Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2009

Good fellas

Χρόνια τώρα, όταν ακούω για «καλό παιδί» κουμπώνομαι και μετά από κάθε κοινωνική επαφή – με «καλά παιδιά» - καλού κακού ξαναμετράω τα δάχτυλα μου (και των ποδιών).
Η (όποια) πείρα με έχει διδάξει πως ό,τι κι αν είναι το «καλό παιδί» (γκόμενος, φίλος, συνεργάτης, συγγενής, πολιτικός, δημοσιογράφος, καλλιτέχνης) αργά ή γρήγορα θα χάσεις…δαχτυλάκι.
Στην καλύτερη των περιπτώσεων, θα γλιτώσεις με γρατζουνιά, έγκαυμα, δαγκωματιά.
Διότι 9,5 στις 10 μέσα σε κάθε πολύ «καλό παιδί» βρίσκεται μια σακουλίτσα τίγκα στο σπασμένο γυαλί, έτοιμη να σκάσει στα μούτρα αυτού που δεν θα πειστεί περί της καλοσύνης του.
Οι υπόλοιποι – οι πεπεισμένοι και ευτυχείς που γνώρισαν ένα τέτοιο…παιδί – καταπίνουν ένα μικρό γυαλάκι κάθε μέρα, μαζί με τον καφέ τους, κερασμένο φυσικά από το "καλό παιδί".
Δε χρειάζεται να πας πολύ μακριά: Άνοιξε την τηλεόραση. Πόσα «καλά παιδιά» – και «καλά κορίτσια», βεβαίως βεβαίως – βλέπεις; Πόση μαζεμένη τελειότητα; Τέλειες και τέλειοι σύζυγοι, άψογοι επαγγελματίες, σούπερ μαμάδες και πατεράδες ντούρασελ, αψεγάδιαστα καμάρια του κοινωνικού συνόλου, έτοιμα για Θεία Κοινωνία, άνευ νηστείας;
Στη ζούλα, φυσικά, η τέλεια σύζυγος και μητέρα μπορεί να σε κάνει καταπιτό μαζί με τον ρουχισμό σου, που λέει ο λόγος, αν υποψιαστεί και μόνο ότι αμφισβητείς τελειότητα και καλοσύνη.
Την ώρα που θα παίρνει το απογευματινό της καφεδάκι, θα ρευτεί διακριτικά, φτύνοντας το ρολόι σου, αφού στο μεταξύ θα σε χωνεύει…
Όσο για την πολιτική; Εκεί το πράγμα είναι προκλητικά εμφανές. Εκείνο το αιώνιο κνίτικο σύνθημα «πρώτοι στα μαθήματα, πρώτοι στον αγώνα», έχει μπολιάσει πολλούς και εκτός ΚΚΕ «καλούς ανθρώπους», κομμουνιστικών αισθημάτων, πλην ακροδεξιού μοντέλου ζωής.
Εδώ μιλάμε για το worst case σενάριο «καλού παιδιού»: ξεφωνίζει στις κανάλες, στα σπίτια και τις περιοδείες για τα δικαιώματα και τα ένσημα του εργάτη για κοινωνική δικαιοσύνη και μισθολογική ισότητα κι αν μια ωραία πρωία μπουκάρει το ΣΔΟΕ στην (όποια) επιχειρησούλα του, ο χειρότερος καπιταλιστής φαντάζει μπροστά του ως μία εκ των μωρών παρθένων.
Άσε που εκλογές έρχονται κι αυτό το αγωνιστικό φιλόστοργο μπλα μπλα με κάνει τρελή, καθότι το «καλό παιδί», απευθυνόμενο κατευθείαν στην καρδιά σου τη ρουφιάνα έχει βουτήξει το ψηφαλάκι (μου, σου, του), πριν καν το καταλάβεις.
Δεν θα επεκταθώ στον γκόμενο – «καλό παιδί». Έχουν περάσει χρόνια και ζαμάνια, απ’ την πρώτη και τελευταία φορά που ως μωρή παρθένα (κι εγώ... Αμ πως!) τακίμιασα με ένα τέτοιο παίνεμα του αντρικού γένους (οπότε, κορίτσια ξέρετε πλέον από πού πηγάζει η αρχέγονη προτίμηση στα τιμημένα καθαρόαιμα, πλην ξηγημένα καθάρματα).
Ούτε στον συνεργάτη – «καλό παιδί». Όλοι κλαίμε μια δουλειά, μια συνεργασία, έναν (μωρέ και δύο μισθούς) από ένα καμάρι που μπορεί να μην είχε απολύτως κανένα προσόν, αλλά ήταν – γιου νόου - «καλό παιδί».
Εννοείται – για να μην τα βάλουμε όλα στον αποχυμωτή – ότι υπάρχουν και πτσιχούλες (κυριολεκτικώς), ωστόσο δεν κυκλοφορούν με διαφημιστική πινακίδα πάνω από το κεφαλάκι με την τέλεια χωρίστρα, κάτω ακριβώς από το φωτοστέφανο.
Προσωπικώς, ειλικρινά προτιμώ τις άγριες φάτσες (μανάρι μου, εσύ!), με κανά σκίσιμο πάνω απ’ το φρύδι, που δεν χρειάζονται προλόγους και προσευχές και που στην ντουλάπα τους έχουν πολλά άπλυτα, τα οποία ούτε κρύβουν ούτε διαφημίζουν (ούτε αποφασίζουν τα στείλουν για… μπουγάδα, με έναν καλό γάμο, ένα καλό ρουφιανιλίκι, ένα καλό ξεπάστρεμα των… εχθρών σε ακτίνα 100 χιλιομέτρων).
Είτε ως φίλοι είτε ως συνεργάτες είτε ως βουλευτές ή περιπτεράδες, τουλάχιστον ξέρεις με τι έχεις να κάνεις, οπότε κυκλοφορείς ξεκούμπωτος.
Και επειδή – για να επανέλθουμε στο μέτρημα των δαχτύλων – πλέον έχω μείνει με…19, ειδικώς σ’ αυτές τις εκλογές, όπου τα «καλά παιδιά» έχουν βγει για πελάτες, κυκλοφορώ με γάντια μηχανής και γυαλιά ηλίου για να μη στραβωθώ από τα…φωτοστέφανα.
Από τώρα εύχομαι καλό βόλι και το νου σας στα δάχτυλα σας!

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: ticoweb.fr

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2009

"Γλυκιά!"


Απλώς κάν’το εικόνα: Ο Ψινάκης στη Βουλή!
Μόλις το κάνεις εικόνα δεν χρειάζεται ούτε ρεπορτάζ ούτε αναλύσεις ούτε παπαρολογία.
Απολύτως μεταξύ μας, δεν μπορώ να σκεφτώ πιο ταιριαστή μεταχείριση για τους θαμώνες του Κοινοβουλίου. Επειδή ο κ. Καρατζαφέρης είναι βαθιά χιουμορίστας και πνεύμα σπινθηροβόλο, δεν μπορούσε να σκεφτεί καλύτερο γδικιωμό, από όσους τον βλέπουν και τινάζουν ανάστατοι τα πέτα τους.
Και ξανακάντε το εικόνα: σκεφτείτε απλώς την κ. Παπαρήγα να υποχρεώνεται σε «καλημέρες» - για λόγους ευγενείας βεβαίως – με τον σοκολατένιου τάνινγκ manager.
Δεν είναι αυτή μια εικόνα κατάμαυρου ποιοτικότατου χιούμορ που φλερτάρει με το μπουρλέσκ χωρίς να καταλήγει σε β’ διαλογής επιθεώρηση;
Διότι δεν είναι ότι αυτός καθαυτός ο κύριος Ηλίας θα είναι ένα ποίημα, μια ζωγραφιά στα βουλευτικά έδρανα.
Είναι ότι, καθώς ο κύριος Ηλίας θα αγορεύει, από κάτω τα 299 καμάρια του Έθνους, θα χτυπάνε παρέσεις, εγκεφαλικά, προκάρδια άλγη και μαρμαρυγές με ταχύτητα ψεκαστήρα φορητού φλογοβόλου.
Μπορώ να σκεφτώ ακόμη πολλά οφέλη από την είσοδο του Sakis ex manager εις το Κοινοβούλιον:
1. Θα παραδίδει δωρεάν μαθήματα στυλ σε διάφορους γατουλογαμούληδες που ακόμη μπερδεύουν τις ποσέτ με τα μυξομάντηλα
2. Θα κάνει την κομμουνιστική πτέρυγα να συμμετάσχει – για λόγους εξορκισμού – σύσσωμη στο χρηστοήθες τελετουργικό της ορκωμοσίας
3. Ενώ ενδέχεται να εξαναγκάσει διάφορες νεοδημοκράτισσες κυρίες σε πενθήμερη ψυχανάλυση μεθ’ υπνωτισμού, κατά τη διάρκεια του οποίου δεν αποκλείεται να ανακαλύψουν ότι στην προηγούμενη ζωή τους ήταν αγρότισσες, οπότε και η περιφέρεια θα ενισχυθεί και θα γλιτώσουμε πεταμένα λεφτά
4. Στον ΣΥΡΙΖΑ ενδέχεται να γουστάρουν καθ’ ότι πιο αλέγροι, ενώ στο ΠΑΣΟΚ ήδη ανοίγουν μπύρες και ανέκαθεν εκτιμούσαν τις ποιοτικές προτάσεις ψυχαγωγίας.
Τι κρίμα που δεν μπορώ να τον ψηφίσω (είναι βλέπετε να μη δώσω τον λόγο μου για κάτι, οπότε κωλύομαι), αλλά πιστέψτε με ότι δέομαι για την ανεπανάληπτη εκείνη στιγμή που από το κανάλι της Βουλής θα ακούσω μία λέξη, η οποία θα εκφέρεται λάγνα και αργόσυρτα: «Γλυκιααααά!».
Τώρα που φεύγει και ο κ. Αλαβάνος («λέγε με, αγάπη…») από την ενεργό δράση, νομίζω ότι ο κύριος Ηλίας μπορεί να γίνει παρηγοριά. Δική μου, δική σου, του αγωνιζόμενου λαού της Μυκόνου…
Μόνη στραβή που αναμένεται, να αρνηθεί ο manager μια τέτοια τιμή (γουάι Ηλίας; Γουάι;). Ακόμη και για τόσο λίγο ωστόσο, περάσαμε υπέροχα. Το ότι καμιά 500αριά Κολωνακιώτισσες οδηγήθηκαν σε ΩΡΙΛΑ με εξάρθρωση σιαγώνος (ήθελες να περάσεις από το Τζέι Κέι βραδιάτικα και σου βγήκαν τα μάτια έξω, κουκλίτσα;) μόνο ως γκουντ νιουζ θεωρούνται.
Θενκ γιου, Ηλίας!

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2009

"Καλό χειμώνα";;; Θα σε σκίσω!

Δεν βάζει και το Star κανά θρίλερ της προκοπής. «Βλέπω τον θάνατο σου» και «βλέπω τον κώλο σου» κι αηδίες μάντολες.
Πώς να ξεχαστείς, παιδί μου; Χώσε ένα δρακουλιάρικο με κυνόδοντες έξι πήχες, να χεστούμε πάνω μας, να μην κλείσουμε μάτι μέχρι τις 7 που ξεκινάει ο Αυτιάς και μετά δεν σ’ έχουμε ανάγκη.
Δε βαριέσαι... Σήμερα σκούπισα τις τελευταίες στάχτες από το μπαλκόνι μου. Μια εβδομάδα (το πιστεύεις; Μια εβδομάδα!!!) μετά το καρβούνιασμα της Αττικής, το ζήτημα έχει γίνει προεκλογικό ανέκδοτο κι ο κάθε κακομοίρης κομματικός υπάλληλος κλάνει πάνω στα καμένα.
Στο μεταξύ, όλα τα ‘χε η Μαριορή έπαθα και ρίντινγκ στρες. Μη γελάς καθόλου. Μου το ‘πε φίλη ψυχολόγος και εγώ τους επιστήμονες τους σέβομαι. Σε πιάνει, λέει, μια μανία να διαβάζεις ό,τι σέρνεται στη μπλογκόσφαιρα. Παθαίνεις ένα όβερντόουζ πληροφόρησης και μετά σε πιάνει κάτι, τύπου μελαγχολία. Δεν θες να «γαζώσεις» ούτε γραμμή, δεν θες να διαβάσεις άλλο, αλλά δεν θες να κλείσεις και το λαπ τοπ. Σκατοκατάσταση.
Λείπει κι ο κολλητός σε διακοπές – ο οποίος σου κάνει το ίντερνετ νια νια με δυο κουβέντες και σε κάνει να νιώθεις ντιπ μαλάκας – οπότε απογίνεσαι.
Αποφασίζεις, ωστόσο να απεξαρτηθείς. Όσοι κόβουν το κάπνισμα την πέφτουν στα εκλεράκια. Εσύ την πέφτεις στην χειροκίνητη ανάγνωση, κοινώς τη μη ηλεκτρονική. Με τέτοια μανία που φθάνεις στο σημείο να διαβάζεις και τα μικρά γράμματα στο χαρτί τουαλέτας, όταν πας για την ανάγκη σου (όποια από τις δύο, δεν έχει σημασία).
Κλείνεις το λαπ τοπ να βρεις γιατρεία και άθελα σου ξεκωλιάζεις τις βιβλιοθήκες. Τις δικές σου, των κολλητών, της θείας Μερόπης με τους τσελεμεντέδες. (Λογικά την επόμενη φορά που θα πιάσω τσουκάλι, ο Μποτρίνι θα ξεκαρφιτσώσει τα Μισελέν του).
Για να αποτοξινωθείς από το ίντερνετ, διαβάζεις δυο τσουβάλες βιβλία, από τα οποία μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου είναι μαθηματικώς βέβαιο ότι δεν θα θυμάσαι ούτε λέξη.
Το ρίντινγκ στρες, λέει, φέρνει και υπερένταση. Θες να κοιμηθείς, σκοτώνεις για ένα γαμάτο οχτάωρο χορταστικού ύπνου, αλλά η μάτα δεν κλείνει με τίποτα. Και την ώρα που κλείνει (επιτέλους), το δάχτυλο σου αυτονομείται και (νομίζει ότι) πατάει το on στο λαπ τοπ. Σ’ αυτή τη φάση την πληρώνει η πλάτη του από ώρες κοιμώμενου ετέρου δυομίσεως που το δόλιο πιστεύει ότι το σκουντάς γιατί κάτι θέλεις να του πεις, κάτι σου στάθηκε νυχτιάτικα. Ξυπνάει εκείνο, ξυπνάει κι εσένα – τύπου «τι έγινε; Τι θες; Μας πιάσανε;» - σε βρίζει, το βρίζεις, εκείνο ξανακοιμάται κι εσύ (ξανα) βρυκολακιάζεις.
Όλα αυτά, τέλη Αυγούστου. Στο τσακ, στην εκπνοή. Που όλοι έχουν γυρίσει ορεξάτοι για στύψιμο (και εκεί κατά τον Οκτώβρη είναι έτοιμοι για αλλαγή βαλβίδας).
Είναι η εποχή που έχεις να αντιμετωπίσεις (εκτός από απληρωσιές, ημι-εργασίες, κέρατα τράγια και άλλα) δύο πράγματα:
α) Εκείνη τη σιχαμένη ευχή «άντε βρε! Καλό χειμώνα!». Τι λες μωρή τρελή; Μας βαράει ο θείος Κέλσιος με κάτι ξεγυρισμένα σαραντάρια μέχρι τον Νοέμβριο, κάνουμε κρα για να δροσίσει, και μου ‘χεις κουβαληθεί στο ραφείο με τη μπότα και τη καμπαρντίνα από τις 30 Αυγούστου;;;
β) Το σύνδρομο της «Πρώτης Δημοτικού». Νέα σχέδια, νέες ιδέες, ΔΕΘ, «θα κάνουμε», «θα ράνουμε», «θα φτιάξουμε». "Θα είμαστε οι πρώτοι", "θα τους πάρουμε τα σώβρακα". Ναι. Θα πάμε και στο Τζάμπο να πάρουμε τετράδια και κασετίνες.
Λοιπόν, για να μην σας τα ράψω τσουρούτικα φέτος και κυκλοφορείτε όλο το εξάμηνο με τα βαφτιστικά σας:
1) Μην ακούσω «καλό χειμώνα» πριν τις 15 Νοεμβρίου.
2) Μην τολμήσει άνθρωπος και μου πει ότι σχεδιάζει οτιδήποτε άλλο, εκτός από τσόντα Σαββατοκύριακα στις ήδη κουτσουρεμένες διακοπές του, την έβαψε.
Και να μην το ξεχάσω: καλή λευτεριά στους κυρίους και τις κυρίες που κάνουν πρεμιέρα 31 Αυγούστου – καθόλου δεν μας λείψατε…- με γραβάτες, κουστουμάτζες και βαβουροπατάτες από δίπλα να σχολιάζουν προς δήθεν την επικαιρότητα.
Εκεί να τον πείτε τον «καλό χειμώνα» να πιάσει και τόπο.

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: cartoonstock.com

Σάββατο 22 Αυγούστου 2009

Αγάντα Θοδωρή...

Το να βρεις περίπτερο στην Αθήνα τον Αύγουστο είναι σα να ρωτάς δημοσίως αν είσαι μαλάκας. Απάντηση δεν θα πάρεις (γιατί λείπουν όλοι ή τουλάχιστον αρκετοί πρόθυμοι να σου απαντήσουν) κι αν βρεθεί ψυχή ζώσα να σου απαντήσει, τσάμπα κόπος. Θα σου πει κάτι που το ξέρεις ήδη.
Καλύπτοντας τρομερά χιλιόμετρα – εις αναζήτηση περιπτέρου, μίνι, μάρκετ, ψιλικατζίδικου, μπαρμπουτάδικου έστω! – έκανα διάφορες τριανταμίες με το μυαλό μου, από αυτές που κάνει ένας ηλίθιος, σε μια άδεια πόλη, με κρεμασμένα χέρια (και γλώσσα) στο λιοπύρι.
Συνήθως, σε τέτοιες στιγμές – που δεν έχω περιπατητική παρέα – ή τα ακουστικά στα αυτιά να ακούω σαχλαμάρες, αρχίζω τα μάιντ γκέιμς: πόσες ταινίες έχει κάνει ο Αλμοδοβάρ, πόσοι σταρ του Χόλιγουντ έχουν πάει άκλαφτοι απ’ την κόκα, από πόσα ξένα τραγούδια θυμάμαι όλους τους στίχους, πόσες μαλακίες έχω κάνει από 12 μου μέχρι σήμερα (δεν βολεύει αυτό στα όρθια, θέλω χαρτί και στυλό…), που ήμουν πέρσι τέτοια μέρα…
Παραδόξως, χθες και αφού είχα καλύψει μια σεβαστή απόσταση 3 χιλιομέτρων, το μυαλό μου γύριζε στο που ήμουν πέρσι τον Δεκέμβρη…
Πόσο πιθανό ήταν να βρισκόμουν πίσω, μπροστά, δεξιά, αριστερά απ’ το σημείο που συλλάβανε τον Θοδωρή Ηλιόπουλο.
Είμαι άσχετη με τις πιθανότητες, τα στοιχήματα, το που μπορεί να κάτσει η μπίλια.
Αλλά στη θέση του, λογικά και έτσι όπως έχει γίνει η ζωή (μας), όλοι θα μπορούσαμε να είμαστε στη θέση του.
Όπως στη θέση του φοιτητή με τα πράσινα παπούτσια, ανθρώπων που βρέθηκαν ακριβώς στο κέντρο της παράνοιας.
Δεν δέχομαι αυτό το εμετικά κλισεδιάρικο «στον λάθος τόπο, τη λάθος στιγμή». Τι σκατά σημαίνει αυτό;
Γύρισα σπίτι – με τη γλώσσα ξεδιπλωμένη μέχρι τον ακάλυπτο – και στις τσέπες μου είχα δύο πακέτα τσιγάρα. Κανένα από το δύο δεν ήταν η μάρκα που κάπνιζα. Λογικά, η γλυκύτατη ρωσίδα περιπτερού που μου τα πούλησε βρισκόταν τη λάθος στιγμή μπροστά στο λάθος πελάτη; Αηδίες!
Στα δελτία των 3, των 6, των 7, των 8, ούτε κουβέντα για τον Θοδωρή Ηλιόπουλο. Σωστά. Θα χαλάσει η μόστρα της Μυκόνου, η ειδησεογραφία της μπαγιατίλας και τα κονέ με εμπόρους μεταχειρισμένων αυτοκινήτων που «δεν πουλάνε», «είναι στα πρόθυρα χρεοκοπίας», κι άλλες τέτοιες παπαριές.
Σιχαίνομαι, νιώθω κούραση και πλέον έχω μια σιγουριά ότι σωστός τόπος και σωστή στιγμή, στην Ελλάδα, είναι απλώς μια ουτοπική θεωρητικούρα. Στην πράξη; Κουβάς με σκατά.

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: au.srichinmoycentre.org

Τρίτη 11 Αυγούστου 2009

Κουλ

(Κάζο 1ο – Υγρές νύχτες – και μέρες…)

«Θα μείνω κουλ». Αυτό είπα φωναχτά και σχεδόν με έπεισα (είμαι καταφερτζού, η ρουφιάνα). Διότι δεν ήταν το σύσκατον της διαρροής. Δεν ήταν ότι τα πατάρια, οι τοίχοι, το δωμάτιο, η ντουλάπα (αχ, φορεματάκια, παπουτσάκια, τσαντάκια) είχαν γίνει μια μουχλέ αηδία. Ήταν ότι όλα αυτά μαζί με 10 στοίβες βιβλία, υφάσματα, κέρατα, τζάτζαλα, μάτζαλα έπρεπε να αλλάξουν θέση {εδώ και τώρα!}, για να διασωθούν. Και να μετακομίσουν παντού: πάνω στον κρεβάτι, πάνω στον καναπέ, πάνω στο κεφάλι μου, στο σαλόνι, σα σκατά μες τη μέση!
Αδιαφορούμε για το γεγονός ότι γνωρίζω που βρίσκεται και η τελευταία βελόνα του σπιτιού μου.
Προσπερνάμε το γεγονός ότι αν ένα περιοδικό είναι τοποθετημένο στραβά, «παίζει» και να μην κοιμηθώ (εκτός κι αν μιλάμε για σύνεργα της δουλειάς, οπότε αλλάζει το πράμα, αλλά ναι, είμαι η χαμένη αδελφή του Μονκ).
Έχουμε χεσμένη την πιθανότητα σοβαρού κατάγματος – το οποίο γλιτώσαμε – για όσες μέρες (και ήταν πολλές!!!) όλο αυτό το γιουσουρούμ σερνόταν μεσ’ τα πόδια μας.
Αλλά μετά την επίσκεψη του δυσεύρετου υδραυλικού με το γνωστό χαμηλοκάβαλο παντελόνι και τον μισό κώλο έξω, την επίσκεψη του ελαιοχρωματιστή με το τσιγαράκι στο στόμα και τα φύλλα ντουλάπας, πόρτα κουζίνας και μπάνιου να χάσκουν επί 20ημερο ανοιχτά, ε, η κατάθλιψη ήταν ένα βήμα έξω από την πόρτα μου.

(Κάζο 2ο – Περικοπές, χαχα, από τί;)

«Θα μείνω κουλ». Το είπα από μέσα μου, αλλά δεν με έπεισα… Το λογιστήριο της ημι-εργασίας μου ήτο κατηγορηματικό. Περικοπές. Κι όταν από μισά λεφτά μισής δουλειάς σου κόβουν σχεδόν τα μισά, τι μένει; Τα μαθηματικά ποτέ δεν ήταν το δυνατό μου σημείο, αλλά αυτό το κατάλαβα. Τι το κατάλαβα; Το έχω κάνει κτήμα μου και ετοιμάστε μου έδρα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών για να φωτίσω κι άλλους διψώντες για μάθηση. Αποχωρώ από το λογιστήριο, με μάτι κόκκινο μπαρμπουνί, χτυπάω δύο παγωτά ατακαριστά μπροστά στις μοντέλες της ρεσεψιόν που ήδη με θεωρούν τελειωμένη κατάσταση και με λίκνισμα ρωσίδας χορεύτριας εγκαταλείπω το κτήριο. Στη γωνία κοντοστέκομαι, ζυγίζω αν πρέπει να γίνω εντελώς ξεφτίλα κλαίγοντας και ουρλιάζοντας, αλλά από το δίλημμα η μούρη μου πρέπει να θυμίζει κάτι από πολλά θρίλερ μαζεμένα, οπότε βλέπω τους Πακιστανούς να αλλάζουν πόστο σιωπηλά και να μεταφέρουν τα καθαριστικά τους στο αντίθετο ρεύμα.
Καλωσήρθες, Προζάκ. (Ή να μη σε πάρω ακόμη;).

(Κάζο 3ο – Γούρι – γούρι / Ας πιάσει κάποιος το κωλόπουλο, πλιζ…)

Με ύφος «δεν τρέχει τίποτα. Είμαι ακόμη κουλ» βολοδέρνω σε εμπορικό δρόμο – ούτε που θυμάμαι ποιον – μετά του ετέρου δυομίσεως που θέλει να κάνει χρήση των εκπτώσεων. Στο κατάστημα ανδρικών ειδών, όπου έχει τσακώσει την καλή την προσφορά, σπρωγμένη από, ποιος ξέρει ποια άγνωστη δύναμη, κοιτάζω κάτω απ’ το πηγούνι μου και το βλέμμα μου συναντά στρογγυλοκαθισμένη στο γιακαδάκι του φορέματος μου μία πράσινη κουτσουλιά. {Πότε πέρασε το γαμόπουλο, πότε την αμόλησε, πόση ώρα κυκλοφορούσα μ’ αυτή την αηδία επάνω μου, ούτε που κατάλαβα}. Είναι η στιγμή που ούτε δείχνω ούτε είμαι κουλ. Ζητάω απ’ την υπάλληλο χαρτομάντιλο, τουαλέτα, νερό, απολύμανση, κάτι επιτέλους που θα βγάλει αυτή την πράσινη αηδία από πάνω μου! Εισπράττω βλέμμα πηχτού οίκτου, οδηγούμαι σε τουαλέτα με βρύση που ΔΕΝ έχει νερό και βολεύομαι με αφυδατωμένο μωρομάντιλο. Από μέσα μου φαντάζομαι επαναληπτικές κυνηγετικές καραμπίνες, με πολλά φυσίγγια και καρυδώματα απείρου κάλλους κάθε δεκοχτούρας που κινείται σε απόσταση χιλιομέτρου. Συγκρατούμαι, διότι θυμάμαι ένα προς ένα τα παθήματα του Κογιότ που ήθελε να ξεπουπουλιάσει το άθλια κωλόφαρδο Μπιπ-Μπιπ.
Δεν ξέρω αν το ανέφερα, αλλά δεν είμαι κουλ.
Από προχθές κυκλοφορώ με ντετόλ, ζεβασόφτ, απολυμαντικό μιας χρήσης. Σέβομαι απολύτως σύμπασες τις υδρορροές της γειτονιάς, μαζί με τους σπασμένους θερμοσίφωνες και επ’ ουδενί θέλω σχέση με λογιστήρια.
{Φέρε τώρα το Προζάκ και τσίμπα κι ένα ταβοράκι. Δεν θα τα πάρω (ακόμη) αλλά μου κάνει καλό να ξέρω ότι είναι κάπου μέσα στην τσάντα μου}.


Αστερίσκος {ένας και σημαντικός}

** Λύκε μου, δεν σε φοβάμαι. Εδώ έβαλες κάτω άλλα κι άλλα, εδώ θα κωλώσεις;


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: hubpages.com

Σάββατο 8 Αυγούστου 2009

Διαρροές


Οποιανού δεν του ΄χει ξεκωλιάσει το σπίτι μία απλή διαρροή, βλέπει τη ζωή με άλλο μάτι, πάω στοίχημα γι' αυτό.

Στην παρούσα φάση, απλώς εκτιμάω τα απολύτως στεγνά πράγματα (τοίχους, ρούχα, βιβλία, ντουλάπες) και τα καμαρώνω, γιατί μου βγήκε η ψυχή ανάποδα μέχρι να ξαναμπούν στη θέση τους. Το μόνο που δεν βλέπω να επανέρχεται σύντομα στη θέση του, είναι η μέση μου, η οποία κόπηκε από το "κουβάλα - πέτα - κράτα - στέγνωσε - βάλ'το στη θέση του". Την ιστορία θα σας την πω πολύ σύντομα - εσείς θα γελάσετε, εγώ θα τη θυμηθώ και θα με ξαναπιάσει κατάθλιψη - αλλά μέχρι τότε επιτρέψτε μου να απολαμβάνω ένα απολύτως στεγνό Σαββατοκύριακο.


ΥΓ1.: Είμαι καλά, απλώς δεν είχα που να πατήσω - πόσω μάλλον να γαζώσω - μετά την απόφαση του θερμοσίφωνα μου να βάλει μπουρλότο στη σχέση μας και να κάνει Αιγαίον Πέλαγος μισή χεσιά σπίτι. Ευχαριστώ όλους σας για το ενδιαφέρον, τα ι-μέιλ και τα φόουν κολς (Λύκε μου, είμαι οκ!), το οποίο αν συνεχιζόταν η διαρροή, υποθέτω ότι θα μετατρεπόταν σε πετσέτες και σφουγγαρόπανα...


Τρίτη 21 Ιουλίου 2009

"Μαριλένα"

* "Έχω φτάσει ως τη γραμμή που παύει η νοσταλγία και η σταγόνα το δάκρυ γίνεται αλάβαστρο από πνεύμα"


«Όταν εσύ κοιμάσαι, οι κούκλες σου σηκώνονται και χορεύουν για να ξεμουδιάσουν. Όσο δεν κοιμάσαι τις αναγκάζεις να μένουν ακίνητες και τις κουράζεις…».
Με κάτι τέτοια καραγκιοζιλίκια και ψεύδη αξίας μισής καραμέλας, η δόλια μάνα (μου) προσπαθούσε να με βάλει για ύπνο. Τα ζαβά υπερκινητικά παιδάκια (σαν κι εμένα) δεν έχουν οδηγίες χρήσεως. Κοιμούνται παντού, όποια ώρα της μέρας, εκτός από το κρεβάτι τους και την ώρα που πρέπει. Όσο για το ψέμα; Τα μισά απ’ τα λιγοστά εγκεφαλικά μου κύτταρα, πρέπει να τα «έκαψα» σ’ εκείνη ακριβώς την ηλικία, απ’ τις αμέτρητες ώρες πονηρού λουφάγματος κάτω απ’ τα σκεπάσματα, παραφυλώντας τις κούκλες να ξεκινήσουν να κυνηγιούνται. Αδύνατον! Οι άτιμες ήταν τόσο έξυπνες που κουτοπόνηρα τσογλανάκια σαν κι εμένα γλάρωναν ξερά, ακριβώς την ώρα που αποφάσιζαν να ξεκουνήσουν το ποδάρι τους για ν’ αρχίσουν τις ανταρσίες μέσα στο κοιμισμένο σπίτι.
Εννοείται ότι ποτέ δεν τις τσάκωσα να χορεύουν βραδιάτικα. Μέχρι φέτος. Δυο φορές. Η πρώτη ήταν τον χειμώνα, κάπου στην Ερμού (κάτι σας είχα κουτσογράψει γι’ αυτό, εδώ: http://koptoraptou.blogspot.com/2008/10/blog-post_19.html ). Η δεύτερη ήταν πριν από λίγες μέρες, στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου.
…
Η σιχαμένη ζέστη του Ιουλίου έκλεψε τη λιγοστή δουλειά από το φασονατζίδικο, οπότε ώρες για σκότωμα και περπατούρα, κάργα. Κατηφορίζαμε προς Θησείο με το έτερον δυόμιση να προσπαθεί να μου φτιάξει το ανύπαρκτο κέφι, όταν ξαναπέσαμε πάνω σ’ αυτή την περίεργη «οικογένεια». Η Μαριλένα, η Σταυριάννα και ο Ντανιέλ. Στα χέρια του Ντανιέλ ένα βιολί και στα χέρια της Σταυριάννας, η Μαριλένα. Δεν ξέρω ποιος από τους τρεις είναι πιο ζωντανός, πάντως αν υπάρχει άγιος για τους καλλιτέχνες του δρόμου, να τους έχει και τους τρεις πεντάγερους. Λέω τρεις, γιατί έχω ήδη ξεχάσει ότι η Μαριλένα είναι μαριονέτα, κούκλα δεμένη στη ζωή με σκοινιά, μια ζωή που φυσάει μέσα τους με φόρα η Σταυριάννα.
Το έτερον δυόμιση με σπρώχνει σχεδόν να τους μιλήσω -«ρε ματάκια, τι ντρέπεσαι;»- κι εγώ μισό μέσα μου, μισό έξω μου ψιθυρίζω ότι δεν είναι δυνατόν αυτή η γυναίκα, όταν γυρίζει σπίτι να πετάει την κούκλα σε έναν καναπέ και να ασχολείται με τη φασίνα. Λίγες μέρες αργότερα, ακριβώς κάτω απ’ την Ακρόπολη, με τα αποτσίγαρα μας να κάνουν παρέλαση, μου εξήγησε ότι ανατριχιάζει και μόνο στη σκέψη.
Αν υπήρχαν αυτιά να ακούσουν και μάτια να βλέπουν, θα ‘θελα να το γνωρίσω παντού αυτό το παιδί.
Όταν άνοιξε το στόμα της κι άρχισε να μου λέει, μάζευα την καρδιά μου απ’ τα πατώματα και πολύ πριν το τέλος της κουβέντας είχα αποφασίσει ότι το κουστουμάκι που θα ‘ραβα δεν ήταν για πούλημα.
«Για δύο πράγματα ζω: για την τέχνη και τα ταξίδια». Αυτή ήταν η πρώτη της κουβέντα. Βλέπετε, η Σταυριάννα είναι ηθοποιός, μόνο που όπως λέει η ίδια είναι…ατάλαντη.
«Δεν είμαι διπλωμάτης και δεν είμαι και ναζιάρα. Είναι κι αυτό έλλειψη ταλέντου...». Με τις μαριονέτες ασχολήθηκε πριν από λίγα χρόνια, χωρίς να έχει δει ποτέ στη ζωή της αντίστοιχο θέαμα. Κι η Μαριλένα; Ας πούμε ότι είναι το παιδί της. «Εμένα; Δε με νοιάζει, όπως και να ‘μαι. Στο Hondo θα πάμε όμως για να πάρουμε βλεφαρίδες για τη Μαριλένα. Εκείνη είναι η femme fatal, εκείνη τους παίζει όλους στα δάχτυλα».
…
Κοιτάζω τα δικά της δάχτυλα και το μυαλό μου τρέχει στην επιδεξιότητα της με τα σκοινιά. Τα ίδια χέρια από μέσα είναι γεμάτα ρόζους και πληγές από το πριόνι και τις βελόνες. Αποκάλυψη: τις κούκλες τις φτιάχνει μόνη της! Σαν χαζό παιδάκι ενθουσιάζομαι, καθώς σκέφτομαι ότι μιλάω με μία απευθείας απόγονο του Τζεπέτο! Με ρωτάει τι σκέφτομαι και εννοείται ότι δεν βγάζω κιχ…
«Λοιπόν, δεν θα με πάρεις για τρελή, αλλά όταν σκεφτόμουν τι κούκλα θέλω να φτιάξω, άκουγα Μάρλεν Ντίτριχ. Έκλεισα τα μάτια μου και φαντάστηκα αυτή τη βαμπ. Σκέφτηκα λοιπόν να τη βγάλω Μαρλέν. Όταν όμως κράτησα για πρώτη φορά τα σκοινιά της και την είδα να ανοίγει τα χέρια της, σα για να χορέψει ζεϊμπέκικο, σκέφτηκα: ετούτη εδώ είναι ελληνίδα. Θα την πούμε Μαριλένα».
Μου λέει πράγματα που μ’ ανατριχιάζουν, που θα ‘καναν πολλά ζωντόβολα του θεάτρου και της τηλεόρασης να ντραπούν, που δεν έχουν καμία σχέση με την τέχνη και το ταλέντο το έχουν ακουστά. Όταν μάθαινε ακόμη να χειρίζεται τις κλωστές, συμμετείχε σε ένα street performing, μαζί με μία συνάδελφο της ηθοποιό.
Η άλλη κοπέλα ανεβασμένη σε ξυλοπόδαρα και η Σταυριάννα μακιγιαρισμένη, ίδια μαριονέτα, δεμένη με κλωστές, «ξυπνούσε» και χόρευε. Σαν μαριονέτα. Στην Ερμού γινόταν πανικός, υπήρχε κόσμος που έμπηγε τα κλάματα. Σχεδόν με πιάνει κατάθλιψη που δεν το είδα κι εγώ αυτό. Ποιες γελοίες παραγγελίες θα ‘ραβα κλεισμένη, ποιος ξέρει σε ποιο ανεκδιήγητο ραφείο και δεν έπαιρνα χαμπάρι…

«Ξέρεις, εκεί τη σεβάστηκα τη Μαριλένα και την πόνεσα. Μετά κατάλαβα ότι, όταν -ας πούμε- κουνάς τις κλωστές έτσι και το πόδι της κούκλας επιμένει να στρίβει αλλιώς, εσύ πρέπει να υπακούσεις την κούκλα και όχι η κούκλα εσένα. Εγώ το παραδέχομαι, ότι η Μαριλένα με οδηγεί και όχι εγώ εκείνη».
…
Οι κουβέντες μας σκορπίζουν από το ένα θέμα στο άλλο. Πότε τη διακόπτω εγώ, πότε εκείνη…Μου λέει ας πούμε για την κατασκευή της κούκλας και η άτιμη το λέει με τέτοιο τρόπο, σαν να το κάνει μπροστά μου. Πως το ξύλο γίνεται άνθρωπος, πως όταν εκείνη κόβεται εδώ κι εκεί από τις στενές σχέσεις με πριόνια και λοιπά εξαρτήματα, σκουπίζει το αίμα πάνω στην κούκλα. Προσπαθεί να μου εξηγήσει το γιατί, αλλά δεν χρειάζεται καθόλου.
«”Έχω φτάσει ως τη γραμμή που παύει η νοσταλγία και η σταγόνα το δάκρυ γίνεται αλάβαστρο από πνεύμα”, αυτό έχω γράψει στο κεφαλάκι της και στην καρδιά της υπάρχει ένα σημείωμα με τις λέξεις “αγάπη, ευτυχία, ειρήνη” και αρκετές σταγόνες αίμα από τις πληγές που μου ‘κανε όταν την έφτιαχνα», μου λέει και σκέφτομαι ότι πιο ταιριαστό σημείο για να πάει να «κάτσει» μια φράση του Λόρκα -που τον βασανίζουν νυχθημερόν σε δραματικές σχολές της πλάκας – δεν θα μπορούσε να βρεθεί.
«Ας πούμε ότι πριν από λίγο καιρό έπρεπε να αλλάξω το λαστιχάκι που συγκρατεί το κεφάλι της. Κάποιος επαγγελματίας θα ‘λεγε “’έλα μωρέ, ένα λαστιχάκι είναι”. Για ‘μένα είναι ολόκληρος πόνος. Κάθομαι, την κοιτάω, πίνω μια γουλιά μπίρα, κάνω δυο τσιγάρα και μετά το παίρνω απόφαση»…
Τη ρωτάω για το πώς έδεσε η μουσική του Ντανιέλ με εκείνη και τα κόλπα της Μαριλένας και μου περιγράφει μια γνωριμία τελείως διαφορετική από τις άλλες, από άλλη εποχή. Εκείνος έπαιζε βιόλα κάπου στην Αθήνα, εκείνη «ξηλωνόταν» για να τον ακούει και κάπως έτσι γίνανε οικογένεια, μια οικογένεια από χορδές, κλωστές και αγάπη.
«Το απίστευτο με τον Ντανιέλ είναι ότι "τζαμάρουμε" μαζί. Υπάρχει ένας βασικός σκελετός, αλλά αυτοσχεδιάζουμε παρέα και αυτό είναι το όμορφο»
…
Τη νύχτα της γνωριμίας μας, μου χάρισε ένα cd του. Το ακούς και κοπανάς κεφάλι που οι κυνηγοί ταλέντων συχνάζουν στη Μύκονο με εξέχοντα σούργελα και αποφεύγουν τους αθηναϊκούς δρόμους. Θα μου πεις, και να τους προτιμούσαν, και πάλι ο ταλαντούχος βιολιστής και συνθέτης θα κέρδιζε την προσοχή τους μόνο αν έγραφε κανά τσιφτετελοποπ σουξέ και απ’ ό,τι βλέπω η Σταυριάννα δεν σκοπεύει να βγάλει τη Μαριλένα στο…κλαρί.
Μου μιλάει για τα μαγαζιά που έχει δουλέψει, για τον κόσμο που ενώ τους αποθεώνει στον δρόμο, έτσι και τους δει σε μαγαζί είναι ικανός να πιάσει τον ιδιοκτήτη και να του πει «τι τους θες αυτούς; Αυτοί δουλεύουν στον δρόμο!». Προφανώς, θα προτιμούσαν έναν τζιτζιφιόγκο μαριονετίστα και έναν αποστειρωμένο μουσικό που αφήνουν κούκλα και βιολί στον τοίχο να σκεβρώνουν και τα ξεκρεμάνε μια φορά το μήνα, για μια στυλιζαρισμένη παράσταση, από δυο ανθρώπους που ακόμη και τις μισές γνώσεις να είχαν, από αυτές που ήδη διαθέτουν, έχουν τέτοια εξοικείωση με την τέχνη τους που φτάνει, περισσεύει και σαν βάλσαμο κάνει καλό σε ψυχές που βρίσκουν καταφύγιο στο περπάτημα.
Και το ωραιότερο, παρά τον τσαμπουκά και το μάτι της που φέρνει στροφές όσες κι η κούκλα; «Υπάρχουν πολύ καλύτεροι από ‘μένα. Εγώ, αν θες, είμαι σε έναν δρόμο που θα μπορούσα να γίνω καλή σ’ αυτό που κάνω».
(Που γεννιούνται αυτοί οι άνθρωποι, μου λες;)
Μου αναφέρει τους δασκάλους της, έναν προς έναν, αλλά μεταξύ μας, καθόλου δεν με νοιάζουν. Μου αρκεί που την έφτασαν μέχρι εδώ, χωρίς να μου τη φθείρουν τόσο, όσο μόνο οι δάσκαλοι ξέρουν να «γδέρνουν» τους μαθητές τους.
Μέχρι να φύγω, την έχω «ληστέψει» κανονικά, την ηθοποιό μου. Έχω γεμίσει το κεφάλι μου με εικόνες από τα ταξίδια της με τον Ντανιέλ στη Φλωρεντία, στα νησιά της άγονης γραμμής, στην επαρχία, από το τυχοδιωκτιλίκι που, όπως μου λέει, έχει η τέχνη της και δεν θέλει να το χάσει κι ας μη γίνει ποτέ φίρμα, είναι γεμάτα τα μάτια μου από τόσες ιστορίες που είδαν τα δικά της στη μέση του δρόμου, σχεδόν αγκαλιά με την κούκλα.
Αν ανεβοκατεβαίνετε αυτό τον υπέροχο δρόμο που βγάζει Θησείο, μα στην Ερμού, μα στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου και τους δείτε αυτούς τους τρεις, σταματήστε για λίγο. Μπορείτε να πέσετε σε εκείνο το απίθανο στιγμιότυπο που πάνω στα «σκασίματα» του βιολιού του Ντανιέλ, η Μαριλένα «δέρνει» τη Σταυριάννα επειδή της έριξε μια κλωτσίτσα για να «ξυπνήσει». Ή σε εκείνη την άλλη φάση που το κουκλί κάνει αγάπες στο δοξάρι του Ντανιέλ και κοιμάται μαζί του.
Μη ντραπείτε να βάλετε τα κλάματα και το χέρι σας στην τσέπη. Ίσως να είναι οι μόνοι πλανόδιοι που δεν παίζουν με την ψυχή (και τα νεύρα) σας και υπακούν μόνο στην τέχνη τους. Γι’ αυτό ειδικά – εκτός από το θέαμα που είναι υπέροχο – βάζω υπογραφή όπου θέλετε.
Άσε που αξιώθηκα να δω κούκλα να χορεύει – μιλάμε για χορό, όχι μπαρμπούτσαλα – χωρίς να περιμένω ξάγρυπνη κάτω απ’ τα σκεπάσματα.

ΥΓ1. : Σταυριάννα, σ’ ευχαριστώ για την παρέα και για το ξόδεμα.
ΥΓ2.: Επειδή μου σφύριξαν ότι στο εξής θα δίνουν στίγμα που θα εμφανίζονται, κρατήσετε αυτή τη διεύθυνση http://sites.google.com/site/streetperformanceinathens/ για να κατατοπίζεστε.