Τρίτη 11 Αυγούστου 2009

Κουλ

(Κάζο 1ο – Υγρές νύχτες – και μέρες…)

«Θα μείνω κουλ». Αυτό είπα φωναχτά και σχεδόν με έπεισα (είμαι καταφερτζού, η ρουφιάνα). Διότι δεν ήταν το σύσκατον της διαρροής. Δεν ήταν ότι τα πατάρια, οι τοίχοι, το δωμάτιο, η ντουλάπα (αχ, φορεματάκια, παπουτσάκια, τσαντάκια) είχαν γίνει μια μουχλέ αηδία. Ήταν ότι όλα αυτά μαζί με 10 στοίβες βιβλία, υφάσματα, κέρατα, τζάτζαλα, μάτζαλα έπρεπε να αλλάξουν θέση {εδώ και τώρα!}, για να διασωθούν. Και να μετακομίσουν παντού: πάνω στον κρεβάτι, πάνω στον καναπέ, πάνω στο κεφάλι μου, στο σαλόνι, σα σκατά μες τη μέση!
Αδιαφορούμε για το γεγονός ότι γνωρίζω που βρίσκεται και η τελευταία βελόνα του σπιτιού μου.
Προσπερνάμε το γεγονός ότι αν ένα περιοδικό είναι τοποθετημένο στραβά, «παίζει» και να μην κοιμηθώ (εκτός κι αν μιλάμε για σύνεργα της δουλειάς, οπότε αλλάζει το πράμα, αλλά ναι, είμαι η χαμένη αδελφή του Μονκ).
Έχουμε χεσμένη την πιθανότητα σοβαρού κατάγματος – το οποίο γλιτώσαμε – για όσες μέρες (και ήταν πολλές!!!) όλο αυτό το γιουσουρούμ σερνόταν μεσ’ τα πόδια μας.
Αλλά μετά την επίσκεψη του δυσεύρετου υδραυλικού με το γνωστό χαμηλοκάβαλο παντελόνι και τον μισό κώλο έξω, την επίσκεψη του ελαιοχρωματιστή με το τσιγαράκι στο στόμα και τα φύλλα ντουλάπας, πόρτα κουζίνας και μπάνιου να χάσκουν επί 20ημερο ανοιχτά, ε, η κατάθλιψη ήταν ένα βήμα έξω από την πόρτα μου.

(Κάζο 2ο – Περικοπές, χαχα, από τί;)

«Θα μείνω κουλ». Το είπα από μέσα μου, αλλά δεν με έπεισα… Το λογιστήριο της ημι-εργασίας μου ήτο κατηγορηματικό. Περικοπές. Κι όταν από μισά λεφτά μισής δουλειάς σου κόβουν σχεδόν τα μισά, τι μένει; Τα μαθηματικά ποτέ δεν ήταν το δυνατό μου σημείο, αλλά αυτό το κατάλαβα. Τι το κατάλαβα; Το έχω κάνει κτήμα μου και ετοιμάστε μου έδρα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών για να φωτίσω κι άλλους διψώντες για μάθηση. Αποχωρώ από το λογιστήριο, με μάτι κόκκινο μπαρμπουνί, χτυπάω δύο παγωτά ατακαριστά μπροστά στις μοντέλες της ρεσεψιόν που ήδη με θεωρούν τελειωμένη κατάσταση και με λίκνισμα ρωσίδας χορεύτριας εγκαταλείπω το κτήριο. Στη γωνία κοντοστέκομαι, ζυγίζω αν πρέπει να γίνω εντελώς ξεφτίλα κλαίγοντας και ουρλιάζοντας, αλλά από το δίλημμα η μούρη μου πρέπει να θυμίζει κάτι από πολλά θρίλερ μαζεμένα, οπότε βλέπω τους Πακιστανούς να αλλάζουν πόστο σιωπηλά και να μεταφέρουν τα καθαριστικά τους στο αντίθετο ρεύμα.
Καλωσήρθες, Προζάκ. (Ή να μη σε πάρω ακόμη;).

(Κάζο 3ο – Γούρι – γούρι / Ας πιάσει κάποιος το κωλόπουλο, πλιζ…)

Με ύφος «δεν τρέχει τίποτα. Είμαι ακόμη κουλ» βολοδέρνω σε εμπορικό δρόμο – ούτε που θυμάμαι ποιον – μετά του ετέρου δυομίσεως που θέλει να κάνει χρήση των εκπτώσεων. Στο κατάστημα ανδρικών ειδών, όπου έχει τσακώσει την καλή την προσφορά, σπρωγμένη από, ποιος ξέρει ποια άγνωστη δύναμη, κοιτάζω κάτω απ’ το πηγούνι μου και το βλέμμα μου συναντά στρογγυλοκαθισμένη στο γιακαδάκι του φορέματος μου μία πράσινη κουτσουλιά. {Πότε πέρασε το γαμόπουλο, πότε την αμόλησε, πόση ώρα κυκλοφορούσα μ’ αυτή την αηδία επάνω μου, ούτε που κατάλαβα}. Είναι η στιγμή που ούτε δείχνω ούτε είμαι κουλ. Ζητάω απ’ την υπάλληλο χαρτομάντιλο, τουαλέτα, νερό, απολύμανση, κάτι επιτέλους που θα βγάλει αυτή την πράσινη αηδία από πάνω μου! Εισπράττω βλέμμα πηχτού οίκτου, οδηγούμαι σε τουαλέτα με βρύση που ΔΕΝ έχει νερό και βολεύομαι με αφυδατωμένο μωρομάντιλο. Από μέσα μου φαντάζομαι επαναληπτικές κυνηγετικές καραμπίνες, με πολλά φυσίγγια και καρυδώματα απείρου κάλλους κάθε δεκοχτούρας που κινείται σε απόσταση χιλιομέτρου. Συγκρατούμαι, διότι θυμάμαι ένα προς ένα τα παθήματα του Κογιότ που ήθελε να ξεπουπουλιάσει το άθλια κωλόφαρδο Μπιπ-Μπιπ.
Δεν ξέρω αν το ανέφερα, αλλά δεν είμαι κουλ.
Από προχθές κυκλοφορώ με ντετόλ, ζεβασόφτ, απολυμαντικό μιας χρήσης. Σέβομαι απολύτως σύμπασες τις υδρορροές της γειτονιάς, μαζί με τους σπασμένους θερμοσίφωνες και επ’ ουδενί θέλω σχέση με λογιστήρια.
{Φέρε τώρα το Προζάκ και τσίμπα κι ένα ταβοράκι. Δεν θα τα πάρω (ακόμη) αλλά μου κάνει καλό να ξέρω ότι είναι κάπου μέσα στην τσάντα μου}.


Αστερίσκος {ένας και σημαντικός}

** Λύκε μου, δεν σε φοβάμαι. Εδώ έβαλες κάτω άλλα κι άλλα, εδώ θα κωλώσεις;


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: hubpages.com

Σάββατο 8 Αυγούστου 2009

Διαρροές


Οποιανού δεν του ΄χει ξεκωλιάσει το σπίτι μία απλή διαρροή, βλέπει τη ζωή με άλλο μάτι, πάω στοίχημα γι' αυτό.

Στην παρούσα φάση, απλώς εκτιμάω τα απολύτως στεγνά πράγματα (τοίχους, ρούχα, βιβλία, ντουλάπες) και τα καμαρώνω, γιατί μου βγήκε η ψυχή ανάποδα μέχρι να ξαναμπούν στη θέση τους. Το μόνο που δεν βλέπω να επανέρχεται σύντομα στη θέση του, είναι η μέση μου, η οποία κόπηκε από το "κουβάλα - πέτα - κράτα - στέγνωσε - βάλ'το στη θέση του". Την ιστορία θα σας την πω πολύ σύντομα - εσείς θα γελάσετε, εγώ θα τη θυμηθώ και θα με ξαναπιάσει κατάθλιψη - αλλά μέχρι τότε επιτρέψτε μου να απολαμβάνω ένα απολύτως στεγνό Σαββατοκύριακο.


ΥΓ1.: Είμαι καλά, απλώς δεν είχα που να πατήσω - πόσω μάλλον να γαζώσω - μετά την απόφαση του θερμοσίφωνα μου να βάλει μπουρλότο στη σχέση μας και να κάνει Αιγαίον Πέλαγος μισή χεσιά σπίτι. Ευχαριστώ όλους σας για το ενδιαφέρον, τα ι-μέιλ και τα φόουν κολς (Λύκε μου, είμαι οκ!), το οποίο αν συνεχιζόταν η διαρροή, υποθέτω ότι θα μετατρεπόταν σε πετσέτες και σφουγγαρόπανα...


Τρίτη 21 Ιουλίου 2009

"Μαριλένα"

* "Έχω φτάσει ως τη γραμμή που παύει η νοσταλγία και η σταγόνα το δάκρυ γίνεται αλάβαστρο από πνεύμα"


«Όταν εσύ κοιμάσαι, οι κούκλες σου σηκώνονται και χορεύουν για να ξεμουδιάσουν. Όσο δεν κοιμάσαι τις αναγκάζεις να μένουν ακίνητες και τις κουράζεις…».
Με κάτι τέτοια καραγκιοζιλίκια και ψεύδη αξίας μισής καραμέλας, η δόλια μάνα (μου) προσπαθούσε να με βάλει για ύπνο. Τα ζαβά υπερκινητικά παιδάκια (σαν κι εμένα) δεν έχουν οδηγίες χρήσεως. Κοιμούνται παντού, όποια ώρα της μέρας, εκτός από το κρεβάτι τους και την ώρα που πρέπει. Όσο για το ψέμα; Τα μισά απ’ τα λιγοστά εγκεφαλικά μου κύτταρα, πρέπει να τα «έκαψα» σ’ εκείνη ακριβώς την ηλικία, απ’ τις αμέτρητες ώρες πονηρού λουφάγματος κάτω απ’ τα σκεπάσματα, παραφυλώντας τις κούκλες να ξεκινήσουν να κυνηγιούνται. Αδύνατον! Οι άτιμες ήταν τόσο έξυπνες που κουτοπόνηρα τσογλανάκια σαν κι εμένα γλάρωναν ξερά, ακριβώς την ώρα που αποφάσιζαν να ξεκουνήσουν το ποδάρι τους για ν’ αρχίσουν τις ανταρσίες μέσα στο κοιμισμένο σπίτι.
Εννοείται ότι ποτέ δεν τις τσάκωσα να χορεύουν βραδιάτικα. Μέχρι φέτος. Δυο φορές. Η πρώτη ήταν τον χειμώνα, κάπου στην Ερμού (κάτι σας είχα κουτσογράψει γι’ αυτό, εδώ: http://koptoraptou.blogspot.com/2008/10/blog-post_19.html ). Η δεύτερη ήταν πριν από λίγες μέρες, στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου.
…
Η σιχαμένη ζέστη του Ιουλίου έκλεψε τη λιγοστή δουλειά από το φασονατζίδικο, οπότε ώρες για σκότωμα και περπατούρα, κάργα. Κατηφορίζαμε προς Θησείο με το έτερον δυόμιση να προσπαθεί να μου φτιάξει το ανύπαρκτο κέφι, όταν ξαναπέσαμε πάνω σ’ αυτή την περίεργη «οικογένεια». Η Μαριλένα, η Σταυριάννα και ο Ντανιέλ. Στα χέρια του Ντανιέλ ένα βιολί και στα χέρια της Σταυριάννας, η Μαριλένα. Δεν ξέρω ποιος από τους τρεις είναι πιο ζωντανός, πάντως αν υπάρχει άγιος για τους καλλιτέχνες του δρόμου, να τους έχει και τους τρεις πεντάγερους. Λέω τρεις, γιατί έχω ήδη ξεχάσει ότι η Μαριλένα είναι μαριονέτα, κούκλα δεμένη στη ζωή με σκοινιά, μια ζωή που φυσάει μέσα τους με φόρα η Σταυριάννα.
Το έτερον δυόμιση με σπρώχνει σχεδόν να τους μιλήσω -«ρε ματάκια, τι ντρέπεσαι;»- κι εγώ μισό μέσα μου, μισό έξω μου ψιθυρίζω ότι δεν είναι δυνατόν αυτή η γυναίκα, όταν γυρίζει σπίτι να πετάει την κούκλα σε έναν καναπέ και να ασχολείται με τη φασίνα. Λίγες μέρες αργότερα, ακριβώς κάτω απ’ την Ακρόπολη, με τα αποτσίγαρα μας να κάνουν παρέλαση, μου εξήγησε ότι ανατριχιάζει και μόνο στη σκέψη.
Αν υπήρχαν αυτιά να ακούσουν και μάτια να βλέπουν, θα ‘θελα να το γνωρίσω παντού αυτό το παιδί.
Όταν άνοιξε το στόμα της κι άρχισε να μου λέει, μάζευα την καρδιά μου απ’ τα πατώματα και πολύ πριν το τέλος της κουβέντας είχα αποφασίσει ότι το κουστουμάκι που θα ‘ραβα δεν ήταν για πούλημα.
«Για δύο πράγματα ζω: για την τέχνη και τα ταξίδια». Αυτή ήταν η πρώτη της κουβέντα. Βλέπετε, η Σταυριάννα είναι ηθοποιός, μόνο που όπως λέει η ίδια είναι…ατάλαντη.
«Δεν είμαι διπλωμάτης και δεν είμαι και ναζιάρα. Είναι κι αυτό έλλειψη ταλέντου...». Με τις μαριονέτες ασχολήθηκε πριν από λίγα χρόνια, χωρίς να έχει δει ποτέ στη ζωή της αντίστοιχο θέαμα. Κι η Μαριλένα; Ας πούμε ότι είναι το παιδί της. «Εμένα; Δε με νοιάζει, όπως και να ‘μαι. Στο Hondo θα πάμε όμως για να πάρουμε βλεφαρίδες για τη Μαριλένα. Εκείνη είναι η femme fatal, εκείνη τους παίζει όλους στα δάχτυλα».
…
Κοιτάζω τα δικά της δάχτυλα και το μυαλό μου τρέχει στην επιδεξιότητα της με τα σκοινιά. Τα ίδια χέρια από μέσα είναι γεμάτα ρόζους και πληγές από το πριόνι και τις βελόνες. Αποκάλυψη: τις κούκλες τις φτιάχνει μόνη της! Σαν χαζό παιδάκι ενθουσιάζομαι, καθώς σκέφτομαι ότι μιλάω με μία απευθείας απόγονο του Τζεπέτο! Με ρωτάει τι σκέφτομαι και εννοείται ότι δεν βγάζω κιχ…
«Λοιπόν, δεν θα με πάρεις για τρελή, αλλά όταν σκεφτόμουν τι κούκλα θέλω να φτιάξω, άκουγα Μάρλεν Ντίτριχ. Έκλεισα τα μάτια μου και φαντάστηκα αυτή τη βαμπ. Σκέφτηκα λοιπόν να τη βγάλω Μαρλέν. Όταν όμως κράτησα για πρώτη φορά τα σκοινιά της και την είδα να ανοίγει τα χέρια της, σα για να χορέψει ζεϊμπέκικο, σκέφτηκα: ετούτη εδώ είναι ελληνίδα. Θα την πούμε Μαριλένα».
Μου λέει πράγματα που μ’ ανατριχιάζουν, που θα ‘καναν πολλά ζωντόβολα του θεάτρου και της τηλεόρασης να ντραπούν, που δεν έχουν καμία σχέση με την τέχνη και το ταλέντο το έχουν ακουστά. Όταν μάθαινε ακόμη να χειρίζεται τις κλωστές, συμμετείχε σε ένα street performing, μαζί με μία συνάδελφο της ηθοποιό.
Η άλλη κοπέλα ανεβασμένη σε ξυλοπόδαρα και η Σταυριάννα μακιγιαρισμένη, ίδια μαριονέτα, δεμένη με κλωστές, «ξυπνούσε» και χόρευε. Σαν μαριονέτα. Στην Ερμού γινόταν πανικός, υπήρχε κόσμος που έμπηγε τα κλάματα. Σχεδόν με πιάνει κατάθλιψη που δεν το είδα κι εγώ αυτό. Ποιες γελοίες παραγγελίες θα ‘ραβα κλεισμένη, ποιος ξέρει σε ποιο ανεκδιήγητο ραφείο και δεν έπαιρνα χαμπάρι…

«Ξέρεις, εκεί τη σεβάστηκα τη Μαριλένα και την πόνεσα. Μετά κατάλαβα ότι, όταν -ας πούμε- κουνάς τις κλωστές έτσι και το πόδι της κούκλας επιμένει να στρίβει αλλιώς, εσύ πρέπει να υπακούσεις την κούκλα και όχι η κούκλα εσένα. Εγώ το παραδέχομαι, ότι η Μαριλένα με οδηγεί και όχι εγώ εκείνη».
…
Οι κουβέντες μας σκορπίζουν από το ένα θέμα στο άλλο. Πότε τη διακόπτω εγώ, πότε εκείνη…Μου λέει ας πούμε για την κατασκευή της κούκλας και η άτιμη το λέει με τέτοιο τρόπο, σαν να το κάνει μπροστά μου. Πως το ξύλο γίνεται άνθρωπος, πως όταν εκείνη κόβεται εδώ κι εκεί από τις στενές σχέσεις με πριόνια και λοιπά εξαρτήματα, σκουπίζει το αίμα πάνω στην κούκλα. Προσπαθεί να μου εξηγήσει το γιατί, αλλά δεν χρειάζεται καθόλου.
«”Έχω φτάσει ως τη γραμμή που παύει η νοσταλγία και η σταγόνα το δάκρυ γίνεται αλάβαστρο από πνεύμα”, αυτό έχω γράψει στο κεφαλάκι της και στην καρδιά της υπάρχει ένα σημείωμα με τις λέξεις “αγάπη, ευτυχία, ειρήνη” και αρκετές σταγόνες αίμα από τις πληγές που μου ‘κανε όταν την έφτιαχνα», μου λέει και σκέφτομαι ότι πιο ταιριαστό σημείο για να πάει να «κάτσει» μια φράση του Λόρκα -που τον βασανίζουν νυχθημερόν σε δραματικές σχολές της πλάκας – δεν θα μπορούσε να βρεθεί.
«Ας πούμε ότι πριν από λίγο καιρό έπρεπε να αλλάξω το λαστιχάκι που συγκρατεί το κεφάλι της. Κάποιος επαγγελματίας θα ‘λεγε “’έλα μωρέ, ένα λαστιχάκι είναι”. Για ‘μένα είναι ολόκληρος πόνος. Κάθομαι, την κοιτάω, πίνω μια γουλιά μπίρα, κάνω δυο τσιγάρα και μετά το παίρνω απόφαση»…
Τη ρωτάω για το πώς έδεσε η μουσική του Ντανιέλ με εκείνη και τα κόλπα της Μαριλένας και μου περιγράφει μια γνωριμία τελείως διαφορετική από τις άλλες, από άλλη εποχή. Εκείνος έπαιζε βιόλα κάπου στην Αθήνα, εκείνη «ξηλωνόταν» για να τον ακούει και κάπως έτσι γίνανε οικογένεια, μια οικογένεια από χορδές, κλωστές και αγάπη.
«Το απίστευτο με τον Ντανιέλ είναι ότι "τζαμάρουμε" μαζί. Υπάρχει ένας βασικός σκελετός, αλλά αυτοσχεδιάζουμε παρέα και αυτό είναι το όμορφο»
…
Τη νύχτα της γνωριμίας μας, μου χάρισε ένα cd του. Το ακούς και κοπανάς κεφάλι που οι κυνηγοί ταλέντων συχνάζουν στη Μύκονο με εξέχοντα σούργελα και αποφεύγουν τους αθηναϊκούς δρόμους. Θα μου πεις, και να τους προτιμούσαν, και πάλι ο ταλαντούχος βιολιστής και συνθέτης θα κέρδιζε την προσοχή τους μόνο αν έγραφε κανά τσιφτετελοποπ σουξέ και απ’ ό,τι βλέπω η Σταυριάννα δεν σκοπεύει να βγάλει τη Μαριλένα στο…κλαρί.
Μου μιλάει για τα μαγαζιά που έχει δουλέψει, για τον κόσμο που ενώ τους αποθεώνει στον δρόμο, έτσι και τους δει σε μαγαζί είναι ικανός να πιάσει τον ιδιοκτήτη και να του πει «τι τους θες αυτούς; Αυτοί δουλεύουν στον δρόμο!». Προφανώς, θα προτιμούσαν έναν τζιτζιφιόγκο μαριονετίστα και έναν αποστειρωμένο μουσικό που αφήνουν κούκλα και βιολί στον τοίχο να σκεβρώνουν και τα ξεκρεμάνε μια φορά το μήνα, για μια στυλιζαρισμένη παράσταση, από δυο ανθρώπους που ακόμη και τις μισές γνώσεις να είχαν, από αυτές που ήδη διαθέτουν, έχουν τέτοια εξοικείωση με την τέχνη τους που φτάνει, περισσεύει και σαν βάλσαμο κάνει καλό σε ψυχές που βρίσκουν καταφύγιο στο περπάτημα.
Και το ωραιότερο, παρά τον τσαμπουκά και το μάτι της που φέρνει στροφές όσες κι η κούκλα; «Υπάρχουν πολύ καλύτεροι από ‘μένα. Εγώ, αν θες, είμαι σε έναν δρόμο που θα μπορούσα να γίνω καλή σ’ αυτό που κάνω».
(Που γεννιούνται αυτοί οι άνθρωποι, μου λες;)
Μου αναφέρει τους δασκάλους της, έναν προς έναν, αλλά μεταξύ μας, καθόλου δεν με νοιάζουν. Μου αρκεί που την έφτασαν μέχρι εδώ, χωρίς να μου τη φθείρουν τόσο, όσο μόνο οι δάσκαλοι ξέρουν να «γδέρνουν» τους μαθητές τους.
Μέχρι να φύγω, την έχω «ληστέψει» κανονικά, την ηθοποιό μου. Έχω γεμίσει το κεφάλι μου με εικόνες από τα ταξίδια της με τον Ντανιέλ στη Φλωρεντία, στα νησιά της άγονης γραμμής, στην επαρχία, από το τυχοδιωκτιλίκι που, όπως μου λέει, έχει η τέχνη της και δεν θέλει να το χάσει κι ας μη γίνει ποτέ φίρμα, είναι γεμάτα τα μάτια μου από τόσες ιστορίες που είδαν τα δικά της στη μέση του δρόμου, σχεδόν αγκαλιά με την κούκλα.
Αν ανεβοκατεβαίνετε αυτό τον υπέροχο δρόμο που βγάζει Θησείο, μα στην Ερμού, μα στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου και τους δείτε αυτούς τους τρεις, σταματήστε για λίγο. Μπορείτε να πέσετε σε εκείνο το απίθανο στιγμιότυπο που πάνω στα «σκασίματα» του βιολιού του Ντανιέλ, η Μαριλένα «δέρνει» τη Σταυριάννα επειδή της έριξε μια κλωτσίτσα για να «ξυπνήσει». Ή σε εκείνη την άλλη φάση που το κουκλί κάνει αγάπες στο δοξάρι του Ντανιέλ και κοιμάται μαζί του.
Μη ντραπείτε να βάλετε τα κλάματα και το χέρι σας στην τσέπη. Ίσως να είναι οι μόνοι πλανόδιοι που δεν παίζουν με την ψυχή (και τα νεύρα) σας και υπακούν μόνο στην τέχνη τους. Γι’ αυτό ειδικά – εκτός από το θέαμα που είναι υπέροχο – βάζω υπογραφή όπου θέλετε.
Άσε που αξιώθηκα να δω κούκλα να χορεύει – μιλάμε για χορό, όχι μπαρμπούτσαλα – χωρίς να περιμένω ξάγρυπνη κάτω απ’ τα σκεπάσματα.

ΥΓ1. : Σταυριάννα, σ’ ευχαριστώ για την παρέα και για το ξόδεμα.
ΥΓ2.: Επειδή μου σφύριξαν ότι στο εξής θα δίνουν στίγμα που θα εμφανίζονται, κρατήσετε αυτή τη διεύθυνση http://sites.google.com/site/streetperformanceinathens/ για να κατατοπίζεστε.

Σάββατο 4 Ιουλίου 2009

Η Σουηδέζα ξαναχτυπά (γιατί, υπουργέ μου;)

Ξυπνάω έντρομη και τρέχω στον καθρέφτη της σάλας. Εν τω μεταξύ, έχω πατήσει δυο στυλό, έναν αναπτήρα (συγκρατήστε το αυτό), δυο σαγιονάρες ανάποδες και ένα αυτοκινητάκι (άσχετο). Το κόνσεπτ του εφιάλτη είχε ως εξής: ήμουν ντιπ ξανθιά – το ξανθό το ασβεστί -, είχα ξεπλυμένα γαλανά μάτια, ο κώλος μου κοιτούσε απευθείας το ταβάνι, τα πόδια μου ήταν 1,30 το καθένα και έκανα εμετό κάθε που μύριζα τσιγάρο.
Ο καθρέφτης με έπεισε, ότι έφαγα βαριά για βράδυ: η κούτρα μου ήταν ακόμη σκούρα – άνευ λευκών τριχών παρακαλώ! -, στο μάτι μου δεν είχε πέσει χλωρίνη, ο αποτέτοιος μου σε μια 10ετία θα συναγωνίζεται την περίμετρο του Καλλιμάρμαρου και εξακολουθώ να είμαι συμπαθώς κοντή. Και το κυριότερο: ήθελα τα τσιγάρα μου, με έναν χαρακτήρα επείγοντος! (Μεσ’ το σκοτάδι ψάχνω με τα δύο πρώτα δάχτυλα του ποδιού, τον αναπτήρα, τον οποίο πάτησα προ ολίγου…).
Μπορεί ο καλός Σαμαρείτης υπουργός Υγείας να θέλει να με μεταλλάξει σε Σουηδέζα, εν μία νυκτί, αλλά αυτά δεν είναι πράγματα που γίνονται παζ αβολοντέ, κοινώς με ζοριλίκια.
Ναι, ναι. Το ξέρω. Ο καλός υπουργός νοιάζεται για το χρώμα των πνευμόνων μου, για τα (μελλοντικά) ροδαλά μου μάγουλα, για το αν θα μπορώ να τεκνοποιήσω χωρίς προβλήματα, για την ικανότητα μου να γίνω ένας μικρούλης Δήμος Σταρένιος, αλλά πολύ φοβάμαι ότι θα τον απογοητεύσω σε αυτά και άλλα τόσα.
Ξέρω επίσης ότι για ανένταχτες και απροσάρμοστες κορασίδες -σαν κι εμένα- έχει φροντίσει να στείλει στον δρόμο –μου, μας- καπνοφύλακες για να μας συμμαζέψουν, αλλά και για να ανοίξουν οι τύχες μερικώνε μερικώνε, και να νοικοκυρευτούν με ένα καλό ένστολο παιδί, αλλά έχω να τον πληροφορήσω ότι:
Α) Ακόμη κι εγώ η ασυμμάζευτη διατηρώ δεσμό ετών
Β) Ανήκω στο χαμερπές εκείνο είδος γυναικών που σιχαίνονται τη στολή
Γ) Το ‘χω ξαναπεί εδώ: (http://koptoraptou.blogspot.com/2009/02/blog-post.html)
Τι θα απογίνω, λοιπόν, κύριε υπουργέ μου, που ούτε να συμμαζευτώ θέλω, ούτε να νοικοκυρευτώ, ούτε να αποκτήσω δίμετρες ποδάρες και ξανθές τρίχες και κυρίως ΘΕΛΩ ο δείκτης και ο αντίχειρας μου ΝΑ έχει προέκταση αυτό το υπέροχο λευκό πράμα – συγκεντρωμένους σας θέλω, μην κάνετε πονηρές σκέψεις – που το ανάβεις και γλιτώνεις από έγκλημα, ψυχιατρείο, χαπούκλες και άλλα τελώνια;
Και το ουσιώδες: για να γίνω Σουηδέζα, καρακαλλόνα, ντιπ ήρεμη και με ύφος "στα τέτοια μου σε γράφω και κάνω τον ζωγράφο", μήπως θα ‘πρεπε πρώτα να μου ‘χες λύσει το κυκλοφοριακό; Το εργασιακό, μήπως; Το οικονομικό; Το αισθηματικό, το λύνω και μόνη μου, ευχαριστώ δεν σε χρειάζομαι, υπουργέ μου;
Και πως νομίζεις θα λυθούν όλα αυτά, αν εγώ απουσιάζω κάθε τρεις και λίγο από την ημιεργασία μου για μία, τρεις, δεκατρείς, σαραντατρείς τζούρες; Θα με σιχτιρίσουν, θα διογκωθεί και το εργασιακό (πάλι θα ψάχνω για δουλειά), και το κυκλοφοριακό (πάλι θα τρέχω σαν την παλαβή να βρω ταξιά, λεωφορεία, τρόλει και μαούνες για να δίνω βιογραφικά δώθε κείθε), το οικονομικό (δεκάρα δεν θα μου ΄χει μείνει μ’ όλα τα παραπάνω φέσια στο κεφάλι μου!).
Κι αυτές είναι οι λάιτ συνέπειες. Να μου το θυμηθείς, υπουργέ μου, ότι έχει να πέσει πολύ ξύλο στους δρόμους, έχουν να γίνουν πατιλίκια που θα ζαρώσει το μάτι σου. Διότι ο νευρικός ο άνθρωπος ή τσιγαράκι θα ανάψει (και θα κουλάρει) ή μπάτσα θα αστράψει (και θα γίνει το σώσε).
Είναι που δε σε ξέρω καλά, υπουργέ μου, ειδάλλως θα σ’ έβαζα ένα στοίχημα, για το μαύρισμα που έχεις να φας, μ’ αυτά που κάνεις. Οι κοινοτικές οδηγίες, θα μου πεις, αλλά βρες να μου πεις και κάτι άλλο, γιατί ρουφιάνα δεν είμαι, αλλά θα γίνω. Θα παίρνω στο χαφιεδονούμερο και θα λέω ότι καπνίζεις στη ζούλα και σβήνεις το ρημάδι σου στις αζαλέες του Μεγάρου Μαξίμου. Να το θυμάσαι αυτό, θα μπλέξεις μαζί μου!

Υγ1: Χωρίς πλάκα τώρα. Ο φλωρο-Χίτλερ δεν ήταν που χάριζε χρυσά ρολόγια στους στρατηγούς του που έκοβαν το κάπνισμα; Τι πολιτικό συνειρμό να κάνω εγώ τώρα, όταν γνωρίζω αυτή την ιστορική λεπτομέρεια;

Υγ2: Δημητράκη – ξέρεις εσύ, με την ιστορική καφετέρια στην Αποστόλου Παύλου που την από ‘δω πτέρυγα στην έχω χτίσει εγώ – μην πα και κάνεις και καμιά μαλακία, θα χάσεις μονοκούκι καμιά 500αριά πελάτες. Τα ΄παμε, τα μιλήσαμε!

Υγ3: Συμβουλεύω τους καπνοφύλακες πέριξ των αρχαιολογικών χώρων της Ακροπόλεως να είναι προσεκτικοί. Δεν οπλοφορώ, αλλά δαγκώνω. Κι ο οδοντίατρος έχει κάνει αγγέλους με τις γέφυρες μου, λέμε.

Υγ4: Αγαπητοί ανώνυμοι, μην παρκάρετε εδώ πληροφορίες που αφορούν άλλους μπλόγκερς, καθώς και την προσωπική τους ζωή. Επίσης, μην παρκάρετε (τόσο;) καλά σχόλια, που αγγίζουν τη διαφημιστική καταχώρηση. Αν θέλετε να παρκάρετε κάτι σε τετραθέσιο με κλιματισμό και συνεργάσιμο Τζι Πι Ες, δεχόμεθα. Ευχαριστώ.


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: myspace.com

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2009

Δεν έχω τίτλο πρόχειρο για τόση στεναχώρια

Τι είναι χειρότερο, άραγε;
Να χαίρεσαι με τη στενοχώρια του άλλου; Με την απόγνωση του;
Ή να μπλέκεσαι με πράγματα που αγνοείς πως δουλεύουν;
Σκατόψυχα, κομπλεξικά, αποτυχημένα μπαρμπάδια πλάκωσαν όλη αυτή την εβδομάδα στις κανάλες κάνοντας τους δημοσιογράφους να ντρέπονται για το επάγγελμα που διάλεξαν.
«Προτιμώ να κλάψω για τον Μάικλ Τζάκσον παρά για μερικούς απολυμένους», μου έφτυσε με νάζι μια πιτσιρίκα στην ουρά για τη ΔΕΗ και δε βρήκα καν κουράγιο να της πω ότι η απόλυση δεν είναι επιλογή. Ότι όταν πραξικοπηματικά κλείνει κάτι που άνοιξε και άντεξε με κόπο, δάκρυα, χαρές, δουλειά, φίλους – ανεξαρτήτως κομματικών και λοιπών αφεντικών – είναι έγκλημα να καταλήγει στα αζήτητα, επειδή καποιανού η τσέπη έκανε βαβά (από δική του ευθύνη)…
Και κάπου αλλού, πολύ μακριά φαντάζομαι, από τη μίζερη και ζεστή Αθηνούλα, κάποιοι άλλοι σκέφτονταν μήπως το παιχνίδι τους θα δούλευε καλύτερα με άλλες μπαταρίες πιο οικονομικές που δε λεκιάζουν το περιβάλλον. Το δε λουκέτο στον "Ελεύθερο Τύπο", ανυπερθέτως ήταν πολυτελείας, όπως πολυτελείς και πανάκριβες ήταν οι εργατο-ώρες που αφιερώθηκαν για να ζήσει 26 χρόνια και να κλείσει σε ακριβά χεράκια με καλοφτιαγμένα ακριβά νυχάκια.
Πήραν φωτιά οι διατεταγμένες υπηρεσίες, ανοίχτηκαν σαμπάνιες, γίνονται πλάνα για μπιρ παρά εξαγορές, την ώρα που στιβάζονται κούτες με πράγματα, αναζητούνται λύσεις, γίνονται κουβέντες πάνω στα «καμένα».
Δεν έχω ούτε κέφι ούτε όρεξη και κυρίως έχω μια τεράστια λαχτάρα να την κοπανήσω, να κοιμηθώ για ένα μήνα και να ξυπνήσω σε ένα μέρος που η μαλακία θα είναι πράξη συνταγματικά απαγορευμένη.
Λυπάμαι, και ντρέπομαι και φοβάμαι. Όχι για την ημι-δουλίτσα μου, αλλά γιατί θα γεμίσει ο κόσμος από ημι-δουλίτσες, ημι-ένσημα, ημι-μισθούς. Όλα στη μέση κι όλα δανεικά. Και καθόλου δεν μπορώ να χαρώ που θα είναι κι άλλοι. Στην ίδια βάρκα μαζί μου. Καθόλου δεν χαίρομαι που πια δεν θα είμαι μόνη. Καθόλου.

ΥΓ.: Πως είναι δυνατόν να λυπάσαι για κάποιον που δεν γνώρισες ποτέ, παρά μόνο ως μερικές αράδες σχόλιο στο μπλογκόσπιτο σου; Αχ, κύριε Νίκο, μελισσά κι αμπελουργέ μου, έπρεπε να ‘ναι ο κόσμος γεμάτος από μπαρμπάδες σαν και εσένα, άξιους, σοφούς και κιμπάρηδες. Θα ζούσαμε καλύτερα, θα κλαίγαμε λιγότερο και θα εκτιμούσαμε περισσότερο. Τα πάντα. Θα περνάς καλά ‘κει πάνω.


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: gadgetgrid.com

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2009

"Ζουζούνι"


Ο υπερτασικός ο άνθρωπος – καλή ώρα – ξέρει πως η πίεση του ενοχλεί τα μπαλάκια του Ύψιστου, όταν το πιεσόμετρο δείχνει πάνω από 15.
Ο διαβητικός ο άνθρωπος – όχι καλή ώρα ακόμη – ξέρει ότι το ζάχαρο του κάνει παπαριές, όταν εκείνη η βελονίτσα που μπαίνει στο… ζαχαρόμετρο δείχνει πάνω από 1.10.
Ο ζευγαρωμένος ο άνθρωπος πως σκατά ξέρει ότι βρήκε το άλλο του μισό; Και τι διάολο είναι το άλλο του μισό;
Με τρόμο διαπίστωσα προχθές ότι γύρω μου υπάρχουν τέτοια «μισά» από ζευγάρια που γνωρίστηκαν πριν από ένα μήνα και αποκαλούν το εύρημα τους «έτερον ήμισυ».
Ζευγάρια του μήνα, που θα χωρίσουν σε λιγότερο από μήνα (όχι δεν είμαι κακιά, ούτε μάγα) λένε ότι βρήκαν το άλλο τους μισό και δεν αμφιβάλλουν ούτε στιγμή.
Μιλούν για γάμο (πάνω στο μήνα!), για παιδιά, για χτήματα, για αισθήματα, εκφράζονται πάντα στο πληθυντικό («ξέρετε, εμείς, θα πάμε 3 μέρες στο Καβούρι» και «εμείς δεν τρώμε έξω, τρεφόμαστε υγιεινά», τα κάνουν όλα μαζί (για κανά μήνα…), ταιριάζουν σε όλα, ο ένας κλάνει κι ο άλλος ρουφάει (με το συμπάθειο) και…
Στο μήνα πάνω, (μπορεί και λιγότερο από μήνα) το ένα από τα δύο μισά φεύγει αλαλιασμένο, ψάχνοντας για βουνοκορφή απάτητη και απροσπέλαστη.
Εν τω μεταξύ, στη δουλειά, στους φίλους, τους γνωστούς και τους γείτονες έχει πάει και έχει έρθει περί τις 5 εκ. φορές εκείνος ο σαχλός κτητικός χαρακτηρισμός «ο άντρας μου/ η γυναίκα μου», που το ακούς και από 15χρονα και γίνεται η πέτσα σου ουρανοξύστης από την ανατριχίλα.
Ποιος άντρας σου, παιδί μου; Ποια γυναίκα σου; Ξέρεις τι φαί σιχαίνεται να τρώει; Πως θα είναι σε δυο μήνες από τώρα που θα βαρεθεί να σηκώνεται απ’ το κρεβάτι τρία τέταρτα πριν από σένα για να μην τη δεις με τον μαύρο κύκλο κάτω απ’ το μάτι και φύγεις πηλαλητός απ’ την τρομάρα;
Να, να, αυτά βλέπω κι ακούω και παίρνω δρόμο, όταν μου κουβεντιάζουνε για ισόβια δεσμά. Αγοράζω ας πούμε ένα ζευγάρι παπούτσια, καμαρώνω για την εργονομία του τακουνιού και πηγαινοέρχομαι καμαρωτή από καθρέφτη σε καθρέφτη κι από τζαμαρία σε τζαμαρία, μέχρι που κάποιος ηλίθιος θα βρεθεί να μου πει «μεγειά! Άντε και νυφικά» και θα γκρεμοτσακιστώ σε καμιά σκάλα. Μου συμβαίνει συνέχεια…
Και εκεί που προσπαθώ να σηκωθώ, να ξεσκονιστώ και να πάω στη δουλειά μου η κομπλεξικιά ακούω από τις τουαλέτες των γυναικών ένα ακόμη μισό να λέει με καμάρι: «Εμένα το ζουζούνι μου, μου είπε ότι από τη μέρα που με γνώρισε – όχι που να το παινευτώ παιδιά – ούτε που του ‘χει περάσει απ’ το μυαλό να κάνει κάτι άλλο». Το οποίον ζουζούνι, λίγα λεπτά πριν, στη σκάλα που γκρεμοτσακιζόμουν, χαλβάδιαζε με τη ρεσεψιονίστα και αμφότεροι κατουριόντουσαν στα γέλια με τη δικιά μου σαβούρδα.
Θέλω να πω, δεν είναι εύκολη υπόθεση το άλλο (σου) μισό. Εννοώ το πραγματικό άλλο (σου) μισό. Αυτό που το ξέρεις χρόνια και πάλι υπάρχουν μέρες που θέλεις να του μαδήσεις το μαλλί τρίχα τρίχα και να φτιάξεις πουλόβερ για τις κούκλες. Που μαζί του δεν έχεις τίποτα κοινό – εκείνος τρώει τα αγγούρια, εσύ τις ντομάτες, εσύ την ψίχα εκείνος την κόρα, του αρέσει ο Τούπακ σου αρέσει η Σιμόν Σίμονς – αλλά κανένα πρόβλημα. Που αντέχεις να μην το δεις δυο μέρες, αλλά την τρίτη έχεις ένα βάρος και μια χολόσκαση, ανεξηγήτου.
Που μετά από μερικά χρόνια μπορεί και να σε γυροφέρνει μια ανεπαίσθητη αχαριστία που η ζωή σου φέρθηκε τόσο καλά (σε αυτόν τον τομέα), αλλά βλέπεις μαλακίες κάργα γύρω και το βράδυ γυρίζεις τρομαγμένος και ευτυχής, εκεί που υποψιάζεσαι ότι δεν θα σου κακοποιήσουν τα σώψυχα.
Και μετά απ’ όλα αυτά ούτε που σου περνάει απ’ το μυαλό να ορκίζεσαι σε δημόσια θέα ότι το… «ζουζούνι» ζει μόνο για ‘σένα.
Που υπάρχει σοβαρή περίπτωση, δηλαδή, αλλά ντροπιάρηδες άνθρωποι είμαστε και κυρίως φοβόμεθα το μάτι, οπότε ό,τι καταλάβατε καταλάβατε (κι ό,τι κατάλαβες κι εσύ, μπουγατσάκι, κατάλαβες)!
Καλές μας διακοπές!

ΥΓ.1 : Σιγά. 5 μέρες θα κάτσουμε και το ‘κανα θέμα. Και μετά έχω μούτρα και τη λέω στα… ζουζούνια.
ΥΓ.2: Υπάρχει κύριος εις το αχανές Διαδίκτυο που με βρίζει επειδή τόλμησα να ασχοληθώ κάποια στιγμή με τα μπλοκάκια (παροχής υπηρεσιών). Κατά την άποψη του το μπλοκάκι είναι εκείνο που κάνει τον δημοσιογράφο ανεξάρτητο και απροσκύνητο. Χαχαχα! Καλά χαμομήλια, παππούκα. Αυτό σου εύχομαι με όλη μου την αγάπη.
ΥΓ.3: Φιλιαααααά!

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2009

ΠΙΟ ΓΡΗΓΟΡΑ! ( Είναι απλό, βρε παιδί μου...)


Βρίσε με, γύρνα μου τον κώλο σου, έλα να γίνουμε σκατά, πέτα μου κουτάκια από μπύρα, κάνε ό,τι θες, μα προς Θεού μη με κάνεις να βαρεθώ. (Και βαρέθηκα απόψε. Αφόρητα. Σιχαμένα. Αργά και βασανιστικά, που γαμώ τη δουλειά και τη διαστροφή μου μέσα, γαμώ!)
Τι πλήξη, Θε μου! Τι ανία! Τι ταλαιπώρια, Ιούνη μήνα! Τι έλλειψη επιλογών! Από την Όλγα Τρέμη στα ζαντολάστιχα της Πετρούλας κι από τον Νίκο Ευαγγελάτο στο σούπερ Παραντάιζ, δεν είναι ζωή αυτή.
Παραλίγο, (παραλίγο λέω) να συμπονέσω τον κύριο Νικολακόπουλο για την απροσμέτρητη χλαπάτσα που του επιφύλαξαν τώρα στα γεράματα τα εξιτπόλια, αλλά δυστυχώς με είχε πιάσει κρίση χασμουρητού.
Νικητής της βραδιάς δεν ήταν ο Παπανδρέου. Όχι. Γράψτε λάθος. Ήταν εκείνο το τρισάθλιο κλισέ «αφήστε με να ολοκληρώσω» που πήγε κι ήρθε ένα εκατομμύριο οχτακόσιες τριάντα δύο φορές από το πρωί και που καταπιέστηκα αφόρητα, αλλά θα το πω. Αν θες να σ’ αφήνουν να ολοκληρώσεις, είναι απλό: ΠΑΙΧ’ ΤΗΝ ΠΙΟ ΓΡΗΓΟΡΑ, παλιομπαγλαμά και ΜΗΝ ΜΑΣ ΠΑΙΔΕΥΕΙΣ ΑΛΛΟ!
Άι σιχτίρι πια Κυριακάτικα, βαρεθήκαμε τις ζωές μας!

ΥΓ1: Τι ποιητικά που τα είπε προς το τέλος ο Αλέξης Τσίπρας…
ΥΓ2: Κανονικά όταν χαμογελάει η κυρία Παπαρήγα θα έπρεπε να νιώθω ασφάλεια και αισιοδοξία, αλλά δεν… Θα το κοιτάξω μετά του Αγίου Πνεύματος.
ΥΓ3: Τόσοι σπιν ντόκτορς ολούθε δεν μπορούν να μάθουν στον κ. Καραμανλή να χάνει και να το χαίρεται; Και στον κ. Παπανδρέου να κερδίζει και να μην χρειάζονται πάνες βρακάκια για να συγκρατήσουν τη χαρά του. Καταντά αντιαισθητικό και ευνουχίζει και τα λεγόμενα θινκ τανκς που να πάρει…



ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.geswho.net