Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2008

Παρλαπιπιές


Σ’ αγαπώ, σ’ εκτιμώ, έλα και κάτσε στο κεφάλι μου επάνω, που λέει ο λόγος.
Αλλά προς Θεού, μη με πιάνεις στην παρλαπίπα.

Κι όταν λέμε παρλαπίπα, εννοούμε νον στοπ.

Να ξεκινάει με 10 λεπτά και να τελειώνει με πεντακοσάευρο…
Είχα μια τέτοια πελάτισσα, ανοικονόμητη και απαιτητικιά, που αν σε πιάσει στο μπλα μπλα, στ’ ορκίζομαι, την έβαψες.
Βρε, να θες να πας για τσίσα σου, να σ’ έχει πιάσει πονοκέφαλος από το σφίξιμο, η ρουφιάνα δεν πρόκειται να σ’ αφήσει να σηκωθείς.
Μια φορά για το στατιστικόν του πράγματος, τη χρονομέτρησα την άτιμη: 2 και 20 μετά μεσημβρίας είχε απιθώσει τον απαυτό της πάνω στον κοπτοράπτη κι όταν με το καλό τον ξεπέζεψε, το μηχάνημα είχε ζεσταθεί και το ρολόι έδειχνε 5 παρά τέταρτο. (Και φθηνά τη γλιτώσαμε, να λες, γιατί είχε κι άλλο υλικό για...εξαγωγή, αλλά σε κάποια κανάλα είχε να πάει και έτσι σπατσάραμε στην βολική τιμή των 2 Ντεπόν μόνο!)
Και να πεις ότι η παρλαπίπα είναι…εκπαιδευτική, να πάει στα κομμάτια! Του κερατά!
Θα μάθεις και κάτι. Αλλά το μόνο που έμαθα, απ' αυτό το δυομισάωρο μαρτύριο, είναι ότι την καλή την αποτρίχωση στα φρύδια την κάνουν Αιγύπτιες! (Μα τω Θεώ, να μη σηκωθώ απ’ τον κοπτοράπτη…).
Και το θέμα δεν είναι η παρλαπίπα. Ούτε ότι η παρλαπίπα δεν περιέχει τίποτα που να σ’ αφορά, οπότε να κάτσεις να την ακούσεις.
Το θέμα είναι η ανικανότητα που νιώθεις μπροστά στην παρλαπίπα. Η παράδοση άνευ όρων.
Διότι την παρλαπίπα δεν μπορείς
- να τη διακόψεις
- να κάνεις διάλογο μαζί της
- να διαφωνήσεις (ούτε γι’ αστείο)

Οι εργάτες της τηλεόρασης το γνωρίζουν πολύ καλά αυτό. Απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη. Είναι νόμος: η παρλαπίπα σου γεμίζει τηλεοπτικό χρόνο, αλλά λειτουργεί με επαναφορτιζόμενο ανταπτοράκι.
Δεν διακόπτεται (με την καμία), δεν καλοπιάνεται (έχει πάρει φόρα από μόνη της), δεν σταματά ποτέ (ντούρασελ!) και μη τυχόν και τη βουρλίσεις με καμιά μαλακία που θα (τολμήσεις να) ψελλίσεις, διότι δεν θα σε ξεπλένουν μήτε τα νερά της Κολάσεως.
Επίσης, η παρλαπίπα - συνήθως - τα ξέρει όλα: σε μία γκάμα που εκτείνεται από τη Μονή Βατοπεδίου μέχρι τη Αιγυπτία φρυδού, γνωρίζει τραγικές (και 9 στις 10 άχρηστες) λεπτομέρειες που μπορεί να σε ρουμπώσει με το που θα καταλάβει -όχι ότι πας να της βγάλεις γλώσσα- απλώς να ανασάνεις.
Η τηλεόραση είναι το ιδανικό έδαφος για παρλαπιπίστικες συμπεριφορές, κυρίως αν η ιδανική τους κατάληξη είναι το μουτζοπιάσιμο και τα μπινελίκια.
Ψυχοπιάνομαι όταν με βρίσκει τέτοια συμφορά, παρντόν, πελατεία ήθελα να πω.
Αρχίζω και λειτουργώ σε… καταστολή (μέθοδο που εφαρμόζω και σε ταξιτζήδες του είδους).
Υιοθετώ φιζίκ μισοκακόμοιρο και στον ρήτορα που ήρθε να μου ραφτεί απαντώ με «ναι», «όχι», «χεράκι πάνω», «να μετρήσουμε και μέση και τελειώσαμε» και τη ξεμπερδεύω.

(Συνήθως, γιατί υπάρχουν κι εκείνοι που δεν πτοούνται από το μουγκοθοδωρέ στυλ και το βάζουν στοίχημα να σε στείλουν σπίτι σου με ημικρανία!).
Και λυπούμαι – από καρδιάς μιλώ και δεν κάνω πλάκα – τους κυρίους και κυρίες των ΜΜΕ που έχουν να συναναστρέφονται τέτοια πελατεία.
Κουράγιο τέκνα! Να σκέφτεστε πάντα ότι η παρλαπίπα, ειδικά αν είναι και γυρολόγος, θα σας αφήσει στην ησυχία σας το πολύ – πολύ σε κανά δίωρο. Μετρημένο με τη μεζούρα!

Υστερόγραφον 1: Είδες ο κ. Κοντομηνάς; Τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι! Τους μάζεψε ούλους, τους τα ΄πε τάκα – τάκα και τους άφησε να χτυπιούνται! 125,7 εκατομμύρια γιούρια είναι αυτά. Θα ‘χουν να λένε και στα εγγόνια τους!

Υστερόγραφον 2: Άντε και στο κεφαλάκι καμιάς άλλης κανάλας που ζορίζεται και πιστεύει ότι θα τη βγάλει καθαρή μόνο με παρλαπιπιές!


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ:

thelongestlistofthelongeststuffatthelongestdomainnameatlonglast.com





Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2008

Διαγωνίσματα!


Έχω μια φυσική απέχθεια για τους διαγωνισμούς. Για τα τεστ. Την ευγενή – και αγενή μη σου πω – άμιλλα.
Ας υποθέσουμε ότι είμαι καλή σε κάτι. Στην καλαθοπλεκτική, ας πούμε.
Και μαζί με μένα είναι καλοί και άλλοι 99. Αν… διαγωνισθούμε (όλοι εμείς οι 100) το μόνο βέβαιο, είναι ότι ο τελευταίος, ο πιο ρεμπεσκές από τους 99 θα μου βάλει τα γυαλιά και θα μου δώκει τις κλωστές – παρντόν, τα καλάμια - στο χέρι.
Το πρόβλημα δεν είναι σημερινό. Είναι παλιό.
Στο σχολείο ας πούμε, όταν είχαμε…διαγωνίσματα, με έπιανε πονόκοιλος, ίλιγγος, ήθελα τη μαμά μου και τελικώς έγραφα… σκατά (συγνώμη κιόλας πρωινιάτικα).
Στο πανεπιστήμιο, όταν μαζευόμασταν καμιά δεκαριά κοπτοραπτούδες για να διαβάσουμε, έπαιρνα το βιβλίο και πήγαινα – κανονικά! – για ψάρεμα.

Διότι, ακόμη κι αν λυσσούσαν οι συναδέλφισσες ότι εγώ είμαι η πιο… έτοιμη, ητο μοιραίο, τη στιγμή που θα βρισκόμουν απέναντι στον εξεταστή, ότι θα ήθελα να κάνω οτιδήποτε άλλο – τσιγάρο, τατουάζ, κουβέντα για κραγιόν – απ’ το να αποδείξω τι στα ρημαδοκομμάτια ξέρω για να πάρω βαθμό. Χα!

Γενικώς, η έννοια του κομπετίσιον εμένα προσωπικά με αναστατώνει και την αποφεύγω και καλύτερα δώστε μου μια ήσυχη γωνιά να τα τινάξω παρά να διαγωνιστώ...

Δεν είναι ο εξεταστής που φοβάμαι, αν με εννοείτε.
Είναι αλλού η... φοβία.
Παράδειγμα: ας πούμε, δεν θα ήμουν ποτέ η Ζαρίφη (ούτε ο Μουτσινάς) και να ξέρω ότι τη Δευτέρα θα βγει από «απέναντι» η Ελένη με τα μαστίγια.

Θα μου πεις, κάπως έτσι γίνονται τα μονοπώλια.

Ναι, αλλά το προτιμώ, χρυσέ μου, απ’ το να βγει ο ιξ τελευταίος μετά και να μου πει «τι – δεν – έκανα – σωστά»… (Έιδικά, αν δεν έχω προετοιμαστεί για να το κάνω... σωστά...)
Διότι το θέμα δεν είναι ο… βαθμός, η τηλεθέαση, σα να λέμε.

Ο φόβος έγκειται στο "μετά"...
"Μετά", που θα βγει η μανταρίστρα, η κομμώτρια, η μπαλωματού και θα αρχίσουν να μου λένε «τι δεν έκανα σωστά».
(Δημοκρατία δεν έχουμε; Ε, αυτό το επιχείρημα θα είναι αρκετό για να τις αμολήκουν άνευ χαλινού...).
Ας πούμε στο τάδε καρέ δεν έπρεπε να βήξω και στο πιο κάτω στιγμιότυπο δεν έπρεπε να ξύσω τη μύτη μου.
Και μετά το πράγμα φτηναίνει, γίνεται κουρελάκι για να παίζει η γάτα μου και χάνεται και η έννοια του κομπετίσιον…

Διότι (πάλι «διότι») ποτέ δεν σε κρίνει αυτός που ξέρει.
Αυτός που έχει φάει το αγγούρι πριν από ‘σένα, οπότε και δικαιούται να ομιλεί και η γνώμη του έχει ένα βάρος.
Δυστυχώς – για ‘μένα, για ‘σένα, για όλους – σε κρίνει μια κυρία με:
- μαλλί κράνος και μυαλό νάθινγκ
- προτεραία ασχολία «τρώω τα λεφτά του συζύγου»
- καιρό για χάσιμο, καθότι πριν από ‘σένα τίποτα δεν έκανε καλά και κατήντησε πανελίστρια!

Βέβαια, πάντα υπάρχει το σοβαρό ενδεχόμενο στη θέση του κριτή να βρεθεί ο Ζουράρις ή ο Πρέκας, οπότε το πράμα αλλάζει.
Απ’ το να σε αρχίσει στα «συναμφότερα» ο ένας και στα χάχανα ο άλλος, προτιμάς να πας για ψάρεμα έτσι κι αλλιώς…
Επίσης, υπάρχει το ακόμη σοβαρότερο ενδεχόμενο, το τηλεοπτικό σου πεπρωμένο να σε κάνει… σύζυγο υπουργού.
Εκεί, επιλέγεις, πριν αρχίσουν τα φασκελίδια απ’ το σύστημα (των κομματικών κομμωτριών και τιγκελούδων) να πας σπίτι σου και να δέεσαι να πέσει η κυβέρνηση, γιατί αλλιώς άσπρη μέρα δεν…
Δεν συζητώ τι μέλλεται, όταν σου ξημερώνει να γίνεις η Ελεωνόρα Μελέτη. Και δεν το συζητώ, διότι σκορτσάρει ο κοπτοράπτης και θα μείνει η πελάτισσα με μισιακό φουστάνι…
Κλείνω με μία προσφορά προς άπασες τις πρωινές κυρίες, ειδικώς του ψυχαγωγικού τομέα της κάθε κανάλας ξεχωριστά:

Κορίτσια, το κατάστημα ράβει τσάμπα ωραιότατα πρωινά ταγεράκια, μονδέρνα και ασορτί με την ώρα που…εμφανίζεσθε.

Πρωί πρωί ΔΕΝ φοράμε βραδινά φορέματα, μακριά σκουλαρίκια, ντεκολτέ μέχρι το βρακί και γόβες ιδανικές για σαφάρι κατσαρίδας στις βρώμικες γωνίες του πλατώ.

Για περάστε, για περάστε!



ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.oceanrainbow.com

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2008

(Ανώτερη) ζωολογία και Κοπτοράπτης


Με τη ζωολογία θα ασχοληθώ σήμερα, διότι κάθε Κοπτοραπτού που σέβεται τον εαυτό της παρακολουθεί ντοκιμαντέρ, όχι απαραιτήτως στον ΣΚΑΪ…
Από τα πιο θαυμαστά είδη του ζωικού βασιλείου, λοιπόν, είναι τα δίποδα που κυκλοφορούν στα λογής – λογής κοπτοραπτεία και ανήκουν στη συνομοταξία «Μουτζαχεντίν του Αφεντικού» ή «Παραταξιακά Ταλιμπάν»!
Οι… ονομασίες τους προέρχονται είτε από την ιερή προσήλωση με την οποία υπηρετούν τον Αφέντη είτε από το πόσο ταγμένα είναι στα πολιτικά «πιστεύω» της παράταξης.
Τα πρώτα είναι μάλλον αντιπαθή δίποδα, τα δεύτερα είναι συνήθως χαζούλικα λόγω του «ταξίματος» τους στα… ιδεώδη και τους… αγώνες της παράταξης. Σε κάθε περίπτωση, και οι δύο κατηγορίες είναι πανεύκολο να εντοπιστούν και βεβαίως να αποφευχθούν, αφού ο συγχρωτισμός μαζί τους εκτός από σταφυλόκοκκο και Καλαζάρ μπορεί να προκαλέσει και οξεία αφραγκίτιδα, για λόγους που θα αναλυθούν κάτωθι.
Σημειώνεται δε ότι τα εν λόγω δίποδα, όσο κι αν μοιάζουν για κατοικίδια, ωστόσο και επειδή είναι ανεπίδεκτα εμβολιασμού, ωφέλιμον κρίνεται να διατηρούνται εκτός της οικίας, καθότι όποιος κάτσει με στραβό το πρωί αλληθωρίζει…

ΓΕΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ «ΜΟΥΤΖΑΧΕΝΤΙΝ ΤΟΥ ΑΦΕΝΤΙΚΟΥ»

Δεν υπάρχουν. Ζουν ανάμεσα μας. Μέχρι να εμφανιστεί το «Αφεντικό». Άμα τη εμφανίσει του, μακραίνει η γλώσσα, κυρτώνουν οι ώμοι, αυξάνεται η παραγωγή σίελου και άπαντες πέριξ του «Αφεντικού» - ειδικά αυτοί που τυχαίνει να συμπαθεί – είναι εχθροί.
Αν και το εκπαιδευμένο μάτι, τους εντοπίζει εύκολα, σε περίπτωση που η εμπειρία δεν βοηθά, αξίζει να στήσει κανείς αυτί στις συναδελφικές κουβέντες καλόπιστη κοινωνικής κριτικής (aka «θάψιμο»). Κάποιος θα βοηθήσει, αναφέροντας λέξεις όπως, ο «δούλος του Σκότους», το «τσουτσέκι», το «τσιράκι», το «αντ’ αυτού / -ης». Πρόκειται για πολύτιμη πληροφορία, την οποία δεν αγνοούμε!

ΟΔΗΓΙΕΣ

ΔΕΝ – «δεν», όμως – πιάνουμε φιλίες με το «Μουτζαχεντίν του Αφεντικού». Εκτός κι αν προτιθέμεθα δίκην αύξησης ή προαγωγής, να ρισκάρουμε α) την ευλυγισία της μέσης μας, β) το ενδεχόμενο να μην καταλάβουμε πότε χάσαμε το ένα – μπορεί και περισσότερα – από τα πέντε μας δάχτυλα.
Διότι το «μουτζαχεντίν» έχει μία τάση να μετατοπίζει ευθύνες και να φορτώνει τις ανυποψίαστες κοπτοραπτούδες με δικές του δουλειές!
Και δεύτερον, διότι αν καταλάβει ότι υπάρχει ικανότερος από την περίπτωση του, τα δαχτυλάκια που λέγαμε θα γίνουνε… κιμάς!
Δεν υποτιμούμε τις ικανότητες του: μπορεί να τα έχουμε όλα στην εντέλεια, αλλά το «μουτζαχεντίν» έχει ταλέντο στην ίντριγκα. Και επειδή το ταλέντο του το ανακαλύπτουμε μετά την έξοδο μας από το… κοπτοραπτείο, καλόν είναι να μην ομιλούμε ούτε τόσο ώστε να μας «αγοράζει», ούτε πιο λίγο ώστε να μας υποψιάζεται!
Είμεθα κύριοι και κυρίες, τηρούμε τις αποστάσεις ασφαλείας, δεν χαϊδεύουμε το δίποδο κουτάβι με τους χαυλιόδοντες, διότι μπορεί να παραγνωρίστουμε και τότε σώσον Ελέησον και επιστρέφουμε πάραυτα στην ασχολία μας.
Εννοείται, ότι δεν υβρίζουμε το «Αφεντικό» μπροστά του, εκτός κι αν θεωρούμε ότι ήρθε η ώρα για αλλαγή εργασιακού περιβάλλοντος.


ΠΡΟΣΟΧΗ – ΠΡΟΣΟΧΗ: Το «μουτζαχεντίν», σε κάποιες φάσεις της ζωής του και λόγω της τρελής πίεσης που του ασκείται από το «Αφεντικό» έχει… «ξεσπάσματα»! SOS! Δεν τον πλησιάζουμε, όταν δείχνει την τάση να… εξομολογηθεί θανάσιμα μυστικά και δεν το παίζουμε παρηγορητές και σύμβουλοι. Διότι, στο πρώτο χάδι στην κυρτωμένη πλάτη που το «Αφεντικό» θα χαρίσει στο «Μουτζαχεντίν», απλώς σκεφτείτε ποιος θα είναι εκείνος που επειδή γνωρίζει «κακά πράγματα» θα υποστεί φάλαγγα και τέλος, εκπαραθύρωση.
Επίσης, αποφεύγουμε συναντήσεις του «Αφεντικού» με το «μουτζαχεντίν» του πάνω απ’ τον κοπτοράπτη μας. Διότι, δε φτάνει που ‘χουμε να γαζώσουμε τα μαλλιοκέρατα μας, μετά θα πρέπει να σφουγγαρίζουμε και τα σάλια.

ΓΕΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ «ΠΑΡΑΤΑΞΙΑΚΩΝ ΤΑΛΙΜΠΑΝ»

Εν γένει θα περάσετε ζάχαρη. Ανεξαρτήτως παράταξης. Αν το χιούμορ σας είναι κάπως… διευρυμένο, θα κάνετε καινούριο συκώτι. Στο σπίτι σας, όταν θα ξαναφέρνετε στο μυαλό σας τι παπαριές ακούσατε σήμερα. Διότι δεν γελάμε μπροστά στο «Ταλιμπάν».
Σε ακραίες περιπτώσεις, δεν χρειάζεται καν να κουραστείτε για να το εντοπίσετε. Ο χώρος εργασίας του είναι ζωσμένος με σημαιάκια και σλογκανάκια του κόμματος. Συνήθως, είναι δίποδο που θέλει ένα καλύτερο αύριο και πιστεύει ότι το κόμμα μπορεί και πρέπει να του το δώσει.
(Ελάτε, τώρα! Μην κάνετε γκριμάτσες! Οι περισσότεροι την περάσατε αυτή τη φάση!).
Είναι το δίποδο που θα σας βοηθήσει αν έχετε: α) συνδικαλιστικό πρόβλημα, β) ερωτικό πρόβλημα, γ) πρόβλημα δυσκοιλιότητας.
Μην τολμήσετε να θεωρήσετε ότι θα σας λύσει και το οικονομικό σας πρόβλημα. Αυτά θέλουν δουλειά και το «ταλιμπάν» δεν μπορεί, διότι για την ώρα…αγωνίζεται. Συνήθως, για να κάνει τη δική του ζωή (μόνο) καλύτερη, αλλά αυτό παραβλέψτε το. Η χειρονομία μετράει!

ΟΔΗΓΙΕΣ

Δεν λέτε στο «Ταλιμπάν» τι κόμμα ψηφίζετε. Ποτέ! Διότι αν ψηφίζετε το ίδιο ΘΑ ΣΑΣ ΤΑ ΠΡΗΞΕΙ! Κάθε που θα αγορεύει, θα ζητά με νεύμα ή με λέξεις την επιδοκιμασία σας… (φτου και βαριέμαι!). Θα σας τσακίζει το νευρικό σύστημα με την εκάστοτε χάρτα του κόμματος και θα σας αγγαρεύει να παραβρίσκεστε σε α) συγκεντρώσεις, β) τραπέζια διαλόγου του κόμματος, γ) παρουσιάσεις βιβλίων στελεχών του κόμματος, δ) κάτι θα βρει, δεν τον φοβάμαι!
Αν πάλι, θέλετε να τον σφάξετε στο γόνατο, επειδή ψηφίζετε κάτι εκ διαμέτρου αντίθετο, η στιγμή της σύγκρουσης είναι πολύ κοντά. Και επειδή είστε κύριοι και κυρίες, δεν λέει να τσακώνεστε σαν τους μπαρμπάδες στα καφενεία για τα πολιτικά!

ΠΡΟΣΟΧΗ – ΠΡΟΣΟΧΗ: Η στάση η οποία σώζει απέναντι σε τέτοια δίποδα, για τις γυναίκες είναι αυτή που υποδηλώνει «ούτε ξανθιά ούτε πεπειραμένη». Το οποίον σημαίνει, ότι αφιερώνετε κάθε μέρα (καλά, μέρα παρά μέρα) πέντε λεπτά στα οποία ακούτε με… αληθινό ενδιαφέρον την ημερήσια κατήχηση και μετά με εντελώς αλλούτερο ύφος λέτε «Συγνώμη, έχω δουλίτσα τώρα, να τα πούμε μετά;». Πιάνει πάντα, αν και το «ταλιμπάν» σαν τον καλικάντζαρο πάντα πιστεύει ότι είστε ένα δέντρο που μπορεί να πριονίσει.
Το αυτό, αλλά στο πιο βιλγκέρ ισχύει και για τους κυρίους.
Και μην ξεχνάτε: αγαπάμε τα ζώα, αλλά προσέχουμε και την υγειά μας!

Αυτά για σήμερα. Με άλλες κατηγορίες δίποδων, θα ασχοληθούμε εις το μακρινό μέλλον, τα φιλιά και τα σέβη μου στους νεοφώτιστους, επ’ ευκαιρίας της νέας σχολικής (και εργασιακής) χρονιάς και καλά μας γαζιά!



ΑΣΧΕΤΟΝ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟΝ

Στη θεία Ντόνα είχα τάξει μία λίστα με τραγούδια παρελθούσης…χρήσης (δεκαετία και βάλε). Γράφε λοιπόν, χρυσή μου, τι άκουγε η Κοπτοραπτού στα 20 της!

1. My girl – Nirvana

2. Love Hurts – Nazareth
3. Bohemian Rhapsody - Queen
4. Must been talking to an angel – Eurythmics
5. Girls wanna have fun – Cindy Lauper
6. Pink – Aerosmith
7. So you want to be (A Rock n’ Roll Star) - Pattie Smith
8. November Rain – Guns n’ Roses
9. Nessuno mi puo giudicare – Katerina Caselli
10. You don’ t own me – Lesslie Gore
11. Σε όλα αυτά προσθέτουμε τα άπαντα του Σαββόπουλου και του Ζερβουδάκη και καλή μας όρεξη!





ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.cartoonstock.com




Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2008

Χερ ας (and my ass)...


«Σ’ το ‘χουνε ξαναπιάσει ποτέ έτσι το κωλαράκι, μανάρι μου;».
Την ατάκα την άκουσα σήμερα το πρωί στο τρένο. Όχι εγώ (προς Θεού, είμαι και λογοπιασμένη γυναίκα! Χε,χε!).
Μία κοπελιά την… άκουσε, η οποία μαζί με το αμόρε της (στραβώθηκε και τον πέτυχε;…) πήγαιναν μάλλον στη δουλειά.
Κι οι δυο όρθιοι – εγώ στριμωγμένη, σαν το σκατό, δίπλα τους – αυτή μπροστά του, αυτός πίσω της (οι αρσενικοί να σταματήσετε τους συνειρμούς, ΤΩΡΑ!)
Αυτός ορεξάτος – μέσα στο τόσο στριμωξίδι, μπράβο του… – αυτή μισοενοχλημένη, μισοχαζεμένη, με ύφος «καλέ μη, καλέ μας βλέπουνε» (και σας ακούνε!).
Το τρένο σε κάθε στάση φρενάρει περίεργα, ο κόσμος πάει κι έρχεται (κι αυτοί οι δυο επίσης), εγώ πάλι, με την τσίμπλα στο μάτι, ζαλωμένη με «υφάσματα», «κλωστές» και «ψαλίδες» προσπαθώ: πρώτον να μην πατήσω κανά Χριστιανό, δεύτερον να διασώσω τον δικό μου τον πισινό, διότι τα χέρια του εραστού έχουν τον…ανοικονόμητο.
Της δαγκώνει το αυτί. Του τσιμπάει την κοιλιά. Τη γαργαλάει. Και κάνει ατσούμπαλες κινήσεις. Της τραβάει το τιραντάκι απ’ το φόρεμα και του δίνει μπατσάκια (έλεος).
Και στο τέλος, λίγο πριν κατέβουν (επιτέλους!), με τα δυο του χέρια, της βουτάει τον αποτέτοιο και της τσαμπουνάει την παραπάνω κοκαλοτσακιστήρια ατάκα. Όχι ψιθυριστά! (Το άκουσα κι εγώ και μια ζαβλαμού φοιτήτρια δίπλα μου κι ένας μπάρμπας πίσω μου και το μισό βαγόνι μη σου πω…).
Η δεσποινίς παγώνει. Με την άκρη του ματιού μου, μέσα από το καθρεφτέ γυαλί ηλίου, τη βλέπω να γίνεται μελιτζανί απ’ το κακό της και εκεί λέω «έχει γούστο!». Θα βγάλει το τακούνι και θα τον κάνει αλύπητο!
Μόνο που το ‘πα. Τίποτα δεν έγινε. Κατεβήκανε βουβοί στην επόμενη στάση και τέλος ο... σινεμάς. Και για ‘μένα και για το υπόλοιπο βαγόνι…
Που με το συμπάθειο τώρα – και μη με πείτε συντηρητικιά – αλλά τέτοιες μαλακίες στη μέση του δρόμου (του βαγονιού, της λεωφόρου, κλπ) εμένα μπορούν να με κάνουν τρελή.
Ειδικά, αν ο εις εκ των δυο δεν τις πολυγουστάρει.
Διότι, αν πρόκειται περί κοινού… γούστου, δεν το συζητώ, έλα και βγάλε τα μάτια σου μπροστά μου. Νόου πρόμπλεμ!
Αλλά αφού δεν τις σηκώνεις τις παπαριές μαντάμ, γιατί κάθεσαι;
Βαδίζοντας προς την υπέροχη τοποθεσία, όπου η… τέχνη μου με έστειλε για να εργαστώ, με πιάσανε τα ψυχολογικά μου…
Πόσοι από εμάς τολμάμε να μιλήσουμε όταν μας «τον πιάνουν» (κυριολεκτικώς και μεταφορικώς);
Υπάρχει κάποια σχολή που να διδάσκει πως δεν «σου τον πιάνουν»(εργασιακώς, συναισθηματικώς, κοινωνικώς);
Και τέλος, αν υπάρχει τέτοια σχολή, άραγε θα πρέπει να δώσεις κ… για να σου τα μάθουν όλα αυτά; Ε;
(Βρε, δεν τον πιάνω μόνη μου να μην τους έχω και υποχρέωση;)…
Με αυτές τις σκέψεις (του κώλου), έφτασα εις την εργασίαν μου, και για το υπόλοιπον της ημέρας, γάζωνα – γκες γουάτ! – μεγάλα, πελώρια βρακιά από αυτά που πουλάνε στις λαϊκές αγορές, «3 ευρώ η εξάδα, έλα πάρε»!



ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.the19thfloor.net

Σάββατο 30 Αυγούστου 2008

Γκιβ ε μπιτ οβ μμμ του μι...



Σε ρυθμό ματζόρε (για να ξεμπερδεύω), γαζώνω κουστουμάκια βαρετά, ραμμένα σε γραμμή αυστηρή και χρώμα γεροντί (τι να κάνω; Πουτάνα ανάγκη!!!).
Όρεξη για λακριντί καμία και μου φαίνεται θα (ξε)χέσω την τιγκελού, η οποία βρίσκει χαρά στο να με πιλατεύει με το τι θα γίνει με τη σενιόρα Στάη και με το τι θα γίνουν τόσα σακάκια παραγγελιά αν το αποφασίσει και δεν ξαναπατήσει στον Alpha.
Σιωπηλά, την κερνάω τουλουμπάκια (πολλά) και νεράκι (κρύο) μπας και φάει και σκάσει και μ’ αφήκει να δουλέψω, να τελειώνω, να πάω καμιά φορά σπίτι μου σήμερα, την καταδίκη μου μέσα!
Βγάζω τα ακουστικά και το ραδιοφωνάκι μου, κάνω ζάπινγκ στους σταθμούς και πέφτω πάνω στον «Πιτσιρίκο», για λίγο σ’ ένα διάλογο του με τη Γκίζα.
Κοντοστέκομαι! Τους παρακολουθώ για λίγο πριν αρχίσει πάλι την πρόζα του και σκέφτομαι: «Γιατί Χριστιανέ μου, δεν τα λες από καρδιάς; Όταν ρολάρεις άνευ κειμένου είσαι σαφώς καλύτερος!».
Μόλις αρχίσει η ανάγνωση, ξαναρχίζω το ζάπινγκ και πέφτω πάνω στον City.

Άι καλά! Από Δευτέρα θα γελάσουμε πολύ, σκέφτομαι γαζώνοντας μετά μανίας…
«Τι γράφεις εκεί;;;;». Η τιγκελού θεωρεί σωστό να ξεκαρφώσει το ακουστικό απ’ το πονεμένο μου αυτάκι και με την τσιριχτή της περιέργεια να προσπαθήσει να πάρει απάντηση.
«Λίστα γάμου», της απαντάω.
«Ποιος παντρεύεται;», επανέρχεται (όχι που θα κώλωνε).
«Η γάτα μου!». Παύση και σιωπή.
«Χα, χα! Είσαι αστεία! Τέλεια θα περάσουμε φέτος!» (Πούστη μου, γαμώ το παρτ τάιμ μου, γαμώ!)
Ε, εκεί τρελαίνομαι!
Με πιάνουν κι οι εγωισμοί μου που θέλω να δικαιολογήσω τον τίτλο της τρελόγκας και: βουτάω το ψαλίδι, κόβω τις τιράντες από το μπλουζάκι μου, ανακατώνω τα μαλλιά μου και ανεβαίνω πάνω στον κοπτοράπτη.
Με ύφος λάγνο α λα Αμάντα Λιρ, αρχινάω: «Γκιβ ε μπιτ οβ μμμ του μι (γιορ ε μίστερι) εντ άι γκιβ α οβ μπιτ μμμ του γιου (ιτς σοου κομφιούζινγκ). Εντ γιορ άις λάικ ε λέιζερ, εβρι τάιμ γκετ μι ντίπερ!!!».
Κόκαλο οι λοιπές γαζώτριες, με εγκεφαλικό ο κουμποτρυπάς και νομίζω ότι είδα μια μύγα να μπαίνει στο στόμα της παρλαπίπας τιγκελούς!
Μετά από τέτοιο σόου, πιστεύω ότι δεν θα με ξαναενοχλήσει κανείς εις το νέο παρτ τάιμ και ψιλοάσχετο με την ειδικότητα μου, εργασιακό μου περιβάλλον.
Την ώρα που μπήκα τσακισμένη εις την οικία μου, η πολυαγαπημένη μου μήτηρ παρακολουθούσε τις ειδήσεις του Alter.
Ειδησεογραφικώς, η ρεπόρτερ μετέδιδε: «Τα τρία τελευταία χρόνια καταστήματα με μεταποιήσεις ρούχων αρχίζουν να κάνουν και πάλι την εμφάνιση τους στις γειτονιές της Αθήνας…».
Εμένα να ‘ρθεις να ρωτήσεις, κοριτσάκι μου, τι έχει να γίνει φέτος, που σηκωθήκαν τα ποδάρια να βαρέσουν το κεφάλι!
Που τα μπλοκάκια παροχών θα πάνε σύννεφο και κάλλιο να ζητάς να σου δώσουν το βρακί τους παρά δουλειά!
Έλα, παιδί μου, να τρέχουν οι παραγγελιές!

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: picasaweb.google.com

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2008

Τσούλα πρώτη μέρα προσαρμογής!!!


«Κύριε Σαμιωτάκη, γυρίσατεεεε;», που αναρωτιόταν και η αείμνηστη η Καρέζη.
Γυρίσαμε πανάθεμα τη σκούφια μας κι αγκομαχούσαμε σήμερα σαν τα ψοφάλογα στο κέντρο της Αθήνας.
Μέχρι να φτάσουμε στο κοπτοραπτείο, είχε φτάσει η γλωσσάρα μας στην άσφαλτο, που ζεματούσε σαν τα νερά της κολάσεως, η τσουλίτσα!
Χαίρετε, καλώς σας βρήκα, κάτσε να γυρίσω και την ταμπέλα στο μαγαζί, να γράφει «ΑΝΟΙΚΤΟΝ» να μην μπερδεύονται οι περαστικοί και λακάνε…
Που λέτε, πολύ κουτοπόνηρον ήτο τούτο το θέρος…
Και πολύ μισιακό. Κουτσουρεμένο δεν το ‘λεγες – αν κρίνω απ’ τα μούτρα μου, που πρώτη φορά κάνανε τέτοιες κινγκ σάιζ… διακοπές – αλλά να, πολύ τσουρούτικο, μάνα μου.
Σαν κάτι να του ‘λειπε.
Πότε ‘γίναν οι Ολυμπιακοί, πότε σπατσάρισαν, χαμπάρι δεν πήρα.
Πότε μας δούλεψαν ψιλό γαζί οι Κινέζοι, οι ψευτοτελειομανείς, νιέντε.
Πότε μας πιάσανε χαπακωμένους και μας έβγαλε γλώσσα κι ο μεσιέ Ρογκ – «εφκαριστούμε Ελλάντα, εφκαριστούμε Ατίνα» - ούτε αυτό το καλοκατάλαβα…
Κι οι κανάλες, λέει, εργάζονται, πυρετωδώς.
Φέτος, σου λένε οι διευθυντάδες, θα είναι η χρονιά της σάτιρας. Βάλε με νου σου τι μαλακία έχουμε να ακούσουμε, δεν έχω λόγια η γυναίκα, για να εκφραστώ.
Ετοιμάζουν κωμωδίες, από αυτές που γελάς από ευγένεια, όταν είναι μπροστά ο σεναριογράφος και μετά ρεύεσαι και σου περνάει…
Θα τρέχουν πάλι άρον άρον στα μισά της σεζόν να μαζεύουν τα ασυμμάζευτα.
Δεν πειράζει, κλωστές να ‘χουμε, να ραβόμεθα φτηνώς και οικογενειακώς…
Διότι έτσι πως το πάνε οι αγαπητοί καναλάρχες, στο τέλος θα ψωνίζουν και αυτοί από τα πανέρια της λαϊκής!
Ούτε καν σ’ εμένα, που λέει ο λόγος, δεν θα τους βγάνει το βαλάντιο τους να ραφτούν
Τέλος πάντων, σκασίλα μου, από την τσέπη μου δεν τα παίρνουν, αλλά αν εξαιρέσεις κάτι «Ματωμένα Χώματα» και κανά δυο παραγωγές ακόμη, τα υπόλοιπα είναι λιμά κι ανεμικά (κάποια δε, ειδικά τα τηλεπαιχνίδια κι ολίγον πρόστυχα στη σύλληψη τους) που καλά θα ήταν να κάνουν ένα κρας τεστ για να μην κλαίνε τις καρέκλες τους. Ιδέα ρίχνω, τσάμπα είναι, δεν κοστίζει…
Λοιπά νέα έχω πολλά, αλλά κάμετε λίγη υπομονή, γιατί η πρώτη μέρα – της προσαρμογής που λένε οι γραμματιζούμενοι – ήταν τραζίκ, η ώρα πήγε 12, γριά να παίξω κανά ποκεράκι δεν υπάρχει πλέον και έχει βράσει ο λιγοστός εγκέφαλος μου.
Σας φιλώ, σας αγαπώ και παραγγελιές δέχομαι, ακόμη κι αν είναι για τις βυζοκρατήστρες της Μαντόνα.

Σημείωσις 1η: Θα μου επιτρέψετε το καλωσοριστήριον κείμενο να το αφιερώσω στην Abbtha. Που τη θέλω ντούρα και χαμογελαστή, για να μην αρχίσω τα λατινικά!


Σημείωσις 2η: Επίσης, μου επιτρέπετε δεν μου επιτρέπετε, στέλνω από ένα σκαστό φιλί στον Μοναχικό Λύκο και τη Θεια μου τη Ντόνα, την καραμπουζουκλού, την τσίφτισσα.
Τα λέμε εντός της εβδομάδος!
ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: unique74.multiply.com

Τρίτη 5 Αυγούστου 2008

Γράμμα από την Αιδηψό


Από τη χώρα της μουρλής γριάς, του αυχενικού και της ποδάγρας, την τιμημένη Αιδηψό, σας στέλνω τα φιλιά μου!!!
Έχω κάνει τρελό παρεάκι με κυριούλες τρεις: η μια μουστακαλού, η άλλη με μαλλί φλαμπέ και κοραλλί κραγιόν κι η τρίτη η καλύτερη, τρελή οπαδός του «πέρδεσθαι όπου βρείτε!».
Περνάμε ζάχαρη, σας λέω, εγώ και οι γριές – τύφλα να ‘χει το πιο ορκισμένο ξεκώλι της Μυκόνου – μόνο που εκεί κατά την ενάτη νυχτερινή το διαλάμε, γιατί έχουμε και τα αρθριτικά μας, μην τα ξαναλέμε αυτά!
Το πρωί τσακωνόμαστε για το αν θα δούμε «Ρετιρέ» στο Μέγκα ή Άγκλι Μπέτι στον Αντέννα.
Το μεσημέρι αυτές χώνονται μέχρι το λαιμό στην άμμο και εγώ διαβάζω μετά μανίας Χαλόου – ας ειν’ καλά το Λυμπερέϊκο που νοιάζεται για τη μόρφωση μου.
Ενίοτε τις πιάνει η νοσταλγία («Θυμάσαι πόσο τον είχε ο μακαρίτης;») και κάποιες φορές μουτζοπιάνονται για το αν η Μελέτη ήταν καλή επιλογή για το δελτίο του Σταρ ή αν έπρεπε να πάει κατά ΣΚΑΪ μεριά για να στανιάρει η πχιότητα μέσα της.
Βέβαια, το γκραν σουξέ ακούει στο όνομα Μιχάλης Ναλμπάντης («και μαραμένες γριές ανασταίνει»), ενώ ομοφώνως τα γριάδια αναμένουν με αγωνία:
Α) Την θεαματική εμφάνιση της Εύης Βατίδου ως δημοσιογράφου
Β) Την θεαματική εμφάνιση της Κατερίνας Παπουτσάκη ως… Αλίκης
Εκεί κατά το απόγευμα «σφαζόμαστε» για το αν θα δούμε Μπέβερλι Χιλς στον Άλφα, 50 – 50 στο Μέγκα ή λαλημένο Ντετέκτιβ Μονκ στο Σταρ.
Έχω να πω δε, ότι καλύτερα να «σκοτωνόμαστε» για τέτοια ζητήματα, παρά να με ρωτάνε αν ράβω φορέματα με ζαπονέ μανικάκι που ήτο της μοδός το 1920…
Κατά τις 8 – και αν δεν έχουμε ξεχάσει κάποια θαμμένη στην παραλία - στήνουμε ένα ποκεράκι.
Με μαδάνε για κανά μισάωρο (ποντάρουμε σε είδος, ό,τι έχει η καθεμιά: η Φωφώκα τη συλλογή με τις μασέλες, η Νανάκα {όχι η γνωστή} τη συλλογή με τα πιεσόμετρα, η Αμφιάλη τις σκελέες του μακαρίτη, κι εγώ τη συλλογή με τις σακοράφες) και εκεί κατά τις 9, 9.30, κλείνει το… παρθεναγωγείο, τα κοριτσάκια πέφτουν για νάνι (του Χάρου μη με δίνεις!!!).
Αυτή είναι η ώρα μου: κολοβαρώ ποικιλοτρόπως μέχρι τις δώδεκα παρά, οπότε και μπορώ να δω με την ησυχία μου την ξυνοκάβαλη ανακρίτρια Μπρέντα Τζόνσον, που αλλού;
Στο ευλογημένο Σταρ! Που να μας κόβει ο Θεός νύχια και να δίνει σειρές του Μαλέλλη, γιατί οι άλλες κανάλες μας ψόφησαν με τις επαναλήψεις, την καταδίκη μου, γαμώ!

Πι Ες Ουάν: Εννοείται ότι κάνω πλάκα, διότι με πιάσανε οι νοσταλγίες μακριά από το κοπτοραπτείο!

Πις Ες Του: Εξακολουθώ να λέω ότι θα γυρίσω εκεί μετά τον 15αυγουστο. Απλώς βρήκα ίντερνετ καφέ – ας ειν’ καλά οι γριές – και τώρα καθυστερώ τον μαγαζάτορα που θέλει να κλείσει κι ετοιμάζεται να βουτήξει τη σκούπα και να με πάρει στο κυνήγι.

Πις Ες Θρι: Α, και προς Θεού, μην ακούω γελοίες απορίες, του τύπου "πως φτάσαμε μέχρι εδώ" και "σε τι κοινωνία ζούμε". Και φυσικά αναφέρομαι στα περιστατικά Μυκόνου και Σαντορίνης. Όταν κάθε μέρα με ταϊζεις αίμα και σάρκα από την πρώτη σου σελίδα, όταν βάζεις τον κάμεραμαν σε ρόλο χασάπη να κόβει παρουσία μου τη σπαλομπριζόλα, εννοείται ότι αυτό που θα καταλήξει στην τουαλέτα δεν θα είναι... χορταράκια του βουνού. Ξύπνα, ευλογημένε!
ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: usera.imagecave.com