(Κάζο 1ο – Υγρές νύχτες – και μέρες…)«Θα μείνω κουλ». Αυτό είπα φωναχτά και σχεδόν με έπεισα (είμαι καταφερτζού, η ρουφιάνα). Διότι δεν ήταν το σύσκατον της διαρροής. Δεν ήταν ότι τα πατάρια, οι τοίχοι, το δωμάτιο, η ντουλάπα (αχ, φορεματάκια, παπουτσάκια, τσαντάκια) είχαν γίνει μια μουχλέ αηδία. Ήταν ότι όλα αυτά μαζί με 10 στοίβες βιβλία, υφάσματα, κέρατα, τζάτζαλα, μάτζαλα έπρεπε να αλλάξουν θέση {εδώ και τώρα!}, για να διασωθούν. Και να μετακομίσουν παντού: πάνω στον κρεβάτι, πάνω στον καναπέ, πάνω στο κεφάλι μου, στο σαλόνι, σα σκατά μες τη μέση!
Αδιαφορούμε για το γεγονός ότι γνωρίζω που βρίσκεται και η τελευταία βελόνα του σπιτιού μου.
Προσπερνάμε το γεγονός ότι αν ένα περιοδικό είναι τοποθετημένο στραβά, «παίζει» και να μην κοιμηθώ (εκτός κι αν μιλάμε για σύνεργα της δουλειάς, οπότε αλλάζει το πράμα, αλλά ναι, είμαι η χαμένη αδελφή του Μονκ).
Έχουμε χεσμένη την πιθανότητα σοβαρού κατάγματος – το οποίο γλιτώσαμε – για όσες μέρες (και ήταν πολλές!!!) όλο αυτό το γιουσουρούμ σερνόταν μεσ’ τα πόδια μας.
Αλλά μετά την επίσκεψη του δυσεύρετου υδραυλικού με το γνωστό χαμηλοκάβαλο παντελόνι και τον μισό κώλο έξω, την επίσκεψη του ελαιοχρωματιστή με το τσιγαράκι στο στόμα και τα φύλλα ντουλάπας, πόρτα κουζίνας και μπάνιου να χάσκουν επί 20ημερο ανοιχτά, ε, η κατάθλιψη ήταν ένα βήμα έξω από την πόρτα μου.
(Κάζο 2ο – Περικοπές, χαχα, από τί;)
«Θα μείνω κουλ». Το είπα από μέσα μου, αλλά δεν με έπεισα… Το λογιστήριο της ημι-εργασίας μου ήτο κατηγορηματικό. Περικοπές. Κι όταν από μισά λεφτά μισής δουλειάς σου κόβουν σχεδόν τα μισά, τι μένει; Τα μαθηματικά ποτέ δεν ήταν το δυνατό μου σημείο, αλλά αυτό το κατάλαβα. Τι το κατάλαβα; Το έχω κάνει κτήμα μου και ετοιμάστε μου έδρα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών για να φωτίσω κι άλλους διψώντες για μάθηση. Αποχωρώ από το λογιστήριο, με μάτι κόκκινο μπαρμπουνί, χτυπάω δύο παγωτά ατακαριστά μπροστά στις μοντέλες της ρεσεψιόν που ήδη με θεωρούν τελειωμένη κατάσταση και με λίκνισμα ρωσίδας χορεύτριας εγκαταλείπω το κτήριο. Στη γωνία κοντοστέκομαι, ζυγίζω αν πρέπει να γίνω εντελώς ξεφτίλα κλαίγοντας και ουρλιάζοντας, αλλά από το δίλημμα η μούρη μου πρέπει να θυμίζει κάτι από πολλά θρίλερ μαζεμένα, οπότε βλέπω τους Πακιστανούς να αλλάζουν πόστο σιωπηλά και να μεταφέρουν τα καθαριστικά τους στο αντίθετο ρεύμα.
Καλωσήρθες, Προζάκ. (Ή να μη σε πάρω ακόμη;).
(Κάζο 3ο – Γούρι – γούρι / Ας πιάσει κάποιος το κωλόπουλο, πλιζ…)
Με ύφος «δεν τρέχει τίποτα. Είμαι ακόμη κουλ» βολοδέρνω σε εμπορικό δρόμο – ούτε που θυμάμαι ποιον – μετά του ετέρου δυομίσεως που θέλει να κάνει χρήση των εκπτώσεων. Στο κατάστημα ανδρικών ειδών, όπου έχει τσακώσει την καλή την προσφορά, σπρωγμένη από, ποιος ξέρει ποια άγνωστη δύναμη, κοιτάζω κάτω απ’ το πηγούνι μου και το βλέμμα μου συναντά στρογγυλοκαθισμένη στο γιακαδάκι του φορέματος μου μία πράσινη κουτσουλιά. {Πότε πέρασε το γαμόπουλο, πότε την αμόλησε, πόση ώρα κυκλοφορούσα μ’ αυτή την αηδία επάνω μου, ούτε που κατάλαβα}. Είναι η στιγμή που ούτε δείχνω ούτε είμαι κουλ. Ζητάω απ’ την υπάλληλο χαρτομάντιλο, τουαλέτα, νερό, απολύμανση, κάτι επιτέλους που θα βγάλει αυτή την πράσινη αηδία από πάνω μου! Εισπράττω βλέμμα πηχτού οίκτου, οδηγούμαι σε τουαλέτα με βρύση που ΔΕΝ έχει νερό και βολεύομαι με αφυδατωμένο μωρομάντιλο. Από μέσα μου φαντάζομαι επαναληπτικές κυνηγετικές καραμπίνες, με πολλά φυσίγγια και καρυδώματα απείρου κάλλους κάθε δεκοχτούρας που κινείται σε απόσταση χιλιομέτρου. Συγκρατούμαι, διότι θυμάμαι ένα προς ένα τα παθήματα του Κογιότ που ήθελε να ξεπουπουλιάσει το άθλια κωλόφαρδο Μπιπ-Μπιπ.
Δεν ξέρω αν το ανέφερα, αλλά δεν είμαι κουλ.
Από προχθές κυκλοφορώ με ντετόλ, ζεβασόφτ, απολυμαντικό μιας χρήσης. Σέβομαι απολύτως σύμπασες τις υδρορροές της γειτονιάς, μαζί με τους σπασμένους θερμοσίφωνες και επ’ ουδενί θέλω σχέση με λογιστήρια.
{Φέρε τώρα το Προζάκ και τσίμπα κι ένα ταβοράκι. Δεν θα τα πάρω (ακόμη) αλλά μου κάνει καλό να ξέρω ότι είναι κάπου μέσα στην τσάντα μου}.
Αστερίσκος {ένας και σημαντικός}
** Λύκε μου, δεν σε φοβάμαι. Εδώ έβαλες κάτω άλλα κι άλλα, εδώ θα κωλώσεις;
ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: hubpages.com




