
Μικρό, τσιμπουκωτό και διπλονόστιμο μου μωρουδάκι, άκου να δεις τι θα κάνουμε τώρα…
Θα σε πάρω λίγο αγκαλίτσα, να βγούμε στο μπαλκόνι, για να σου δείξω
ένα σκατόγερο που φεύγει.
Ωπ! Κοίτα, λοιπόν, για να μαθαίνεις…
Αυτό το κούσαλο με τη μαγκούρα, που τρίβει πονεμένο τον πισινό του από τις κλωτσιές των γειτόνων, είχε έρθει καλή ώρα σαν κι εσένα, ακριβώς έναν χρόνο πριν…
Καλοί άνθρωποι όπως ήμασταν, του ανοίξαμε την πόρτα, του κάναμε χαρές και κουπεπέ, του βγάλαμε όλα τα καλά.
Σαν μωρό ήταν άσχημο και τζαναμπέτικο. Σαν παιδί μας έβγαλε την ψυχή και με το που ενηλικιώθηκε καλούσαμε ομαδόν για βοήθεια, αλλά που…
Και να μη θέλει να ξεκουμπιστεί, ο αγύρτης!
Τον
Γενάρη μας τον έβγαλε απ’ τη μύτη.
Φλεβάρη και
Μάρτη μας πήγε
σούρνοντας και τσουρομαδώντας.
Απρίλη δεν καταλάβαμε, και τον
Μάη φτύναμε μαραμένες μαργαρίτες από την ταλαιπώρια μας.
Τον δε
Ιούνιο πρέπει ο εν λόγω μπάρμπας να έκανε
μίτινγκ με τη Γκαντεμιά, τη Μαλακία και την Υστερία και οι τέσσερις μαζί μας έστειλαν στον ψυχίατρο ντουγρού.
Εκεί κατά τον
Ιούλιο και ενώ πιστεύαμε ότι
θα βάλει μαγιό, θα κοιταχτεί στο καθρέφτη και θα ψοφήσει επί τόπου, αυτός ο μπαγλαμάς ο ξεγιβεντισμένος,
έβγαλε το μαγιό, πήρε το τσουτσούνι του στο χέρι κι άρχισε να μας κυνηγάει.
Τον υπόλοιπο
Αύγουστο μας πονούσε ο ποπός, οπότε συμφωνούσαμε μαζί του ότι «ναι, πετάει ο γάιδαρος».
Σεπτέμβριο και Οκτώβριο είχαμε μαζέψει μαχαίρια, γυαλικά και λοιπά αιχμηρά αντικείμενα για παν ενδεχόμενο.
Το
Νοέμβριο παριστάναμε ότι δεν τον ξέρουμε:
δεν ανοίγαμε πόρτες, δε σηκώναμε τηλέφωνα κι από το σπίτι ΜΑΣ βγαίναμε σαν τους κλέφτες.
Τον
Δεκέμβριο και εκεί που ελπίζαμε ότι πριν να τα τινάξει,
απλώς θα μας κλάσει,
αυτός πήγε και έχεσε τον τόπο ολούθε, οπότε καταλαβαίνεις γιατί οι γείτονες τον βλέπουν να αποχωρεί και τον φτύνουν.
Γι’ αυτό μωρούλι μου, άκου για να μαθαίνεις:
Θα τρως, θα πίνεις και θα κοιμάσαι χωρίς γκρίνιες!
Δεν θα ενοχλείς τους γείτονες, γιατί θα σου κόψω τον κώλο.
Θα είσαι καλό, ευγενικό και χαμογελαστό – το καλό που σου θέλω – κι όταν έχεις κοιλόπονο θα ειδοποιείς, για να μη βγάζουμε όλοι μαζί το κακό σπυρί, επειδή πονάει η δικιά σου κοιλιά. Και σε παρακαλώ να καθαρίσεις τα αυτιά σου, μωρουδέλι μου.
Διότι ο παλιός ο χρόνος, ήταν και κουφός. Του είπαμε να είναι γαμάτος, κι αυτός άκουσε «γαμιώντας» και είδες τι έγινε.
Τώρα και επειδή είμαι υπεράνω τυπέσσα και δεν κρυφοκοίταξα να δω τι έχει ο σάκος μαζί με τον οποίο σε αμολήσανε στο κατώφλι μας, εύχομαι μέσα να έχει:
- Ένα αεροπορικό εισιτήριο για Ζουαζιλάνδη (και πιο μακριά αν σου βρίσκεται κάτι), για τον κύριο Καραμανλή. Θα του χρειαστεί.
- Ένα τζι πι ες για την κυρία Παπαρήγα. Το να είσαι εκτός χρόνου είναι ρομαντικό. Το να είσαι εκτός τόπου και χρόνου είναι επικίνδυνο.
- Στον κύριο Τσίπρα ένα σπα για να ξαλεγράρει και να χαλαρώσει, στον δε κύριο Παπανδρέου λίγο νέφτι. Υπάρχει λόγος.
- Μία συσκευή διακτινισμού στον κύριο Ψωμιάδη, για να προλαβαίνει όλα τα ραντεβού του στις κανάλες. Στον δε κύριο Κακλαμάνη, φέρε ένα πινακάκι με μπίλιες για να μάθει να μετράει. Επειγόντως, όμως.
- Μια καινούρια στολή με ντραπέ μπουφανάκι και παντελόνι με παρτό καβάλο για τα ΜΑΤ. Επιτέλους, ας τρώμε ξύλο, αλλά ας εκλείψουν αυτές οι κωλαριές απ’ το οπτικό μας πεδίο. Λίγο στυλ, παρακαλώ!
- Στις κανάλες, λίγη επαφή με την πραγματικότητα και στις απανταχού κριτικούς τηλεόρασης, λιγότερα γεύματα με τηλεοσανθρώπους. Το πολύ φαί κάνει πατσοκοίλια και θολώνει τον εγκέφαλο.
- Για ‘μένα δεν ζητώ τίποτα (ούτε καν καινούρια ψαλίδια…). Γιατί ενδέχεται να είσαι κι εσύ κουφό μωρουδέλι μου, κι άλλα να σου ζητήσω κι άλλα αντί άλλων να μου φέρεις. Άσε καλύτερα…
- Για τους φίλους μου, ελπίζω μέσα στο σάκο να έχεις φέρει άπαντα τα καλά! Όχι ότι είμαι τόσο καλός άνθρωπος, μπα… Αλλά αν περνούν καλά εκείνοι, η δική μου η ηρεμία είναι τσεκαρισμένη πανταχόθεν.
Μετά απ’ όλα αυτά νομίζω ότι μπορώ να σου ανοίξω την πόρτα του ραφείου (Έφτυσες με ρόχαλο, τον μπάρμπα που φεύγει, είπαμε; Ωραία!). Μπες με το δεξί, πάτα πάνω στο πέταλο που σου άφηκα στο κατώφλι και – αμήν, Βαγγελίστρα μου-, ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ, σε όλους μας!!!!
ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: i231.photobucket.com