Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2008

Μύτη ψηλά (κατά το "Χέρια Ψηλά")...


Σε γενικές γραμμές με λες ήρεμο άνθρωπο. Είναι που κρατάω...ψαλίδι, βλέπετε, και το νιώθω υποχρέωση. Στον εαυτό μου και τους γύρω.
Σκέψου, δηλαδή, άνθρωπος που χειρίζεται επικίνδυνες συσκεύες (από κοπτοράπτη μέχρι ηλεκτρικό ψαλίδι, πριονοκορδέλα, ό,τι θέτε βάλτε) να ‘ναι και νευρικός. Κάθεσαι δίπλα του; Μπα!
Το ‘χω «γαζώσει» πολλές φορές: η ανθρώπινη βλακεία δεν έχει πλαφόν. Και είναι κάτι με το οποίο δεν έχω συμβιβαστεί, αλλά τουλάχιστον δεν αντιδρώ όποτε σκάει στα μούτρα μου. Άλλωστε, όλοι έχουμε δικαίωμα σ’ αυτήν. Συνεκδοχικώς, σπανίως με εκνευρίζει.
Εκείνο, όμως, που δεν μπορώ να υπομείνω λεπτό είναι η ημιμάθεια και η αλαζονεία. Η μύτη ψηλά που λέμε κι ας μην ξέρουμε τι λέγουμε.
Αυτά τα δύο όταν βρεθούν καμιά φορά στον δρόμο κάνουν ένα τρομερό δίδυμο, έναν εκρηκτικό συνδυασμό που αρκεί για να εκκενωθούν πόλεις. Τι λέω, πόλεις; Χώρες!
Παρατηρούσα, όλα αυτά τα «παραθυράτα» τηλεκαμάρια, τα καλοθρεμμένα, τα μπένε λεβέ με πόση αηδία μιλούσαν για τους μπλόγκερς.
Και κατέληξα ότι το ζήτημα είναι...ταξικό.
Α, ναι! Οι «καλοί» δημοσιογράφοι γράφουν στις εφημερίδες και τηλελογούν στα κανάλια και οι «κακοί», οι λούζερ, τα απόπαιδα του συστήματος καταφεύγουν στις τρύπες του Διαδικτύου...
Οι «καλοί» μπορούν να κάνουν γενικεύσεις, να τα χώνουν όλα στη μηχανή του κιμά και να τα κάνουν νιανιά και οι «κακοί» να χάνουν το δίκιο τους – αν το έχουν που ελπίζω δηλαδή - (τι το θελες και ‘συ χρυσέ μου και πήρες σβάρνα τα κανάλια;;;), στα δικαστήρια των τηλεπαραθύρων....
Οι «καλοί» να ισχυρίζονται ότι η ανωνυμία ίσον κουκούλα και ότι τα πράγματα του Θεού γίνονται μόνο στο φως της ημέρας.
Κι ο χασάπης μου τα ίδια λέει. Ότι ο κιμάς κόβεται παρουσία του πελάτη.
Σαφώς! Δεν το συζητώ!
Μόνο που έχει τύχει το πιο σάπιο κρέας να «κοπεί» κάτω από τη μύτη σου και με καμιά σαρανταριά πελάτες αντάμα στο μαγαζί.
Κι ότι πολλές θηριωδίες έγιναν στο φως της ημέρας.... Και διεπράχθησαν από καραμπαμπάμ επώνυμους, διάσημους, φίρμες αυτής ή κάποιας άλλης εποχής...


Υποσημείωσις: Τρέμω στην ιδέα ότι οι βελόνες και οι κλωστές μου μπορεί να βρεθούν σε λάθος χέρια (που βρίσκονται πολύ συχνά, μην τρελαθούμε).
Αλλά αυτό μπορεί να συμβεί και σε μία φτωχογειτονιά και σε κάποιο ακριβό ραφείο Βόρειων Προαστείων. Όπως, συμβαίνει και με τα νυστέρια των γιατρών και με άλλα επαγγελματικά εργαλεία. Οπότε, τα «φάουλ» που γίνανε αυτές τις μέρες ας κρατηθούν στα υπ’ όψιν γιατί θα τα ξαναβρούμε μπροστά μας...


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.chihapaura.com

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2008

Το χαρωπό μου χρέος (παιχνιδάκιον σελίδος 123)!

Iδού η σελίς 123. Είναι από το βιβλίο:

«Σιδηρά Διαθήκη & Χρυσή Διαθήκη» - Πολ. Δημητρακόπουλος – Εκδόσεις Πέλλα
Σελ. 123 – Από το Κεφάλαιο 56 με τίτλο «Ο Αντικατοπτρισμός»

"Η άμμος είναι λεπτή και πονηρά, σου λέγει: «Έλα κοντά μου και θα σου δώσω μίαν νέαν ζωήν».
Προχωρείς και αντί να εύρεις τη νέαν ζωήν, χάνεις και εκείνην που έχεις – η αιώνια πολιτική της σμικρότητας".


Για την ιστορία είναι ένα βιβλίο που βρίσκεται στο πρώτο ράφι πάνω απ' τον κοπτοράπτη. Το χέρι μου πάει αυτόματα σ' αυτό κάθε φορά που χρειάζομαι ένα "τσικ" γέλιου, λύπης, σκέψης. Είναι το πρώτο πράγμα που μου έδωσε να διαβάσω ο πατέρας μου και μάλιστα σε ηλικία που δεν καταλάβαινα Χριστό.
Lyke, to χαρωπόν χρέος μου το έκαμα! Για να δούμε τσι υπόλοιποι!


Σημείωση: Κάποια στιγμή θα ανεβάσω μερικά αποσπάσματα από αυτό το βιβλίο. Το οποίο όποιος το βρει σε βιβλιοπωλεία θα του χαρίσω μία χρυσή λίρα (πλάκα κάνω) καθότι είναι μουσειακό κομμάτι!

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2008

Τσάλεντζ

Ο MonahikosLikos μου έκανε τσάλεντζ σε ένα ζούπερ παιχνίδι. (Καλά, κάτι τέτοια με φτιάχνουν απίστευτα!). Το οποίο – αν κατάλαβα καλά – λέγεται page 123 book meme.
Οι κανόνες (τους οποίους ο MonahikosLikos αντέγραψε από τη Magica κι εγώ από τον MonahikoLiko) έχουν ως εξής:
1. πιάνουμε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά μας αυτή τη στιγμή
2. το ανοίγουμε στη σελίδα 123 (αν είναι μικρό, παίρνουμε το επόμενο που είναι κοντά μας και έχει τουλάχιστον 123 σελίδες)
3. βρίσκουμε την πέμπτη πρόταση
4. αντιγράφουμε τις επόμενες τρεις, δηλαδή την έκτη, έβδομη και όγδοη
5. βρίσκουμε άλλους πέντε ατυχείς να τους πασάρουμε το παιχνίδι

Και επειδή πρέπει να καλέσω πέντε ατυχείς, ιδού ποιους διάλεξα:
Swell
Kanataki (ακούει και στο τσαπερδόνα)
GreekMediaNews
KitsosMitsos
Subir

Φυσικά, όποιος άλλος έχει την όρεξη μας, καλώς να ορίσει!

Σημείωσις: Για να είμαστε ξηγημένοι Λύκε μου εγώ το δικό μου θα το «ανεβάσω» εκεί κατά την Κυριακή το βράδυ. Που ελπίζω να ‘χω δικό μου «κοπτοράπτη». Γιατί τώρα εκμεταλλεύομαι την αγάπη του κολλητού μου! Φιλιά!

Loi’s σουαρέ (αφού το ζητήσατε, δικό σας!)


(Τι γαμάτη που ήταν η εποχή της προπρογιαγιάς μου! Φαντάζομαι – έτσι με βολεύει, δηλαδή, ότι τότε τα κοστούμια ράβονταν στο χέρι. Και δεν τραβούσε τις κοτσίδες της η γιαγιά που κάθε που χάλαγε ο «κοπτοράπτης». Εν πάση περιπτώσει από «κοπτοράπτη» δανεικό σας στέλνω τα φιλιά μου και επειδή είχα τάξει ένα «φουστάνι» για την κ. Λόη, «γαζώνω»...)


Λοιπόν. Όταν ήμουν μικρή έτσι ονειρεύομουν τη ζωή μου. Σαν της κυρίας Λόη. Μη σας πω ότι έτσι ονειρευόμουν και την εμφάνιση μου: πάνω από 1,75!
Έτσι, ονειρεύομουν και το μαλλί μου: Μακρύ και ξανθό!
Και το μάτι μου: Πράσινο!
Και τη βλεφαρίδα: κάγκελο!
Να ξυπνάω το πρωί σε σατέν σεντόνια (α, κάν’ τε μου τη χάρη να μη βγάλετε κιχ από εδώ και κάτω! Έτσι τη φαντάζομαι εγώ τη ζωή της κ. Λόη), τα κρινοδάχτυλα μου να ακουμπάνε σε ένα φλιτζάνι μάρκας Χερμές και τα ροδαλά χείλη μου να γεύονται ακριβό γαλλικό καφέ!
Μετά, να κάνω μία έτσι, να βουτάω τη βούρτσα και να χτενίζω τα μακριά μαλλιά μου!
Να βγαίνω στον δρόμο να οδηγήσω το σούπερ αυτοκινητάκι μου (στα δικά μου όνειρα το αυτοκίνητο της κ. Λόη είναι ένα ροζ τζιπ 4Χ4) και εκεί κατά τη μία να φτάνω στον ραδιοφωνικό σταθμό, όπου εργάζομαι, για να κάνω ραδιοφωνική εκπομπούλα! Αχ!
Στα όνειρα μου επίσης, στα οποία ειμαι φτυστή η Λόη το είπαμε αυτό, μπορώ στην ραδιοφωνική εκπομπή του συνεργάτη μου (ο οποίος είναι – γουάου! – πολιτικός συντάκτης) να πετάω διάφορα κουλά για δίαιτες και κραγιόν, Πασχάλη και ποινικολόγους, αλλά κανείς να μη μου λέει «τι βλακείες είναι αυτές που λες, κοριτσάκι μου;;;;».
Γιατί, άμα θέλω (όχι εγώ, η Λόη που ονειρεύομαι ότι θα μπορούσα να είμαι σε κάποια άλλη ζωή) μπορώ να συμμετέχω σε συζητήσεις για το Σκοπιανό και να λέω «αυτό είναι πολύ σοβαρό» και να γνέφω με κατανόηση, αλλά τι κρίμα! Στο ραδιόφωνο δεν υπάρχουν κάμερες για να δουν πόσο σοβαρή είμαι!
Έχω όμως εκπομπή!
Χα!
Και βγαίνω και κούκλα. Με τα μινάκια μου, τα κολλητά μου, τις τακουνάρες μου, τα ζυγωματικά μου. Τις τακουνάρες τις είπα; Θα τις ξαναπώ! Γιατί ΕΓΩ φέρνω και βόλτες μέσα στο στούντιο για να δείξω τα δώρα που χαρίζουμε. Ας το κάνει κι άλλη αυτό χωρίς να φάει σαβούρδα και εγώ ορκίζομαι ότι θα κόψω τα πλούσια ξανθά μαλλιά μου α λα γκαρσόν!
Και όταν το πάνελ μου πλακώνεται και λέει ό,τι του ‘ρθει και μου κάνει τους καλεσμένους ρόμπα, εγώ είμαι εκεί, σαν όμορφος άγγελος Κυρίου και τους επανεφέρω στην τάξη!
Χα! (ΚΑΙ ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΜΑΣΑΩ ΤΣΙΧΛΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΚΑΝΩ ΞΑΝΘΟΣΥΝΕΣ).
Και επειδή είμαι πολύ καλή στη δουλειά μου, οι συνεργάτες μου λένε και στον «αέρα» ότι κατάφερα να βγάλω την Κουβελογιάννη εκτός τηλεόρασης.
Και η Βροχοπούλου μου λέει ότι μαζί με τη Λαμπίρη είμαστε οι μεγαλύτερες Ελληνίδες δημοσιογράφοι.
Καλά, όχι ότι τα λαμβάνω σοβαρά αυτά (γιατί εκτός από κουκλάρα και πανέξυπνη είμαι και πάρα πολύ μετριόφρων), αλλά καλό είναι να λέγονται κάποια πράγματα, δεν έχει σημασία ποιος τα λέει (που το διάβασα αυτό;;; Αχ, δεν θυμάμαι!).
Και στην τελική σε ‘μένα μιλάνε όλοι και τη δική μου εκπομπή εμπιστεύονται για τα οικογενειακά τους.
Και για να σας το αποδείξω αυτό, αρκεί να σας πω ότι βγαίνω και στα παράθυρα του δελτίου – καλά, όχι του κεντρικού, αλλά βγαίνω τέλος πάντων στα δελτία που προηγούνται του κεντρικού – για να διαφωτίσω την κοινή γνώμη για το DNA του Πασχάλη και για άλλα ζέοντα του τόπου τούτου. Και στη σύσκεψη, η γνώμη μου μετράει. Επί τέτοιων θεμάτων
Και μην βρεθεί κανένας να μας πει ότι αυτό δεν είναι δημοσιογραφία, γιατί εγώ μπορεί να μη βάζω τα χέρια στη μέση και να βρίζομαι σαν Κατίνα όπως μερικές άλλες, αλλά έχω κι εγώ τον τρόπο μου να βάζω τους εχθρούς μου στη θέση τους. Εντάξει;
Εγώ, έφερα την ευγένεια και τη χάρη σ’ αυτού του είδους τις εκπομπές. Τελεία και παύλα.

... Αλλά δεν είμαι η Λόη (γαμώτι! Ξύπνησα…).
Και όσες ντεκαπάζ και να κάνω, όσους φακούς και να βάλω στο μάτι, όσο και να προσπαθήσω από 1 και ένα μίλκο να γίνω πέτσινη γυναίκα (που έλεγε και ο Βουτσάς στην Σαπουντζάκη όταν την έβλεπε ντυμένη στα δερμάτινα) πάντα μα πάντα: όταν λέω βλακεία θα με φωνάζουν ξανθιά!

Υστερόγραφο: Για να βλέπουν Πασχάληδες, Μασχάληδες στην κ. Λόη οι αγαπητοί τηλεθεατές, τώρα ψάχνονται να δουν τι έγινε με τα Σκόπια. Για να μην πω καμιά βαριά για τα δελτία με τους "κομιστές" που τόσο καιρό μας τα κάνανε τσουρέκια πασχαλινά και ξαφνικά ανακαλύψανε σαν τους κακοδιαβασμένους μαθητές ότι έχουν να εξεταστούν σε: ασφαλιστικό, Κυπριακό, Μακεδονικό και δε συμμαζεύεται. Άντε.

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2008

Διαλιέχτε!

Λοιπόν, μόλις φύγουν τα ξέφτια από πάνω μου, διάλέχτε θεματική βραδιά...
Να κάνουμε σουαρέ κοπτοραπτούδων για Μάκη; Λάκη; Λόη; ΟΛΑ; ΟΛΑ8; Θώδη; Τι;
Μη μου πείτε μα, μου. Γίνονται δεκτές και προτάσεις για ποικιλίες μπίρας και ούζου, μιξ γκριλ και τα τοιαύτα...
Μέχρι τότε επιστρέφω στη φωλιά του κουκού, παρντόν του κοπτοράπτη ήθελα να πω, γιατί όταν οι υπόλοιπες κοπτοραπτούδες παθαίνουν καταθλιπτικούς ιδεασμούς και παίρνουν τα ρεπά τους μαζωμένα, εγώ παριστάνω το αρκουδάκι της Ντούρασελ!

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2008

(Πω, πω! Και δεν το ‘χα σκοπό αυτό το ποστ…)




Κατ’ αρχήν να ξεκαθαρίσω κάτι (που προφανώς τόσο καιρό έχει γίνει αντιληπτό): Ζορίζομαι με τις «σοβαρές συζητήσεις», ειδικά όταν γίνονται επί «σημαντικών» θεμάτων…
Ως αφελής δε, (χαρακτηρισμός που εισέπραξα από τον φίλτατο Tzonako, όχι εγώ προσωπικά, αλλά όλοι όσοι συμμετείχαμε σε συγκεκριμένη εκδοτική προσπάθεια…), είναι φως φανάρι ο λόγος που η συμμετοχή μου σε σοβαρές συζητήσεις κρίνεται εκ του περισσού…
Με την αφέλεια αυτή και με τη τάση να με πιάνουν κότσο υπέπεσα σε μέγα αμάρτημα: να αφήσω κάποιους να με «ομαδοποιήσουν» ω;… μπλόγκερ (ντροπή τους!), να κάνουν χρήση του ιερού αυτού όρου, τη στιγμή που τι είμαι εγώ; Μια κοπτοραπτού! Ορθόν!
Επειδή το βιβλίο που προέκυψε έφερε τον τίτλο “Bloggers” κατά τα γραφέντα, με πατρονάρισαν (;), με μαρκετοποίησαν (;;), πουλάνε εις βάρος μου (;;;) και ποιος ξέρει (!;) – αυτό το συμπληρώνω εγώ – ίσως πάρω πολύ σοβαρά τον εαυτό μου και την ψωνίσω πολύ άσχημα…
Γαζί – γαζί, χρόνια τώρα και διόλου…σοβαρά σκεπτόμενη, έχω αντιληφθεί ότι το κακό σπυρί σε όλες τις δουλειές δεν είναι ο τίτλος, η λέξη δηλαδή, αλλά το καβάλημα που σου δίνει ο τίτλος.
Είσαι, ας πούμε, αρχισυντάκτης, διευθύνοντας, αρχιμάγειρος, σάμθινγκ τελοσπάντων;
Δε σε φτάνει που είσαι – και μπράβο σου! – ξαφνικά κάτι σε κάνει να πιστεύεις ότι είσαι η ιερή αγελάδα της δημοσιογραφίας, της εταιρείας, του μαγειρείου, «φοράς» τον τίτλο σου και περιφρονείς τους αφελείς, τους καημένους, που – χα! – νομίζουν ότι μπορούν να σε φτάσουν…
Και ξαναρωτώ: τι γράφει στην προμετωπίδα; «Κοπτοραπτού». Το γράφει, όμως, το δηλώνει.
Τώρα αν κάποιος θέλει να διαβάζει «μπλόγκερ», «οξυγονοκολλητής», «μέντιουμ – πελματομάντης», με γειά του.
Δεν είναι, όμως, σίγουρο ότι θα γυρίσω αν με φωνάξει έτσι.
Παρένθεση: Στο σχολείο όταν έκανα καμιά παπάτζα και με ρωτούσαν «Γιατί, παιδί μου;», τους κοιτούσα σιωπηλή. Αν δε, έπεφτε και κανάς φούσκος – πως μου ξέφευγε, ρε γαμώτι – και χαμογελούσα.
Οι φωστήρες της γυμνασιαρχίας θεωρούσαν το χαμόγελο αναίδεια κι έτρωγα και καμιά ακόμη.
Ως εκ τούτου, όταν με καλούν να…συζητήσουμε σοβαρά και να… ανοίξουμε έναν διάλογο επιπέδου για την εμπορευματοποίηση του μπλόγκινγκ κινδυνεύω να πάθω ακριβώς τα ίδια, ενώ θα μπορούσα να απαντήσω τα εξής (και να ξεμπερδεύω):
- Σιγά τα ωά
- Δεκάρα δεν πήρα απ’ αυτή την ιστορία. Τόσο πουλήθηκα, λοιπόν…
- Γούσταρα και το ‘κανα. Ως «αφελής» πλην «συμπαθής» κιουρία που όλο την πατάει ρε γαμώτι και της πιάνουν και τον κώλο…
- Από πού κι ως που εθίγησαν οι μπλόγκερς της επικρατείας; Δηλαδή, αν βγει καινούριος περιπτεράς στη γειτονιά και γράψει πάνω απ’ το μαγαζί του «περίφτερον» οι λοιποί περιπτεράδες θα του ζητήσουν άδεια επιτηδεύματος; Και αν δεν έχει, θα του την «πέσουν»;
- Τι ταμπελολατρεία, Χριστέ μου!
- Αμάν πια…
Και για να κλείσω, είμαι από εκείνα τα παιδιά που μου αρέσουν οι παρατηρήσεις. Στα μούτρα μου, όμως. Μπροστά μου.
Και που πιστεύω ότι αν έρθει κάποιος πάνω απ’ τον κοπτοράπτη να μου πει πόσο αφελής θα είμαι να «γαζώνω» κατά πως θέλω και κατά πως αγαπώ να διαχειρίζομαι τα «φουστάνια» μου, ε, εκεί σταματάει η όποια περί ελευθερίας σοβαρή συζήτηση.
Ως ελεύθερη, λοιπόν, απαντώ και φυσικά μετά πλήρους επίγνωσης ότι μπορεί να χάσω καλούς επισκέπτες, τους οποίους ευτυχώς ποτέ δεν είδα σαν «χτυπήματα» στο κοπτοραπτείο ούτε δεκαρολογικώς κάθισα να μετρήσω τα σχόλια τους.
Μόνο τις προθέσεις τους και τη φιλική τους διάθεση. Και εδώ είμαι κερδισμένη, μη σου πω και πλουσία. Γιατί έκανα φίλους από ‘δω μέσα.

ΥΓ1.: Για ΑΝΤ1 ήθελα να γράψω. Αλλού γι’ αλλού βρέθηκα. Ως συνήθως. Αλλά δεν πειράζει. Θα το γυρίσω το «γαζί» στην ευθεία του.
ΥΓ2: Σε κανά δυο μέρες – που θα ‘χει πλουτίσει αρκετά από ‘μένα ο κακός εκδοτικός οίκος που με εξέδωσε – θα «ανεβάσω» την πέτρα του σκανδάλου. Το ρημαδοκείμενο που μπήκε στο ρημαδοβιβλίο, για το οποίο αναγκάζομαι να απολογηθώ για την αφέλεια μου.
ΥΓ3.: Πρώτη φορά καταχράστηκα ένα ποστ ολόκληρο για την αφεντιά μου. Θέλω να πω σε τόσο προσωπικό ύφος. Δεν θα ξαναγίνει. Σουεάρ!



ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.cartoonstock.com

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2008

Στάθης Μαντζώρος: "Η βία της εποχής μας είναι η αδιαφορία"...


Ο νεαρός που βλέπετε στη φωτογραφία είναι ηθοποιός. Το όνομα του Στάθης Μαντζώρος. Σίγουρα τον έχει πάρει το μάτι σας στο «10» του Καραγάτση. Σ’ ένα ρολάκι, μικρό, μουγγό, τόσο δα (παίζει τον αγαπητικό της γριάς πόρνης του 10 που υποδύεται έξοχα η Ρένη Πιττακή). Τον πέτυχα επίσης – κι εκεί στάθηκα με ενδιαφέρον, αν και κοπτοραπτού - στη μουσικοθεατρική παράσταση του Διονύση Τσακνή «Τί γυρεύεις μες τον ύπνο μου πατέρα;»…
Περίμενα πολύ καιρό, με όλες αυτές τις περγαμηνές των τηλεκριτικών και όλη αυτή τη φασαρία που έγινε με αφορμή της σειράς, να δω κάπου «γαζωμένη» μια συνέντευξη του. Μια κουβέντα του. Αλλά φευ!
Οι δημόσιες σχέσεις του καναλιού αμφιβάλλω αν γνωρίζουν ότι στους ανθρώπους της σειράς, υπάρχει κι αυτός ο Χριστιανός με ταλέντο περισσευάμενο.
Τα λοιπά περιοδικά προτίμησαν να στραφούν στους πιο «διάσημους» της σειράς.
Αλλά επειδή εγώ έχω κουσούρια και μ’ αρέσει πάντα να κοιτάω στο τέλος του διαδρόμου, έπιασα ψιλοκουβέντα με αυτόν εδώ τον κύριο.
Συγκρατήστε το όνομα του και διαβάστε καλά τα όσα λέει για την τηλεόραση και την εποχή που ζούμε.
Το συγκρατώ κι εγώ και ελπίζω στο μέλλον να συνεχίσει με την ίδια ζέση. Και να μην τον δω εξώφυλλο σε λάιφ – στάιλ περιοδικά σαν ζεν πρεμιέ.
Να μείνει έτσι. Σαν καλός μαθητής του Καταλειφού και σαν σκληρά εργαζόμενος για την τέχνη του.


(Σ.Σ.: Είπα να αρχίσω την εβδομάδα γλυκά και να μην μπλέξω με τα ξέφτια της επικαιρότητας. Δυστυχώς, δεν την βλέπω να γλιτώνω και σύντομα θα επανέλθω. Φιλιά και καλή ανάγνωση!)



«Αν σου ζητούσα να μου περιγράψεις την τέχνη που υπηρετείς σε 300 λέξεις, τι θα μου έγραφες;

Η σύνθετη τέχνη που υπηρετώ, είναι το ποιητικό ισοδύναμο της ζωής! Αντλείς εικόνες, ήχους, καταστάσεις από τη ζωή με το πλέον ανήσυχο μάτι σου και όχι αδιάφορα (κάπου άκουσα ότι η βία της εποχής μας είναι η αδιαφορία), όλα αυτά φιλτράρονται μέσα από τις ευαισθησίες, τον ψυχισμό και τη φαντασία σου και εν τέλει τα μεταφέρεις στη σκηνή, μέσω της μοιραίας ενσωμάτωσής τους στη σκέψη σου έως ότου εκφραστούν ως ένα ψυχοσωματικό συμβάν.
Μ’ αυτόν τον τρόπο επιδιώκεις να κινητοποιηθείς εσύ ο ίδιος, για να μπορέσει μέσα από τη δράση να κινητοποιηθεί ο θεατής, το ζητούμενο της θεατρικής πράξης. Μιλώ για μια ενέργεια που μεταφέρεται κατά τη διάρκεια της παράστασης και λειτουργεί σαν ένα επιδέξιο και ιδανικό κάτοπτρο για να μας θυμίζει αυτά που ξεχνάμε στη δύσκολη καθημερινότητα και στον αγώνα για επιβίωση. Στην εποχή του Fast Food, των καμένων δασών, των ναρκωτικών, της κοινωνικής ανισότητας, της ακρίβειας, της βιασύνης, έχουμε αναπτύξει όλοι έναν εσωτερικό μονόλογο, σταματήσαμε να συναντιόμαστε επί της ουσίας, η ματιά μας δεν ακουμπά, τις περισσότερες φορές δεν ακούμε καν! Έτσι αντιλαμβάνομαι την τέχνη μου, μία ανήσυχη και ενεργή ματιά που εμπεριέχει όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας, ή αν θέλετε, αυτά που δεν συμβαίνουν και θα ‘πρεπε. Αυτή υπηρετώ και θα υπηρετώ γνωρίζοντας πόσο σημαντικό ρόλο παίζει στην ισορροπία μιας κοινωνίας.


Παλιότερα, μεγάλο ρόλο στη «ζύμωση» ενός ηθοποιού έπαιζαν οι θεατρικές ομάδες. Πλέον, τις συναντάμε όλο και πιο σπάνια και σχεδόν ποτέ με κάποια ώριμη δουλειά. Τι πιστεύεις ότι έχει οδηγήσει σε αυτή την εξέλιξη;

Είχα την τύχη να ζήσω την εμπειρία της ομάδας, αρχικά ως μαθητής του Θεάτρου Τέχνης, έχοντας την τιμή να μαθητεύω και την ίδια στιγμή να συνυπάρχω στη σκηνή με σπουδαίους δασκάλους. Έπειτα, τέσσερα χρόνια στην πειραματική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, βίωσα την ομαδικότητα, τη σκληρή δουλειά κάτω από ένα κοινό όραμα και την υποστήριξη του Νίκου Κούρκουλου. Δίχως την δημιουργία από το Εθνικό Θέατρο και τον Στάθη Λιβαθηνό του εργαστηρίου σκηνοθεσίας και υποκριτικής και την εκπαίδευση με Ρώσους καθηγητές, η ομάδα της πειραματικής δεν θα είχε το αποτέλεσμα και τη διάρκεια που κατέκτησε. Πράγμα που σημαίνει πως για να υπάρξουν και να ορθοποδήσουν σήμερα θεατρικές ομάδες χρειάζεται καταρχήν ανθρώπους με όραμα να ηγηθούν της προσπάθειας, μια ευαίσθητη πολιτεία που να χρηματοδοτήσει την προσπάθεια αυτή και διαθέσιμους ηθοποιούς που να είστε σίγουροι ότι υπάρχουν. Χωρίς τα παραπάνω, οι προσπάθειες είναι μεμονωμένες και ημιτελείς.

Τι έχει να προσφέρει η τηλεόραση σε έναν νέο ηθοποιό και τι έχει να του απομυζήσει;

Στο βαθμό που η τηλεόραση, σήμερα, έχει εισχωρήσει τόσο στη ζωή μας, έχει γίνει το μέσο αξιολόγησης των δυνατοτήτων και του ταλέντου του ηθοποιού. Αποτελεί πλέον το βήμα μέσω του οποίου εκτίθεται ο ηθοποιός στο ευρύ κοινό. Στην απόλυτη κυριαρχία όμως της τηλεόρασης κρύβεται και ένας μεγάλος κίνδυνος. Η τηλεόραση είναι σαν ένα μάτι πριν από το μάτι του θεατή, δεν έχει και δεν μπορεί να προσφέρει την επικοινωνιακή αμεσότητα του θεάτρου, μια αμεσότητα που δεν επιτρέπει να κρυφτεί ή να παρερμηνευθεί κάτι. Δυστυχώς, η μέσω της τηλεόρασης αναγνωρισιμότητα, καθορίζει την κρίση του κοινού και το μέλλον του ηθοποιού. Μοιραία λοιπόν, η τηλεόραση αποτελεί κομμάτι της εργασίας του ηθοποιού, και άπτεται πλέον στον ίδιο τί επιλογές θα κάνει (πάντοτε με το τίμημά τους) και στην θεατρική παιδεία που φέρει.

«Το Νερό Γνωρίζει». Ένα συγκλονιστικό αφήγημα για το πως φθάνουμε στη γνώση. Τι κέρδισες από αυτήν εμπειρία;

Πιστεύω σε συναντήσεις τη σωστή στιγμή. Αυτό ήταν και «Το νερό γνωρίζει», μία συνάντηση αξιόλογων συντελεστών. Επιτρέψτε μου εδώ να αναφερθώ κύρια στη δουλειά μου με τον Δημήτρη Καταλειφό. Στη γενναιοδωρία του, στην εμπιστοσύνη που μου έδειξε, γεγονός που με τιμά ιδιαίτερα, στην εργατικότητα που τροφοδοτείται από την λαχτάρα του για αυτό που κάνει, στον τρόπο που αντιμετωπίσαμε και δουλέψαμε τον λόγο, στη ζωή που δώσαμε στις λέξεις και κάτω από τις λέξεις. Δώσαμε σ’ ένα αφήγημα θεατρικότητα με συγκρούσεις και δράσεις εκ των έσω. Φέραμε στο φως έναν «κλοσάρ», έναν άστεγο που ζει ανάμεσά μας, ξεδιπλώνοντας μπροστά στο θεατή τις στιγμές και τα πρόσωπα που καθόρισαν τη ζωή του και τον οδήγησαν να ζει μ’ αυτόν το τρόπο, πλήρως συμφιλιωμένος όμως μ’ ό,τι είναι και κουβαλάει. Θυμάμαι έναν θεατή μετά το τέλος μιας παράστασης να μου λέει “φεύγοντας από ‘δω αν τύχει και συναντήσω έναν τέτοιον άνθρωπο, δεν ξέρω αν θα τον πλησιάσω, το σίγουρο, όμως, είναι ότι θα το παρατηρήσω”».