Πέμπτη 23 Απριλίου 2009

Κάρπε ντίεμ άνευ εγχειριδίου


Τόσα εγχειρίδια κυκλοφορούν. Πως να γίνεις αφόρητα πλούσιος, πως να μεγαλώσεις το πουλί σου, πως να ξεφορτωθείς τον γκόμενο…
Αλλά δεν υπάρχει ένα! Ούτε ένα γαμημένο εγχειρίδιο που να σε συμβουλεύει πως ξεπερνάς τη φάση «ξερνάω δύο πίτσες στο πίσω κάθισμα». Ούτε ένα! Από πρώτο χέρι, εγγυώμαι ότι είναι η φάση που όλα τα βρίσκεις σκανδαλωδώς γελοία και ταυτόχρονα έχεις μια άγρια διάθεση για χάχανα και στεγνό χαβαλέ ακόμη και σε κηδείες που λέει ο λόγος. Είναι η φάση που αισθάνεσαι ότι κανείς δεν θέλεις να σε πάρει στα σοβαρά, γιατί θα χαθεί όλο το νταβαντούρι, όλη η μαγεία του «κάνω τον μαλάκα», γιατί άμα το πάρω σοβαρά θα πέσουν φάπες και θα με κλείσουν επί βιαιοπραγία.
Χθες το μεσημέρι, στην ίδια πάντα φάση, παρακολουθούσα Άννα Δρούζα σε απευθείας σύνδεση με την κηδεία – Θεός σχωρέσ’ την – με τον γάμο της Μπεάτας Ασημακοπούλου και φυσικά στυλώνομαι να δω αυτόν τον εσμό των ερωτήσεων τύπου «πως αισθάνεστε που πέθανε η μαμά σας». Α, τέτοιο πατιρντί ούτε στην υπόθεση Παυλίδη, ούτε καν στο ταρατατά Σίκατσεκ.
Όπου βγαίνει ο υιός συχωρεμένης Μπεάτας, κλείνει μάτι – σοβαρολογώ! – στην κάμερα, σου πετάει δυο τρία «όλα πήγαιναν καλά, μέχρι που πέθανε» και δεν έχεις λόγια. Θέλω να πω δεν φταίει πάντα ο φονιάς: εκεί που πάει να βγάλει δάκρυ και συναίσθημα, να του βγαίνει κάποιος, πιο χύμα απ’ αυτόν και να του κάνει το μελόδραμα νιανιά.
Έτσι, νιανιά, τα θέλω τώρα τελευταία όλα. Μη μου εμβαθύνεις, μη με ταλαιπωρείς, πάρε τη βαριοπούλα τηλεπαρουσιαστή, παρηγοριά μου εσύ, την ώρα του μόχθου κι έλα κάν’ τα μου όλα καλοκαιρινά.
Ταυτοχρόνως με τη Δρούζα παρακολουθούσα τη σύζυγο του ημι-εργοδότη μου με λαδωμένο μαλλί να περιφέρεται σαν την Κλεοπάτρα από κοπτοράπτη σε κοπτοράπτη, να δίνει συμβουλές για όλα (από ποδάγρα μέχρι ταντρικό σεξ) και όλοι να την αγαπούν, γιατί είναι ζημιάρα γυναίκα και ξέρει από καλό λάδι. Τι να θέλω η μπαγλαμού, μετά από μια τέτοια μέρα, όχι πες μου!
Να μου αναλύσεις τι θα δείξει η κάλπη στις ευρωεκλογές; Αν θα ξαναβγεί ο Σόμπολος στις δημοσιογραφοεκλογές; Ή αν ο Καραμανλής είναι έτοιμος για το νταμπλ;
Μίλα μου για το καναρινί φόρεμα της Καγιά, βγάλε και πέντε ταλαίπωρες να ασχολούνται μαζί της επί τρίωρον και δεν θέλω ούτε να πληρωθώ το μηνιάτικο μου.
Που ήρθα και έπηξα στις χλαμύδες πασχαλιάτικα και τώρα θέλω να μάθω ποιανής το μαλλί κάηκε, ποιανής το μυαλό τσουρουφλίστηκε, ποιος χαστούκισε ποιαν και τέτοια κατεψυγμένα να δροσίζομαι.
Τα έχει η Νάντια με τον Γρηγόρη; Πότε θα παντρευτεί η Φαίη; Τι έπαθε η Μιχαλονάκου και της φταίει το σύμπαν; Που έκανε Ανάσταση η Βατίδου; (Θα πάρω δώρο του Πάσχα ή δε γαμείς, να μη ρωτήσω;); Είναι κληρονομική η κυτταρίτιδα ή τσάμπα τρώει η ξαδέλφη μου τα λεφτά της στις μεσοθεραπείες (δεν τα δίνεις σε ‘μένα ξαδερφάκι που δεν πήρα δώρο; Η κυτταρίδα θα σου μείνει, εγώ πάλι όχι).
Νομίζω ότι μου πάει αυτή η φάση. Κι αν δεν συμβεί κάτι πολύ μακάβριο – να γίνει πρωθυπουργός η Παπαρήγα, ας πούμε – θα μείνω εδώ για πάντα. Χέσε και το εγχειρίδιο. Θα κάνω κάρπε ντίεμ. Δεν μπορεί όλο και κάτι θα πιάσω, που ελπίζω να μη λήγει σε μονό αριθμό.

Αστερίσκος: Σχεδόν γαϊδουρινά εξαφανίστηκα και δεν ευχήθηκα χρόνια πολλά και τα λοιπά. Με το Πάσχα έχω ένα θέμα άλυτο και απολύτως προσωπικό χρόνια τώρα. Ελπίζω να περάσατε καλά όλοι, να γυρίσατε στρογγυλοί και ροδαλοί και να τρέχετε πλέον σε Prinou και Μεντί Ζενές για να μη γίνουνε κι αυτοί οι καψεροί κλέφτες!


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: store.puppeteers.org

Παρασκευή 10 Απριλίου 2009

Όλα τέλεια (στο Στρουμφοχωριό)

Αυτό που όλοι πέφτουν από τα σύννεφα, μπορεί να με κάνει τρελή. Είχε λέει σελίδα στο Διαδίκτυο ο νεαρός που μπούκαρε στον ΟΑΕΔ ζωσμένος με κουμπούρια. Γιατί άραγε; Από τα σύννεφα πέφτουν και οι τρελόγιατροι και οι εκφωνητάδες.
Μα αφού όλα είναι τόσο ωραία στη ζωή μας, γιατί άραγε να υπάρχει κόσμος που θέλει να ανατινάξει 10 οικοδομικά τετράγωνα για να ‘ρθει στα ίσια του;
Έλα μου ντε…
Εδώ τον διπλανό μας στο λεωφορείο τον βλέπουμε σαν εχθρό και του απευθυνόμαστε σα να είναι το σκατό μας.
«Κουμπωμένοι» μπαίνουμε, «κουμπωμένοι» βγαίνουμε. Κρυόκωλοι, αγέλαστοι, αγενείς, νομίζουμε ότι οι άλλοι μας χρωστάνε, ότι μας έχουν κάποια υποχρέωση.
Σαν κάτι ανορεξικές κλανιές της Αρείας φυλής τριγυρίζουμε και κοιτάμε με μισό μάτι τον μετανάστη, τον τσιγγάνο, τον ζητιάνο.
Διότι εμείς είμεθα καλύτεροι.
Κι οι κανάλες τη βιολάρα τους. Ο «πακιστανός», ο «γεωργιανός», ο «τύπος από την Αμπχαζία», ο «κομπλεξικός», ο «ψυχάκιας».
Αυτά δεν είναι ειδήσεις. Πολυβολεία ταμπέλας είναι, αλλά για τον μαλάκα τον Έλληνα και τον Ελληνάρα σπανίως θα ακούσεις κακή κουβέντα από τους ανυποψίαστους κατοίκους του Στρουμφοχωριού.
Οι οποίοι εκεί! Έχουν μείνει με την απορία. "Μα γιατί;"
Σωστά. Αφού όλα είναι τέλεια.


Πι Ες: Γιορτάρες μέρες έρχονται θα μου επιτρέψετε να κάνω ένα δωράκι και να προτείνω δύο βιβλία, έτσι για να φχαριστηθεί η ψυχούλα μας. Και τα δύο του Σεπούλβεδα είναι. «Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης» είναι το ένα και η «Ιστορία του Γάτου που έμαθε έναν γλάρο να πετάει» είναι το άλλο. Διαβάστε τα και θα με θυμηθείτε.

Σάββατο 28 Μαρτίου 2009

Fucking railways!


Παίρνω φόρα και χτυπώ το κεφάλι στην πόρτα του τρένου. Ναι, του τρένου! Το ότι οι ελληνικές συγκοινωνίες τον «παίζουν» κανονικά, το ξέρω χρόνια τώρα. Γι’ αυτό και πάντα πίστευα ότι το τρένο είναι το μόνο αξιόπιστο και απολύτως απαραίτητο μέσο. Έλα, όμως, που θυμήθηκαν μεσούσης της σεζόν να κάνουν έργα τα χρυσά μου στον ηλεκτρικό. Και για να φτάσει κανείς στην ώρα του πλέον στη δουλειά του, στο γκόμενο του, στον κολλητό του πρέπει να ‘χει κάνει τάμα δύο 24ωρα πριν.
Μέρες τώρα, βλέπω αλλόφρονες τουρίστες με αμαξίδια, βαλιτσίδια και λοιπά συμπραγκαλίδια, να μπαίνουν κύριοι στην Ομόνοια, ελπίζοντας ότι σε ένα 25λεπτο, βία μισή ώρα θα είναι στον Πειραιά. Και να καταλήγουν ημίτρελοι να τσιρίζουν στο Μοσχάτο ότι θα χάσουν το πλοίο!
Πριτς! Εδώ θα κάτσεις, κερατά, μαζί μου να καείς. Και να σου μείνει και το εισιτήριο ενθύμιο από το Ελλαδιστάν.
Διότι, βλέπεις ο οδηγός βγάζει εκεί μια ανακοίνωση να βρίσκεται, ότι θα σημειωθεί καθυστέρηση και ότι ο συρμός διέρχεται άνευ στάσης στο Θησείο. Δεν σου λέει, όμως πόση ώρα ακριβώς θα είναι αυτή η γαμωκαθυστέρηση. Όοοχι! Σ’ αφήνει να μαντεύεις, να παίζεις με τα νεύρα αυτών που έχεις στήσει, να ανοίγεις κουβέντα με τους άλλους τρελαμένους με ‘σένα, να κάνεις καινούριο ρεκόρ στο «φιδάκι» στο κινητό και άλλα τέτοια εκπαιδευτικά.
Και καλά να ξεκινήσεις πρωί πρωί που είναι σφιχτά τα γάλατα και κάνουν πάρτι οι μισοκοιμισμένοι. Αλίμονο σου, αν ζητάς να επιστρέψεις σπίτι σου το μεσημέρι από την Ομόνοια.
Τα βαγόνια των συρμών είναι γεμάτα με ανθρώπινα τσαμπιά που κρέμονται από παντού.
Έλεος, ρε πούστη!!! Θέλετε, λέει, να κάνετε τον ηλεκτρικό πιο αθόρυβο και πιο γρήγορο, αλλά βάλτε κι έναν ενισχυτικό συρμό, γαμώ τον ζωδιακό μου κύκλο, γαμώ!
Τρεις εβδομάδες τώρα, ξέρω ότι μεταξύ πρώτης και πέμπτης στάσης θα ακούσω κάποια τσιρίδα τρόμου από πίσω, μπροστά, δίπλα, πάνω μου!
Κάποιος ελαφροχέρης θα ‘χει βουτήξει το πορτοφόλι, το κινητό, το φάιλοφαξ (!), το ταμπόν (;;;) κάποιας κυρίας παύλα κυρίου και μέσα στο γενικότερο σύσκατο, θα γίνεται της τρελής με: κυρίες που κυνηγούν Πακιστανούς, κυρίους που προσπαθούν να βάλουν τρικλοποδιές σε τσιγγάνους, πιτσιρικάδες που πολύ τη βρίσκουν να κυνηγάνε πρεζόνια. Του βρακιού το πανηγύρι, κοινώς…
Πλιζ, πλιζ, πλιζ! Έκκληση κάνω η γυναίκα: είναι κρίμα Σαρακοστή πράμα να κολαζόμαστε με βρισίδια ολημερίς και ολονυχτίς στα ρημαδοτρένα! Πάει χαμένη και η νηστεία, μάνα μου!
Η μόνη που ενδεχομένως θα μπορούσε να εκτιμήσει αυτό το χάλι είναι η μακαρίτισσα η Καρένινα. Με τέτοιο ντιλέι στα δρομολόγια, δεν μπορεί! Θα το ξανασκεφτότανε να πέσει…


ΥΓ1.: Κυρία, μιας κάποιας ηλικίας (και υστερίας) μου έστειλε το γραπτό της για να με μαλώσει που το ‘χω ρίξει στην τεμπελιά και που δεν παίρνω… θέση για τα τηλεοπτικά…μαχαιρώματα (Μάνεση, Κακαουνάκη, Καγιά, μπλα, μπλα, μπλα, μπλα). Εκεί που έκλασαν τα μαχαίρια, δηλαδή, προέκυψαν τα εν λόγω μαχαιρώματα.
Μαντάμ ή που με υποτιμάτε ή που δεν είστε τόσο μαντάμ και παίζετε παιχνιδάκια. Αν νομίζετε ότι ο κόσμος κοιμάται και ξυπνάει με αυτά, με τρομάζει το γεγονός ότι ψηφίζετε. Αρκετά με το σκατατζίδικο και αν δεν με ξαναπροτιμήσετε κυρία, θα ξαγρυπνήσω κανά δυο βράδια, αλλά θα το αντέξω.

ΥΓ2: Ζητώ ταπεινά συγνώμη που δεν απαντώ στα – όπως πάντα – πετιμεζάτα και καραμπουμπούμ σχόλια σας. Από τη μία ένα προβληματάκι υγείας, από την άλλη μία ψιλή μελαγχολία και στη μέση ένα τρελό πατιλίκι στο κοπτοραπτείο, με αναγκάζει να βλέπω και να μην απαντώ, που δεν είναι και του χαρακτήρος μου. Είναι όμως μια καλή ευκαιρία για να κάνω «ντου» στα δικά σας τα blogo- σπιτάκια.
ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: cityofathens.gr

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009

Αδέσποτη μαργαρίτα

Μέσα στη γενικότερη άρνηση, πήγε και άνθισε μια μαργαρίτα - στο θεό της κι αυτή! – που; Στο σιφόνι του μπαλκονιού μου, γλείφοντας λίγο και τη σωλήνωση που με χωρίζει με τον από πάνω.
Και να πεις ότι δεν καθαρίζω τα μπαλκόνια; Τα γλείφω κάθε τρεις και μία με νερά και με χλωρίνες και τα συναφή.
Τόσες γλάστρες γύρω γύρω και η ρουφιάνα η μαργαρίτα πήγε να δέσει τη ζωή της, μεταξύ σιφονιού και σωλήνωσης.
Πίστευα ότι με την παλαβομάρα του Μάρτη, μία ζέστη, δύο κρύο, σαρανταδύο παγωνιά και ξεροβόρι, θα το βάλει κάτω και θα υποκύψει.
Η ρουφιάνα, όμως – και είναι και μωβ – δε λέει να εγκαταλείψει και έχει προσκολληθεί εκεί, κάπου μεταξύ σωλήνωσης και σιφονιού και κάθε πρωί μου βγάζει περιπαικτικά τη γλώσσα, γυρίζοντας προς τον ήλιο.
Το τσουλάκι, όταν κάνει πολύ κρύο, δε πα’ να έχει ήλιο, κλεινει τα φύλλα της και το κόβει στον ύπνο. Σου λέει, χαζή είμαι, να ξεμυτίσω τώρα; Άντε γεια!
Σχεδόν τη βρίσκω κάθε πρωί να τη χαζεύω, έτσι που ‘ρθε με το ζόρι και προσκολλήθηκε στη λοιπή ζούγκλα του μπαλκονάτου κήπου μου και με τσιριμπίμ τσιριμπόμ διάθεση περιπαίζει τις τριανταφυλλιές μου που καήκανε από το πέρα δώθε του καιρού.
Είμαι ντιπ γκαγκά με τη τεχνολογία και μέχρι να φωτογραφίζω, να σκανάρω και ανεβάζω δικές μου φωτό στο «ραφείον» ελπίζω ότι θα μου κάνει τη χάρη να επιμείνει εκεί, στη σωλήνωση που της ήρθε να ξεφυτρώσει.
Πλέον κάθε που τη βλέπω, μου ΄ρχεται στο μυαλό εκείνο το μότο της συντρόφισσας Τσούχτρας: «Από περιέργεια υπάρχω κι από καραγκιοζιλίκι».
Έτσι κι η μαργαρίτα μου, το πιο πολύτιμο της τυποποιημένης βεράντας μου.
Έτσι κι οι υπόλοιποι. Ευτυχώς…

(Το κείμενο πάει σούμπιτο αφιερωμένο στο Θεουλίνι. Και επειδή τη μαργαρίτα θα τη μεταφυτέψω, τα πρώτα παιδάκια – της μαργαρίτας – θα της τα στείλω πακέτο).

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.freewebs.com

Κυριακή 8 Μαρτίου 2009

Νιξ μπουζούκι...


Συνήθως η άνοιξη είναι μυστήρια εποχή για μπαρμπάδες, ερωτευμένους, αρρώστους και μωρά παιδιά. Ειδικώς αυτά που περνάνε ιωσούλες. Εσχάτως αποδείχθηκε και για κοπτοραπτούδες, άγνωστον γιατί.
Πάνω που είχα φάει και την ουρά του γαϊδάρου, που ζόρια στον ορίζοντα δεν υπήρχαν άλλα – φαινομενικώς, δηλαδή – με πιάσαν οι σπαρίλες μου.
Ξέρεις, είναι σαν να μην κιοτεύεις την ώρα που ο λέων έχει ανοίξει το στόμα του και έχει βάλει την κεφάλα σου μέσα και να κωλοκάθεσαι ανήμπορος την ώρα που ο λέων τα τίναξε… Μυστήριο πράγμα ο εγκέφαλος.
Όπως και να ‘χει για να πούμε και κανά νέο, τα περί μπουζουξίδικου και μπουζουκίου, ξεχάστε τα.
Ούτε το «Μινόρε της Αυγής» με μέθοδο μελόντικα δεν μπόρεσα να βγάλω.
Τουλάχιστον, δοκίμασα, ένεκα που έβλεπα ότι στο ψαλίδι άλλοι είναι πιο μαέστροι από μένα…
Έχεις εκπομπή; Χραατς! Δεν έχεις!
Έχεις λεφτά; Νομίζεις. Είναι που δεν είδες τις ψαλίδες τους.
Ας μην τα πολυλογούμε. Αφού ξύθηκα αρκετά – κι εγώ και το μπουζούκι – επιστρέψαμε. Εγώ, δηλαδή, γιατί το μπουζούκι θα το «σκοτώσω». Τι να το κάμω; Κάθε που το γρατζουνάω τα γατιά της γειτονιάς, αλλάζουν γειτονιά.
Άσε ανοιξιάτικα μην έχουμε και τετράποδα θύματα…
Καλώς σας βρήκα!

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2009

Κάρναξη


Στα μέρη μου το λένε κάρναξη. Βούβα. Προφανώς με κυνηγά το παιδικό μου όνειρο. Ήθελα να γίνω μπουζουξού και δεν μ ‘ αφήκανε.
Σήμερα, θα ήμουν το καλύτερο μπουζούκι της αγοράς και δεν θα ‘βγαζα τα μάτια μου με τις ρημαδοβελόνες.
Όλοι έχουν τα φαντάσματα τους, τελικώς.
Μόλις συνομιλήσω επαρκώς με το δικό μου {φάντασμα}, θα επιστρέψω πάραυτα.
Ζητώ συγνώμη για τις απουσίες, αλλά όταν μιλάει το παρελθόν, το παρόν τουμπεκιάζεται σεμνά και διακριτικά.


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.tabloach.com

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2009

Δεν θέλω να γίνω Σουηδέζα, κύριος!


Το να είμαι ένα παλιοκόριτσο και μισό είναι κάτι που μετά από τόσα χρόνια δεν το έχω χωνέψει.
Σίγουρα έχω χωνέψει το να μου το λένε: μεσ’ τη μάπα, πίσω από την πλάτη μου, γραπτώς…
Στο γυμνάσιο ξεκίνησε η φαγούρα, τη μέρα που η ρουφιάνα η γαλλικού είδε αυτή τη λευκή προέκταση, ανάμεσα στον δείκτη και τον αντίχειρα μου και λευκά καπνισμένα συννεφάκια να στεφανώνουν το μικροσκοπικό κεφαλάκι μου, το μπαφιασμένο από άλγεβρες και τριγωνομετρίες.
Με τσίμπησε η γεροντοκόρη και μια και δυο με κουβάλησε στο γραφείο ενός ανεκδιήγητου γυμνασιάρχη, που πλενόταν κάθε Πάσχα και 15αύγουστο. Εκεί παρασημοφορήθηκα με την πρώτη σοβαρή αποβολή τη μαθητική μου ζωή. Θέλω να πω, ότι άξιζε τον κόπο.
Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν μάλλον κακές. Για κάποιους, ήταν πολύ εύκολο να είμαι η αλήτισσα, αυτή που καπνίζει και ποιος ξέρει τι άλλο κάνει…
Τα πρόφτασαν και οι γειτόνισσες στη μάνα μου που για κακή τους τύχη ήταν ενήμερη από το βλαστάρι της προσωπικώς και εκείνη ειδικώς τη μέρα δεν πέρασαν καλά…
Στα χρόνια που ακολούθησαν, τα αδιάκριτα βλέμματα συνόδευσαν άλλες καταστάσεις στην κατά τ’ άλλα φυσιολογική ζωή μου, και όχι πάντως τη συνήθεια μου να ανάβω τσιγαράκι: λίγο πριν τη δουλειά, κατά τη διάρκεια, μετά από ένα καλό φαγητό, με τον καφέ (ας μην συνεχίσω τα «μετά» και τα «πριν», ο νους σας πάει, μεγάλα παιδιά είστε…).
Μέχρι φέτος, που η ταμπέλα του ανεπιθύμητου και του «σκοτώστρα» ήρθε να ξανακάτσει στο κούτελο μου.
Ποιος; Εγώ; Εγώ που ποτέ δεν καπνίζω μπροστά σε εγκύους! Που γίνομαι τούρκος, όταν τις βλέπω με την κοιλιά τούρλα να φουμάρουν ακατάπαυστα.
Που μπορεί να σκάω και να θέλω να καπνίσω τα δάχτυλα μου, αλλά όταν βρίσκονται παιδιά και υπέργηροι από δίπλα, προτιμώ να γίνω φωτοβολίδα παρά να ανάψω τσιγάρο. Σκοτώστρας εγώ, που πριν πιάσω μωρό παιδί, πλένω δόντια, χέρια και κοτσάρω από πάνω και μπεταντίν!
Ας μην μακρυγορώ. Προχθές, ήρθε το αφεντικό και νέτα σκέτα μας είπε ότι, αν και είμαστε πλειονότητα, εμείς οι αλητήριοι οι καπνιστές, ωστόσο θα αναγκαστεί να μας το κόψει, διότι διαμαρτύρονται μερικά καλόπαιδα για τα αυξημένα νέφη εντός του κοπτοραπτείου.
Άλλωστε, είναι κι αυτή η πουτάνα η ρύθμιση που σε λίγο καιρό θα απαγορεύει τα πάφα πούφα ελευθέρως, λες και πρόκειται για πορδές.
«Έλα, μωρέ! Πως κάνεις έτσι;», πετάχτηκε η τιγκελού, «και οικονομία θα κάνεις και τα πνευμόνια σου θα σώσεις!».
Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Μου ‘ρθε να αρπάξω το ψαλίδι και να την κουρέψω: «Έλα, μωρέ! Πως κάνεις έτσι για πέντε άλουστες ποντικο-ουρές; Θα κάνεις περισσότερη οικονομία στο σαμπουάν!».
Είμαι έξαλλη! Διότι, κυρά μου, εγώ καπνίζω, γιατί μ’ αρέσει!
Όταν είμαι σάλτα (καλή ώρα), κάνω ένα και μου περνάνε τα νεύρα και δεν σκέφτομαι να αρπάξω τη ψαλίδα και να χαράξω πάνω στη μπλούζα σου, το «Ζ» του Ζορό!
Όταν είμαι ευτυχής, κάνω άλλο ένα και καταλαβαίνω καλύτερα την ευτυχία μου!
Όταν κλαίω και πλαντάζω και πνίγομαι, φουμαίρνω χοντρικώς και μου περνούνε τα ντέρτια!
Οκέι, λοιπόν να δεχθώ να καπνίζω στη σοφίτα, στον εξώστη, στο πλυσταριό, όπου θες, αρκεί να μην κινδυνεύει η υγεία σου.
(Εγώ, όμως, να πρέπει να ανέχομαι την απλυσιά σου στη μούρη επειδή δεν έχει αποδειχθεί ακόμη ότι η ποδαρίλα είναι επιβλαβής για την υγεία!!!!!).
Αλλά, γιατί πρέπει να πάψω να καπνίζω σε ανοιχτούς (ΑΝΟΙΧΤΟΥΣ!!!!) δημόσιους χώρους;
Δεν ξέρω. Δεν είμαι καθόλου σίγουρη. Αλλά αν εφαρμοστεί αυτό το μέτρο στην καπνίζουσα απ’ άκρη σ’ άκρη ψωροκώσταινα, μα την Αγία Καραμέλλα, θα αρχίσω να πιστεύω σενάρια τύπου… σπηλιάς του Νταβέλη (καταλαβαίνετε τι θέλω να πω, μη βρεθεί και κανένας παρλιακός να με κυνηγάει!).
Τύπου, θέλουν να μας κλείσουν στα σπίτια μας, να μη βγαίνουμε έξω, να μη μιλάμε πολύ και μια μέρα των ημερών να γίνουμε όλοι Σουηδοί, τουλάχιστον!
Με κάτι πνευμόνια να! με το συμπάθειο, ασπρουλιάρηδες και με κόκκινα μαγουλάκια, ήρεμοι και χαλαροί να συζητάμε μόνο για τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν τα μαρούλια στην αναπαραγωγή τους.
Α στα διάλα! Μπάφιασα. Πάω για τσιγάρο.


Αστερίσκος: Και προς Θεού, μην αρχίσετε (για τους μη καπνιστές, λέω) για τις ζημιές που κάνει το τσιγάρο στο δέρμα, για τις κυτταρίτιδες, για τις ρυτίδες, για τα καρκίνια και τα φυσήματα στις καρδιές. Τα ξέρω όλα. Μετράει αυτό; Μπα, ε;
Μήπως μετράει ότι δεν υπάρχει διαχωρισμός στο μέτρο, αλλά απαγόρευση;
Στο «Πάρτι Γενεθλίων», του μακαρίτη πλέον Πίντερ, ο Πίτι λέει στον Σταν μια συγκλονιστική ατάκα, ίσως τη συγκλονιστικότερη του βιβλίου: «Σταν, μην τους αφήσεις να σου πουν τι θα κάνεις». Ε, αυτό! Για 'μένα μετράει αυτό.


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.dailyhaha.com