Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010

Χαρτάκια

Στα 10 θες να αλλάξεις χαρτάκια κι αυτοκινητάκια. «Δώσε μου εκείνο που το έχεις διπλό, να σου δώσω ένα αυτοκινητάκι» και τανάπαλιν.
Θες να αλλάξεις ποδήλατο, διπλανό στο θρανίο, κούρεμα, στερεοφωνικό. Μαζεύεις ψιλά για καραμέλες, παιχνίδια και κυρίως για χαρτάκια!

Στα 20 θες να αλλάξεις τον κόσμο. Που είναι κακός, άδικος, γεμάτος ανισότητες, αλλά και γκόμενους και προοπτικές και εναλλακτικές.
Είσαι φουλ από κλισέ όνειρα και φιξ ιδέες ότι στο τέλος κερδίζει ο καλός και στο τέλος κάθε χοντρής σφαλιάρας είσαι ρέντι για νέα ξεκινήματα (καημένο…). Ακόμη κυνηγάς χαρτάκια. Πλέον έχουν μορφή πτυχίου, πιστοποίησης, μάστερ. Τα κυνηγάς και τα κορνιζώνεις κιόλας. (Βλάκα!).

Στα 30 προσπαθείς να αλλάξεις τον εαυτό σου (από μέσα προς τα έξω). Κάνεις μια κουβέντα με τα χοντρά κουσούρια σου, με τον κολλητό σου, με τον (έναν πλέον) γκόμενο σου. Ο κόσμος είναι ακόμη γεμάτος ανισότητες, αλλά υπάρχουν ακόμη προοπτικές. Να γίνεις καλύτερος – ή χειρότερος, γιατί όχι; - άνθρωπος, να γίνεις γονιός, να πάρεις έναν σκύλο, μια γάτα, κάτι τέλος πάντων που θα υφίσταται την προσπάθεια σου για αλλαγή (το κακομοίρικο…). Ο καλός δεν έχει πάρει παρτίδα ούτε για πλάκα, αλλά τουλάχιστον γνωρίζεις από πού έρχεται η σφαλιάρα. Ενίοτε φυλάγεσαι κιόλας.
Πάντως, εξακολουθείς να μαζεύεις χαρτάκια. Χρέη, επιταγές, ληξιπρόθεσμες οφειλές, κάρτες, λογαριασμοί. (Σκατά…)

Στα 40, επίσης προσπαθείς να αλλάξεις τον εαυτό σου (με φορά από έξω προς τα μέσα πια). Κάνεις μια κουβέντα με τον κώλο σου που φλερτάρει με το πάτωμα, το πηγούνι σου που βρίσκεται στα γόνατα, τα βυζιά που ανακαλύπτεις ότι μπορεί να φυτρώνουν και στην πλάτη από μια ηλικία και μετά. Όλα μαζί τα στέλνεις περίπατο στον πλαστικό αν έχεις φράγκα, στον περιφερειακό του Φιλοπάππου αν δεν έχεις. Επίσης, εξακολουθείς να κάνεις κουβέντες με τον κολλητό σου που είναι ακόμη εκεί, αλλά σε απόσταση ασφαλείας. Ο γκόμενος πάλι είναι αλλού, αλλά η απόσταση είναι χιλιομετρική. Έτη φωτός. Α, είσαι τόσο έξω φρενών που βαράς (κι εσύ) σφαλιάρες. Κυρίως σε ταξιτζήδες, σερβιτόρους, ποτέ σε αυτόν που πρέπει.
(Ο καλός δεν υπάρχει. Είναι σαν τον Άη – Βασίλη.)
Και τι περίεργο: η τσάντα σου είναι γεμάτη από χαρτάκια! Παραγγελιές από το αφεντικό σου, στάνταρ (πολλοί κι απλήρωτοι) λογαριασμοί, φυλλάδια από ταξίδια που δεν έκανες.

Στα 50 προσπαθείς να αλλάξεις ταπετσαρίες. Σερβίτσια. Κουρτίνες. Παθολόγο. Έχεις κόψει τις συνομιλίες με τον κώλο σου – με τον καθρέφτη, κυρίως – και με τον γκόμενο σου. (Συνεννοείστε με νοήματα. Και με σύμφωνα ή δίφθογγους. Ξέρεις: χμ, τς τςς, πστ!). Επίσης, έχεις κόψει τα τηγανητά, τα γλυκά, τα καυτερά ή απλώς τον παθολόγο. Το καλό είναι ότι έχεις συνηθίσει στις σφαλιάρες. Έχεις σκύψει πριν πέσουν και πάντα έχεις έτοιμο ένα κατάπλασμα. Όνειρα δεν έχεις πολλά, αλλά έχεις τρελή κούραση. Σ’ αρέσει να κοιμάσαι, να μη μιλάς πολύ, να μη σ’ τα ζαλίζουν.
Εννοείται ότι ξερνάς όταν ακούς για χαρτάκια που εν τω μεταξύ έχουν πολλαπλασιαστεί και είναι κακογραμμένα. Είναι απ’ τον γιατρό σου.

Στα 60 δεν μπορείς να αλλάξεις ούτε κανάλι. Άσ’ το να παίζει βλακείες. Σέρνεσαι όλη μέρα, αλλά πετάς τη σκούφια σου για εκδρομές με άλλα ραμολιά. Αν είσαι πολύ γκαντέμης, ερωτεύεσαι κιόλας. Και ξέρεις τι λένε για τους γεροντο-έρωτες. Αν είσαι πολύ τυχερός τραβάς κι ένα έμφραγμα πάνω (κυριολεκτικά) στην καψούρα και πηγαίνεις ευτυχής.
Αφήνεις πίσω σου τα χαρτάκια. Γενικώς.

Βέβαια, η νέα κυβέρνηση, το σκέφτηκε όλο αυτό. Και είπε να κάνει το σπορ πιο ευχάριστο. Να σε γυρίσει πίσω, στην ηλικία των 10. Τότε που τα χαρτάκια ήταν το «ζητούμενο» και το αγαπημένο σου παιχνίδι.
Να μια ενασχόληση καλύτερη από το κομπολόι και πιο υγιεινή απ’ το τσιγάρο: Μαζεύεις αποδείξεις. Κάνεις συλλογή. Ανταγωνίζεσαι φίλους, γνωστούς και συγγενείς. Γίνεσαι εχθρός με τον φούρναρη, τον υδραυλικό, τον κουρέα. Η ζωή σου αποκτά άλλο νόημα, ξαφνικά γίνεται ενδιαφέρουσα. Και το καλύτερο; Κάποιος την παίρνει μάτι. Με τη βοήθεια της εφορίας, φυσικά.
Σούπερ! Καλύτερο από Μπιγκ Μπράδερ! Και με φοροελαφρύνσεις!
Είσαι τόσο πωρωμένος μ’ αυτό το νέο σπορ που μπορείς με άνεση να καβατζάρεις τα 70. Εσύ νιώθεις ακόμη 10 και θες να μεγαλώσεις τη συλλογή σου με τα… χαρτάκια.

ΥΓ1: Πόσο μαλάκες πιανόμαστε- ανεξαρτήτως ηλικίας - , Θε μου, είναι ασύλληπτο.



ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: arxaiologia.gr

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2010

Καλή χρονιά, γειτόνοι!


Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να ξεκαθαρίσω ότι το πρώτο πόνημα που θα με συντροφεύσει τη νέα χρονιά, θα είναι εκείνο του κ. Αυτιά με τον εξαιρετικό τίτλο «Προσέξτε το ευρώ σας».
Είναι προφανές ότι ο άνθρωπος αναφέρεται σε μονάδα. Δεν λέει «προσέξτε ΤΑ ευρώ σας», διότι είναι σίγουρος ότι κανά 10ήμερο πριν τη νέα χρονιά, μετά βίας θα υπάρχει στην τσέπη μας 1 και αυτό θα το βάλουμε στην πίτα έναντι φλουριού.
Δεν βαριέστε! Εμείς να ‘μαστε καλά, τα ευρώ ας είναι λίγα, οι ευχές να είναι πολλές και οι πιθανότητες!

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ, ΓΕΙΤΟΝΟΙ!

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2009

Η κατάρα της αλλήθωρης αρκούδας

Αν είσαι γυναίκα, γκόμενος ή γονιός στο ζήτημα «αρκουδάκι» έχεις τριπλό ντοκτορά για ευνόητους λόγους.
Ως γυναίκα – δεν μπορεί! – κάποιο κόλλημα θα έχεις με τα λούτρινα βλήματα. (Εκτός κι αν είσαι αλλεργική ή…εγώ).
Ως γονιός κατάκοπος και κουρασμένος, άφραγκος και μαδημένος σαν ξεπουπουλιασμένη κότα γιορτάρες μέρες, το χνουδωτό σίχαμα είναι η τελευταία σανίδα σωτηρίας της τσέπης σου.
Ως γκόμενος (μπορεί και σύζυγος) αμύνεσαι περί πάρτης και τσιφουτίστικα σκεπτόμενος, αγοράζεις αρκουδάκι (και θα συγκινηθεί η λεγάμενη και θα κάμεις οικονομία).
Κι όσο προσπαθείς να το αποφύγεις (το αρκουδάκι), τόσο πέφτεις πάνω σε παραφουσκωμένα καφέ, ροζ, μουσταρδί, λευκά σιχάματα, τα οποία μαγνητίζουν όλες εκείνες τις σάχλες έξω από βιτρίνες και παιχνιδάδικα: «Τι γλυκούλιιιι!», «Τι καλό!», «Τι μαλακό!!!».
Κι όσο εσένα ξυπνάει ο Ευαγγελάτος μέσα σου («με τι να το έχουν γεμίσει;», «μήπως να το ξεκοίλιαζα να σιγουρευτώ ότι δεν έχει κανά αρούρι μέσα;», «γιατί βρωμάει σαν πετρέλαιο το διαολεμένο;»), τα αρκουδάκια είναι στάνταρ προτίμηση (γαμώτι!).
Τι μπορεί να είναι χειρότερο απ’ αυτό; Για σκέψου λίγο:
Τα συμβατικά αρκουδάκια – ναι, ξέρεις αυτά τα καφέ με τη γλωσσίτσα έξω και το μάτι – κουμπί – κάπως τα αντιμετωπίζεις.
Για την ακρίβεια, απλώς τα κλάνεις. Δεν υπάρχουν, ρε παιδί μου.
Και παιδιά να έχεις και ανίψια, εσύ κάνεις την υπέρβαση και χριστουγεννιάτικα τους παίρνεις κάτι άλλο, πιο προβληματικό, πιο επικίνδυνο, πιο ζόρικο στην κατάποση…
Αδιαφορείς για την ύπαρξη των (συμβατικών) αρκουδακίων και το ζήτημα λήγει εκεί.
Έλα όμως που φέτος ο εκδικητικός Θεός και κάποιος πολύ μάγκας παραγωγός μας καπέλωσε αυτή την λαστιχένια πράσινη χλαπάτσα με το κίτρινο σώβρακο και τον χοντρό κώλο και δεν ξέρουμε – εμείς οι απανταχού εχθροί των τέντι μπέαρς – που να πάμε να κρυφτούμε.
Αυτή η αρκουδο-μπουχέσα λοιπόν – και πώς να μην είναι, αφού όλη μέρα τρώει πάριζα – έχει κάνει κατάληψη στην καθημερινότητα μου, απλώς δεν μπορώ να την προσπεράσω.
Ανοίγω την τηλεόραση, πιάνει τον κώλο καποιανής παρουσιάστριας.
(Βασικά, δεν έχει αφήσει κώλο για κώλο, αλλά τέλος πάντων).
Χαζεύω εφημερίδες και περιοδικά στο ψιλικατζίδικο, το δίνουν σε σιντί μαζί με σπαζοκλαμπάνικο τραγουδάκι που ξετρελαίνει τα πιτσιρίκια.
Ακούω ραδιόφωνο, σκοντάφτουν τα αυτιά μου πάνω στο εν λόγω σπαζοτέτοιο τραγουδάκι.
{Το οποίο τραγουδάκι, χωρίς παρεξήγηση κυρ – στιχουργέ μου, είναι η επιτομή της φλωροσύνης. Διότι το πράσινο, αλλήθωρο και ξεβράκωτο αρκουδάκι επιμένει ότι είναι καλό παιδί, διαβάζει τα μαθήματα του, χορεύει και ποιος ξέρει τι άλλο κάνει, αρκεί να το ταϊζεις το αλλαντικό της αρεσκείας του. Περίεργα τα μηνύματα κύριε στιχουργέ μου, δεν ξέρω, κάτι μ’ ενοχλεί…}.
Μην τα πολυλογούμε, έχω αγκυλώσει. Και τις τελευταίες δύο βδομάδες που οι δρόμοι έξω από σπίτι και δουλειά είχαν τιγκάρει στο σκουπίδι, με όλη αυτή την πράσινη μπίχλα που έχουν αφήσει πάνω στην άσφαλτο – ε, δεν θέλει και πολύ – το αρκουδάκι έχει «κλειδώσει» στο μυαλό μου.
Σχεδόν το…μυρίζω λέμε!
Σχεδόν έχω ‘πεθυμήσει τα άλλα, τα συμβατικά (αρκουδάκια). Που τα δαγκάνεις στο λαιμό και προσπερνάς.
Γιατί μ’ αυτό δεν θα ξεμπερδεύουμε εύκολα, το βλέπω. Ήδη το βάλανε να τραγουδάει χριστουγεννιάτικα. Γαμώτο!


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: indiequill.wordpress.com



ΥΓ1: Νομίζω ότι ξερνάω με την άγρια χαρά κάποιων ότι φέτος θα "ξηλωνόταν" και πάλι η Αθήνα (περισσότερο απ' όσο "ξηλώθηκε", δηλαδή), δίκην μνημοσύνου. Θεία δίκη. Και αυτοί και εμείς τιμωρηθήκαμε με τόνους σκουπιδοσκατών στη μούρη, απευθείας από τους οδοκαθαριστές της γειτονιάς μας.

ΥΓ2: Μα περισσότερο απ' όλα σιχάθηκα τα γλυκερά κείμενα για το αδικοχαμένο παλικαράκι. Ειδικά εκείνα που έφεραν φαρδιές πλατιές πολιτικές υπογραφές. Άλλες αρκούδες αυτές, αλλήθωρες, ξεβράκωτες και υποτακτικές.

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009

Και σιγά τα όργια, δηλαδή... (την Κυριακή είδαμε τα καλύτερα)


Παλιά, οι τσόντες είχαν υπόθεση. Έβλεπες ας πούμε τη λαίδη Σκορδοπιπίτσογλου να κουτουπώνει τον σταβλίτη, αλλά προηγουμένως είχε γεμίσει το μάτι σου με πλάνα από τον παραδιπλανό δρυμό, με δυο κυματάκια, καμιά πίπα δίπλα σε καμιά ζαρντινιέρα περιοπής.
Υπήρχε ένα βάθος, ένας συναισθηματικός οίστρος – δεν ξέρω αν με παρακολουθείς – και κυρίως είχες μια σιγουριά, ότι η λαίδη Σκορδοπιπίτσογλου στο τέλος θα έκανε 18 παιδιά με τον σταβλίτη, κοινώς θα την αποκαθιστούσε λευκή και άσπιλη (και χοντρή και σακουλιασμένη, αλλά δεν ‘ν’ της ώρας) στα μάτια της κοινωνίας.
Επίσης, εκτός από το βασικό σενάριο, υπήρχε ένας μπαγλαμάς σκηνοθέτης που εξηγούσε στη λαίδη που να στήσει τον απαυτό της και από ποια γωνία λήψης θα της τον έβγαζε πιο φακάμπλ, όχι έτσι αβέρτα κουβέρτα στήσου και κάτσε να σε παλαμαριάσουνε.
Για να μην μπω στη διαδικασία να αναφέρω, ότι με τις παλιές καλές τσόντες, υπήρχε ένα συναισθηματικό δέσιμο. Εσένα, δηλαδή, δεν σου θυμίζει τίποτα η «Εμμανουέλα στην Αφρική»; (Στην Ασία ή στο Περιστέρι έστω;). Δεν σου κάνει κάτι όλη αυτή η μουσική, όλο αυτό το τιριτόμπα που η γυναίκα είναι τόσο τσούλα και ταυτοχρόνως τόσο κυρία και ο άντρας τόσο φιφίτσουλας – την έχει πάντα, έτοιμη, ρε παιδί μου – και τόσο τσέτλεμαν ταυτοχρόνως;
Δεν αισθάνεσαι, ότι τις παλιές τσοντόβιες – τουλάχιστον, πριν την Τζένα Τζέιμσον, γιατί από εκεί άρχισε η έκπτωσις – και στα τέσσερα με τέσσερις να τις δεις και πάλι ένα σέβας θα τους το ‘χεις;
Και ξαφνικά έρχεται ένα όργιο της πλάκας, λόου μπάτζετ και με παγκοσμίως άγνωστους πρωταγωνιστές, σε ένα – υποθέτω – τριζάτο νοσοκομειακό κρεβάτι να σ’ τα κάνει όλα μούτι.
Τι ήταν να βγει αυτή η υπόθεση; Συναδέλφισσες και λοιπές γνωστές τρώνε τα χρόνια τους να ψάχνουν γκρικ άματουρς βίντεο στο ίντερνετ. Από την υστερία της όλης αναζήτησης κι από την ώρα που το γουγλ αρχίζει να σκορτσάρει, αντιλαμβάνεσαι ότι η καλή συνάδελφος δεν σκάμπαζε πολλά από… σκηνοθεσία και μια ανησυχία την έχει, μήπως ο φακός δεν έπιασε σωστά το…μουντ και μήπως στο μοντάζ δεν κόπηκαν τα ξύγκια.
Ταλαιπώρια και ωμότης.
Έκανε ζημιά η τεχνολογία και το μονοκάμερο. Έμεινε κόσμος άνεργος. Σκηνοθετάδες, πρωταγωνιστές, προδιούσερς, έχουν να συναγωνιστούν πλέον με κάθε καρυδιάς καρύδι που βγάζει ‘κει χάμου ένα μπλιμπλίκι, τραβάει ένα σκατόπλανο κακοφωτισμένο και μετά το μοστράρει στο Διαδίκτυο και κάνει και τον καμπόσο. Και δεν του κοστίζει και τίποτα. Τάζει ένα στεφάνι, ένα δαχτυλίδι, ένα πορτατίφ τελοσπάντων κι άμα του ζητήσεις και τα ρέστα σου κουνάει και τον κώλο του. Κατάλαβες, θράσος;
Και επιτέλους, ας εξηγήσει κάποιος στην κ. Τσιμτσιλή, ότι δεν συζητάει όλη η Ελλάδα ΤΑ όργια. Ένα μέρος της, ενδεχομένως, να συζητά – καλή ώρα – την κακή ποιότητα της συγκεκριμένης παραγωγής. Είπαμε, παιδί μου, ερασιτέχνες, αλλά αυτοί το παραχέσανε.
Τέλος πάντων. Το δίδαγμα είναι ένα: Να τα αφήσετε τα νουβοτέ, κορίτσια. Κι άμα δεν σκαμπάζετε κι από τεκνόλοτζι και σκουληκιάρη γκόμενο, να τα αφήσετε δυο φορές. Αυτές είναι δουλειές για επαγγελματίες. Κι άμα ντε και καλά σας τρώει ο πωπός σας για σταριλίκια, να ζητάτε αμοιβή για τον κόπο σας. Δε ‘ν’ ντροπή. Ντροπή είναι να γλείφετε τις φλοκάτες και μετά να σας ζητάνε και τα ρέστα για το καθαριστήριο.
Και μην ξεχνιέστε, παγκόσμια Ημέρα Κατά του Aids σήμερα, στο φαρμακείο να ζητάτε και τίποτα άλλο εκτός από βιταμίνες και λευκαντικά για τα δόντια. Προφυλακτικά τα λένε και για να τα χαρίζουν ακόμη κι οι εκδοτάδες, κάτι θα ξέρουν παραπάνω.
Άντε, παιδιά, χρόνια μας πολλά, μακριά από «παράσημα» κι όπου σας τάζουν γάμους να ζητάτε εγγυήσεις πρώτα και μετά να τσιτσιδώνεστε on camera. Τουλάχιστον να διεκδικείτε από κοινού τα εμπορικά δικαιώματα.


ΥΓ1.: Η καλύτερη τσόντα παίχτηκε την Κυριακή το βράδυ. Οι δεξιοί όταν θέλουν γίνονται μαστόρια ασύλληπτης χάρης, πρωτοτυπίας και αισθητικής. Άξιοι!
ΥΓ2: Το ίδιο έργο με πρωταγωνιστές από τον Περισσό θα ήταν πεταμένα λεφτά. 100 χρόνια στην ίδια στάση. Αμάν πια.
ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: newyinzer.com

Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2009

Το LSD των '00s

Αν δεν βρεθώ στα επείγοντα μία απ’ αυτές τις μέρες, θα είμαι ευτυχής. Σαν το ζωντόβολο σκουντουφλάω από γωνία σε γωνία κι από τοίχο σε ράφι. Που υπάρχει καρφί; Κανά σκαμπό παρατημένο; Αφήστε το, παιδιά, για ‘μένα είναι.
Το όλο κόνσεπτ – σκουντούφλημα, κουτούλημα, γλίστρα, σαβούρδα και πάει λέγοντας – συνοδεύεται και από κραυγές πόνου (από 9 πρωί μέχρι 1 μεσημέρι και από 5 απόγευμα μέχρι 9 βράδυ). Τις ώρες κοινής ησυχίας κάνω βουβό πόνο (τι φταίνε οι γείτονες, αν εγώ είμαι ζαβλαμού;) , ο οποίος συνοδεύεται από εντελώς γελοίες γκριμάτσες και από χοροπηδητά τύπου «σπουργιτάκι μουλάρα» που χοροπηδάει σε στυλ «κουτσό» μέσα στο σπίτι, καθότι με τα χέρια κρατάω πατούσα που για 80η φορά σακατεύτηκε στην ίδια (γαμω) γωνία!
Η φάση συμπληρώνεται από απηυδισμένες μητρικές-φιλικές- γκομενικές (όποιος είναι μπροστά εν πάση περιπτώσει) ερωτήσεις / διαπιστώσεις «αμάν παιδί μου!», «θα σκοτωθείς!», «δεν σε είδε, ε;»…
Κουτσή, χωρίς χέρια, συνεχίζω για λίγο ακόμη το ντόμινο (σε ράφια, εταζέρες, κορνίζες, κέρατα δίφορα) και στη συνέχεια πολύ θα βόλευε και ένα τρίτο χέρι για να πιάσω και το κεφάλι μου, που όλο και κάπου έχει κοπανήσει (και αυτό!).
Σε τέτοια κατάσταση (ένα πόδι, κανένα χέρι ελεύθερο, κεφάλι - μπαλάκι πινγκ πονγκ) με βρήκε το τηλεφώνημα συναγωνίστριας γαζώτριας σε παράκρουση.
«Είμαι γριά, χοντρή και συμβασιούχα».
Είναι 29 χρονών, 55 κιλών στο 1,61. Και συμβασιούχα.
Αλλά σε κάποιον που εσχάτως βλέπει μόνο Βίκυ Καγιά και δελτία ειδήσεων, δε φέρνεις αντίρρηση. Υπάρχει πρόβλημα, οπότε συμπαραστέκεσαι και συμπάσχεις. Και πας και σε πορείες.
Και – τι να κάνω; - πήγα. Τσούκου τσούκου, μασώντας καραμέλες και γνωρίζοντας καινούριο άνεργο κόσμο, βρεθήκαμε μέχρι το Σύνταγμα.
Κάπου εκεί, κάτι τα αυχενικά, κάτι που είχα βγάλει το πετσί μου από τη ζέστη κι από τη δίψα, άρχισα να τραβάω τη συμβασιούχα μου απ’ το μαλλί να κάνουμε μια στάση.
Στρίβουμε δεξιά για Κολωνάκι – άλλο που δεν ήθελε που μου κατέβηκε για πορεία με πουλόβερ και μπουφάν στους 22 βαθμούς – και ξαφνικά! Άλλη χώρα!
Στρίβοντας στην Κανάρη και αφήνοντας πίσω μας τους τελευταίους χακί ένστολους, έψαχνα να βρω τη… ντουλάπα.
Σαν τα μούλικα στη Νάρνια, ήταν λες και μπήκαμε από μια πόρτα (χάος, φωνές, μπάτσοι, κομμένη κυκλοφορία) και βγήκαμε στο «αλλού». Βιτρίνες, μανικιούρ, (πολύ) κυρίες, με (πολύ) φουσκωτά μαλλιά, ο κ. Βουλγαράκης με τη βέσπα του, κι ο χρόνος να κυλάει πιο αργά.
Γυαλισμένες καλημέρες και «καυλ’ άρ γιου;», «αγάπη μου» και «χρυσό μου» στη λιακάδα, πουρομπεμπέκες και πιπίνια με μπότες μέχρι το λαιμό, λες και η χώρα της κυρίας Κακανιά (που να ‘ναι καλά κι αυτή κι ο άνθρωπος που την έφτιαξε) υπάρχει κάπου σ’ ένα θόλο μέσα στην Αθήνα. Ένα θόλο που ανοίγει με κωδικούς θησαυροφυλακίου ή εκ λάθους, από ζαβές, καλή ώρα σαν κι εμάς.
Όξω φρύαζε το σύμπαν, μέσα πέρα βρέχει.
Ποιοι συμβασιούχοι, ποια stages, ποια ανεργία και ποια απεργία. Η συμβασιούχα μου είχε πάρει γραμμή την Κανάρη και χάζευε μοντελάκια με εμβρίθεια ηλικιωμένης fashionista.
Το Κολωνάκι θα μπορούσε να είναι το lsd των ’00s. Ένα τέταρτο στους δρόμους του και η φίλη γαζώτρια είχε ξεχάσει τις αψιλίες της και μου εξηγούσε, γιατί φέτος θα φορεθεί το φλούο λαχανί και τι ντροπή θα ήταν να μας συλλάβει ο φωτογραφικός φακός με… κάμελ τόου (σε περίπτωση που σαλτάρουμε τελείως κι αρχίσουμε να κυκλοφορούμε σαν την Λέιντι Γκάγκα με το βρακί στους δρόμους… Έλα, Χριστέ μου!).
«Τι θα γίνει μανίτσα μου, θα κάτσουμε κάπου τον ταλαιπωρημένο μας κώλο να πιούμε έναν καφέ;» (ε, μα είχα ξεπετσιαστεί, πια!).
Η fashionista είχε γίνει πάλι συμβασιούχα. Κι ακόμη χειρότερα είχε μπήξει τα κλάματα. Αισθανόταν πάλι ξανά γριά, χοντρή. Και συμβασιούχα. Το ναρκωτικόν Κολωνάκι είχε κάνει τον κύκλο του.
Και εγώ είχα ξαναβρεί κάτι – ένα προεξέχον κάγκελο, για την ακρίβεια - γωνία για να σκουντουφλήσω.
(Όχι, που δεν θα… μ’ έβλεπε!).
Δεν ξεφεύγεις από το πεπρωμένο σου, παιδί μου. Ούτε καν στο Κολωνάκι.



ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: lamiavitafolle.files.wordpress.com/2008/06

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2009

Γεροντάματα


Με απάθεια Τζαμαϊκανού καλλιτέχνη περιφέρω το σαρκίο μου από (γ)ραφείο σε (γ)ραφείο, αφήνω ηδυπαθώς βιογραφικά, απαντώ μονολεκτικά σε τσίρκουλο ερωτήσεις («...Kαι τι είστε διατεθειμένη να κάνετε για το «μαγαζί»; - Να το βλέπω να καίγεται;) και δέομαι αδύναμα να μπουκάρει επιτέλους ο χειμώνας από παντού.
Στο μεταξύ, πιάνω κουβέντα με κακογαμημένες γραμματείς (κακό σημάδι), περιμένω 4 ώρες έξω από το γραφείο ενός γκράντε Μπαρμπά – Μαλάκα κι όταν έρθει η σειρά μου (επιτέλους) χαμογελάω αλά Κολγκέιτ, φεύγω με επιδεικτικό κουνιολύγισμα και γενικά αντιδρώ… άσχετα!
Αν ο «γκράντε» είναι και κάπως πιο ζάβαλος, μπορεί να πατήσω τη μοκετούλα του, να καθίσω κανά 10λεπτάκι για μια μίνι συζήτηση – καγκουρό (απ’ αυτές που πηδάς από θέμα σε θέμα: καιρός, κακές συγκοινωνίες, αστικές αγένειες, κρίση, σκατά με ρίγανη, ναι πόσο ωραία τα λέτε) και να φύγω τρέχοντας πριν προλάβει να θυμάται τη φάτσα μου στο επόμενο μισάωρο (γιες!!!).
Σκέφτομαι ότι θα έχω μια πρώτης τάξεως δικαιολογία να βγαίνω από το σπίτι μόνο για τσιγάρα, να τρώω ένα σκασμό σοκολάτες και να προφασίζομαι χοντρή γρίπη στον απερίσκεπτο εκείνο άνθρωπο που θα αποφασίσει να με προσλάβει (πενθήμερο, πεντάωρο, 400 ευρώ) και να μου σκλαβώσει έναν ακόμη χρόνο από τη ζωή μου για να του γαζώνω κορωνάτες παπαριές και να σπαταλάω τον ύπνο μου σε κουλαμάρες.
Πριν από 5 χρόνια θα έκλαιγα γοερά για το κακό που με βρήκε, θα έτρεχα πανικόβλητη με «χρυσές ευκαιρίες» και στα δύο χέρια και θα μούτζωνα πάνω – κάτω – δεξιά κι αριστερά για την τύχη μου την πουτάνα, τον κόσμο που είναι κακός, την γαμημένη ανατροφή που μου ‘δωσε η μαμάκα μου, την ξεχασμένη επιλογή να γίνω αεριτζού και να βγάζω 3.000 ευρώ το μήνα.
Αντί αυτού σέρνω μια γελοία χαρούμενη «στ’ αρχίδια μου» διάθεση, η κάθε μου ατάκα καταλήγει σε ένα μεγαλοπρεπές «δε γαμείς» και αν αρχίσω να λέω και «έχει ο Θεός» θα είμαι απολύτως σίγουρη ότι πρόωρη κλιμακτήριος χτύπησε την πόρτα μου και υπερηφάνως βαδίζω προς αυτό που οι άνθρωποι αποκαλούν γηρατειά.
Θες απόδειξη; Ξαφνικά πιστεύω ότι η τύχη μου παραείναι γαλιάντρα μαζί μου, ο κόσμος δεν είναι κακός, αλλά ταλαίπωρος και η ανατροφή που μου δώκανε στο σπιτάκι μου ήταν μια χαρά, απλώς υποφέρει από κακό τάιμινγκ. Στο 1800 ας πούμε θα ήμουν απολύτως κουρδισμένη.
Αμ το άλλο; Που το πας το άλλο; Όλοι ξαφνικά μου μιλάνε για το κλιμάκιον μου. Και μου μιλάνε με τρόπο που αν εγώ ήμουν άντρας και το κλιμάκιον μου πέος, θα ήμουν ο πιο ευτυχής καβαλάρης στην οικουμένη. «Είναι πολύ μεγάλο, πολύ υψηλό, πρέπει να το ξανακοιτάξουμε, αν δεχόσασταν κι εσείς να το ρίξουμε λίγο και να βρεθούμε σε μια συνεννόηση». Καταλαβαίνεις τώρα, η κουβέντα, αναπόφευκτα γίνεται σεξιστική και επειδή κατά βάθος είμαι πολύ… τζέντλεμαν, εννιά στις δέκα δεν δύναμαι να τη συνεχίσω.
Κι αντί να κάτσω να σκεφτώ τη χλαπαταγή που με περιμένει στο τέλος του μήνα (νοίκι, νερό, φως, τηλέφωνο, λοιπά τοκοχρεολύσια) και να πέσω στα γόνατα εκλιπαρώντας για οτιδήποτε, έχω διάθεση κανιβαλίζουσα και διλήμματα του τύπου «οι λεοπάρ γόβες πάνε μόνο με μαύρα ή να το σπάσω με κανά φούξια τσαντάκι να ξαλεγράρει το ντεπιές;».
Τέτοια αποστασιοποίηση μιλάμε. Μπα σε καλό μου! Φταίει κι ο κολλητός (τ’ ακούς βρε μπάρμαν του γλυκού νερού;) που μου λέει ότι έχει καλό φίλινγκ και άλλα τέτοια μαλακτικά.
Δε γαμείς… (να το πάλι!).
Όσο ακόμη κρατεί η καλοκαιρία – μην ακούτε για βροχές, νεράκι βιαστικό θα είναι – να πάτε μια βόλτα μέχρι το Μουσείο της Ακρόπολης, να δείτε κανά χριστιανό που δεν θα σας φορτώσει με προβλήματα του και να πάρετε μπόλικες σοκολάτες για προμήθειες.
Θα τις χρειαστούμε φέτος τις κολασμένες, το βλέπω.

Υγ.: Τι ωραία που έχει βολέψει τους μπαρμπάδες η οικονομική κρίση! Προσλαμβάνουν αβέρτα κόσμο με 500 ευρώ, (αν)ελαστικό ωράριο εργασίας, μηδέν ένσημα, μηδέν παροχές, κάργα αγγαρεία και απόλυση επειδή ανάσανες στραβά. Μάνα,ε, μάνα: Πιάσε ένα πάπλωμα ακόμη! Φέτος θα πέσω σε χειμερία νάρκη!

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: clubtroppo.com.au

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2009

Μη μου τα πρήζεις με το φέισμπουκ!

Κακό βιολί το φέισμπουκ. Το ρημάδι το ανοίγεις με την προοπτική να μιλάς με δυο (τρεις, άντε δέκα) νοματαίους που πήγαν να μείνουν στου διαβόλου το τσουτσούνι και δε βολεύει ούτε το τηλέφωνο ούτε το αμάξι.
Περνάς μια χαρά, λέτε μαλακιούλες (που από κοντά θα ντρεπόσασταν να πείτε κιόλα) μέχρι που σε ανακαλύπτει φιλογνωστός / πρώην γκόμενος / πρώην συνάδελφος κλπ και σου κάμει «αίτηση φιλίας».
Αν είσαι πρωτάρης, μπαίνεις σε μαύρες σκέψεις… Να του δώκω μία να πάει στα τσακίδια ή να μη φανώ γαϊδούρης και να τον κάμω αντ;
Σε αυτή τη φάση του πρωτάρη, έστω και με βαριά καρδιά τον βάζεις στη λίστα με τους φίλους και μετά τον ξεχνάς. Όπως τον είχες ξεχάσει και πριν το φεισμπουκ.
Από καιρού εις καιρόν σου στέλνει διάφορες ανοστιές, παπαριές, κουϊζάκια, σκατολοίδια. Κάμεις ευγενώς το μαλάκα. Τσιριμόκο. Βούβα.
Μιλάς κανονικά με τα φιλαράκια σου, κάνεις πλακίτσες, στέλνεις καρδούλες, ζουζουνάκια, παπαράκια, σχολιάζεις, χτυπιέσαι απ’ τα γέλια, μέχρι που ο παπαρολεβέντης βλέπει κίνηση στο μαντρί και σπεύδει να εισέλθει στη συζήτηση, προσθέτοντας κι αυτός την παπάρα του.
Εν τω μεταξύ, και επειδή σ’ έχει μαύρο άχτι που δεν του μιλάς (όπως δεν του πολύ-μιλούσες και στην πραγματική ζωή), αρχίζει και ψάχνει το προφίλ σου, ξεψειρίζει τους φίλους σου, μπανίζει τις φωτογραφίες σου, παθαίνει μια ψυχοπάθεια τέλος πάντων, μέχρι που αρχίζει να κάμει… «αιτήματα φιλίας» και στους φίλους σου.
Πρωτάρηδες ή μη και αυτοί, ξύνουν λίγο την κούτρα τους, αλλά μετά σκέφτονται «για να τον έχει φίλο η τάδε, δε γαμείς, κάν’του ένα αντ να μας πει κι αυτός τι έχει να μας πει…». Κι εκεί αρχίζει ο ασυμμάζευτος, μην τον πάμε πιο μακριά, απλώς φανταστείτε το…
Περνάμε με επιτυχία το στάδιο του πρωτάρη και μετά από ένα 8μηνο πλέον, που είσαι και πεπειραμένος, αρχίζεις κι εσύ να μπανίζεις ξένες φωτό, μπαίνεις στον πειρασμό να δεις και λίγο παραπέρα σαν την κυρα- Κατίνα, και σε τρώει ο κώλος σου να δεις ποιος μιλάει με ποιον, ποιος μπιπ ποιον, πούθε μπορεί να συζητιέται κάτι για ‘σένα που δεν το πήρες πρέφα και που άμα το πάρεις θα σε πάρει από κάτω και χέσε μέσα μετά.
Σ’ αυτό το στάδιο, επειδή έχει βγει σουργούνι ότι κι εσύ γυροφέρνεις στο φέισμπουκ – ανάθεμα την ώρα – τα… «αιτήματα φιλίας» πολλαπλασιάζονται. Άνθρωποι που έχεις δει μια φορά (άντε και δύο), καραγκιόζηδες της κακιάς ώρας που έτυχε να συνυπάρξεις στο ίδιο (γ)ραφείο κάποτε μαζί τους, μετανοημένα αστροπελέκια που κάποτε σου έκαναν τη ζωούλα κάρβουνο και άλλα κακά συναπαντήματα θέλουν να σε κάνουν φίλο τους.
Αν μάλιστα έχεις αποδεχθεί το «αίτημα φιλίας» ενός παπάρα, ξεθαρρεύουν κι άλλοι και με τη λογική του «βάλαμε χέρι στο βυζί, δέξου μουνί μαντάτα», ξεκινάει ένα ξεχείλωμα άνευ προηγουμένου που σε πείθει ότι όντως ο κόσμος είναι πολύ μικρός, βουνό με βουνό δε σμίγει, κι άλλες τέτοιες συμπαντικές παπαροφιλοσοφίες.
Κι εκεί αρχίζει η ψυχασθένεια και τα τινά είναι δύο:
Α) Σε πιάνει μανία να δεις τι απέγινε σ’ αυτή τη ζωή το εν λόγω αστροπελέκι και το κάμεις «φίλο» επί τόπου
Β) Σε πιάνει αηδία πηχτή και ζόρικια κι αρχίζεις και διαγράφεις τρελούς και τρελές με ταχύτητα ψεκαστήρα
Παραλλήλως, έχεις πάθει και μια καχυποψία και αρχίζεις και ψάχνεις (ΚΑΙ ΕΣΥ!!!!) τους «φίλους» των άλλων «φίλων» σου και παθαίνεις λαλά. Είσαι στην ίδια κατηγορία «φίλων» με αυτόν-ην που σου έφαγε κάποτε τη δουλειά / το-η γκόμενο –α / το τελευταίο ζευγάρι γόβες για τις οποίες είχες δώσει και προκαταβολή.
Είσαι στο σημείο που σ’ ανάβουν τα γλομπάκια, θέλεις να φας με τα δόντια σου τη σελίδα που έφτιαξες και πολλούς από τη λίστα των «φίλων» και ορκίζεσαι με σθένος να μην ξαναμπλέξεις με την…τεχνολογία.
Αρχίζεις τα πίσω μπρος, («όχι θα την κλείσω», «όχι μωρέ κρίμα είναι, θα την αφήσω») και ζεις μια ωραιότατη διαδικτυακή ψυχασθένεια για την οποία ακόμη δεν έχει βρεθεί χαπάκι.
Κι ενώ αναρωτιέσαι τι δουλειά έχεις εσύ στο ίδιο target group με τη σιλικονάτη μοντέλα που έχει 3.900 «φίλους», κάποιος κυβερνο-νευρωτικός θα υπάρχει στη δικιά σου λίστα που σε βομβαρδίζει με προσωπικά μηνύματα ή με κράξιμο… «τοίχου».
«Που είσαι, κοριτσάκιιιι;;; Γιατί δεν μπαίνεις να σε βλέεεεπωωω;;;; Μη μου κρύβεσαιαιαιαιαιαι!!!! Που χάθηκεεεεες;;;».
Είμαι σπίτι μου, βλαμμένε και κάνω φασίνα.
Έχω φίλους που λιώνουμε με τις ώρες στους καναπέδες, στα τηλέφωνα, στα καφέ και τα ταβερνεία. Περπατάω ατέλειωτες ώρες, παίζω, γελάω, τραγουδάω, κυλιέμαι στα πατώματα κλαίγοντας, σκοτώνομαι με το γκόμενο μου / κολλητό μου / μάνα μου / φιλενάδες μου (κανονικές) και μετά κάνουμε αγάπες και πάμε να δούμε κι άλλο κόσμο να ξεγυαλίσει το μάτι μας.
Τρέχω σαν το Βέγγο απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ για να πληρώσω λογαριασμούς, χρέη και λοιπά ζόρια.
Κοιμάμαι σα βόδι και ονειρεύομαι και ούτε που σκέφτομαι με τη τσίμπλα στο μάτι να ανοίξω λαπ τοπ και συνδέσεις για να δω τι κάνετε.
Αν έχω τέτοιες ανησυχίες (κάθε μέρα δηλαδή) παίρνω τηλέφωνα, κανονίζω καφέδες και φαγιά και χαίρομαι να σκουντάω – σαν τη Μενεγάκη – κόσμο που είναι δίπλα μου, τον αγγίζω, τον μυρίζω και δεν περιμένει να του κάνω «κλικ» και «πόουκ» για να νιώσει φίλος μου!
Κι αν χαθήκαμε στο φέισμπουκ, πουλάκι μου, είναι γιατί χαθήκαμε και στη ζωή.
Και αν χαθήκαμε στη ζωή – πίστεψε με – υπήρχε λόγος. Σοβαρός ή γελοίος, αδιάφορο.
Να χαρείς, σταμάτα τα μηνύματα «τοίχου» ειδικά αν μένεις δυο τετράγωνα παρακάτω, πάρε με τηλέφωνο να χεστούμε σαν άνθρωποι και άμα γουστάρεις πάτα μου και ένα ντιλίτ να γουστάρω κι εγώ.
Που θα με πεις ακοινώνητη, επειδή μπαίνω στο ρημάδι, όποτε προφταίνω. Κι όποτε ΘΕΛΩ!
Α, σιχτίρι πια!

Υγ: Ω, ναι πρόκειται για μεγάλη ανακάλυψη, καμία αντίρρηση. Βλέπεις κόσμο που πεθύμησες, παίζεις παιχνίδια, γουστάρεις κι άμα είσαι και single κάνεις και τις ψαχτικές σου. Με την οικειότητα του… γλυκού νερού έχω ένα θέμα, με τις διαφημιστικές καταχωρήσεις που μου λένε πως θα μεγαλώσω ό,τι μου έχει μείνει μικρό (το μυαλό μου, ας πούμε;) και με τις δημόσιες σχέσεις της κακιάς ώρας. Δατς ιτ!




ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: wearthefunny.blogspot.com