός κι αν είσαι ξυσαρχίδογλου, οπότε σκασίλα σου.
Και επειδή, όταν στραβώνει κάτι πάντα υπάρχει περιθώριο να στραβώσει λίγο ακόμη τις λέρωσα κιόλας.
Ο γκαντέμης ο άνθρωπος, σύνορα δεν γνωρίζει.
Κουτσή και με λερωμένες μπότες, «γαζώνω» παίρνοντας χίλιους όρκους ότι την επόμενη φορά που θα με πιάσουν καταναλωτικά απωθημένα, θα χώσω το κεφάλι μου σ’ έναν κουβά με παγάκια για να μου περάσουν.
Κατά τα λοιπά όλα καλά. Και μ’ εμένα και με τις πελάτισσες και με τους παραγιούς της.
Φιλιά στέλνω και όσοι μου τα επιστρέψετε, στείλτε τα κατευθείαν στο μικρό μου δαχτυλάκι, που από την ταλαιπώρια της καινούριας μπότας έχει γίνει σα λουκάνικο Φρανκφούρτης το τσατσόμοιρο!
ΥΓ1: Παρά το χάλι που με δέρνει, σας συνιστώ ανεπιφυλάκτως να κάνετε μια βόλτα στα μαγαζιά. Με λίγη τύχη και λίγο ψαχούλεμα παραπάνω, θα βρείτε πολύ καλές εκπτώσεις.
ΥΓ2: Όχι ότι πτοούμαι! Α, μπα. Μόλις ξεφουσκαλιάσει το κακόμοιρο το πόδι, θα τις σκίσω τις μπότες μέχρι που να με συνηθίσουν. Εδώ με συνήθισαν τα αφεντικά μου. Στα πατούμενα θα κωλώσω;




.jpg)