Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2011

Το σύννεφο δεν τρώγεται, κύριε Ξανθούλη...

Όχι ότι αφορά κανέναν, αλλά από τα πρώτα πράγματα (τραγουδάκια, βιβλία και λοιπά τζάτζαλα δι’ ανηλίκους) που «ενέκρινε» η... γονική συναίνεση στο σπίτι ήταν μία κασέτα παιδικού θεάτρου.

«Ανέβα στη στέγη να φάμε το σύννεφο», έγραφε απ’ έξω η κασέτα που πολύ ταλαιπώρησε τα αυτιά του μακαρίτη του μπαμπά, αφού όταν είσαι τριών και μαθαίνεις για κάποια Αννούλα που επαναστάτησε κι ανέβηκε στις στέγες τραγουδώντας, κάνεις χαρές που στο κασετόφωνο (τι μηχάνημα κι αυτό) υπάρχει το πλήκτρο rewind.

Κάπως έτσι, απ’ την ροζ γουρουνί πόρτα του παιδικού τότε δωματίου μπουκάρισε ο κ. Ξανθούλης στη ζωή μου και άθελα του – που να το ξέρει ο άνθρωπος – δεν μ’ εγκατέλειψε ποτέ.

Η πόρτα από γουρουνί ήρθε κι έγινε χακί (στην εφηβεία), κόκκινη (στα ταραχώδη πανεπιστημιακά έτη), μπλε ρουά (ίσαμε τώρα) κι από εκεί μέσα πέρασαν στα ενδότερα ο Μεγάλος Θανατικός, το Πεθαμένο Λικέρ, ο Χάρτινος Σεπτέμβρης, η Εποχή των Καφέδων, ο Τούρκος στον Κήπο, ο Θείος Τάκης.

Κάτι η (ψιλο)κοινή καταγωγή, κάτι η τουρκική γλώσσα που χτυπούσε αυτιά και ουρανίσκο από τότε που θυμάμαι την πρώτη μου αντανάκλαση σε καθρέφτη, λόγω της οικογενειακής «σκούφιας», κάτι κάποια γεγονότα που «κούμπωναν» με το οικογενειακό και προσωπικό προφίλ και τα λοιπά χούγια και ο κ. Ξανθούλης βρισκόταν πάντα πάνω από ντάνες με βιβλία, εφημερίδες και χαρτομάνι.

Με του Φιδιού το Γάλα συνέπεσαν διάφορες προσωπικές νίκες και ήττες, ήρθα κι έκλαψα κι έσκασα απ’ το κακό μου στην τελευταία σελίδα, ήρθα και μεγάλωσα και μουλάρεψα (και μυαλό δεν έβαλα), αλλά στάθερα έστηνα αυτί παλιότερα στον ΣΚΑΪ για να ξεγελάω τις ώρες που ο κόσμος ξεκουραζόταν κι εγώ πάλευα με "ψαλίδες", "ψαλιδοχέρηδες", "ψαλιδόκωλους" και "ψαλιδισμένους" μισθούς.

Στο «τσακ» έτυχε κάποια στιγμή να τον γνωρίσω κιόλας, αφού από το Μέσο, στο οποίο εργαζόμουν, ζητούσαν συνέντευξη του। Το Μέσο έκλεισε, το ραντεβού πάλι δεν «έκλεισε» ποτέ και μετά τρεχάλα και των γονέων, αλλά πάντα από κοντά στα "καινούρια" του: την εκδικητική Σιλάνα του,τη δεσποινίδα Πελαγία και πάει λέγοντας...

Μέχρι χθες. Που ποιος ξέρει ποιος διάβολος έστειλε την κουβέντα μας στα Σεπτεμβριανά. Και βρήκα να θυμηθώ μια ανατριχιαστική περιγραφή από τον «Θείο Τάκη». Και είδα το μάτι της Ντέμυς (φίλης... εξ αίματος) να γυρίζει επικίνδυνα (παραλίγο να φανεί το άσπρο, λέμε!).

«Μη με συγχύζεις, να χαρείς! Αγάπα τον, αλλά μόνη σου. Που πήγε και μου ‘γραψε “Επιτέλους, φτωχοί!” και αναρωτιέμαι που πραγματικά τοποθετεί εαυτόν πολιτικώς!».

Φαρμάκωθηκα η γκρούπι, αλλά το συγκεκριμένο άρθρο – αν και δημοσιεύθηκε το 2009 στην «Ελευθεροτυπία» - δεν το είχα δει. Το ‘ψαξα, το βρήκα, ανακάλυψα ότι έχει γίνει πολύ της... μόδας εσχάτως, λόγω κρίσης, έψησα τον 10ο καφέ της ημέρας και στρώθηκα να δω τι είχε «τσιγκλήσει» τόσο άγρια τη δικηγοράρα μου.


«...Να ξαναγίνουμε φτωχοί. Οπως ήμασταν πάντα. Οπως οι ήρωες των παλιών αναγνωστικών που οι γιαγιάδες έμοιαζαν με γιαγιάδες κι όχι με συνταξιούχες πόρνες. Οπου οι μπαμπάδες επέστρεφαν το μεσημέρι για να καθήσει ΟΛΗ η ελληνική οικογένεια στο τραπέζι και να φάει το σεμνό φαγητό -όσπρια πεντανόστιμα και ζαρζαβατικά με μαύρο ψωμί μοσχοβολιστό- ενώ η γάτα και ο σκύλος περίμεναν στωικά να 'ρθει η σειρά τους... Να ξαναγίνουμε φτωχοί όπως ήμασταν πριν σαράντα και πενήντα χρόνια. Τότε που ονειρευόμασταν εν μέσω γκρι, μπλε και μπεζ χρωμάτων, τότε που καμιά Ελληνίδα δεν φιλοδοξούσε να γίνει ψευδοξανθιά, τότε που η λάσπη κολλούσε συμπαθητικά στα παπούτσια μας και οι αυθεντικοί ζήτουλες βρίσκονταν έξω απ' τις εκκλησιές περιμένοντας το τέλος της λειτουργίας και του μνημόσυνου. Να ξαναγίνουμε φτωχοί πλην τίμιοι, χωρίς κινδύνους να ξεστρατίσουν οι αρχιμανδρίτες προς την ψηφιακή παιδοφιλία. Να βρούμε ξανά τις σωστές μας κλίμακες χωρίς αγωνία παρκαρίσματος και παχυσαρκίας. Να ξαναβρούμε τη γεύση του «μπατιρόσπορου», των ελαχιστοποιημένων αναγκών, να ανακαλύψουμε εκ νέου τον ποδαρόδρομο και το συγκινητικό μοντέλο της «γυναίκας της Πίνδου». Μόνο με τέτοιες ηρωικές διαδρομές ενδεχομένως να ακυρώσουμε το κόμπλεξ μας έναντι του Μπραντ Πιτ και της Ναόμι Κάμπελ. Να ξαναβρούμε -γιατί όχι- και τους παλιούς καλούς εχθρούς (κυρίως από τα βόρεια) που σήμερα τους έχουμε σκλάβους στα παβιγιόν μας. Να ξετρελαθούμε από την επικοινωνιακή μας υστερία με τα σιχαμένα κινητά τηλέφωνα που κατάργησαν κάθε έννοια ιδιωτικής ζωής. Να σκάψουμε στις αυλές -όσοι έχουν αυλές- και να κάνουμε παραδοσιακούς ασβεστόλακκους για να ασπρίζουμε τα δέντρα έτσι για καλαισθησία και υγεία. Να βρούμε πάλι τη σημασία του χώματος καταργώντας το καυσαέριο του επάρατου τρέχοντος πολιτισμού. Να εφεύρουμε τις παλιές νοσοκόμες που σέρνονταν από σπίτι σε σπίτι ρίχνοντας ενέσεις πενικιλίνης στα οπίσθια ολόκληρου του Εθνους. Να προσδιορίσουμε ξανά την ντροπή και τον «σεβασμό» προσέχοντας το βλακώδες λεξιλόγιο των τέκνων μας. Επιτέλους, όποιο τέρας βρίζει ή χρησιμοποιεί την πάνδημη και πολυμορφική λέξη «ΜΑΛΑΚΑΣ» πάνω από εκατό φορές την ημέρα να το μπουκώνουμε με «κόκκινο πιπέρι εξόχως καυτερό», όπως τον καιρό της εξαίρετης φτώχειας μας. Να μάθουμε να χρησιμοποιούμε τα κουλά μας χέρια σε δουλειές που σήμερα δίνουμε του κόσμου τα λεφτά, όπως μεταποίηση ρούχων, αλλαγές γιακάδων στα πουκάμισα, καρικώματα στις κάλτσες, υδραυλικές και σχετικές εργασίες. Να απαγορευτεί διά ροπάλου το γκαζόν που για μας τους πρώην φτωχούς δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Στη θέση του να φυτευτούν λαχανικά ή και οπωροφόρα για να μην καλοσυνηθίζουμε την κάστα των μανάβηδων. Κάποτε ο μαϊντανός, τα κρεμμύδια και τα σκόρδα ήταν τα βασικά καλλωπιστικά των κήπων μας. Να επανακτήσουμε το κύρος μας, χρησιμοποιώντας βοϊδόπουτσες, βέργες κι ό,τι τέλος πάντων απαιτούσε ο βασικός σωφρονιστικός κώδικας τα χρόνια της περήφανης ανέχειας.
Σταματήστε τις ψυχολογίες και τις παραφιλολογίες για τα «τραύματα» των παιδιών.
Μόνο λύσεις γήινες και πρακτικές -χωρίς ενστάσεις από τον Ρομπέν της ευαισθησίας, τον ΣΥΡΙΖΑ- θα αποκαταστήσουν την τρέλα και το χάος που υπαινίσσονται οι στατιστικές.
Να θυμηθούν οι Νεοέλληνες πως προέρχονται απ' τον Μεγαλέξανδρο, από τον Μιλτιάδη, τον Αριστείδη και προφανώς απ' τον... Αλκιβιάδη, πράγμα που σημαίνει ότι μπορούν να βάλουν σε ενέργεια τον «δίκαιο θυμό» αν συμπέσουν με ληστές τραπεζών, περιπτέρων, σούπερ μάρκετ και κοσμηματοπωλείων. Κανένας δισταγμός. Τα παλιά χρόνια για ψύλλου πήδημα σε μπαγλάρωναν. Θυμήσου και κόψ' τους τα χέρια ή και τα αχαμνά. Επιτέλους ας σταματήσουμε την ευρωπαϊκή μας ψυχοπάθεια. ΠΟΤΕ κανένας Ελληνας δεν έγινε σωστός Ευρωπαίος. Ούτε καν ο Αβραμόπουλος ούτε καν ο Σημίτης και άλλοι τέτοιοι που μου διαφεύγουν. Απ' τον καιρό που σταματήσαμε να θυμώνουμε σωστά, την πατήσαμε. Σταματήστε το «ντόπινγκ» με το τσουλαριό των λαϊκών ασματομουλάρων. ΠΟΣΟΥΣ ΠΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΕΣ ΧΩΡΑ Η ΕΛΛΑΣ, κύριοι καναλάρχες της πλάκας; Δεν είναι καιρός να ξεβρωμίσει ο τόπος απ' τους εκφραστές του τραγουδιστικού Κάμα Σούτρα; ΠΟΙΟΣ θα μαζέψει τις ελιές στα περιβόλια όταν ο κάθε πικραμένος ονειρεύεται να γίνει αφίσα στη Συγγρού; ΠΟΙΟΣ θα καθαρίσει τη Συγγρού απ' το αίσχος της καψουρικής ταπετσαρίας, κύριοι δήμαρχοι; Οι τραβεστί; Οι καημένες οι τραβεστί έχουν άλλες υποχρεώσεις...
Μη φοβάστε τη φτώχεια. Η πατρίδα μας είναι ευλογημένη έστω κι αν δεν παράγει λαμαρίνες αυτοκινήτων ή καλής ποιότητας νάρκες και όπλα για τους τριτοκοσμικούς.
Θυμηθείτε την ευλογία του ελαιόλαδου, της κορινθιακής σταφίδας, του χαλβά Φαρσάλων, των εσπεριδοειδών, της σαρδέλας και των λατρεμένων ραδικιών. Λάδι, χόρτα, ελίτσες, λίγο τυρί και ψωμί ζεστό, να φρεσκάρουμε στο μνημονικό μας το παλιό αναγνωστικό του Δημοτικού. Το ξέρω πως είναι ζόρι να κόψουμε το σούσι απότομα, όμως ήρθε ο καιρός να αναβιώσουμε την όπερα της πεντάρας, της δεκάρας και των άλλων χρηστικών μας αξεσουάρ. Μια δοκιμή νομίζω πως θα μας πείσει, τώρα μάλιστα που ξεκινά και το Τριώδιο. ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΣ και ο θεός των μικρών πραγμάτων μαζί μας».


Peki, κύριε Ξανθούλη μου. Ok, για να αφήσουμε κατά μέρους την τουρκικήν. Να γυρίσουμε 50 χρόνια πίσω, λοιπόν. Λάσπη στα συμπαθητικά παπούτσια; Λάσπη. Ασβέστη στα δέντρα; Ασβέστη.

Αλλά, με όλο τον σεβασμό... «βέργες»; «Βασικός σωφρονιστικός κώδικας»; «Καλοσυνηθισμένη κάστα μανάβηδων»; «Κόψ’ τους τα χέρια ή και τ’ αχαμνά»;


Σε ποιον να συστήσω να αγαπήσει τη φτώχεια; Στους συγγενείς που ξεριζώθηκαν οι μισοί το ’55 και οι άλλοι μισοί το ’64 από την Πόλη; Που εκεί τους λέγανε «γκιαούρηδες», εδώ «Τουρκόσπορους» και δουλέψανε σαν τα σκυλιά και εδώ κι εκεί για να ‘ρθει στη δική τους την κασίδα ο Γιωργάκης να κάμει την κομμώτρια;

Ή μήπως στους φίλους; Που στα 30κάτι μας όλοι μαζί θα κάψουμε προϋπηρεσίες και διδακτορικά και θα γελάμε σαν τις τρελές του Σαγιώ, κάθε που μας σκάνε οι έκτακτες εισφορές και τα φιρμάνια της Εφορίας;

Ή σ’ όλους όσοι – κι είναι αμέτρητοι – πληρώνουν, όχι μόνο χωρίς να φταίνε, αλλά πίστεψαν στο καλύτερο και τώρα εισπράττουν ρόχαλα αμπαλαρισμένα ως κυβερνητική διάτα; Αφήνω κατά μέρους όσους μεγαλώσαμε πεπεισμένοιμε ότι η δουλειά μας πάει μπροστά, είναι προκοπή, είναι μέλλον, μέλλον που χτίζεται με ιδέες και πράξεις για 100 χρόνια μπροστά κι όχι για 50 πίσω. Για να μην αναφέρω τον τρόπο με τον οποίο μας στούμπωσαν στη χρονοκάψουλα κι αλλάξαμε τη ζωή μας σε μια νύχτα. Για ‘μας μιλάω: που ούτε μαζί τα φάγαμε ούτε χώρια, μόνο δουλεύαμε σαν τα βόδια και είχαμε και το θράσος να αγαπάμε τη δουλειά μας.

Και πολύ ευχαρίστως να ξανανέβουμε στη στέγη, κύριε Ξανθούλη. Μόνο που τώρα δεν θα ‘ναι για να φάμε το σύννεφο. Θα ‘ναι γιατί κάποιοι από εμάς αναμετριούνται σοβαρά με τη δυστυχία. Όχι τη συννεφένια. Την κανονική, τη βάρβαρη, την απλήρωτη, αυτή που σε κλωτσάει στον κώλο και σου λέει ότι δεν ανήκεις εδώ. Για την ακρίβεια δεν ανήκεις πουθενά, γι’ αυτό πέσε.

ΥΓ1: Θέλω να πιστεύω ότι το 2009 ούτε ο ίδιος φανταζόταν το μέγεθος της παρακμής, όταν έγραφε.Αυτά που έγραφε.

ΥΓ2: Ντεμούλα, τα κατάφερες. Πύραυλο μ’ έκανες. Γι’ αυτό σ’ αγαπώ, χώρια όλα τ’ άλλα.

ΥΓ3: Πάντως, για τα των «λαϊκών ασματομουλάρων», των δημαρχαίων, της κορινθιακής σταφίδας και του λεξιλογιακού απόπατου των πιτσιρικίων, συμφωνώ.

ΥΓ4: Πόσο μακριά είμαστε από τον... πάγκο του χασάπη; Το πρωί κάηκε η Αθήνα και το βράδυ πανηγύρια που κέρδισε ο Ολυμπιακός τη Γερμανία. Όλα καλά!


Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011

Τα κλοπιμαία

Σε γενικές γραμμές δεν είμαστε κλαψιάρα οικογένεια. Πράγμα που σημαίνει ότι όταν υπάρχουν υγρά πρόσωπα στο σπίτι ή η «βάρκα» ψιλομπάζει ή κάτι έχει χτυπήσει ευαίσθητη χορδή.

Η δε μαμά δεν είναι αυτό που λέμε παραδοσιακή ελληνίδα μάνα, καθότι ελληνίς είναι κατά το ήμισι, το διαφορετικό και το απ’ αλλού φερμένο που έλεγε κι ο ποιητής.

Δεν ήταν ποτέ επιπολαίως τρυφερή, δεν ήταν ποτέ του ακκισμού και της φανφάρας, κι ως πιτσιρίκι – γιατί δεν ήμουν και το αγγελούδι της πλάσεως – έχω μαζέψει πολύ σφαλιάρα και τράβηγμα κοτσιδιού, όχι αδίκως, οφείλω να αναγνωρίσω (και να προσθέσω ότι αν με είχα εγώ παιδί θα με καρύδωνα).

Όταν οι άλλες μαμάδες μετρούσαν με αγωνία τον πυρετό, η δικιά μου τραβούσε κουβέρτες, πετούσε μαξιλάρια και γρίλιζε: «Σήκω, τεμπέλα! Τίποτα δεν έχεις! Κανόνισε να μου γίνεις δειλή και ψοφίμι».

Σήμερα, λοιπόν, όταν επέστρεψε από τα πρωινά ψώνια με μάτι ζουμιασμένο και χείλη δαγκωμένα, τα χρειάστηκα. Όταν μάλιστα όρμησε καταπάνω μου με χάδια και φιλιά, το μάτι μου έφερνε βόλτα τον χώρο (που είναι το πιεσόμετρο; Τα χάπια της καρδιάς είναι στη θέση τους; Να προλάβω...).

Με το τσιγκέλι κατάλαβα ότι η νταρντάνα του σπιτιού και της καρδιάς μου, που λίγα της λες και πολλά βουτάει, κάπου είχε σκαλώσει αγρίως, που δεν το συνηθίζει, έχουν δει πολλά τα μάτια της κι η πλάτη της έχει σηκώσει άλλα τόσα.

Στο σούπερ (μάρκετ), μπροστά της προπορευόταν κοπέλα με παιδάκια δύο, γάλατα τέσσερα και λίγες κονσέρβες. Η ουρά καθυστερεί, η ταμίας κάτι λέει πνιχτά, καταφθάνει ο προϊστάμενος και από το καπαρτινάκι της κοπέλας ξεμπουκάρουν άλλο ένα μπουκάλι γάλα και μια σακούλα κουλουράκια.

Αυτό ήταν. Τη δικιά μου την έχουν πάρει τα ζουμιά, παρακαλάει (ποιος; Η μάνα μου!) να πληρώσει εκείνη τα «κλοπιμαία», να αφήσουν την κοπέλα με τα μωρά να φύγει, να, να, να... Μύλος.

Την είχα καμιά ώρα στον καναπέ βουβή και μετά σε έξαλλη κατάσταση να κάνει δουλειές, μουρμουρίζοντας σε γλώσσες τρεις (αυτό είναι κακό σημάδι), και μετά πάλι στον καναπέ με το μάτι απλανές στις γραμμές του τρένου.

Την προηγούμενη εβδομάδα μαζί ήμασταν στον χασάπη, όταν συγκεκαλυμμένα ατάραχος μας ενημέρωνε ότι η κόρη της τάδε, με μωρό της αγκαλιάς, φούνταρε απ’ τον 6ο, εννιά μήνες άνεργη.

Και το Σάββατο, πάλι μαζί, πετύχαμε το άλλοτε ένοικο του διπλανού διαμερίσματος, βουτηγμένο στον κάδο της γειτονιάς να ψάχνει.

Και προχθές, όταν της διάβαζα για τις όψιμες ευαισθησίες των κωλάδικων της τηλεόρασης να μη μεταδίδουν ειδήσεις αυτοκτονίας, με είχε κοιτάξει σα να της μίλαγα κινέζικα.

«Γιατί;;;»

«Για να μην πανικοβληθεί ο κόσμος, λένε»

«Κάνεις μαλακισμένο επάγγελμα, παιδί μου», μου είπε, και μετά το ίδιο βλοσυρά επανόρθωσε: «Γράψε λάθος. Οι συνάδελφοι σου είναι μαλάκες. Πολύ».

Αυτό ήταν. Ούτε «μα», ούτε «μου», ούτε αναλύσεις.

Και σήμερα, ζουμιά. Θέλω πολύ να πιστέψω ότι η Κλαίρη μεγαλώνει – δεν μ’ αρέσει το «γερνάει» - και γίνεται ευσυγκίνητη.

Όμως, το ξέρω ότι δεν είναι αυτό.

ΥΓ1: Προφανώς έλειψα πολύ καιρό και κάποια... επεισόδια του εγχώριου blogging τα έχασα. Πιάνω τον εαυτό μου να «τσεκουρώνει» σχόλια, ακόμη και ανθρώπων που γνωρίζω. Έχετε σαλτάρει; Ποιος σας είπε ότι λύνω προβλήματα μεταξύ τρίτων; Ή ότι μπορείτε να φτύνετε όπου γουστάρετε επειδή 10 αλήτες έχουν κάνει το διαδίκτυο χαλάκι για να σκουπίζουν τα πόδια και τον πισινό του σκύλου τους μαζί; Είπαμε έκλεισε για λίγο το μαγαζί, αλλά όχι κι έτσι... Ωστόσο, το σχόλιο σας στο προηγούμενο ποστ φίλε (;), φίλη (;) Helion, το ενέκρινα έστω και με καθυστέρηση για συγκεκριμένους λόγους.

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011

Twitter: Ψόφα, καλό μου, να ησυχάσουμε

(Ή τουλάχιστον, σταμάτα να κελαηδάς παπαριές...)

Που να με χτυπάς, δεν γράφω στο Twitter. Αλήθεια. Λογαριασμό έχω. Και προφίλ στο Facebook. Αλλά σ’ αυτό το ρημάδι το «Τσίου» δεν γράφω. Δεν αντέχω, λέμε, αυτό το «μία σου, μία μου και μία παραπάνω». Μιλάμε για ασόβαρες καταστάσεις, από τύπους με γραβάτα Κι επειδή δεν το ‘χουν χορτάσει τα μέλη του εγχώριου glam στερεώματος, το πράγμα γίνεται χειρότερο.

Έλα, παραδέξου το, έχει μια γελοιότητα κοτζαμάν άντρες (και γυναίκες) με υποχρεώσεις (λέμε τώρα) και καθημερινά παλούκια να κάθονται να χαζολογάνε με το Άι- Φον στο χέρι ποιος τους απάντησε και ποιος τους σκούντηξε. Παρντόν, αλλά έχω και φαΐ στη φωτιά.

Εντάξει, σούπερ είναι τα σόσιαλ μίντια, δεν το συζητώ ότι είναι τρέλα να κάνεις ένα κλικ και να μαθαίνεις τα πάντα – έστω και διαγωνίως – από ένα σκρολ ντάουν. Αλλά, η φάσις έχει λαστιχάρει.

Δεν είναι το Twitter το γκιογκιό σου, αγαπητέ. Δεν είναι η κλειδαρότρυπα που μεγέθυνες κιόλας, για να βλέπουμε καλύτερα το σώβρακο σου. Ιτ’ς νοτ δε ράιτ πλέις για σπεκουλίτσες, καρδούλα μου.

Και φυσικά δεν βγάζω την ουρά μου απ’ έξω. Η αρρωστίλα δεν κάνει διακρίσεις. Σαφώς και έχω κάνει μπανιστήρι στα tweets αλλουνού. Εννοείται ότι με πιάνει νοσταλγία κοζάροντας φωτογραφίες και πηγαινέλα φίλων, γνωστών και εχθρών μη σου πω.

Αλλά μπάστα. Μετά βαριέμαι. Θέλω βόλτες. Κανονική... δικτύωση. Κανονικές σπρωξιές. Κανονικά φιλιά και αγκαλιές. Και αληθινά μέρη. Και όχι, δεν θα βαλω foursquare για να ‘ρθετε να με βρείτε.(Το σιχαίνομαι αυτό το "νια - νια - νια, κοίτα που είμαι", έχω "πετάξει" κόσμο έξω γι' αυτές τις αηδίες, μα τω Θεώ!).

Αν με πιάσει το φιλότιμο, μπορεί να ποστάρω καμιά φωτό στο Facebook. Άιντε και κανά τραγουδάκι. Κι αν δεν μου κάνεις like δεν θα πεθάνω. Πάει να πει ότι ευτυχώς που δεν έβαλα foursquare, γιατί αυτό το σημείο αρέσει μόνο σ’ εμένα. Κι αυτό το τραγουδάκι μόνο τις δικές μου τρίχες σηκώνει και σ’ εσένα σ’ αφήνει αδιάφορο. Δεν πειράζει. Θα ζήσω και χωρίς “follow”, “re –twit” και “poke”, στ' ορκίζομαι.

Κι αν μου πεις και καμιά μαλακία, πάντα υπάρχει η πιθανότητα να μη σου απάντησω και να την αφήσω να πέσει κάτω. Κάλλιο το ‘χω να κοιμάμαι όλη μέρα, παρά να «μαλλιοτραβιέμαι» μαζί σου στα σόσιαλ μίντια.

(Σ.Σ.: Εκτός κι αν – τι να πω πια; - τα «θέλει» τόσο πολύ ο αποτέτοιος σου, οπότε υπάρχει και το "δια ζώσης". Πιο υγιές μου κάνει).

Και φυσικά, σε κάθε περίπτωση, όχι παιδιά: το μπανιστήρι στο Twitter διασημοτήτων δεν είναι ρεπορτάζ. Μια βλακεία είναι με την οποία το κάθε τούβλο της τηλεόρασης και της Βουλής, "ρίχνει" τζούφιες για να τσιμπήσουν τα "μαλάκια".

Ενδεχομένως, όοολο αυτό, να είναι ok για να διαφημίσεις τη δουλειά σου (είναι;), να δικτυωθείς (είναι), να μάθεις νέα και παράξενα απ’ όλο τον κόσμο (ΕΙΝΑΙ!), να ξεμπουκώσεις λίγο (λίγο λέμε) την ώρα που ακούς τον Βενιζέλο να σου εξηγεί πόσο δίκαιο και πατριωτικό είναι να του δώσεις τα κλειδιά του σπιτιού σου, να τσεκάρεις κάτι (δεν ξέρω τι, οτιδήποτε), να οργανωθείς (παίζεται. Το τι έγινε με τους... «Αγανακτισμένους» φάνηκε...), να κάνεις λίγη πλάκα.

Όλα τα υπόλοιπα είναι ωδή στο κωλοβάρεμα. Ποτέ άλλοτε ο κόσμος δεν βαριόταν τόσο επιδεικτικά και τόσο ανερυθρίαστα (γουάου. Σαν παρατήρηση του πατρός μου «βγήκε» αυτό, αλλά προσπεράστε το).

Ποτέ άλλοτε ο κόσμος δεν υπήρξε τόσο ψεύτης, όσο στο προφίλ του στα social media. Και φυσικά αυτά τα περί διαδραστικής επικοινωνίας είναι κολοκύθια, όταν θέλεις να γράψεις σε κάποιον: «Κατέβασε αυτή τη φωτογραφία, καραγκιόζη. Από τότε έχεις γίνει 800 κιλών και 600 ετών» ή «Που είσαι, καλό μου;;; Στο πενθχάουζ του Χίλτον;;; Φέρε πίσω τα 500 ευρώ που σου δάνεισα, βρε λαμόγιο!!!».

(Εξυπακούεται ότι σχόλια σαν κι αυτά τα τρώει το πισσοσκόταδο. Για ένα... προφίλ ζούμε).

Επίσης, ασχέτως αν σ’ αυτό το ρημάδι το προφίλ διαβάζετε «αγγέλους» για πτυχία, ντοκτορά και μάστερ, η ανορθογραφία έχει αναχθεί σε... χώρα και τα σημεία στίξεως είναι οι αναρχικοί της που πάνε και κάθονται όπου γουστάρουν. Ή την έχουν κοπανήσει. Δια παντός.

Χώρια που αρχίζεις να αμφιβάλλεις για τους φίλους σου. Όταν το "στάτους" σου λέει ότι καμιά πενηνταριά "δικοί σου" κοινοί φίλοι με τον ΓΑΠ, ω, ναι, φίλε μου. Είναι η ώρα να αρχίσεις να ανησυχείς...

Άσε με. Να σ' αγαπάω...

Όταν είσαι ερωτευμένος, θες να φωνάξεις (δεν θες;). Θες να μοστράρεις παντού το αντικείμενο της αισθηματικής σου σούζας. Κι αν το αίσθημα είναι σύνθετο – καψούρα πλας θαυμασμός – πάει, αρρώστησες.

Κι αν ο λεγάμενος, είναι της υπέρβασης και των καλών ελληνικών και σου λέει προστυχόλογα του τύπου «είναι πάρα πολύ δύσκολο να πετύχουμε τον στόχο μας σε συνθήκες ύφεσης», αντιλαμβάνεσαι ότι είσαι πολύ, μα πάρα πολύ μπλεγμένη.

Δεν αρκούν οι φιλενάδες, οι καφέδες και οι «συνεδρίες» με κολλητούς και πρωήν. Τι να χέσει ο ψυχίατρος μπροστά στο μαρτύριο του να μπαινοβγαίνεις στην κόλαση του έρωτα του; Και ποιος; Πες μου, ποιος ταπεινός μπορεί να καταλάβει εκείνο το «...ανυπερθέτως, πρέπει να τηρήσουμε το δημοσιονομικό στόχο για το 2011 και το 2012».

Αντιθέτως, όλοι μπορούν να αντιληφθούν ότι άντρας που χτυπάει το χέρι στο τραπέζι και λέει «η χώρα δεν (θα) δέχεται εκβιασμούς και ταπεινώσεις» (σ.σ.: αν επιτευχθεί ο δημοσιονομικός στόχος), είναι άντρας φτιαγμένος από σίδερο κι γι’ αυτό άξιος (του έρωτα σου).

Στα γεράματα με βρήκε ο μεγάλος, ο ανείπωτος, ο άνευ όρων (έρως). Και πήγα και διάλεξα τον δύσκολο δρόμο (διότι όλες – σοβαρές και ασόβαρες – είναι τ’ανάσκελα με τον άλλονε, τον αθλητικό, με τα κολάν, τα κανό και τα γκρίκλις). Εγώ όμως, ηράσθην εκείνον που δεν θα κωλώνει στο Economist, εκείνον που όταν εγώ θα σφαδάζω στα πατώματα, εκείνος θα μου λέει γι’ αυτό που πρέπει να κάνουμε κι ας πονάει.

Να δεις πως μου το ‘πε: «Αν δεν κάνουμε τώρα αυτά που πρέπει, θα αναγκαστούμε να τα κάνουμε, όχι πολύ αργά, υπό συνθήκες οδυνηρές. Όλοι το ξέρουν αυτό, έχω ενημερώσει τους αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων και τους εκπροσώπους των κοινωνικών φορέων». (Ακόμη τρέμω...).

Κι εγώ εκεί. Να σκίζω τις μπουγάδες μου.

(«Εσύ να φταις κι εγώ συγνώμη να ζητάω (καλέ) σου λέω, άσε με, άσε με, άσε με, να σ’ αγαπάααω!!!»).

Γιατί δεν είναι ότι τα λέει, όπως τα λέει, το άτιμο και σε στέλνει στον Θεό, είναι και το που τα λέει. Στο Καβούρι, που εκεί παρά δίπλα έχει από τα πιο ενημερωμένα spa της ελληνικής ξενοδοχοσύνης. Και πώς, πες μου, πώς αντιστέκεσαι - εσύ η ορθολογίστρια, η τετράγωνη, η ταμπουρωμένη - σ’ έναν άντρα που ξέρει να συνδυάζει το τερπνόν μετά του ωφελίμου;

Και να ‘χεις κι όλες αυτές τις σκορδόμπηχτες να κάμουν ρεπορτάζ για τα κακά ελληνικά του. Γιατί το δόλιο το αγόρι, πάνω σε στιγμές ζέσης και δουλειάς τρελής έγραψε στο Twitter τη Φινλανδία με ένα «νι».

Νιώσε με. Περνάω δύσκολα. Και μοναχικά. Γιατί δεν μπορώ να βγάλω τσιμουδιά. Αυτός είναι ένας αητός και εγώ μία λαλημένη (και μαδημένη) δεκοχτούρα. Μόνη μου το περνάω όλο αυτό. Στα σκοτάδια...

Χριστέ μου, πόσο περήφανη νιώθω. Γι’ αυτό που νιώθω. (Και ενώ ξέρω ότι καμία ελπίδα δεν έχω για ανταπόκριση... Πούσου!!!!)

ΥΓ1.: Τι άλλο να κάνω για ν’ αποφύγω το παλούκι της ΔΕΗ; Η πεθερά μου είναι ήδη στα κλαδιά: 1200 ευρώ της βγαίνει το κουστουμάκι...

ΥΓ2.: Στο Σύνταγμα δεν ξανακατεβαίνω. Αν θέλω σουβλάκια, φτιάνω και μόνη μου.

ΥΓ3: Βρε, μήπως να αγαπήσω τον Αντώνη; Εκείνο το «μας έχει φύγει ο πάτος» με έβαλε σε σκέψεις. Αλλά και πάλι, αν τέτοια λόγια δεν σ’ τα λέει κάποιος με υπολογίσιμο τονάζ δεν φτουράνε...

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011

Τι 'χες, Γιάννη; (Τι 'χα πάντα)

Όχι ότι μ’ αρέσαν ποτέ τα συμβατικά θεάματα, αλλά αυτό με τον Μελισσανίδη – Άμλετ με ξεπερνάει, με συγκινεί κι αν δεν είχα καβατζάρει και τα 33, θα έγραφα με δονεί, αλλά πλέον πονούν οι αστραγάλοι μου και δεν είμαι για ζόρια.

Ειλικρινώς, αδυνατώ να εννοήσω προς τι όλο αυτό το μπρούχαχα και η καζούρα που πέφτει εναντίον του Ιωάννη στα διαδίκτυα (ελληνάρες, παιδί μου!!! Προτιμάτε τον Μπένι και τον ΓΑΠ, κρυφομαζόχες!!!).

Και εννοείται ότι δεν είμαι καθόλου αντικειμενικιά, διότι το αγαπώ αυτό το παιδί, από τότε που ήμουν κι εγώ παιδίσκη, καθότι ενσαρκώνει (ναι, ναι, κόφτε τα χάχανα) το όνειρο της ελληνίδας μάνας: πεισματάρικο, σπουδαγμένο, αριστούχο, και της τσογλανιάς και της αριστοκρατίας, και γιατρός και ολυμπιονίκης, και πρώην ασχημόπαπο (αλλά πάντα κορμάρα) και νυν... (βάλτε κάτι τελοσπάντων, δεν μου ‘ρχεται). Και καινοτόμος και τολμηρός και στο Μπρόντγουεϊ (μην το ‘χεις λίγο) και στον «Καλλιγούλα» κι άμα λάχει δέρνει κιόλας (έτσι λένε, μπροστά δεν ήμουν....).

‘Νταξ’. Έχει κάνει και κουλαμάρες.

‘Νταξ’. Έχει φωτογραφηθεί και με σάνδαλο και βρακάκι περίεργο.

‘Νταξ’. Ισιώνει και το μαλλί και έχει κοτσάρει και φακό επαφής που (σε) σκιάζει.

Ε, και; Το ’96 (έδινα πανελλήνιες κι είχα πάθει λαλά, κάποιον έπρεπε να αγαπήσω εκτός από τον Πλάτωνα, πανάθεμα το άγνωστο κείμενο και τη μετάφραση του) τον Αλεξέι Νέμοφ περιμένανε χρυσό και τον έβαλε ο Ιωάννης να φάει τα ταπί και δώρο για επιδόρπιο τον Βιτάλι Σέρμπο.

Ε, και; Το παιδί έχει κάψει τη σπονδυλική του στήλη στη γυμναστική. Δίσκος για δίσκος, σου λέει (ο γιατρός μου) δεν έχει μείνει.

Και τι κακό έκαμε; Στον "Άμλετ" το γύρισε και έτσι νιώθει ευτυχής.

Ενδεχομένως, το πνεύμα του Σέξπιρ σκίζει τα κουρτινάκια της Πίπας (Μίντλτον) και σβουρδάει στο πάτωμα τις πορσελάνες της βασιλίσσης της Αγγλίας.

Και ενδεχομένως, ο πρίγκηψ της Δανιμαρκίας να σφιγγότανε λιγότερο, όταν σκεφτότανε τι τσουλάκι ήταν τελικά η μαμάκα, που αγκαζάρισε τον αδελφό του αντρός της πριν τα 9μερα, πλην όμως τις πλατάρες του Ιωάννη δεν τις είχε που να κοπανιότανε!

Αλλά το παλλικάρι προσπαθεί. Παραδεχτείτε το.

Το ξέρω. Η ερμηνεία κάτι (σας) κάνει, σας ψιλο-αποσυντονίζει το μάτι που έχει ένα αλάφιασμα. Αλλά ο τρόπος με τον οποίο φτύνει με αγγλοσαξωνικό αξάν τις λέξεις, δεν είναι ένα ποίημα (χαλάλι το Ρογιαλ Ακάντεμι οβ Αρτς);

Όχι, βρε Ελληνάρα, πες κι εσύ με τέτοιο αξάν «μπατ του μανθς ντεντ, νέι, νοτ σόου ματς, νοτ του, σόου έξελεντ έι κινγκ δατ γουόζ, του δις χαϊπίριον του έι σέιτιρ: σόου λάβινγκ του μάι μάδερ δατ χι μάιτ νοτ μπιτίμ δε γουίντς οβ χέβεν» και όλον τον λοιπό γλωσσοδέτη του τάχα μου δήθεν σαλταρισμένου Άμλετ και θα σε ράβω τσάμπα μέχρι που να... χρεωκοπήσουμε. Άιντε!


ΥΓ1.: Μη δω κακό σχόλιο για το παιδί, θα βριστούμε.


ΥΓ2: Θα «κρέμαγα» και το σχετικόν βίντεο με τον Ιώαννη – Άμλετ, αλλά τα σχόλια στο Γιου Τιουμπ βρωμούν αντρίλα και πάει καιρός που με συγκινούσε η ποδαρίλα και το νύχι με πένθος.


ΥΓ3: Παρ’ όλ’ αυτά, με το τρέιλερ Σεργουλόπουλου – Μπακοδήμου κλαίω απ’ τα γέλια. Μήπως δεν αγαπώ τόσο τον Ιωάννη, τελικώς;


ΥΓ4: Πάω στοίχημα. Άλλα περιμένατε και τη «βγήκα» με... Ιωάννη. Τι να κάθομαι να «γαζώνω» τώρα για ενάμιση χρόνο απουσίας από το «ραφείον;». Ας πούμε, απλώς, ότι ήταν ένα μεγάααλο ταξίδι με καλούς, κακούς, καραγκιόζηδες, πολύ και λίγο μαλάκες, μικρές και τεράστιες γκαντεμιές, αλλά ευτυχώς κουμπάρε που δεν πάθαμε και τίποτα, που λέει και το ανέκδοτο. (Που πάθαμε και το ξέρει μόνο η ψυχούλα μας και κανά δυο ψοφίμια. Aλλά αυτά θα κρατήσουν το στόμα τους κλειστό για να αποφύγουν την ξεφτίλα και εμείς για να συμμαζέψουμε τα άντερα μας απ’ τα πατώματα, δεν μας φταίνε οι πελάτες. Ελπίζω, δηλαδή, γιατί με τα αληταριά ποτέ δεν ξέρεις, αλλά ποτέ δεν ξέρουν κι αυτά. Σωστά;).


ΥΓ5: Είναι ωραίο να γυρίζεις σπίτι. Αν εξαιρέσεις τις σκόνες, τα άπλυτα και τους ληγμένους λογαριασμούς.(Και τον Γιωργάκη. Και τις βλακείες του. Αλλά είπα να κάνω έντρι χωρίς εμπάθειες).


ΥΓ6: Μωρ’ τι απέγιναν οι «Αγανακτισμένοι»; (το μπι κοντίνιουντ).

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011

Κάμινγκ χόμ







Ψαλίδια. Τσεκ. Κλωστές. Τσεκ. Βελόνες. Τσεκ. Μόλις αλλάξω και πατάκι στην εξώπορτα, μιλάμε.

Παρασκευή 5 Νοεμβρίου 2010

Με το ψαλίδι στο χέρι, εις το επανιδείν...

Θα ήταν εξαιρετικά αχάριστο από μέρους μου να το λήξω έτσι. Σκεφτόμουν κάτι του τύπου «αν αργήσω φάτε», όχι πολύ συναισθηματικό, κομματάκι βάρβαρο γιατί δεν μου πάνε και οι αποχωρισμοί {δεν βλέπεις χάλι; Από το Μάιο το σουρντίζω το «έχε γεια» και δεν μου βγαίνει…}.

Για να ‘μαι ειλικρινής δεν θέλω να το αφήσω το «ραφείο».

Το άνοιξα σε μια περίοδο που όλα ήταν σκατά – με το συμπάθειο -, δεν εκινείτο φύλλο {μέσα – έξω} και η φυσική τάση των πραγμάτων {και η δικιά μου} πήγαινε για του παπά το κουτάλι.
Πέρασα τόσο καλά, που να πάρει ο διάολος, που σχεδόν ανατριχιάζω, όταν θυμάμαι τον εαυτό μου να κλαίει μέχρι χαλασμού ή να κρατάει κοιλιές από τα γέλια, άγριο χάραμα ή μαύρα μεσάνυχτα. Οι καλύτερες ώρες γι’ αυτές τις δουλειές. Κι ύστερα «γνώρισα» τόσο κόσμο, τόσους καλούς και παράξενους ανθρώπους. Και γνώρισα και τρεις που ακόμη το λέω – και θα το λέω μέχρι το τέλος – ότι αν είχα λίγη τύχη θα τους γνώριζα 10 χρόνια πίσω, τουλάχιστον.
Και μετά όλες αυτές οι γνώμες, τα σχόλια {μακρόθεν}, οι καφέδες, οι μεζέδες {από κοντά}, το βρισίδι, οι διαφωνίες {πάλι μακρόθεν} και όλα αυτά τα καλά λόγια που ακόμη και τώρα αμφιβάλλω, αν τ’ άξιζα… Κι όλα αυτά τα μέιλς {82 τον αριθμό παρακαλώ!}, άλλα παραπονιάρικα {«γιατί σταμάτησες; Γύρνα πίσω!»}, άλλα βρισιάρικα {«είσαι μια κότα και μισή που φοβάται ακόμη και για καφέ να πάει χωρίς ψευδώνυμο!!!»}, άλλα ανήσυχα {«ζεις; Σου συνέβη κάτι; Ρε συ, γράψε μια λέξη…»}. Και κάποια ξεκαρδιστικά κακοήθη {«Το αφεντικό σου ξέρει τι κάνεις τα βράδια;»}.

Τι έλεγα; Α, ότι δεν θέλω να το αφήσω το ραφείο. Αλλά με «αφήνει» αυτό. Δεν το καταλαβαίνεις πως γίνεται. Πρώτα, σε πιάνει άρνηση {πολύ βρισίδι για το τίποτα, συσσωρευμένος θυμός και κακοήθεια στα σχόλια, περίεργες καταστάσεις}, μετά μια τάση υποχρέωσης, κυρίως σε όσους δημοσιοσχεσίτικα είδαν το όλο θέμα με το blogging και πιο μετά τσαντίλα. {Που δεν μπορείς – για πολλούς και διάφορους λόγους - να βγεις φόρα παρτίδα και να βριστείς, να συγκρουστείς, να το ‘φχαριστηθείς και μετά να πας να κοιμηθείς. Ήσυχος…}.
Και μετά είναι και η ημι-ανεργία. Που σου τρώει χρόνο περισσότερο απ' ότι μια φουλ εργασία. {Που έτσι που τα 'κανε ο Ζορζ, ποτέ δεν θα την ξαναδούμε όπως την ξέραμε. Με ΙΚΑ, δώρα Χριστουγέννων, επιδόματα, κουλουπού...}.

Όσο για τα του Τύπου; Δεν υπάρχει λόγος να συζητά ή να γράφει κανείς γι’ αυτά, ανωνύμως, πλέον. Αστείες καταστάσεις, από αστείους ανθρώπους. Όσο τις σκαλίζεις τόσο βρωμάνε. Πλέον, βρωμάνε και διαδικτυακά. Και το κέρδος γίνεται χασούρα, ανακατεμένη με το άλλοθι της… αυτορρύθμισης. My ass!
Τέλος πάντων, με πονεί που το «κλειδώνω» το μαγαζί, ειλικρινώς. Γιατί ο «κοπτοράπτης» μ’ έβγαλε στον αφρό την ώρα που με κατάπινε το Αιγαίον πέλαγος. Μου συντόνιζε το τικ –τακ την ώρα που πίστευα ότι εντός είχαν «ξεραθεί» τα πάντα. Όχι κι άσχημα δηλαδή, για μεταχειρισμένο μηχάνημα με προβληματικά λάστιχα και ψιλοτσακισμένους κλώνους… Κι ύστερα, δεν έχω παράπονο, το ‘κανε το θαύμα του: έχωσε τη γαζώτρια τσόντα σε ένα βιβλίο ρεφενέ, βοήθησε στην πτυχιακή δύο κοριτσιών, ε, έβγαλε και πέντε ειδήσεις για τα ΜΜΕ και δημιούργησε κι αγάπες. Πολλές. {Τις αντιπάθειες, με το μπαρδόν, τις «γράφω» κανονικά. Είναι μετρημένες, τις ξέρω και με ξέρουν και κακό της κεφαλής τους…}. Καθόλου κακά, για μηχάνημα ραφείου που δεν το ‘δε ποτέ μάστορης.
Κι ύστερα ήρθε το φετινό καλοκαίρι… Μύλος. Από παντού. Ήτο δε καλοκαίρι… γνωριμιών. Βάλαμε και στην τσέπη μας, που λέει ο λόγος. Από καναλάρχες και εκδότες {σοβαρούς κι ασόβαρους, παρατρεχάμενους πλουσίων και φτωχοδιαβόλους παπατζήδες}, μέχρι επαγγελματίες συνδικαλιστές με εμπειρία στα λουκέτα και τις απολύσεις. Στο ενδιάμεσο – και από στραβωμάρα της τύχης – πετύχαμε και κάτι μυστήρια παιδιά, λίγο τζαναμπέτικα και ξινά σαν κι εμάς, αλλά κατά βάθος…βούτυρα Κερκύρας. Αλλά και κάτι χαμένα κορμιά για πνίξιμο στα ρηχά και πάει λέγοντας. Ό,τι παθαίνει όλος ο κόσμος, δηλαδή. Χάσαμε και ένα φίλο – έχει να κάνει και με το πώς τη βλέπεις τη φιλία, αλλά αυτό αργήσαμε να το καταλάβουμε – κερδίσαμε λίγα ξενύχτια παραπάνω {δια λόγους υγείας} και φρίξαμε στην εκπνοή του Αυγούστου, όταν είδαμε ότι δεν πήγαμε διακοπές για να δουλέψουμε και πάλι μία δεν έχουμε {όποιος θέλει την πατέντα γι’ αυτό το πράμα τη χαρίζουμε}…
Δεν το ζορίζω άλλο, διότι είπαμε γουρούνα μεν, αλλά είναι να μην ανοίξει η βρύση: σας ευχαριστώ όλους {ΟΛΟΥΣ, ΟΜΩΣ} πολύ! Πάρα πολύ. Γι’ αυτά τα 3 - και κάτι- γεμάτα χρονια. Τόσο, που δεν υπάρχουν λόγια. Λύκε, Swell, Mediator, Σταυριάννα ήταν να μη βρεθούμε. Άπαξ και βρεθήκαμε, βρεθήκαμε.
Και προς Θεού, το μαγαζί «κλειδώνει». Όχι το πληκτρολόγιο. Κάπου εδώ θα είμαι, θα (σας) βλέπω και θα με «βλέπετε». Και κάποια στιγμή, σίγουρα πράματα, θα «ξαναβρεθούμε». Με το ψαλίδι στο χέρι…