Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Σκασίλα

Η λέξη «άρνηση» σίγουρα κάτι σας λέει.
Πάω κι ένα στοιχηματάκι ότι οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, έχετε συστηθεί με την «κυρία». Κάποιοι την έχετε τρατάρει και φοντανάκι, μερικοί της έχετε τραβήξει και κανά δυο μανίκια {τόσο πετυχημένη ήταν η γνωριμία} και μετά τη στείλατε πίσω στη μαμά της. εμένα μου ‘χει κατσικωθεί στο σπίτι κανά μήνα τώρα και δεν ξέρω αν πρέπει να τη βγάλω έξω με τις καρακλωτσές ή να τις παραχωρήσω το κρεβάτι, τον άντρα και τα λιγοστά υπάρχοντα μου και να ζήσουμε τα τρία μας ζωή χαρισάμενη.
Διότι η συγκεκριμένη μανδάμ, α όλα κι όλα, είναι πολύ βολικιά. Συνήθως σε επισκέπτεται με προβληματάκι υγείας. Μυξοκλαίγεσαι τον πρώτο καιρό, σκανιάζεις που δεν είσαι ακριβώς περδίκι, αλλά μετά αρχίζεις να την ψιλοβρίσκεις. Πιο μετά συνέρχεσαι και επιστρέφεις {στη δουλειά, ας πούμε} και υπάρχει ένα σχετικό κανάκεμα {!!!}, ένα κουπεπέ, κι όπως συνηθισμένος στις σφαλιάρες με το «καλημέρα σας», κάπως σου κάνει, σα να σε βολεύει.
Άσε που βλέπεις τον κόσμο με άλλο μάτι. Πράγματα που παλιά σε βγάζανε στα μανταλάκια, τώρα τα ‘χεις λυμένα, τακτοποιημένα, σχεδόν χεσμένα.
Παραδείγματος χάριν, πριν από τρία χρόνια να ‘χε γυρίσει το dvd του το Τζουλάκι, θα ‘χες ανεβάσει τρεις επιθεωρήσεις και οχτώ μονόπρακτα. Σήμερα το σχόλιο {σου} είναι ανακουφιστικά λακωνικό: Σκασίλα μου
Σκέτο. Χωρίς θαυμαστικό, χωρίς αποσιωπητικά, χωρίς τελεία καν.
Εν τω μεταξύ, ο κόσμος πάει κι έρχεται, δουλειές ψήνονται και κρυώνουν πριν καν σερβιριστούν {κάργια κρίση}, τα νοίκια, τα κοινόχρηστα, οι δόσεις τρέχουν, φίλοι χάνονται κυριολεκτικά και μεταφορικά {για ποιους να χολοσκάσεις πιο πολύ;}, κοντεύεις να πιστέψεις ότι το ΔΝΤ είναι κάτι σαν την θεία Σούλα {μακρινή, βρωμιάρα, αντιπαθής και κλεπτομανής}, γενικώς το πράγμα ξεπερνάει κι εσένα και τις προσπάθειες σου.
Στο ίδιο διάστημα, το οποίο κυλάει σαδομαζοχιστικά αργά, σα να ‘χεις χώσει το κεφάλι σου σε κενό αέρος, με την «κυρία»έχετε γίνει σταυροκουμπάρες και η παρεούλα μαζί της είναι διδακτική: σταματάς να τρέχεις σαν τον Βέγγο, χέζεις τις προθεσμίες, κοντοστέκεσαι στον δρόμο να μυρίσεις τις νερατζιές, γίνεσαι τσιγκούνης στα λόγια, κι όταν σε ενημερώνουν ότι το pay-day αργεί {και} αυτό τον μήνα, πας για καφέ.
Ας κόψουν και τα νερά και το ρεύμα, ας γκαρίξει κι η σπιτονοικοκυρά, ας κουνήσει και κανάς άλλος τον κώλο του, στην τελική. Ώχου πια. Άνευ θαυμαστικών και αποσιωπητικών, μόνο με τελεία.
Σταματάς να απολογείσαι, κάνεις στην άκρη, διαβάζεις κανά βιβλίο παραπάνω, δεν τσακίζεσαι να σηκώσεις το κινητό {και το σταθερό}, ξυπνάς πιο αργά και χωρίς ενοχές. Γερνάς; Μπορεί.
Χάνεις τον στόχο; Ε, δεν χάθηκε κι ο κόσμος. Βρωμάνε οι επιχειρήσεις από στελεχάρες και «πρώτους».
Πόσες Μεγαλοβδομάδες πέρασες ληξιπρόθεσμες; Και τι σου κόστισαν; Ένα χέρι, ένα φίλο, τα μάτια, την ησυχία σου;
Πες σκασίλα μου, παιδί μου και σάλτα να πιεις ένα ούζο με μεζέ νηστίσιμο.
Δε ‘ν’ κακό πράμα η άρνηση. Τσούζει μόνο αυτούς τους λιγοστούς που σ’ αγαπούν, που είναι πιο λιγοστοί απ’ όσο υπολόγιζες, και δε στο κρατούν γινάτι {τ’ ακούς πουλί μου; Το γινάτι βγάνει μάτι και δεν υπολογίζει αν είν’ δικό σου ή δικό μου…}, που διπλομαντάλωσες και εξαφανίστηκες μέρα μεσημέρι.

Αυτά τα ολίγα, Μεγαλοβδομαδιάτικα, γειτόνοι, που Καλό Πάσχα να ‘χετε οι ένθεοι και οι λοιποί πάλι, καλή ξεκούραση και καλές βόλτες.

ΥΓ: Με συμπαθάτε που εξαφανίστηκα κι από ‘δω κι απ’ τα τσαρδιά σας. Το πνεύμα ήταν πρόθυμο και διαβαστερό, η σάρκα μετά από 12ωρα εργασίας, ασθενής.
ΥΓ2: Φίλε, εσύ ξέρεις καλύτερα από ‘μένα τα όρια σου. Τα «ρολά» είναι κλειστά, αλλά ο «συναγερμός» απενεργοποιημένος. Για την ώρα.



ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: http://media.ebaumsworld.com

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2010

Κακή ανατροφή

Αν το καλοδείς, ο αρχισυντάκτης του περιοδικού που έβαλε την Αφροδίτη Μήλου να {μας} υψώσει το μεσαίο δάχτυλο, ουσιαστικά είναι συνέχεια των αξέχαστων εκείνων φωτό της μαντάμ Καγκελαρίου με τα βαθιά ντεκολτέ και τα ζαντολάστιχα να κρέμουνται από κάτω, διόλου περήφανα, άνευ υποστήλωσης.
Καλώς καμωμένος ο κακός χαμός που προεκλήθη με ανθρώπους των τεχνών και των γραμμάτων να σούρνουνε σκούπες και φαράσια στο γερμανικό βλαστάρι του περιοδικού που αποφάσισε να παίξει με το δάχτυλο της Αφροδίτης.
Μόνο που, μεταξύ μας, όλοι γνωρίζουμε τι κρύβεται πίσω από αδιασάλευτες πειθαρχίες, αψεγάδιαστες αουντοστράντες και παχιά γερμανικά γάλατα: καταπιεσμένες προσωπικότητες, απωθημένα πενηνταετίας και σοβαρές στερήσεις από αυτό που λέμε χαρά της ζωής.
Και κυρίως μια χοντροκοπιά στην αισθητική που βαραίνει ακόμη και τα πιο ελεύθερα γερμανικά πνεύματα, που ασυζητητί υπάρχουν στην εξοχική Γερμανία.
Διότι και εδώ ισχύει το γνωστό «το παιδί σου και το σκυλί σου, όπως το μάθεις».
Ας πούμε, εδώ στο Ελλάντα που όλοι κατά τους "φίλους" Γερμανούς είμαστε η χαρά της ρέκλας, της πρέφας και του καβλαντίσματος, μεγαλώσαμε με το εξής τρίπτυχο: «Δεν δείχνουμε – δεν χειρονομούμε – κι όταν μας τρώνε τόσο πολύ τα χεράκια, αντί να τα βάλουμε στη μύτη, κάνουμε καμιά δουλειά».
Που να τα ξέρει αυτά το παλικαράκι του περιοδικακίου; Δεν το έδειρε η μανούλα του μικρό, δεν του στραμπούλιξε κανά δυο φορές τα δαχτυλάκια – και δη τα μεσαία – για να μάθει τι δεν πρέπει να τα κάνει.
Και κοίτα πως έμπλεξε τώρα το κακομοίρικο, επειδή στο σπίτι του {προφανώς} το 'χανε συνήθειο να επικοινωνούν δείχνοντας {το "τι" και "ποιον", αδιάφορο} και χειρονομώντας.
Αυτά με την ανατροφή.

Γιατί μετά έρχεται και η επαγγελματική παιδεία. Στο Ελλάντα, ας πούμε, ο φωτοσοπάς {γιου νόου, αυτός που ασχολείται με την τέχνη του photoshop} είναι επαγγελματίας μεν, δεν είναι μαλάκας δε {9 στις 10}. Έτσι, λοιπόν αν του πας μια φωτό που του προσβάλλει την αισθητική ή του ζητήσεις να σου κάμει μια παπαριά που τον προσβάλλει και μαζί και το αναγνωστικό κοινό, το πιο πιθανό είναι να βγάλει το 48 νούμερο παπούτσι του και ν’ αρχίσει να σε κυνηγάει. Κι αν του ζαλίσεις και πολύ τα ούμπαλα να παραιτηθεί και ψάξε εσύ παπάρα αρχισυντάκτη να βρεις φωτοσοπά της προκοπής.
Εκεί – στην εξοχική Γερμανία – το τριπλό ντοκτορά στην πειθαρχία, ορίζει πως ό,τι μαλακία ζητήσουν απ’ τον έρμο εργαζόμενο θα την κάμει και θα πει κι ένα τραγούδι, ας είν’ κι η «Λιλί Μαρλέν».
Κι αφού διαχωρίσαμε και τον σωστό επαγγελματία από τον επαγγελματία "γιαβόλ καμαράτ" , πάμε και στο κωλοδάχτυλο, τη χειρονομία κοινώς.
Αγνοούν οι φίλτατοι, ότι εδώ στο Ελλάντα, που οι εθνικές λακκούβες είναι περισσότερες από τις εθνικές οδούς και που τα έξοδα {αναντίρρητα…} περισσότερα από τα έσοδα, είμαστε τόσο τρελαμένοι που χειρονομούμε ανά 10 δεύτερα. Χειρονομούμε, όμως, μπροστά στον άλλον κι άμα τα τραβάει το τομάρι του, ρίχνουμε και κανά μπινελίκι και στανιάρουμε αμφότεροι.

Άμα δε, παρα-ανέβουν τα «κέφια» παίζουμε και κανά μπερντάχι, μαλλιοτραβιόμαστε, και πάμε στη δουλειά ξαλαφρωμένοι. Τα «ξεμπουκώματα» μας όμως, και δη με τους ευρω-γείτονες δεν τα τυπώνουμε και δεν περιμένουμε και πούλιτζερ, όταν τον «παίζουμε», παρουσία φωτοσοπά και αναγνωστών.
Θα ήμασταν πραγματικά ανώτεροι, αν δεν τους παρεξηγούσαμε, καθότι είναι αντιληπτό ότι έχουμε να αντιμετωπίσουμε την κακή τους ανατροφή, ταχταρισμένη στα φρέσκα βούτυρα και διογκωμένη απ’ τα πολλά λουκάνικα και τις μπύρες…

ΥΓ: Καλοί γειτόνοι, θα σας παρακαλέσω θερμά, να είσθε κόσμιοι στις αντιδράσεις και να αποφύγετε τις ύβρεις. Και τις χειρονομίες. Παρά τις διαδόσεις, οι κύριοι δεν είναι φίλοι μας. Ας ανταλλάξουμε λοιπόν απόψεις σε κλίμα κοσμιότητας, κατανόησης και σχετικής ανοχής.

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

Υπάρχει ακόμη η "δακτυλομετρούμενη" {;}


Βαριέμαι, του θανάτου όμως.
Δέκα μέρες τώρα, πορδοβούλωμα στην κουβέντα μας, το διαζύγιο. Περιμένεις τα ρέστα από τη φουρνάρισσα, σε κοιτάει λίγο λοξά, σου σκάει εκείνο το γελάκι τύπου «ξέρεις μωρέ, θέλω να σε ρωτήσω κάτι, αλλά φοβάμαι ότι θα με πάρεις για κατίνα» {που θα σε πάρω, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα}. Και σου ‘ρχεται ο στούφος: «Τι μαθαίνεις για την Ελενίτσα;». Τίποτα. Τίποτα! ΤΙΠΟΤΑ!!! Τίποτα δεν μαθαίνω! Δεν με ενδιαφέρει. Καθόλου κι αλήθεια.
Από το φούρνο, κατευθύνομαι στο ραφείον, φορτωμένη με συμπράγκαλα κι υπό βροχή κι ακούω πλακίτσα από τα παιδιά του κυλικείου: «Μάγκες "ν’ ανεβάσουμε" τους καφέδες, να βάλουμε όλοι μαζί ένα χεράκι, να στηρίξουμε το κορίτσι που χωρίζει!».
Από τη μία σκυλοβαριέμαι {γιατί δεν μ’ αφορά} και εκνευρίζομαι {γιατί το βρίσκω συνέχεια μπροστά μου}, από την άλλη εντυπωσιάζομαι.

Τόσο ψηλά λοιπόν έχει η ελληνική κοινωνία τον θεσμό του γάμου;

Τόσα όνειρα κοριτσιώνε συντηρούνται ακόμη από τα στέφανα και τις βέρες;

Τόσο κύρος προσδίδει το να είσαι «σύζυγος»;

Και εξαγιάζει όλο τον προηγούμενο και τον μετέπειτα βίο;

Υπάρχει λοιπόν ακόμη η «δακτυλομετρούμενη».

Που την καμαρώνει όλο το χωριό. Κι ας είναι και τηλεοπτικό. Που την κανακεύει όταν είναι σεβαστικιά και μετρημένη και της παίρνει το σκαλπ, όταν τον "κουνάει" και δίνει δικαιώματα.

{Υπάρχουν ακόμη τα... "δικαιώματα" και οι "πομπές". Που σκατά ζώ; Σε επαρχια του '30;}.
Το αγνοούσα ομολογώ και λυπάμαι, γιατί για άλλη μια φορά ανακαλύπτω ότι έχω πάρει {τελείως} λάθος δρόμο, με {τελείως} λάθος όνειρα.
Μόλις ευκαιρήσω, θα βρω μια γωνιά να κλάψω. Για την ώρα δεν προκάμω ούτε να φτύσω. Την τηλεόραση συγκεκριμένα και όχι κατ’ ανάγκη τα μεσημεριανά. Εσχάτως ανακαλύψαμε ότι «κουτσομπολίτσες» και ανακατώστρες φύονται σε όλες τις τηλεοπτικές ζώνες.

ΥΓ1.: Κάτι η γρίπη {η κανονική και δυστυχώς ουχί η… ενισχυμένη}, κάτι οι αναποδιές και λίγο έλειψε να βαρέσει διάλυση το ραφείον. Ζητώ πολλές συγνώμες για τις απουσίες μου και από εδώ και από τα μπλογκόσπιτα σας! Θα κουβαληθώ με… γλυκά τις επόμενες μέρες!

ΥΓ2: Μέσα στις αναποδιές βάζω και το ότι η σύνδεση μου τα τίναξε και το πληκτρολόγιο μου την «κοπανάει» σιγά σιγά. Πρώτα κατέβηκαν σε απεργία οι παρενθέσεις, μετά το «κ» και πιο μετά το «ν», το «ι» και το «γ», με αυτή τη σειρά. Άντε να δούμε ποιο άλλο γράμμα της αλφαβήτας θα πάρει μέρος στην αποστασία.

ΥΓ3: Το ‘χω ξαναγαζώσει, αλλά μάλλον δεν έγινε αντιληπτό: Το ραφείο δεν δημοσιεύει ανεξακρίβωτες ειδήσεις, σιχαμάρες που αφορούν κόσμο εντός και εκτός μπλογκόσφαιρας, συμπλεγματικές καταγγελίες και «κουφές» ερωτήσεις. Υπάρχουν άλλα «μέρη», γι’ αυτές τις δουλειές.

Και πάντα υπάρχει η πιθανότητα για τους «ενδιαφερόμενους» να βρεθούν προ εκπλήξεως. Υπάρχει επίσης η πιθανότητα, όταν εσύ έψαχνες, εγώ να είχα ήδη βρει. Και να μην αντιδρώ, γιατί έτσι. Το «έτσι» όμως κάποτε θα τελειώσει και δεν θα πάρει σβάρνα μόνο εσένα.

ΥΓ4: Οι γείτονες και φίλοι μην ενοχλείστε!

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010

Χαρτάκια

Στα 10 θες να αλλάξεις χαρτάκια κι αυτοκινητάκια. «Δώσε μου εκείνο που το έχεις διπλό, να σου δώσω ένα αυτοκινητάκι» και τανάπαλιν.
Θες να αλλάξεις ποδήλατο, διπλανό στο θρανίο, κούρεμα, στερεοφωνικό. Μαζεύεις ψιλά για καραμέλες, παιχνίδια και κυρίως για χαρτάκια!

Στα 20 θες να αλλάξεις τον κόσμο. Που είναι κακός, άδικος, γεμάτος ανισότητες, αλλά και γκόμενους και προοπτικές και εναλλακτικές.
Είσαι φουλ από κλισέ όνειρα και φιξ ιδέες ότι στο τέλος κερδίζει ο καλός και στο τέλος κάθε χοντρής σφαλιάρας είσαι ρέντι για νέα ξεκινήματα (καημένο…). Ακόμη κυνηγάς χαρτάκια. Πλέον έχουν μορφή πτυχίου, πιστοποίησης, μάστερ. Τα κυνηγάς και τα κορνιζώνεις κιόλας. (Βλάκα!).

Στα 30 προσπαθείς να αλλάξεις τον εαυτό σου (από μέσα προς τα έξω). Κάνεις μια κουβέντα με τα χοντρά κουσούρια σου, με τον κολλητό σου, με τον (έναν πλέον) γκόμενο σου. Ο κόσμος είναι ακόμη γεμάτος ανισότητες, αλλά υπάρχουν ακόμη προοπτικές. Να γίνεις καλύτερος – ή χειρότερος, γιατί όχι; - άνθρωπος, να γίνεις γονιός, να πάρεις έναν σκύλο, μια γάτα, κάτι τέλος πάντων που θα υφίσταται την προσπάθεια σου για αλλαγή (το κακομοίρικο…). Ο καλός δεν έχει πάρει παρτίδα ούτε για πλάκα, αλλά τουλάχιστον γνωρίζεις από πού έρχεται η σφαλιάρα. Ενίοτε φυλάγεσαι κιόλας.
Πάντως, εξακολουθείς να μαζεύεις χαρτάκια. Χρέη, επιταγές, ληξιπρόθεσμες οφειλές, κάρτες, λογαριασμοί. (Σκατά…)

Στα 40, επίσης προσπαθείς να αλλάξεις τον εαυτό σου (με φορά από έξω προς τα μέσα πια). Κάνεις μια κουβέντα με τον κώλο σου που φλερτάρει με το πάτωμα, το πηγούνι σου που βρίσκεται στα γόνατα, τα βυζιά που ανακαλύπτεις ότι μπορεί να φυτρώνουν και στην πλάτη από μια ηλικία και μετά. Όλα μαζί τα στέλνεις περίπατο στον πλαστικό αν έχεις φράγκα, στον περιφερειακό του Φιλοπάππου αν δεν έχεις. Επίσης, εξακολουθείς να κάνεις κουβέντες με τον κολλητό σου που είναι ακόμη εκεί, αλλά σε απόσταση ασφαλείας. Ο γκόμενος πάλι είναι αλλού, αλλά η απόσταση είναι χιλιομετρική. Έτη φωτός. Α, είσαι τόσο έξω φρενών που βαράς (κι εσύ) σφαλιάρες. Κυρίως σε ταξιτζήδες, σερβιτόρους, ποτέ σε αυτόν που πρέπει.
(Ο καλός δεν υπάρχει. Είναι σαν τον Άη – Βασίλη.)
Και τι περίεργο: η τσάντα σου είναι γεμάτη από χαρτάκια! Παραγγελιές από το αφεντικό σου, στάνταρ (πολλοί κι απλήρωτοι) λογαριασμοί, φυλλάδια από ταξίδια που δεν έκανες.

Στα 50 προσπαθείς να αλλάξεις ταπετσαρίες. Σερβίτσια. Κουρτίνες. Παθολόγο. Έχεις κόψει τις συνομιλίες με τον κώλο σου – με τον καθρέφτη, κυρίως – και με τον γκόμενο σου. (Συνεννοείστε με νοήματα. Και με σύμφωνα ή δίφθογγους. Ξέρεις: χμ, τς τςς, πστ!). Επίσης, έχεις κόψει τα τηγανητά, τα γλυκά, τα καυτερά ή απλώς τον παθολόγο. Το καλό είναι ότι έχεις συνηθίσει στις σφαλιάρες. Έχεις σκύψει πριν πέσουν και πάντα έχεις έτοιμο ένα κατάπλασμα. Όνειρα δεν έχεις πολλά, αλλά έχεις τρελή κούραση. Σ’ αρέσει να κοιμάσαι, να μη μιλάς πολύ, να μη σ’ τα ζαλίζουν.
Εννοείται ότι ξερνάς όταν ακούς για χαρτάκια που εν τω μεταξύ έχουν πολλαπλασιαστεί και είναι κακογραμμένα. Είναι απ’ τον γιατρό σου.

Στα 60 δεν μπορείς να αλλάξεις ούτε κανάλι. Άσ’ το να παίζει βλακείες. Σέρνεσαι όλη μέρα, αλλά πετάς τη σκούφια σου για εκδρομές με άλλα ραμολιά. Αν είσαι πολύ γκαντέμης, ερωτεύεσαι κιόλας. Και ξέρεις τι λένε για τους γεροντο-έρωτες. Αν είσαι πολύ τυχερός τραβάς κι ένα έμφραγμα πάνω (κυριολεκτικά) στην καψούρα και πηγαίνεις ευτυχής.
Αφήνεις πίσω σου τα χαρτάκια. Γενικώς.

Βέβαια, η νέα κυβέρνηση, το σκέφτηκε όλο αυτό. Και είπε να κάνει το σπορ πιο ευχάριστο. Να σε γυρίσει πίσω, στην ηλικία των 10. Τότε που τα χαρτάκια ήταν το «ζητούμενο» και το αγαπημένο σου παιχνίδι.
Να μια ενασχόληση καλύτερη από το κομπολόι και πιο υγιεινή απ’ το τσιγάρο: Μαζεύεις αποδείξεις. Κάνεις συλλογή. Ανταγωνίζεσαι φίλους, γνωστούς και συγγενείς. Γίνεσαι εχθρός με τον φούρναρη, τον υδραυλικό, τον κουρέα. Η ζωή σου αποκτά άλλο νόημα, ξαφνικά γίνεται ενδιαφέρουσα. Και το καλύτερο; Κάποιος την παίρνει μάτι. Με τη βοήθεια της εφορίας, φυσικά.
Σούπερ! Καλύτερο από Μπιγκ Μπράδερ! Και με φοροελαφρύνσεις!
Είσαι τόσο πωρωμένος μ’ αυτό το νέο σπορ που μπορείς με άνεση να καβατζάρεις τα 70. Εσύ νιώθεις ακόμη 10 και θες να μεγαλώσεις τη συλλογή σου με τα… χαρτάκια.

ΥΓ1: Πόσο μαλάκες πιανόμαστε- ανεξαρτήτως ηλικίας - , Θε μου, είναι ασύλληπτο.



ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: arxaiologia.gr

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2010

Καλή χρονιά, γειτόνοι!


Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να ξεκαθαρίσω ότι το πρώτο πόνημα που θα με συντροφεύσει τη νέα χρονιά, θα είναι εκείνο του κ. Αυτιά με τον εξαιρετικό τίτλο «Προσέξτε το ευρώ σας».
Είναι προφανές ότι ο άνθρωπος αναφέρεται σε μονάδα. Δεν λέει «προσέξτε ΤΑ ευρώ σας», διότι είναι σίγουρος ότι κανά 10ήμερο πριν τη νέα χρονιά, μετά βίας θα υπάρχει στην τσέπη μας 1 και αυτό θα το βάλουμε στην πίτα έναντι φλουριού.
Δεν βαριέστε! Εμείς να ‘μαστε καλά, τα ευρώ ας είναι λίγα, οι ευχές να είναι πολλές και οι πιθανότητες!

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ, ΓΕΙΤΟΝΟΙ!

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2009

Η κατάρα της αλλήθωρης αρκούδας

Αν είσαι γυναίκα, γκόμενος ή γονιός στο ζήτημα «αρκουδάκι» έχεις τριπλό ντοκτορά για ευνόητους λόγους.
Ως γυναίκα – δεν μπορεί! – κάποιο κόλλημα θα έχεις με τα λούτρινα βλήματα. (Εκτός κι αν είσαι αλλεργική ή…εγώ).
Ως γονιός κατάκοπος και κουρασμένος, άφραγκος και μαδημένος σαν ξεπουπουλιασμένη κότα γιορτάρες μέρες, το χνουδωτό σίχαμα είναι η τελευταία σανίδα σωτηρίας της τσέπης σου.
Ως γκόμενος (μπορεί και σύζυγος) αμύνεσαι περί πάρτης και τσιφουτίστικα σκεπτόμενος, αγοράζεις αρκουδάκι (και θα συγκινηθεί η λεγάμενη και θα κάμεις οικονομία).
Κι όσο προσπαθείς να το αποφύγεις (το αρκουδάκι), τόσο πέφτεις πάνω σε παραφουσκωμένα καφέ, ροζ, μουσταρδί, λευκά σιχάματα, τα οποία μαγνητίζουν όλες εκείνες τις σάχλες έξω από βιτρίνες και παιχνιδάδικα: «Τι γλυκούλιιιι!», «Τι καλό!», «Τι μαλακό!!!».
Κι όσο εσένα ξυπνάει ο Ευαγγελάτος μέσα σου («με τι να το έχουν γεμίσει;», «μήπως να το ξεκοίλιαζα να σιγουρευτώ ότι δεν έχει κανά αρούρι μέσα;», «γιατί βρωμάει σαν πετρέλαιο το διαολεμένο;»), τα αρκουδάκια είναι στάνταρ προτίμηση (γαμώτι!).
Τι μπορεί να είναι χειρότερο απ’ αυτό; Για σκέψου λίγο:
Τα συμβατικά αρκουδάκια – ναι, ξέρεις αυτά τα καφέ με τη γλωσσίτσα έξω και το μάτι – κουμπί – κάπως τα αντιμετωπίζεις.
Για την ακρίβεια, απλώς τα κλάνεις. Δεν υπάρχουν, ρε παιδί μου.
Και παιδιά να έχεις και ανίψια, εσύ κάνεις την υπέρβαση και χριστουγεννιάτικα τους παίρνεις κάτι άλλο, πιο προβληματικό, πιο επικίνδυνο, πιο ζόρικο στην κατάποση…
Αδιαφορείς για την ύπαρξη των (συμβατικών) αρκουδακίων και το ζήτημα λήγει εκεί.
Έλα όμως που φέτος ο εκδικητικός Θεός και κάποιος πολύ μάγκας παραγωγός μας καπέλωσε αυτή την λαστιχένια πράσινη χλαπάτσα με το κίτρινο σώβρακο και τον χοντρό κώλο και δεν ξέρουμε – εμείς οι απανταχού εχθροί των τέντι μπέαρς – που να πάμε να κρυφτούμε.
Αυτή η αρκουδο-μπουχέσα λοιπόν – και πώς να μην είναι, αφού όλη μέρα τρώει πάριζα – έχει κάνει κατάληψη στην καθημερινότητα μου, απλώς δεν μπορώ να την προσπεράσω.
Ανοίγω την τηλεόραση, πιάνει τον κώλο καποιανής παρουσιάστριας.
(Βασικά, δεν έχει αφήσει κώλο για κώλο, αλλά τέλος πάντων).
Χαζεύω εφημερίδες και περιοδικά στο ψιλικατζίδικο, το δίνουν σε σιντί μαζί με σπαζοκλαμπάνικο τραγουδάκι που ξετρελαίνει τα πιτσιρίκια.
Ακούω ραδιόφωνο, σκοντάφτουν τα αυτιά μου πάνω στο εν λόγω σπαζοτέτοιο τραγουδάκι.
{Το οποίο τραγουδάκι, χωρίς παρεξήγηση κυρ – στιχουργέ μου, είναι η επιτομή της φλωροσύνης. Διότι το πράσινο, αλλήθωρο και ξεβράκωτο αρκουδάκι επιμένει ότι είναι καλό παιδί, διαβάζει τα μαθήματα του, χορεύει και ποιος ξέρει τι άλλο κάνει, αρκεί να το ταϊζεις το αλλαντικό της αρεσκείας του. Περίεργα τα μηνύματα κύριε στιχουργέ μου, δεν ξέρω, κάτι μ’ ενοχλεί…}.
Μην τα πολυλογούμε, έχω αγκυλώσει. Και τις τελευταίες δύο βδομάδες που οι δρόμοι έξω από σπίτι και δουλειά είχαν τιγκάρει στο σκουπίδι, με όλη αυτή την πράσινη μπίχλα που έχουν αφήσει πάνω στην άσφαλτο – ε, δεν θέλει και πολύ – το αρκουδάκι έχει «κλειδώσει» στο μυαλό μου.
Σχεδόν το…μυρίζω λέμε!
Σχεδόν έχω ‘πεθυμήσει τα άλλα, τα συμβατικά (αρκουδάκια). Που τα δαγκάνεις στο λαιμό και προσπερνάς.
Γιατί μ’ αυτό δεν θα ξεμπερδεύουμε εύκολα, το βλέπω. Ήδη το βάλανε να τραγουδάει χριστουγεννιάτικα. Γαμώτο!


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: indiequill.wordpress.com



ΥΓ1: Νομίζω ότι ξερνάω με την άγρια χαρά κάποιων ότι φέτος θα "ξηλωνόταν" και πάλι η Αθήνα (περισσότερο απ' όσο "ξηλώθηκε", δηλαδή), δίκην μνημοσύνου. Θεία δίκη. Και αυτοί και εμείς τιμωρηθήκαμε με τόνους σκουπιδοσκατών στη μούρη, απευθείας από τους οδοκαθαριστές της γειτονιάς μας.

ΥΓ2: Μα περισσότερο απ' όλα σιχάθηκα τα γλυκερά κείμενα για το αδικοχαμένο παλικαράκι. Ειδικά εκείνα που έφεραν φαρδιές πλατιές πολιτικές υπογραφές. Άλλες αρκούδες αυτές, αλλήθωρες, ξεβράκωτες και υποτακτικές.

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009

Και σιγά τα όργια, δηλαδή... (την Κυριακή είδαμε τα καλύτερα)


Παλιά, οι τσόντες είχαν υπόθεση. Έβλεπες ας πούμε τη λαίδη Σκορδοπιπίτσογλου να κουτουπώνει τον σταβλίτη, αλλά προηγουμένως είχε γεμίσει το μάτι σου με πλάνα από τον παραδιπλανό δρυμό, με δυο κυματάκια, καμιά πίπα δίπλα σε καμιά ζαρντινιέρα περιοπής.
Υπήρχε ένα βάθος, ένας συναισθηματικός οίστρος – δεν ξέρω αν με παρακολουθείς – και κυρίως είχες μια σιγουριά, ότι η λαίδη Σκορδοπιπίτσογλου στο τέλος θα έκανε 18 παιδιά με τον σταβλίτη, κοινώς θα την αποκαθιστούσε λευκή και άσπιλη (και χοντρή και σακουλιασμένη, αλλά δεν ‘ν’ της ώρας) στα μάτια της κοινωνίας.
Επίσης, εκτός από το βασικό σενάριο, υπήρχε ένας μπαγλαμάς σκηνοθέτης που εξηγούσε στη λαίδη που να στήσει τον απαυτό της και από ποια γωνία λήψης θα της τον έβγαζε πιο φακάμπλ, όχι έτσι αβέρτα κουβέρτα στήσου και κάτσε να σε παλαμαριάσουνε.
Για να μην μπω στη διαδικασία να αναφέρω, ότι με τις παλιές καλές τσόντες, υπήρχε ένα συναισθηματικό δέσιμο. Εσένα, δηλαδή, δεν σου θυμίζει τίποτα η «Εμμανουέλα στην Αφρική»; (Στην Ασία ή στο Περιστέρι έστω;). Δεν σου κάνει κάτι όλη αυτή η μουσική, όλο αυτό το τιριτόμπα που η γυναίκα είναι τόσο τσούλα και ταυτοχρόνως τόσο κυρία και ο άντρας τόσο φιφίτσουλας – την έχει πάντα, έτοιμη, ρε παιδί μου – και τόσο τσέτλεμαν ταυτοχρόνως;
Δεν αισθάνεσαι, ότι τις παλιές τσοντόβιες – τουλάχιστον, πριν την Τζένα Τζέιμσον, γιατί από εκεί άρχισε η έκπτωσις – και στα τέσσερα με τέσσερις να τις δεις και πάλι ένα σέβας θα τους το ‘χεις;
Και ξαφνικά έρχεται ένα όργιο της πλάκας, λόου μπάτζετ και με παγκοσμίως άγνωστους πρωταγωνιστές, σε ένα – υποθέτω – τριζάτο νοσοκομειακό κρεβάτι να σ’ τα κάνει όλα μούτι.
Τι ήταν να βγει αυτή η υπόθεση; Συναδέλφισσες και λοιπές γνωστές τρώνε τα χρόνια τους να ψάχνουν γκρικ άματουρς βίντεο στο ίντερνετ. Από την υστερία της όλης αναζήτησης κι από την ώρα που το γουγλ αρχίζει να σκορτσάρει, αντιλαμβάνεσαι ότι η καλή συνάδελφος δεν σκάμπαζε πολλά από… σκηνοθεσία και μια ανησυχία την έχει, μήπως ο φακός δεν έπιασε σωστά το…μουντ και μήπως στο μοντάζ δεν κόπηκαν τα ξύγκια.
Ταλαιπώρια και ωμότης.
Έκανε ζημιά η τεχνολογία και το μονοκάμερο. Έμεινε κόσμος άνεργος. Σκηνοθετάδες, πρωταγωνιστές, προδιούσερς, έχουν να συναγωνιστούν πλέον με κάθε καρυδιάς καρύδι που βγάζει ‘κει χάμου ένα μπλιμπλίκι, τραβάει ένα σκατόπλανο κακοφωτισμένο και μετά το μοστράρει στο Διαδίκτυο και κάνει και τον καμπόσο. Και δεν του κοστίζει και τίποτα. Τάζει ένα στεφάνι, ένα δαχτυλίδι, ένα πορτατίφ τελοσπάντων κι άμα του ζητήσεις και τα ρέστα σου κουνάει και τον κώλο του. Κατάλαβες, θράσος;
Και επιτέλους, ας εξηγήσει κάποιος στην κ. Τσιμτσιλή, ότι δεν συζητάει όλη η Ελλάδα ΤΑ όργια. Ένα μέρος της, ενδεχομένως, να συζητά – καλή ώρα – την κακή ποιότητα της συγκεκριμένης παραγωγής. Είπαμε, παιδί μου, ερασιτέχνες, αλλά αυτοί το παραχέσανε.
Τέλος πάντων. Το δίδαγμα είναι ένα: Να τα αφήσετε τα νουβοτέ, κορίτσια. Κι άμα δεν σκαμπάζετε κι από τεκνόλοτζι και σκουληκιάρη γκόμενο, να τα αφήσετε δυο φορές. Αυτές είναι δουλειές για επαγγελματίες. Κι άμα ντε και καλά σας τρώει ο πωπός σας για σταριλίκια, να ζητάτε αμοιβή για τον κόπο σας. Δε ‘ν’ ντροπή. Ντροπή είναι να γλείφετε τις φλοκάτες και μετά να σας ζητάνε και τα ρέστα για το καθαριστήριο.
Και μην ξεχνιέστε, παγκόσμια Ημέρα Κατά του Aids σήμερα, στο φαρμακείο να ζητάτε και τίποτα άλλο εκτός από βιταμίνες και λευκαντικά για τα δόντια. Προφυλακτικά τα λένε και για να τα χαρίζουν ακόμη κι οι εκδοτάδες, κάτι θα ξέρουν παραπάνω.
Άντε, παιδιά, χρόνια μας πολλά, μακριά από «παράσημα» κι όπου σας τάζουν γάμους να ζητάτε εγγυήσεις πρώτα και μετά να τσιτσιδώνεστε on camera. Τουλάχιστον να διεκδικείτε από κοινού τα εμπορικά δικαιώματα.


ΥΓ1.: Η καλύτερη τσόντα παίχτηκε την Κυριακή το βράδυ. Οι δεξιοί όταν θέλουν γίνονται μαστόρια ασύλληπτης χάρης, πρωτοτυπίας και αισθητικής. Άξιοι!
ΥΓ2: Το ίδιο έργο με πρωταγωνιστές από τον Περισσό θα ήταν πεταμένα λεφτά. 100 χρόνια στην ίδια στάση. Αμάν πια.
ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: newyinzer.com