Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2009

Καινούριες μπότες, καινούριοι κάλοι...

Τις ζαχάρωνα κανά δίμηνο.
Πότε δεν μπορούσα εγώ, πότε δεν μπορούσαν αυτές.
Όταν είχα λεφτά, δεν είχα χρόνο. Κι όταν είχα χρόνο δεν είχα μία.
Μέχρι που τη Δευτέρα το αποφάσισα.
Ντύθηκα, στολίστηκα, πήρα την τσάντα μου, έσυρα το έτερον δυόμιση μέσα σε δεκάδες παλαβές (σαν κι εμένα) και πήγα να τις δοκιμάσω.
Ααα, τι ηδονή! Τι ευτυχία! Εγώ κι αυτές ταιριάξαμε σαν γάντι.
Τις δοκίμασα (τσακ μπαμ να μην ταλαιπωρούμε και τον υπάλληλο), πλήρωσα, πήρα πανευτυχής την κούτα μου και περίμενα την κατάλληλη στιγμή να τις τιμήσω (και να τιμήσουν τις δίμετρες ποδάρες μου – λέμε και καμιά βλακεία να περνά η ώρα).
Πρέπει δε, να το έκανα μεγάλο ζήτημα που τις πήρα.
Ζάλισα τα παπάρια του κολλητού μου, έφαγα τα αυτιά του καλού μου, έπρηξα το συκώτι της μαμάς και μόνο που δεν κοιμήθηκα αγκαλιά μαζί τους, όπως έκανα μικρή.
Αλλά επειδή το σύμπαν δεν συγχωρεί υπερβολές και έπαρση, χθες πλήρωσα το αντίτιμο.
Διότι χθες αποφάσισα να τις φορέσω, αφού πρώτα έφαγα ένα δίωρο να βρω με τι ταιριάζουν καλύτερα (μιλάμε γα στρατηγική…).
Και τις φόρεσα. Και περπάτησα. Και όσο πιο ωραίες φαίνονταν εξωτερικώς, τόσο... πουτάνες ήταν εσωτερικώς.
Γαμώ τα βυζιά της ψείρας!
Φουσκάλιασαν τα πόδια μου, το δέρμα αν και ακριβό (τρομάρα του), ήτο σκληρό και τώρα με πονεί ακόμη και η παντόφλα.
Και καλά! Οι κάλοι του ποδιού θα πηγαίνουν ασορτί με του κεφαλιού δεν το συζητώ...
Αλλά εκείνο που φυσώ και δεν κρυώνει, είναι πως με ξεγέλασε (ΕΜΕΝΑ) το ζήτημα παπούτσι. Διότι να σε ξεγελάσει το "πατάτα σίριαλ", το "χάλια βιβλίο", κτλ, είναι κάτι που το αντιπαρέρχεσαι...
Το να περπατάς και να κουτσαίνεις - έστω και με χάρη - δεν είναι κάτι που το ξεπερνάς, εκτός κι αν είσαι ξυσαρχίδογλου, οπότε σκασίλα σου.
Και επειδή, όταν στραβώνει κάτι πάντα υπάρχει περιθώριο να στραβώσει λίγο ακόμη τις λέρωσα κιόλας.
Ο γκαντέμης ο άνθρωπος, σύνορα δεν γνωρίζει.
Κουτσή και με λερωμένες μπότες, «γαζώνω» παίρνοντας χίλιους όρκους ότι την επόμενη φορά που θα με πιάσουν καταναλωτικά απωθημένα, θα χώσω το κεφάλι μου σ’ έναν κουβά με παγάκια για να μου περάσουν.
Κατά τα λοιπά όλα καλά. Και μ’ εμένα και με τις πελάτισσες και με τους παραγιούς της.
Φιλιά στέλνω και όσοι μου τα επιστρέψετε, στείλτε τα κατευθείαν στο μικρό μου δαχτυλάκι, που από την ταλαιπώρια της καινούριας μπότας έχει γίνει σα λουκάνικο Φρανκφούρτης το τσατσόμοιρο!

ΥΓ1: Παρά το χάλι που με δέρνει, σας συνιστώ ανεπιφυλάκτως να κάνετε μια βόλτα στα μαγαζιά. Με λίγη τύχη και λίγο ψαχούλεμα παραπάνω, θα βρείτε πολύ καλές εκπτώσεις.

ΥΓ2: Όχι ότι πτοούμαι! Α, μπα. Μόλις ξεφουσκαλιάσει το κακόμοιρο το πόδι, θα τις σκίσω τις μπότες μέχρι που να με συνηθίσουν. Εδώ με συνήθισαν τα αφεντικά μου. Στα πατούμενα θα κωλώσω;

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2009

Αγγούρια μέρες

Απόλυση.
Νομίζω όλοι καταλαβαίνουν τι σημαίνουν αυτά τα εφτά γράμματα στη σειρά.
Όλοι μπορούν να το κάνουν εικόνα:
Ας πούμε, μπορεί να είναι μία μέρα που καταφθάνεις στη δουλειά και σου ‘ρχεται η ξανάστροφη από εκεί που δεν το περιμένεις. Δατς δε ίζι βέρσιον.
Ή μπορεί να είναι πολλές μέρες μαζεμένες, όπου περιμένεις, κρύβεσαι, βγαίνεις, πας τοίχο τοίχο, κάνεις τον κουφό όταν κάποιος σε φωνάζει γιατί δεν ξέρεις τι θα σου πει, κάνεις δουλίτσα σου (ήσυχα, ήσυχα), μαζεύεις πραγματάκια σου και αθόρυβα όπως μπήκες, εξέρχεσαι του κτηρίου, ελπίζοντας σε μία ακόμη μέρα εργασίας.
Βέβαια, όλες αυτές οι μαζεμένες μέρες, όπου αισθάνεσαι μία τσεκούρα πάνω απ’ την κεφάλα σου, είναι πολλοί μικροί θάνατοι.
Αυτή είναι η αγγούρι βέρσιον της απόλυσης.
Είναι το μαρτύριο της σταγόνας.
Είναι μέρες στις οποίες σκοτώνεσαι στα τηλέφωνα («ρε παιδιά, χωράει άλλος ένας εκεί που είστε εσείς;»), μέρες στις οποίες κοιτάς την οικογένεια σου με αγωνία και πανικό, μέρες που ψάχνεις τοίχο να χτυπήσεις ότι έχει απομείνει από το κεφάλι σου που σου το ‘χουν κάνει καζάνι, ψάχνεις επίσης εκκλησία να προσευχηθείς να μη σε αφήσουν στον άσο, γιατί έχεις τρία παιδιά, τέσσερα δάνεια, οχτακόσιους λογαριασμούς και πεθερά άρρωστη.
Σ’ αυτές τις… αγγούρια μέρες, θα βρεθούν διάφοροι σκερβελέδες να σου πουν, ότι έλα μωρέ, όταν κλείνει μια πόρτα ανοίγουν τρία παράθυρα, και άλλες τέτοιες παρηγοριές του κώλου.
Στο ίδιο αυτό διάστημα, που εσένα θα σου φαίνεται αιώνας, θα απορείς τι σκατά κάνει το… σωματείο σου, που χάθηκαν όλοι οι συνάδελφοι που κάποτε πολύ σε αγαπούσαν, γιατί όσα τηλέφωνα κι αν παίρνεις με απόκρυψη ή χωρίς, βουίζουν αναπάντητα πάντα.
Στον δρόμο από μακριά σε χαιρετούν κι από κοντά ΔΕΝ σου κρένουν, λες κι έχεις τύφο.
Στο μεταξύ, αυτή η ελεεινή λέξη δεν λέει να ξεκαρφωθεί απ’ το κεφάλι σου. Εκεί, μπηγμένη: «απόλυση, απόλυση, απόλυση…».
Σαν τον Χορν παραμιλάς περπατώντας «1 εκατομμύριο, 101 χιλιάδες, 101 και 10», μόνο που αυτός δεν είναι το ποσό που δεν μέτρησες σωστά. Είναι το ποσό που καλείσαι να δώσεις σε υποχρεώσεις δεν λένε να απολυθούν κι αυτές να ησυχάσεις.
Ιν δε μίνταιμ, πραγματικοί και γιαλαντζί συνδικαλιστές θα αγωνίζονται. Οι πρώτοι εντίμως και όρθιοι, οι δεύτεροι ξαπλωτοί, χαϊδεύοντας τη μπάκα τους και χαζεύοντας τον κώλο καμιάς συναδέλφου.
Όσο συνεχίζεται το μαρτύριο της σταγόνας, τόσο θα παρακαλάς να τελειώνεις.
Και μόλις τελειώσεις, αρχίζει το ταμπούρλο.
Σου λένε ότι ο καλός δεν χάνεται, ότι κάτι θα γίνει, αλλά δεν ξέρουν πότε, ναι, μωρέ αδερφέ αλλά κουνήσου κι εσύ λίγο, τρέξε να κοιτάξεις για καμιά δουλίτσα, θα την βγάλεις τον πρώτο καιρό με την αποζημίωση («πώς, ρε παιδιά;») και μετά θα σ’ αφήσουν στην ησυχία σου. Κυριολεκτικά.
Την πρώτη λέξη την κατάπιες.
Στη γωνία όμως σε περιμένει κι άλλη. Επίσης εφτά γράμματα. Ανεργία.
Πλέον θα έχεις καιρό να ψάχνεις.
Και να ξεσκαρτάρεις. Φίλους, αφεντικά, «συναδέλφους».
Να τους χαιρόμαστε.


Φακ (Φρίκουεντλι Ασκντ Κουέστιονς):

«Γιατί;»
Γιατί απολύθηκες, γιατί απολύεσαι, γιατί είσαι υπό απόλυση;
Πάντως - εννιά στις δέκα - όχι επειδή δεν έκανες καλά τη δουλειά σου, όχι επειδή είσαι κακό παιδί.
Η απόλυση είναι μία από τις σύγχρονες ανεξήγητες πληγές του Φαραώ που καταδικάζουν καλούς ανθρώπους και καλούς επαγγελματίες, επειδή κάποιοι άλλοι δεν έκαναν καλά τη δική τους δουλειά. Τόσο απλό, τόσο επώδυνο, όσο ένα τροχαίο όπου ένας τύφλα στο μεθύσι βολανίστας ξεκληρίζει μια αθώα οικογένεια….


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: cherished79.wordpress.com

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2009

Γιατί μου χαλάς τη μέρα, βρε παλιόπαιδο;


Κατεβαίνω την Κανάρη χαρωπή.

Κρατάω τσάντες, ντοσιέ (με πατρόν, μην πάει αλλού το μυαλό σας), μεζούρες, ψαλίδια, είμαι φορτώ, γενικώς.
Κρυώνω, σφυρίζω, με τρώει η κοιλιά μου, αλλά το αντιπαρέρχομαι, έχω ακουστικάκια στ’ αυτιά κι ακούω μουσικούλα.

Μου χαμογελάνε στον δρόμο, χαμογελάω κι εγώ. Με χαιρετάνε συνάδελφοι, κουνάω όποιο χέρι μπορώ να ελευθερώσω, για να χαιρετήσω κι εγώ…
Φτάνω επίσης χαρωπή στο φανάρι, λίγο πριν τη Βασιλίσσης Όλγας.
Έχω αργήσει στο ραφείο, αλλά στα παπάρια μου, θυμάμαι ότι πεινάω και κατουριέμαι, το κινητό δονείται στην τσέπη μου, ψιλοαδιαφορώ και κάπου εκεί, τον… βλέπω.
Είναι σαν ντουλάπα, ντυμένος στα πράσινα. Είναι νέος, αυτό που λένε μπέιμπι φέις, αλλά τόσο βλοσυρός… Και το βλέμμα μου σταματάει στο μαντζαφλάρι: ένα όπλο να! -με το συμπάθειο-, περασμένο στον ώμο του.
Ξαφνικά η μουσική στα ακουστικά με ενοχλεί. Ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι απέναντι μου υπάρχει κλούβα.
Ξαφνικά δεν είμαι χαρωπή.

Δεν κατουριέμαι. Δεν κρυώνω.

Νιώθω τα μάγουλα μου να καίνε. Από τσαντίλα. Και την ίδια στιγμή, σκέφτομαι: " Έχει γούστο να νομίσει ο πρασινοντυμένος ότι τον ντρέπομαι κιόλας. Βρε ουστ!"
Ξαφνικά, χάνεται η καλή μου διάθεση.

Δεν θέλω να πάω στη δουλειά.

Δεν θέλω να φάω.

ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΒΛΕΠΩ ΟΠΛΑ ΝΤΑΛΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ!!!
Σε καιρό ειρήνης σου λένε μετά και μάι ας!
Γιατί μου χαλάς τη μέρα, βρε παλιόπαιδο; Ε; Γιατί;


ΥΓ: Και μην τολμήσει κανείς να μου πει ότι τα όπλα περιφέρονται στην Αθήνα, εξαιτίας του άτυχου Διαμαντή και του συχωρεμένου του Αλέξη, γιατί θα βγάλω τα ψαλίδια!




ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: randomroger.blogspot.com

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2009

Άκου για να μαθαίνεις (μικρό μου, 2009)

Μικρό, τσιμπουκωτό και διπλονόστιμο μου μωρουδάκι, άκου να δεις τι θα κάνουμε τώρα…
Θα σε πάρω λίγο αγκαλίτσα, να βγούμε στο μπαλκόνι, για να σου δείξω ένα σκατόγερο που φεύγει.
Ωπ! Κοίτα, λοιπόν, για να μαθαίνεις…
Αυτό το κούσαλο με τη μαγκούρα, που τρίβει πονεμένο τον πισινό του από τις κλωτσιές των γειτόνων, είχε έρθει καλή ώρα σαν κι εσένα, ακριβώς έναν χρόνο πριν…
Καλοί άνθρωποι όπως ήμασταν, του ανοίξαμε την πόρτα, του κάναμε χαρές και κουπεπέ, του βγάλαμε όλα τα καλά.
Σαν μωρό ήταν άσχημο και τζαναμπέτικο. Σαν παιδί μας έβγαλε την ψυχή και με το που ενηλικιώθηκε καλούσαμε ομαδόν για βοήθεια, αλλά που…
Και να μη θέλει να ξεκουμπιστεί, ο αγύρτης!
Τον Γενάρη μας τον έβγαλε απ’ τη μύτη.
Φλεβάρη και Μάρτη μας πήγε σούρνοντας και τσουρομαδώντας.
Απρίλη δεν καταλάβαμε, και τον Μάη φτύναμε μαραμένες μαργαρίτες από την ταλαιπώρια μας.
Τον δε Ιούνιο πρέπει ο εν λόγω μπάρμπας να έκανε μίτινγκ με τη Γκαντεμιά, τη Μαλακία και την Υστερία και οι τέσσερις μαζί μας έστειλαν στον ψυχίατρο ντουγρού.
Εκεί κατά τον Ιούλιο και ενώ πιστεύαμε ότι θα βάλει μαγιό, θα κοιταχτεί στο καθρέφτη και θα ψοφήσει επί τόπου, αυτός ο μπαγλαμάς ο ξεγιβεντισμένος, έβγαλε το μαγιό, πήρε το τσουτσούνι του στο χέρι κι άρχισε να μας κυνηγάει.
Τον υπόλοιπο Αύγουστο μας πονούσε ο ποπός, οπότε συμφωνούσαμε μαζί του ότι «ναι, πετάει ο γάιδαρος».
Σεπτέμβριο και Οκτώβριο είχαμε μαζέψει μαχαίρια, γυαλικά και λοιπά αιχμηρά αντικείμενα για παν ενδεχόμενο.
Το Νοέμβριο παριστάναμε ότι δεν τον ξέρουμε: δεν ανοίγαμε πόρτες, δε σηκώναμε τηλέφωνα κι από το σπίτι ΜΑΣ βγαίναμε σαν τους κλέφτες.
Τον Δεκέμβριο και εκεί που ελπίζαμε ότι πριν να τα τινάξει, απλώς θα μας κλάσει, αυτός πήγε και έχεσε τον τόπο ολούθε, οπότε καταλαβαίνεις γιατί οι γείτονες τον βλέπουν να αποχωρεί και τον φτύνουν.
Γι’ αυτό μωρούλι μου, άκου για να μαθαίνεις:
Θα τρως, θα πίνεις και θα κοιμάσαι χωρίς γκρίνιες!
Δεν θα ενοχλείς τους γείτονες, γιατί θα σου κόψω τον κώλο.
Θα είσαι καλό, ευγενικό και χαμογελαστό – το καλό που σου θέλω – κι όταν έχεις κοιλόπονο θα ειδοποιείς, για να μη βγάζουμε όλοι μαζί το κακό σπυρί, επειδή πονάει η δικιά σου κοιλιά. Και σε παρακαλώ να καθαρίσεις τα αυτιά σου, μωρουδέλι μου.
Διότι ο παλιός ο χρόνος, ήταν και κουφός. Του είπαμε να είναι γαμάτος, κι αυτός άκουσε «γαμιώντας» και είδες τι έγινε.
Τώρα και επειδή είμαι υπεράνω τυπέσσα και δεν κρυφοκοίταξα να δω τι έχει ο σάκος μαζί με τον οποίο σε αμολήσανε στο κατώφλι μας, εύχομαι μέσα να έχει:
- Ένα αεροπορικό εισιτήριο για Ζουαζιλάνδη (και πιο μακριά αν σου βρίσκεται κάτι), για τον κύριο Καραμανλή. Θα του χρειαστεί.
- Ένα τζι πι ες για την κυρία Παπαρήγα. Το να είσαι εκτός χρόνου είναι ρομαντικό. Το να είσαι εκτός τόπου και χρόνου είναι επικίνδυνο.
- Στον κύριο Τσίπρα ένα σπα για να ξαλεγράρει και να χαλαρώσει, στον δε κύριο Παπανδρέου λίγο νέφτι. Υπάρχει λόγος.
- Μία συσκευή διακτινισμού στον κύριο Ψωμιάδη, για να προλαβαίνει όλα τα ραντεβού του στις κανάλες. Στον δε κύριο Κακλαμάνη, φέρε ένα πινακάκι με μπίλιες για να μάθει να μετράει. Επειγόντως, όμως.
- Μια καινούρια στολή με ντραπέ μπουφανάκι και παντελόνι με παρτό καβάλο για τα ΜΑΤ. Επιτέλους, ας τρώμε ξύλο, αλλά ας εκλείψουν αυτές οι κωλαριές απ’ το οπτικό μας πεδίο. Λίγο στυλ, παρακαλώ!
- Στις κανάλες, λίγη επαφή με την πραγματικότητα και στις απανταχού κριτικούς τηλεόρασης, λιγότερα γεύματα με τηλεοσανθρώπους. Το πολύ φαί κάνει πατσοκοίλια και θολώνει τον εγκέφαλο.
- Για ‘μένα δεν ζητώ τίποτα (ούτε καν καινούρια ψαλίδια…). Γιατί ενδέχεται να είσαι κι εσύ κουφό μωρουδέλι μου, κι άλλα να σου ζητήσω κι άλλα αντί άλλων να μου φέρεις. Άσε καλύτερα…
- Για τους φίλους μου, ελπίζω μέσα στο σάκο να έχεις φέρει άπαντα τα καλά! Όχι ότι είμαι τόσο καλός άνθρωπος, μπα… Αλλά αν περνούν καλά εκείνοι, η δική μου η ηρεμία είναι τσεκαρισμένη πανταχόθεν.

Μετά απ’ όλα αυτά νομίζω ότι μπορώ να σου ανοίξω την πόρτα του ραφείου (Έφτυσες με ρόχαλο, τον μπάρμπα που φεύγει, είπαμε; Ωραία!). Μπες με το δεξί, πάτα πάνω στο πέταλο που σου άφηκα στο κατώφλι και – αμήν, Βαγγελίστρα μου-, ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ, σε όλους μας!!!!

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: i231.photobucket.com

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2008

Την έκανα, παιδιά! (ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!!!!)


Φίλοι (κι εχθροί), πελάτες (κακοπληρωτές και ου), συναγωνιστές και λοιποί, σας εύχομαι καλές γιορτές!
Την εκοπάνησον μ' αλαφρά και θα με ξαναδείτε εκεί παραμονές Πρωτοχρονιάς.
Μέχρι τότε ΧΡΟΝΙΑ ΜΑΣ ΠΟΛΛΑ και τέζα τα αφεντικά!

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2008

Όταν η τηλεόραση... κλάνει


Ο καθωσπρεπισμός των συστημικών, νομίζω, φταίει που εις το σημερινό κοινωνικό σύστημα έχει υποτιμηθεί σκοπίμως, η αξία της κλανιάς.
Και των σκατολογικών συζητήσεων, γενικώς.
Μη γελάτε. Το θέμα είναι σοβαρό, αγγίζει τα όρια της συνωμοσίας και μπαίνω κατ’ ευθείαν στο ψητό.
Κινδυνεύει κάποιος να θεωρηθεί φαιδρός – ειδικά στην τηλεόραση – αν αρχίσει να φιλοσοφεί πάνω στα είδη της κλανιάς και του πέρδεσθαι ελευθέρως σε δημόσιους χώρους; Ασυζητητί.
Έχετε δει, άλλωστε, πως αντιμετωπίζουν τον τρισμέγιστο γιατρό Φικιώρη… Μόνο ως τηλεοπτικό ντεσού σε χιουμοριστικές εκπομπές.
Κινδυνεύει, όμως το ίδιο, μια πανελίστρια / παρουσιάστρια του κώλου, όταν σχολιάζει το πόσο συγκλονισμένος είναι ο… καλλιτεχνικός κόσμος από τον χαμό του τάδε ατζέντη ή του δείνα «επιχειρηματία»; Ουδόλως.
Ασχέτως, αν η τελευταία κλάνει λεκτικώς πολυβοληδόν, αυτή θα εξακολουθήσει να αποκαλείται παρουσιάστρια και ο γιατρούλης θα ψάχνει να βρει το δίκιο του…
Ρατσισμός, κυρίες και κύριοι! Και μάλιστα του χειρίστου είδους .
Χρόνια τώρα, ο κόσμος μορφάζει υποτιμητικά, κάθε που κάποιος φυσιολογικός άνθρωπος τολμά θαρραλέα (και δημοσίως) να σχολιάσει τα έργα της κοιλιάς του: ήταν μακρουλά; Δύσκαμπτα μήπως; Τον ταλαιπώρησαν λίγο πριν πάρουν την άγουσα για τον ωκεανό; Και τα αέρια; Πως ήταν τα αέρια; Πως τον βασάνιζαν προχθές μέσα στο τρόλει, που κόντεψε να λιγοθυμήσει από τις οδύνες και την… αιδώ;
Απλές κουβέντες, πελάτες μου και φίλοι! Είμεθα ρατσιστές και υποκριτές.
Τον χριστιανό που τολμά να εξομολογηθεί μια τέτοια αλήθεια τον καταδικάζουμε στη χλεύη.
Ενώ την κάθε σκατιάρα παρουσιάστρια, τον κάθε χεζοβράκη δικηγόρο / δημοσιογράφο / σατιρικό παπαρολόγο, τι τον κάνουμε;
Του ανοίγουμε διάπλατα την πόρτα για να έρθει να χέσει ακριβώς μπροστά μας.
Αίσχος και ντροπή και στα μούτρα μας καταπάνω, έχω να πω.
Διότι δεν είναι που με χέζουν
(ο καθένας με τον τρόπο του: ο ένας άργησε 10 μέρες να καταλάβει ότι κάηκε η χώρα και δεν ντρέπεται να μου το πει.
Ο άλλος – αυτός κι αν έχεσε – έβαλε μπροστά το… θέλημα του Θεού για να υπερασπιστεί έναν… δεν έχω λόγια.
Ο τρίτος, ήρθε μετά από δυόμιση μήνες… «αποχής», για την καθιερωμένη τηλεγκρίνια του και δε λέει να προτιμήσει τον επίσημο απόπατο της κοινωνικής ζωής – την πολιτική – για να ξαλαφρώσει πιο αποτελεσματικά. Και δεν σταματάει το καζανάκι να δουλεύει…).
Όοοοχι, δεν είναι αυτό το ζήτημα μου.
Είναι ότι ενώ τα σκατά (τα κανονικά) έχουν προσωπικότητα (μελάτα, σκληρά, ξανθά, ελικοειδή), αυτά εδώ παρουσιάζουν μια ομοιογένεια εξαιρετική, γεγονός που εξηγείται μονόμπατα: η τηλεόραση τρέφεται αποκλειστικά με φασολάδα, κουνουπίδι, μπρόκολο και δαμάσκηνα βραστά.
Δηλώνω απεριφράστως ότι εμένα προσωπικά το χαρτί υγείας μου τελειώνει.
Κι αν συνεχιστεί αυτό το χεσίδι μεσ’ το σαλόνι μου – που θα συνεχιστεί – θα αμολήκω, τον Βύρωνα, τον μολοσσό του κολλητού μου, στις κανάλες και σαν καλό σκυλί που είναι θα αρχίσει να μοιράζει… δωράκια.
Έτοιμο του το ‘χω το αγιοβασιλιάτικο σκουφί. Κι αν τους βαστάει ας μου στείλουν λογαριασμό για καινούριες μοκέτες.
Μετά απ’ όλο αυτό, νομίζω ότι η κλανιά δεν θα υποτιμηθεί ξανά στην κυριολεξία της, γιατί μεταφορικώς παράπονο δεν έχουμε. Ας είναι καλά η ελληνική τηλεόραση. Κρατική (με τα ντου και με τα όλα της) και ιδιωτική (με τις κηδείες και τις καλλιτεχνάρες της)…



ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: http://www.capriogroup.com

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2008

Θα συνηθίσεις στην ασχήμια;


Σιχαίνομαι. Περισσότερο από κάθε άλλη φορά . Και το κακό είναι ότι συνήθως σιχαινόμουν καταστάσεις, επιχειρήσεις, τακτικές,
Πλέον σιχαίνομαι πρόσωπα.
Όχι κατ’ ανάγκην γι’ αυτό που εκπροσωπούν. Αλλά για την κάθε πολιτικάντικη γκριμάτσα, για κάθε ψεύτικο δάκρυ που χύνουν αυτές τις μέρες.
Ειδικά, δε, αν τυγχάνει να τα γνωρίζω προσωπικά, σιχαίνομαι τον εαυτό μου περισσότερο. Που μπορεί να μοιράστηκα ακόμη και μια «καλημέρα» μαζί τους.
Δε με νοιάζει το κύρος της χώρας, που όπως λέει τώρα, ο μεσιέ Παπανδρέου, έχει καταρρακωθεί.
Δεν δίνω μία για τα σενάρια περί προβοκάτσιας.
Παντελώς γραμμένα έχω τα φρου φρου περί «λευκής επιταγής» και άλλων τέτοιων σπιν-ντοκτορίστικων ηλιθιοτήτων.
Χέστηκα για το χριστουγεννιάτικο δέντρο που θα ανάψει κατά δήλωσιν του κ. Κακλαμάνη, που όπως μας θύμισε "οι γιορτές γίνονται για τους… φτωχούς" και όχι για τους πλούσιους που πάνε στην Ελβετία.
Με νοιάζει που πάνω στο κορμί ενός αθώου, κάποιοι πάλι θα γράψουν την δική τους πολιτική έκθεση ιδεών. Τη δική τους μουτζούρα.
Με νοιάζει που υπάρχει κόσμος που αγνοεί τον πόνο. Μπουρδολογεί, την ώρα που κάποιοι κλαίνε παιδιά και όχι καταστήματα.
Με νοιάζει που όσες τζαμαρίες κι αν κατέβουν, σ' αυτή τη χώρα πάντα θα έχει εκτραφεί κάποιος που κανένας δεν θα μπορέσει να τον εμποδίσει να μου φυτέψει μια σφαίρα στο κεφάλι. Επειδή έβγαλα γλώσσα.
Με νοιάζει που φοβάται ο κόσμος να κατέβει στην Αθήνα, φοβισμένος και κλεισμένος στο σπίτι του, σε μια κατά τ’ άλλα προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία.
Με νοιάζει που μέσα στη φωτιά και τα ξηλωμένα πεζοδρόμια κάποιοι αναπολούν το… άρωμα των Χριστουγέννων, το πνεύμα των γιορτών που χάθηκε (α, ρε, καραγκιόζη…).
Με νοιάζει που έφαγες, κοροϊδεψες, γάμησες, απέλυσες, στέρησες, σκότωσες, καταδίκασες, δάγκωσες, υποβίβασες, στράγγιξες τόσους πολλούς που δε σε χωράει ο τόπος.
Χρόνο με τον χρόνο, μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, πίεσες για να φτιαχτεί μια κρούστα ανοχής: το σπιτάκι μου, το μαγαζάκι μου, η ζωούλα μου και ας καεί το σύμπαν.
Ε, λοιπόν το σύμπαν κάηκε κι ας κατεβαίνουν ακόμη κάποια ζώα για σαφάρι και πλιάτσικο στο κέντρο της Αθήνας, στο ευσταλές Κολωνάκι, των ευσεβών πόθων κάθε καταπιεσμένου.
Ελπίζεις να βγει τίποτα απ’ όλες αυτές τις στάχτες;
Οργίστηκες για τα πραγματικά αίτια που σ’ έφτασαν μέχρι εδώ;
Ή απλώς συγχύστηκες με τα «κωλόπαιδα» που εσύ εξέθρεψες, εσύ ανάγκασες, εσύ προκάλεσες και που ανάμεσα τους σπάρθηκαν όλως τυχαίως και κάποιοι προβοκάτορες;
Θα κάνεις τίποτα για όλα αυτά;
Εκτός από να στέλνεις δύο κρανοφόρους να δείρουν μία κοπέλα;
Μάλλον δεν θα κάνεις. Τουλάχιστον όχι αυτό που πρέπει να κάνεις.
Πολύ πιθανόν να συνηθίσεις τα ξηλωμένα πεζοδρόμια.
Να συνηθίσεις να σε φτύνουν 16άρηδες, γιατί τα λοιπά ηλικιακά κοινά τα είχες γειωμένα, καιρό τώρα.
Το θέμα είναι ότι λίγοι έχουν συνηθίσει ανθρώπους σαν κι εσένα. Και τους ομοίους σου…

Καλό ταξίδι, παιδάκι. Και καλό μάθημα σε όλους εμάς.

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: http://www.kornim.com