Λογικά (και στατιστικά) να το δεις, με τόση μπουγάδα που ‘χουν ρίξει τα κανάλια με το Σάκη και το Γιουροβίζι, στον ύπνο μου θα ‘πρεπε να βλέπω μόνο τον Ρουβά.Αλλά το υποσυνείδητο μου μάλλον δεν πάει καλά. (Για το συνειδητό δεν μπαίνω καν στη διαδικασία να αμφιβάλλω). Έτσι, είναι κανά δυο βδομάδες τώρα που βλέπω στον ύπνο μου τον Καραμανλή ντυμένο στα λευκά, να κάνει τάι τσι χορευτικά κι αντί για το «Δις ιζ αουαρ νάιτ», να τραγουδά ένα παλιό – του Πουλικάκου νομίζω, δεν θα πάρω κι όρκο – που λέγεται «Στην Άνω Μουσουνίτσα».
Οι στίχοι είναι φανταστικοί και πιστεύω ακράδαντα, ότι αν στέλναμε κάτι τέτοιο στους μοσχοβίτες θα μας έκαναν 100 σαμοβάρια δώρο και τον Πούτιν ούτε που θα τον χέζανε. Η φιλενάδα μου η Τασία, επιμένει ότι πρέπει να το ψάξω, κάθε μέρα στο μέιλ, μου στέλνει φωτογραφίες με γκαραζότεκνα και φαντεζί γκόμενους, αλλά το όνειρο επιμένει.
Τις τελευταίες δύο μέρες έχω φέρει τούμπα Γιουνγκ, Φρόιντ και Γιάλομ (όχι κατ’ ανάγκην με αυτή τη σειρά), αλλά ο Καραμανλής κάθε βράδυ σκάει μύτη πρώτο μαξιλάρι πίστα και το τραγουδάκι μου γαργαλάει ευχάριστα τον ύπνο.
Συναδέλφισσα γαζώτρια με συμβούλευσε να κόψω τους καφέδες, τα ληγμένα ντεντλάινς και τον συγχρωτισμό με εκδότες, αλλά γιατρειά δεν βλέπω. Άσε που το τραγουδάκι έχει βαθύ νόημα και επειδή πάντα ήμουν άνθρωπος της περισυλλογής από τώρα το λέω ότι αν στέλναμε όχι μόνο τον πρωθυπουργό, αλλά σύσσωμο το υπουργικό συμβούλιο, μ’ αυτό το χιτ, θα είχαμε φάει πολλούς κώλους.
Θα μου επιτρέψετε – μπούμε δεν μπούμε απόψε στην πεντάδα – το άσμα να το αφιερώσω στον Monahiko Liko και τον Swell που σήμερα το πρωί με ψάχνανε να πιούμε καφέ, αλλά εγώ η γουρούνα μετά από τέτοιες διαταραχές ύπνου (και δουλειά να βάλω και στην τσέπη μου, άνευ πληρωμής βεβαίως βεβαίως) κοιμόμανε του καλού καιρού.
Επειδή ενδέχεται δε να μην το θυμούμαι καλώς το άσμα, πάσες διορθώσεις και επιδιορθώσεις δεχτές.
Στην Άνω Μουσουνίτσα
Μου κλέψαν την κατσίκα,
μου πήραν το γαϊδούρι
και ένα γιαουρτόμελο μου ρίξανε στη μούρη.
Με ζώσανε τα φίδια,
μου πρήξανε τ' αρχίδια
και τώρα τρώω μια σκορδαλιά
μπας και μου φέρει γούρι.
Λες να 'ταν ο από πάνω;
Ή μήπως ο από κάτω;
Όλη τη νύχτα καποιουνού του εσκίζανε τον πάτο.
Έτριζε το κρεβάτι του και χτύπαγε στον τοίχο.
Ο Θανασάκης ο χοντρός έκανε μπανιστήρι
κι εγώ μες στη χασούρα μου σκεφτόμουν χαρακίρι.
Ξεκίνησα πρωί - πρωί, να πάω για ραδίκια,
στο δρόμο καθώς πήγαινα, μασούλαγα φιστίκια.
Καθώς έβγαιν' απ' το χωριό,
να σου μπροστά μου η Μαίρη,
τι κάνεις, λέω, που ήσουνα;
και μου τραβάει μαχαίρι.
Σίγουρα τρελαθήκαμε,τι πράματα είναι τούτα;
και την καπέλωσα, που λες,
μ' ένα καφάσι φρούτα.
Καθόλου δεν της άρεσε, άρχισε να με βρίζει,
την έχωσα λοιπόν κι εγώ, σ' ένα σακί με ρύζι.
Φώναξε τώρα όσο θες, καριόλα, πουτανίτσα,
αυτά συνέβηκαν προχθές, που λες,
στην Άνω Μουσουνίτσα.





