Κυριακή 18 Μαΐου 2008

Οι κάλοι μου και "Οι Πύλες του Ανεξήγητου"


Παράπονο το ‘χουν μάι μπιλόβντ ουάνς να προσέχω στον δρόμο, όταν περπατάω. Α, αυτό αξίζει να το δείτε, διότι φαινομενικά δεν έχω καμιά επικοινωνία με το περιβάλλον, 9 στις 10 έχω μαραφετάκι στα αυτιά και ακούω χαζαμάρες και 10 στις 10 μ’ έχει χτυπήσει το παπούτσι και πηγαίνω σαν συγκαμένη με ολίγον από χαζό χαμόγελο στη μάπα.
Με λίγα λόγια, είμαι γυναίκα που σταματώ την κυκλοφορία!
Καθότι δεν ακούω όταν μου κορνάρουν, αλλά και να θέλω δεν μπορώ να τρέξω διότι έχω μάθει στις ξυπολησιές και οποιοδήποτε παπούτσι στα δέκα λεπτά με έχει αχρηστέψει ως άνθρωπο ευθυτενή.
Οι άσχετοι και πυροβολημένοι πιστεύουν ότι τανιέμαι και κουνιέμαι (πονάω, βρε γελοίε! Την όρεξη σου είχα να πηγαίνω σα σκούνα!), οι δε καλοί άνθρωποι, ψιθυρίζουν με τρυφερότητα ατάκες του τύπου: «χαζούλικο, μωρέ, αλλά χαριτωμένο» (να ‘στε καλά, παιδιά!).
Η ουσία είναι ότι εγώ τα πάω περίφημα με την πάρτη μου κι αν με άφηναν αι συνθήκαι να κυκλοφορώ ξυπόλητη για το υπόλοιπον του βίου μου, θα είχα διαπρέψει (δεν ξέρω που, αλλά περί αυτού είμαι βεβαία)…
Αυτή του κουλαμάρα, με τους κάλους στα πόδια (του μυαλού δεν ενοχλούν στην κίνηση), εγώ την πάω βόλτα εδώ και πάνω από 25 χρόνια και καθόλου δε με χάλασε. Ο δε κολλητός μου προτιμά να με λέει «ιδιαίτερη», απ’ το να φωνάζει κουλή και να με πληγώνει.
Όσο για τον καλό μου, ε, αυτός έχει πάρει απόφαση ότι τα’ χει φτιάξει με γιαγιάκα που μοιάζει με προσκοπίνα και ο χριστιανός (με) πηγαίνει μονίμως στο ρελαντί.
Σημειώστε δε ότι, όταν πρέπει να παρουσιαστώ σε κάποιο επαγγελματικό ραντεβού, μίτινγκ (μη χέσω!) ή άλλη κοινωνική υποχρέωση με αδιάκριτα βλέμματα, είμαι η επιτομή του «άνω θρώσκω» και του «βαδίζω γαμάτα!». Σφίγγω τα δόντια, το παπούτσι έχει γίνει ένα με το νύχι μου κι ας είναι και δυο νούμερα μεγαλύτερο (!), οι κάλοι είναι έτοιμοι να ερεθίσουν τους δακρυγόνους αδένες μου, αλλά χαμογελάω με χάρη και δεν τρέχει κάστανο.
(Βέβαια, στο τέλος της ημέρας είμαι σαν τον Ντάνιελ Σαν στο Καράτε Κιντ, να σφαδάζει από τσι πόνοι και χωρίς κανέναν Κινέζο σένσεϊ να του βάζει μαγική λοσιόν στα ματωμένα κάτω άκρα, αλλά δεν πειρά…).
Ωραία! Και ενώ σας έχω πει όοοολα αυτά και πλέον είναι πανεύκολο να με εντοπίσετε στους δρόμους της Αθήνας, πως θα σας φαινόταν αν συνέχιζα το κείμενο, παρντόν το φουστάνι ήθελα να πω, με ανάλυση για την πυρηνική ενέργεια και τον Βανούνου τον άτιμο;
Θα λέγατε ότι η Κοπτοραπτού το ‘καψε και θέλει καινούριες φλάντζες και κανένα άδικο δεν θα ‘χατε.
Ε, κάπως έτσι την πάτησα το Σάββατο τα μεσάνυχτα (όχι, δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω με μία φαγωμένη απ’ το παπούτσι φτέρνα!), όταν επέλεξα να δω (ΝΑΙ! ΝΑΙ!) «Πύλες του Ανεξήγητου» στον Άλτερ.
Το θέμα ήταν, αν επικοινωνούν μαζί μας οι συγχωρεμένοι μας και πως το κάνουν, ενώ στην εκπομπή ήτο καλεσμένο και ένα διάσημο «διάμεσο».
Προσπεράστε το γεγονός ότι είδα αυτό που είδα (τα ‘χουμε πει: είμαι βιτσιόζα! Συμπαθάτε με…), προσπεράστε και τη θεματολογία που για τους πολλούς μπορεί να θεωρηθεί και λίγο σπούκι…
Σταθείτε στο ότι χαμπάρι δεν πήρα για το θέμα – άτιμες τηλεοπτικές αναγγελίες, άλλα λέτε και άλλα δείχνετε! – και στο ότι χωρίς το «διάμεσο», «γραμμή» με τη γιαγιά μου τη Νινή δεν θα βγάλω που να χτυπάω τον αποτέτοιο μου χάμου.
Βέβαια, μπορεί να φταίει ότι ποτέ δεν κατάφερα να επικοινωνήσω της προκοπής με τους ζώντες και θα βγάλω άκρη με τους συγχωρεμένους;
Επίσης, (προσπαθώ να εστιάσω στη ρίζα του προβλήματος), ίσως να ‘φταιγε ότι με απασχολούσε κάτι πολύ γήινο, όπως η γιγάντια φουσκάλα που είχε φυτρώσει τόσο στη φτέρνα όσο και στο μεσαίο δαχτυλάκι… Πως λοιπόν να ασχολούμαι με την ύλη – τα ξερά μου, δηλαδή; - και να ‘χω απαιτήσεις να επικοινωνήσω και με το «πέρα από ‘δω»;
Άσε που γενικώς είμαι πολύ κατά του οβολού υπέρ μαργιολικατζούδων που θα μου πουν
α. τι κάνει η γιαγιά μου εκεί πάνω, β. ποια τσούλα μου βούτηξε τον γκόμενο στη Γ’ Γυμνασίου, γ. που καταχώνιασε η μάνα μου την καφέ μου τη βερμούδα (ΠΟΥ;;;).
Διότι, ναι, ο κύριος «διάμεσος» πλερώνεται κανονικά για να κάνει συνεδρίες δημοσίως, αλλά αν πας και τον τσιμπήσεις στο μουλωχτό και στο ιδιωτικό μπορεί να σε εξυπηρετήσει, αλλά να είναι προβληματική η λινκιά του με τον Ύψιστο.
Κατά τα λοιπά ο κ. Χαρδαβέλλας μου είναι εξαιρετικά συμπαθής. Ειδικά όταν είναι όρθιος και βαδίζει πάνω κάτω στο στούντιο. Είναι που πιστεύω ότι κι εκείνον τον κόβουν τα ρημαδοπάπουτσα και συμπάσχω.
Να, μια εκπομπή που θα ‘χε ενδιαφέρον, λοιπόν: μήπως οι κάλοι είναι εξωγήινοι ξενιστές με στόχο την σταδιακή εξαφάνιση μας (από τους γαμωπόνους);;;; Ρωτώ.



ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.stickertracks.com

Κυριακή 11 Μαΐου 2008

Τιβί: Ρόουλ πλέινγκ γκέιμ φορ έβριβόδι



(Εμπνευσμένο από τον Swell και αφιερωμένο σε όσους δεν ζουν χωρίς τηλεόραση)

Παλιά, πολύ πριν κάτσω τον αποτέτοιο μου στον κοπτοράπτη, μαθήτρια γαρ, δεν μπορούσα να διαβάσω τα μαθήματα της επομένης, αν στην τιβί δεν «έπαιζε» μια παπαριά της εποχής.
Ολίγον «Τόλμη και Γοητεία», ολίγον «Σάντα Μπάρμπαρα», στα τσακίρ κέφια και στα δύσκολα διαγωνίσματα μπόλικη «Λάμψη» και στα καπάκια «Καλημέρα Ζωή».
(Μη με ρωτήσετε πως τελείωσα το σχολείο… Πάντως, παιδί Ίντιγκο δεν ήμανε. Το ‘χω ψάξει!).
Όταν πλέον έκατσα – πανάθεμα την ώρα – στο ρημάδι και άρχισε και για ‘μένα η λεγόμενη παραγωγική διαδικασία, μου ήτο αδύνατο να εργασθώ, αν δεν «έπαιζε» έστω και στο «ψιθυριστό» κάποια μεταγλώττιση, δεν πα’ να ήταν και η «Χουανίτα η Παρθένα».
Για να εξηγήσω το βίτσιο μου, ήθελα να ακούω κάποιον να παίζει τον ρόλο του: ο καλός, ο κακός, ο άσχημος, η Χιονάτη και τα 7 σκαμπό, η μάνα μου, ο πατέρας μου και έξι τούβλα όρθια.
Τώρα πια είμαι στην υπερευτυχή θέση να μη χρειάζεται να επιλέξω κανάλα, ώρα και μέρα: το οποίον σημαίνει, ότι η ελληνική τιβί είναι ένα ακατάληπτο τουρλού ρόλων, μια φοβερή πολυσαλάτα καρατερίστα, όπου ο διόλου απαιτητικός τηλεθεατής (σαν και τα μούτρα μου) μπορεί ανά πάσα στιγμή να βρει κάποιον να του «παίξει» ό,τι τραβά η ψυχή του…
Και για να γαζώσω πιο ειδικώς: Υπάρχουν κάτι φοβερές διάνοιες τηλεκριτικής που πρώτες και πρώτοι λανσάρισαν το αξίωμα ότι για να επιζήσει κανείς στο μαγικό κουτί της τιβί πρέπει να βρει έναν ρόλο – του πάει, δεν του πάει, κανέναν δεν απασχολεί.
Το «τσίμπησαν» αυτό οι τηλεαστέρες, έμαθαν το ποιηματάκι τους απ’ έξω, πρόβαραν την πρόζα τους μπροστά στον καθρέφτη και οι ρόλοι μοιράστηκαν: από ‘δω τα «καλά παιδιά» (ελάτε τώρα, όλο κάπου πάει ο νους σας), από ‘κει οι «φωνακλάδες» (ξέρω τι σκέφτεστε!), παρακείθε οι κουλτουριαραίοι (…έλα, προσπαθήστε λίγο), πέρα Παναγιά λολίτες και ωραίες και πάει λέγοντας.
Οι κανάλες, εννοείται ότι δεν είναι χαζές κι ότι ψυχοπονάνε και σιγοντάρουν τους ρολίστες. Το χρήμα ρέει για όποιον φωνάζει, «τα λέει», πουλάει αίσθημα ή αμολάει κακίες και ο Θεός της τηλεόρασης ευλογεί όλη αυτή τη σαλάτα που καλύπτει κάθε ανάγκη του τηλεθεατή, σαν και τη πάρτη μου (χε,χε,χε).
Ποιος είπε ότι δεν ξαναγέννησε η φύση Αυλωνίτη; Σταυρίδη; Νοταρά;
Και τους ξαναγέννησε και έφτιαξε τους απαραίτητους κλώνους, μόνο που άλλους τους έριξε στα κεντρικά δελτία και άλλους στην πρωινή ψυχαγωγία. Άκου λέει!
Άλλωστε, τι θα ήταν η ζωή μας, αν ήμασταν όλοι ίδιοι;
Παρένθεση: Κάποτε πριν από πολλά χρόνια, η πολυαγαπημένη μου μήτηρ, ρώτησε τον επίσης λατρεμένο μου πατέρα, γιατί εννοεί να ακούει Τράγκα – Κακαουνάκη το πρωί στο ράδιο και το μεσημέρι να βλέπει Βασίλη Λεβέντη (στην αθάνατη εποχή του φραπέ και της πίτσας;)…
Η απάντηση ήταν αποστομωτική: «Γιατί το Εθνικό κοιμάται όρθιο και η σχολή Κουν βγάζει μόνο διανοούμενους!».
Ξερή η μαμά, του έψησε τον καφέ, του τον άφηκε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, δυνάμωσε και λίγο την ένταση και δεν ξαναρώτησε.
Το λοιπόν, εικοσιτόσα χρόνια μετά την ερώτηση της μητρός, συγχύζομαι απέραντα, όταν ακούω ότι «έχουμε την τηλεόραση που μας αξίζει», «η αμάθεια μας κυβερνάει μέσω της τιβί», «η αποξένωση και ο αφελληνισμός» και άλλα εκτός τόπου και χρόνου που βλέπω γραμμένα, σαν την αμίμητη ερώτηση της Μαίρης Αρώνη στον Διονύση Παπαγιαννόπουλο: «Λιόλιο, ήρθες;».
Βαράτε βιολιτζήδες! Δημοκρατία έχομεν (;) και κάποιος πρέπει να κάνει θόρυβο!
Διότι πως θα γαζώσω εγώ σε κλίμα απολύτου ησυχίας; Με Περγκολέζι και Σοπέν; Βάρα, μανίτσα μου, να μην πεινάσουμε!

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: upload.wikimedia.org

Παρασκευή 2 Μαΐου 2008

"Δεν είναι η δόξα, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΛΕΦΤΑ..."


(Από τη χώρα της άκαφτης – ακόμη – θερμίδας, της φουσκωμένης από φαγάκι και ευτυχία κοιλιά, σας εύχομαι καλό μήνα και άντε σιγά σιγά γυρνάτε στο ελεεινό μαγκανοπήγαδο μας!).

Λοιπόν, τώρα που γατιά, σκυλιά, πετούμενα, γκόμενοι και μανάδες βυθίστηκαν σε ύπνο βαθύ, μπορώ να «γαζώσω» με την ησυχία μου δυο φωνήεντα για αυτό το ρυπαρό πράγμα που λέγεται χρήμα.
Ξεκινώ από το απλό αξίωμα που λέει ότι τα λεφτά είναι ένα περίεργο υλικό που στα δικά μου τα χέρια εξαφανίζεται και στα χέρια του αφεντικού μου αυγαταίνει…
Όχι, διότι εγώ είμαι τρυποχέρα και το αφεντικό μερακλής και εργατικός άνθρωπος (μην τρελαθούμε τώρα και μας μουτζώνουν και οι τοίχοι του κοπτοραπτείου…)
Αλλά; Γιατί; Αυτό είναι κάτι που ο ίδιος ο Θεός της Εργατικής Πρωτομαγιάς να κατέβει, δεν θα μπορέσει να μου το εξηγήσει.
Ο μήνας – αυτή τη στιγμή που δουλεύει εις το μιουτ ο κοπτοράπτης για να μην ξυπνήσω μάι μπιλόβντ ουάνς – έχει αισίως 2 και εγώ (καθόλου αισίως) καμία…
Και εννοείται ότι δεν «γαζώνω» ούτε για να γκρινιάξω ούτε γιατί σκοπεύω από αύριο να ζητήσω δανεικά από κανέναν…
Το έργο το ‘χω ξαναδεί και δόξα να ‘χει ο Γιαραμπής, έζησα μέχρι σήμερα δουλεύοντας ωσάν τον σκύλο για να πληρώσω γαμώΑΕΙ, γαμωνοίκια, γαμωκοινόχρηστα και γαμωηλεκτρικά, αλλά…
Αλλά μου είναι πλέον πολύ δύσκολο να πηγαινοέρχονται κάτω από τη μύτη μου και εντός του κοπτοραπτείου τα Πράντα και τα Μπούρμπερι και στα καπάκια να ακούω για καταθλίψεις και «ξέρεις, μωρέ, δεν είμαι και πολύ καλά» και τα συναφή…
Και μη γυρίσει κανείς να μη μου πει ότι φθονώ, γιατί θα αρπάξω την ψαλίδα και θα τον κουρέψω…
(Διότι, το δηλώνω, αύριο το πρωί να μου πέσει τριπλό τζακ ποτ του Τζόκερ, δεν θα στάξει κάστανο, θα συνεχίσω τη ζωούλα μου κανονικώς και αδιαλείπτως με μία και μόνη διαφοροποίηση: θα πάω μέχρι την πόρτα του αφεντικού, θα βγάλω τη γλώσσα μου έξω με τριπλό κωλοδάχτυλο {το που θα βρω το τρίτο χέρι δικός μου λογαριασμός!} και το πολύ πολύ να με στείλει στον οικογενειακό του ψυχίατρο για ψυχανάλυση…).
Αλλά, ρε πούστη μου! Δεν είναι δυνατόν η κατάθλιψη να σε πιάνει, όταν πρέπει να πληρώσεις! Δεν είναι δυνατόν να καταπίνεις τα Κοπάλια το ένα μετά το άλλο, όταν για τρίτη φορά μέσα στο έτος, σεμνά και με καντάρια ντροπής πάνω της, τολμά η πλακοραφού να σου μιλήσει για τη σύμβαση και το κλιμάκιο της, την κοινωνία μου μέσα!
Δεν είναι το περιβάλλον – που δεν είναι φιλικό προς τον χρήστη…
Δεν είναι οι ώρες του «γαζώματος» - που είναι ατελείωτες πανάθεμα τες…
Και ειλικρινά, μα ειλικρινά δεν είναι τα λεφτά, που δεν είναι ούτε για «ζήτω»…
Είναι ότι περνάμε τόσες ώρες από τη ζωή μας – τόσο σύντομη και τόσο όμορφη – με ανθρώπους που υπό άλλες συνθήκες δεν θα τους χαρίζαμε ούτε τον πυρετό μας…
Και αφήνουμε πίσω μας αγαπημένους, φίλους που όλοι θα θέλανε να έχουν, ασχολίες και πράγματα να ξεροσταλιάζουν πίσω από ντεντλάινς και «παραγγελιές», πίσω από σκυλοπελάτισσες και ηλίθιες (ΗΛΙΘΙΕΣ!!!) ατέρμονες συσκέψεις, πίσω από καθυστερημένους μισθούς, τόσο καθυστερημένους που όταν έρθουν κανείς δεν περιμένει το κέρασμα, το δώρο, το τραπέζι που του ‘χες τάξει…
Ούτε που θέλω να σκεφτώ πόσο κοστολογούνται όλα αυτά και ποιος τα πληρώνει, όταν και αν έρθει η ώρα της πληρωμής…

(Από τη χώρα της πραγματικής ευτυχίας – ω, ναι! – σας φιλώ όλους, μα όλους και εύχομαι αύριο πουρνό πουρνό – όταν ήδη θα έχω καθίσει τον πισινό μου στην στραβιά καρέκλα του εμποροραφείου – να έχω ξεχάσει όσα «γάζωσα» απόψε…
Για το καλό μου και για την ψυχική υγεία του αφεντικού μου, βεβαίως βεβαίως!
Το επόμενο ποστ θα είναι αυστηρώς τηλεοπτικόν, για να μην ξεφεύγουμε και από τη σειρά μας!).


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: mortagesavercentre.com.

Πέμπτη 24 Απριλίου 2008

Καλή Ανάσταση, γείτονες!


Μετά τις πρέπουσες υπνο-ώρες (τσίτα το μαγουλάκι) νομίζω ότι μπορώ και εγώ να ευχηθώ από καρδιάς φέτος να αναστήσετε (σε προσωπικό, επαγγελματικό, οικονομικό πεδίο), να ξεκουραστείτε και να πάθετε ό,τι επιθυμείτε περισσότερο ο καθείς.
Είχα σκοπό να σύρω έναν εξάψαλμο για αυτό το τιποτένιο θέμα που λέγεται "λεφτά", αλλά Μεγαλοβδομαδιάτικα συγκρατώ την τσαντίλα μου και ορκίζομαι να επανέλθω μέσα στη φούρκα από Τρίτη. Όταν θα έχω ξοδέψει και το τελευταίο σέντσι σε διόδια, ξύδια και τριγλυκερίδια (και θα έχω αποφασίσει ότι ο κοπτοράπτης θα είναι ο ισόβιος γκόμενος μου - {Τσουτσούφι μου, μην τσαντιστείς!})! Σας φιλώ όλους και μην τολμήσετε να επανέλθετε αν το πιεσόμετρο δεν δείξει τουλάχιστον 18 και το ζάχαρο δεν πάει στο 4 από τα αρνιά και τα κοκορέτσα!
Τα φιλιά και τα σέβη μου προς όλους, γείτονες, φίλους και αγνώστους!


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ:icanhascheezburger.files.wordpress.com

Πέμπτη 17 Απριλίου 2008

Η Μαρία η Άσχημη μου…μπιπ τον ψυχισμό μου…


Η μάνα μου – δόλια μάνα – από τη μέρα που με γέννησε, χτυπούσε το κεφάλι της στον τοίχο εκφράζοντας διάφορα – ρητορικά φαντάζομαι – ερωτήματα.
Προς τον Μεγαλοδύναμο. «Γιατί να μην είναι σαν τ’ άλλα τα παιδάκια; Γιατί του φταίνε όλα; Γιατί έμαθε να γκρινιάζει πριν μάθει να μιλάει;».
Και προς εμένα: «Γιατί παιδί μου είσαι γρουσούζα;;;;».
Απάντηση δεν λάβαινε ούτε απ’ τον Κύριο ούτε από εμένα, οφ κορς...
Και η κατάμαυρη αλήθεια είναι ότι ως παιδί είχα ένα θέμα.
Πότε μου ‘φταιγαν τα δόντια μου – ναι, είναι ψιλοστραβά, μεν, δεν πολυφαίνονται δε...
Πότε μου ‘φταιγαν τα μάτια μου – θεωρώ ότι το ένα είναι μεγαλύτερο απ’ το άλλο.
Πότε μου ‘φταιγε το υποδεκάμετρο – ω ναι, είμαι κοντή!
Πότε μου ‘φταιγε η ζυγαριά – κατά τους γιατρούς είμαι ελλειποβαρής.
(Βέβαια, αν ρωτήσετε τη δόλια μάνα θα σας περιγράψει κάποια άλλη, διότι άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας μάνας, αλλά δεν πειρά...)
Εν πάση περιπτώσει, μετά από κάποια ηλικία έπαψα να ασχολούμαι με επιπολαιότητες και άρχισε να μου φταίει το επαγγελματικό μου μέλλον.
(Να ένα θέμα στο οποίο συμφωνούμε απολύτως με τη δόλια μάνα, ότι δηλαδή καλά κάμω και μου φταίει...).
Μέχρι που η ζωή, η τηλεόραση και ο κοπτοράπτης με ξέβρασαν πάνω στη «Μαρία την Άσχημη».
Και ενώ όλα τα προηγούμενα δύσκολα χρόνια γλίτωσα και τα ναρκωτικά (δεν μπορώ να κοιμάμαι όπου να ‘ναι), και τη ντόπα (είμαι τεμπέλα, ο πρωταθλητισμός δεν με ξέρει καθότι δεν με γνώρισε καν ο αθλητισμός), και τις κακές παρέες (είμαι εκ φύσεως ανένταχτη, εδώ δεν άντεχα τις «καλές» παρέες, που να προκόψω με τις κακές;), τώρα πλέον ξέρω με σιγουριά ότι κινδυνεύω από την απογευματινή ζώνη του Μέγκα.
Τοποθετούμαι: Η Μαρία Παπασωτηρίου, κατά κόσμον Μαρία η Άσχημη, απειλεί το οικοδόμημα πάνω στο οποίο στήριξα τη ζωή μου!!!!
Μέσα σε μιάμιση τηλεοπτική σεζόν κατάφερε να:
- κάνει το μαλλάκι τζίβα, μαλλάκι μετάξι...
- βγάλει γυαλιά, βάλει φακούς
- βγάλει σιδεράκια, αποκτήσει δοντάκια γαμάτα
- από κορμάκι σαύρα να φτιάξει κορμάκι λυγερό
- γνωρίσει όλους τους σχεδιαστές των Παρισίων και της λοιπής Εσπερίας και πετάξει τσίτια γιαγιάς της με σκαρπίνι παππού της
- (ΠΟΥ ΤΟ ΠΑΣ ΑΥΤΟ;;;) Από απλή γραμματέας μέσα σε ένα δίμηνο να γίνει οικονομική σύμβουλος και από εκεί πρόεδρος της Εκο Μόντα
- κάνει Αλέξη Μαντά να πέφτει ξερός σαν την κατσαρίδα με το που τη βλέπει (και πριν το Εξτρίμ Μέικ Όβερ που περιεγράφη άνωθεν)
- δίνει λιντ ιν στην Όλγα Τρέμη άνω του 35%

Έχω βελάξει από τη ζήλια μου!!!
Εμένα μου πήρε ένα 14 χρόνια να:

- χωνέψω και κλειδώσω στην κεφάλα μου ότι μαλλιά μου είναι ΣΠΑΣΤΑ (!!!) που δεν ισιώνουν με την καμία και όταν αποφασίσουν να ισιώσουν, πάντα κάποιο σύννεφο παραμονεύει να κατουρήσει το κεφάλι μου και να επιστρέψουμε στο τζιβέ στυλ σπαστό!
- εννοήσω επιτέλους ότι φακοί (επαφής) είναι εργαλεία και όχι κουτάκι με δύο οπές όπου μπορώ να βάζω χάπια μαμάς μου!
- πάρω απόφαση ότι για να ισιώσουν δόντια πρέπει φορέσω 5 (!!!) χρόνια σιδεράκια και αφού οδοντίατρος με ενημέρωσε ότι πρέπει να κάνω μερικές εξαγωγούλες για να «βρεθούν» τα χαμένα διαστήματα της οδοντοστοιχίας μου (;;;;)
- από κορμάκι σαύρα, το μόνο που με παίρνει είναι σε καμιά 20αριά χρόνια από τώρα είναι να γίνω κορμάκι δεινόσαυρος...
- ο μόνος σχεδιαστής που γνωρίζω είναι αυτός που μας δίνει παραγγελιές για τα «ξέφτια» που «γαζώνουμε». «Ρε συ, μανίτσα, πάρ’ το λίγο εδώ, η πελάτισσα το θέλει τσιτόκωλο» και τα τοιαύτα
- από απλή κοπτοραπτού θα παραμείνω απλή κοπτοραπτού και το μόνο που βλέπω να μου δίνουν να διοικήσω είναι το WC του κοπτοραπτείου. Τρέφω σοβαρές ελπίδες γι’ αυτό. Ήδη μου επέτρεψαν να αναρτήσω χαρτάκι το οποίο γράφει: «Το σκουπάκι της τουαλέτας υπάρχει για κάποιο λόγο εδώ μέσα ΓΑΜΩΤΙ ΜΟΥ!»
- βάλω καλά στο βρωμοκέφαλο μου ότι για Αλέξηδες Μαντάδες δεν με παίρνει, αν δεν συμμορφωθώ με όλα τα παραπάνω. Για το συγκεκριμένο σκασίλα μου, διότι απεχθάνομαι τους κοντούς που το παίζουν γκόμενοι και πηδούν φορώντας ΚΑΙ το σώβρακο ΚΑΙ τη φανελίτσα!!!
- Στη μόνη που μπορώ να δώσω λιντ ιν είναι στην πλακοραφού. Της κάνω πάσα τα βρακιά που έχω γαζώσει εγώ, να τα δείξει σε αφεντικό να το βουλώσει να μην της πρήζει τα συκώτια γιατί είναι και γκαστρωμένη η έρμη...

Μετά απ’ όλα αυτά έχω να καταγγείλω την εν λόγω σειρά ότι μου μπιπ τον ψυχισμό μου , ο οποίος έτσι κι αλλιώς δεν είχε «χτιστεί» και πάνω σε ιδιαιτέρως γερά θεμέλια...

Πι ες ουάν: Εκλογές στην ΠΟΕΣΥ, ε; Χε, χε! Με θυμήθηκαν κι αυτοί που με είχαν ξεχάσει. Ώρες… φάμπρικας χτυπούσε το κινητό μου χθες, αλλά για συγκεκριμένους νοματαίους έκαμα την κουφή. Σόρυ προσκοπάκια μου, αλλά οι κοπτοραπτούδες έχουν πάψει από καιρό να τρέφονται με κουτόχορτο…

Πις ες του: Για τις κυρίες που δεν γεννήθηκαν κακομούτσουνες - τουναντίον! - και αρέσκονται σε πουρά και καγκουρά, να επισημάνω τα μαθήματα που παραδίδει τις τελευταίες μέρες η τιβί. Μέχρι και καρυδωμένη ονειρεύονταν κάποιοι να δουν την γνωστή πλέον και ως 35χρονη. Έτσι το αναφέρω προς γνώσιν και συμμόρφωσιν…


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: patranews.gr

Δευτέρα 14 Απριλίου 2008

Λίγο πριν την κατάθλιψη (πφφφ, παρά τρίχα τη γλιτώσαμε, κουμπάρε!)

Πω, πω… Αράχνιασε το σύστημα μου. Αλλά είπα να το ρίξω λίγο στην ησυχία, λίγο στη σιωπή, μπας κι αρχίσω και νογάω τις αηδίες που τεκταίνονται στα «κοπτοραπτεία».
Το κακό με αυτές τις δουλειές είναι ότι κάποιοι παίρνουν τον εαυτό τους στα σοβαρά. Πιστεύουν ότι επειδή ξέρουν που να βάλουν το ρήμα και που το υποκείμενο, αυτομάτως καθίστανται διανοούμενοι.
Άλλοι την έχουν δει εργατοπατέρες και έχουν αρχίσει εδώ και βδομάδες να μας πρήζουν τα ούμπαλα με τις εκλογές της ΠΟΕΣΥ (χαχαχαχα! Καλό, αλλά σύντομο το αστειάκι!).
Άλλοι πάλι την είδαν αριστεροί, πολύ αριστεροί και άρχισαν να κουνιούνται στην πιάτσα με ιδεολογίες που θα καταργήσουν - λέει- τη γενιά των 700 ευρώ (χα,χα! Που πάτε, Καραμήτροι;).
Και κάτι άλλοι σαν και του λόγου μου κόντεψαν να πάθουν κατάθλιψη από τη συσσωρευμένη μαλακία που μέρα τη μέρα απιθώνεται στον «κοπτοράπτη».
Δε βαριέσαι. Πάντα θα υπάρχει το Tv Weekend να μου κάνει καινούριο συκώτι. Να βλέπω Μπέμπα Κυριακίδου, τρίτη σύζυγο του Μανώλη Χιώτη – Θεός σχωρέσ’τον τον καψερό – να σφάζεται με τις προηγούμενες δύο. Σα να λέμε μισό αιώνα ξεκατίνιασμα.
Κάτι τέτοια θα με σώσουν εμένα από το Δαφνί.

Σημείωση: Ζητώ συγνώμη για τις... απουσίες του τελευταίου καιρού. Εννοείται ότι το «κατάστημα» λειτουργεί κανονικότατα! Απλώς τώρα τελευταία αποφάσισα να ασχοληθώ πολύ σοβαρά με το κουστούμι της ζωής μου. Παραλλήλως, ετοιμάζω κάτι…μπολερό για τη Μαρία την Άσχημη. Αλλά αυτά θα τα προβάρουμε εκεί κατά την Τρίτη…

Παρασκευή 4 Απριλίου 2008

Ντάι Χαρντ στα δελτία ειδήσεων - ΤΥΦΛΑ ΝΑ ΄ΧΕΙ Η ΜΑΝΤΟΝΑ!


Προσωπικώς, λατρεύω τα σκυλιά του πολέμου. Τα επιβιωτικά ζώα.
Για δύο λόγους:
Πρώτον, διότι όταν τελειώνει ο «πόλεμος» αρχίζει το κλανίδι. Κοινώς, η αδιαφορία, η ανάπαυση εις τις δάφνες, συζητήσεις τύπου τι θα φάμε σήμερα και που θα βρούμε στρώμα μαλακό να κάνουμε τούφες κολασμένες.
Δεύτερον, διότι οι ορκισμένοι της επιβίωσης, σε όποιο περιβάλλον, με όποια καιρική συνθήκη – ΠΑΕΙ ΚΑΙ ΤΕΛΕΙΩΣΕ!!! – θα ζήσουν!
Ντάι χαρντ, κοινώς.
Ομιλώ σοβαρώς ότι είναι οι τύποι που θα ‘θελα να έχω για «πελάτες». Ξέρουν να «ραφτούν», καθότι όταν το πετσί έχει υποφέρει ξέρει να εκτιμήσει το «ρούχο» και να κεφαλαιοποιήσει το «γαζί»... Άσε που «δείχνει» και πάνω σου.
Τέτοιου ντι εν έι φρονώ ότι είναι οι κυρίες (ειδικά) των (μονοψήφιων) δελτίων ειδήσεων.
Δε πα’ να βρέχει, δεν πα’ και να χιονίζει. Με μαλλί κοντό ή μακρύ, με σακάκι σταυρωτό ή μαρινιέρα, με φουλάρι Χερμές ή άνευ, με τούτο τον διευθυντή ειδήσεων ή με τον άλλο, δεν έχει απολύτως καμία σημασία.
Ντοντ κέαρ αν το δελτίο φλερτάρει με τις θερμοκρασίες του Κστααντ – που είναι και σικ -, ντοντ κέαρ αν θέλουν όλοι να πηδήξουν από τα παράθυρα διότι έχουν γίνει τα νεύρα τους τέντες Πριμαβέρα με τα τσαλίμια σου, ντοντ κέαρ γενικώς... Είσαι μια σταρ, τύφλα να ‘χει η Μαντόνα.
Άσε τον παλιόκοσμο να λέει ότι σε «φεύγουν».
Άσε και τις τηλεκριτικούς να χύνουν χολές στα πατώματα της εργοδοσίας σου.
Άσε και τα παραθυροκρουσμένα σου να λένε τριανταμίες κορωνάτες.
Ο σταθμός θα βγάζει δελτία τύπου παινεύοντας το «μακροχρόνιον της συνεργασίας» σας και θα διαρρηγνύει τα ιμάτια του πως αν δεν ήσουν εσύ θα εξέλειπε η αξιοπιστία απ’ το κανάλι.
Λιβ εντ λετ ντάι εντ νάθινγκ μορ του σέι!
Αμέ! Τι πειράζει αν ο Παναγιωτόπουλος από το Mega κατάφερε να «χτίσει» την Όλγα Τρέμη (και τον Νίκο Στραβελάκη) στην κορυφή;
Τι κόφτει αν κάποιοι από τους σχολιαστές στα παράθυρα δεν τα πολυβγάνουν πέρα με το Σκοπιανό και έχουν...αδιαβασιές;
Ο κόσμος θα καεί και εσύ φυσικά δεν θα τον ξαναφτιάξεις σε τρεις μέρες, αλλά θα βγεις από τις φλόγες με τη βλεφαρίδα τούρλα, τη μούρη μπουμπουκιασμένη σαν να έκλεισες 8ωρο σε Σπα, το Λουί Βιτόν ταγέρ ατσάκιστο και το Τζίμι Τσου στο ύψος του!
Μετά απ’ όλα αυτά – κι άλλα τόσα – είναι δυνατόν να μη σε φθονεί η κάθε μαραγκιασμένη που θα ‘δινε το ένα της χέρι για να ‘χε την τύχη σου;
Δεν θέλω χαζά! Εννοείται!
Εδώ θα εξόντωνες μοναχή σου 150.000 Βιετκόνγκ και θα κωλώσεις στην τηλεοπτική σαλάτα που σερβίρεται κάθε βράδυ στις 8 με 18 γεύσεις ντρέσινγκ;
Έλα χρυσό μου και έχουμε και δουλειές!

Υστερόγραφο 1.: Ο κολλητός μου σήμερα το πρωί φόρτωσε την τηλεόραση του σε ένα παλιατζίδικο τρίκυκλο και την ξεφορτώθηκε («Άσ’ τα διάλα πια!»). Άι εμ νοτ τζόουγκινγκ. Αφορμή τα χθεσινά δελτία ειδήσεων με τις αλλοπρόσαλλες λινκιές από το Βουκουρέστι. Στο Μega μιλούσαν για σφαλιάρα του Καραμανλή στον Μπους και στον Alpha δεν είχαν αποφασίσει αν ασκήθηκε Βέτο ή όχι. Είδε κι απόειδε και τη σιχτίρισε την παντέρμη (και πανάρχαια) Μπραντ.

Υστερόγραφο 2: Έλαβα δύο μέιλ που μου ζητάνε να... «γαζώσω» επί του θέματος “bloggers στο ραδιόφωνο”, αλλά δεν…εμπνέομαι.
Διότι, η θεωρία είναι γοητευτική, αλλά η πρακτική εφαρμογή...απογοητευτική. Σα να ‘χεις κάνει σούπερ γουάου φόουν σεξ με κάποιον περί τις 4.000 φορές (!) κι όταν αποφασίζεις να βρεθείτε βιζαβί κι απεναντίας να είναι ο Χαχανούλης απ’ το Στρουμφοχωριό σε απευθείας σύνδεση με την χώρα του Αγκαλίτσα.
Σε δεύτερη ανάλυση, το ραδιόφωνο είναι μεγάλος πειρασμός, αλλά πρέπει να ξέρεις πότε και γιατί και αν αξίζει τον κόπο (έτσι που ‘γιναν τα ερτζιανά) να ενδώσεις…