Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2007

To know us better...

(...και επειδή με το «κοπτοραπτού» φρίκαρε η ελίτ των ΜουΜουΕ και κατέφθασαν στο mail μου οι πρώτες κουλαμάρες –ξέρετε, τα γνωστά κλισέ: καινούρια κότα στο bloggoκοτέτσι, ποια είναι, τι ζητάει, που το πάει…)

Είπα λοιπόν να γνωριστούμε λίγο καλύτερα.

…Λίγο μετά τη μεταπολίτευση (μπορεί και περισσότερο από λίγο, αλλά τέσπα), η καλή μου μητέρα κοιλοπονούσε δίπλα στη γαζωτική.
Ωστόσο, και ως φρικιό επαγγελματισμού – you know, δουλεύουμε με την κοιλιά στο στόμα και δε μασάμε τον κώλο μας – έκανε δυο βήματα παρέκει και με τσίρλισε κάτω από τον κοπτοράπτη. Έκτοτε τρέφω τρελή αδυναμία για τα λάδια μηχανής, ιδίως τα καμένα, ειδικώς δε των κοπτοραπτών. Τα χρόνια επέρασαν, η μανούλα έριχνε ορθοπεταλιά στη γαζωτική και εμένα με παρκάριζε στον κοπτοράπτη. Ο οποίος ανάλογα με τα στάδια της παιδικής μου ηλικίας, θύμιζε πορτ-μπεμπέ (αυτή η μαλακία που υποτίθεται ότι συγκρατεί τα μωρά σε μία θέση), παιδικό πάρκο, θρανιάκι νηπιαγωγείου με πλαστελίνες και σφηνοτουβλάκια, θρανίο σχολικής τάξης με βιβλία, τετράδια, λοιπές αηδίες….
Κάπου εκεί στη φάση του θρανίου, το τρίπτυχο της σχέσης κοπτοράπτης – μανούλα – γράφουσα, πέρασε κρίση.
Καθότι εγώ δεν μπορούσα να λειτουργήσω μακριά από τον κοπτοράπτη – παρεμπιπτόντως, την τέχνη την είχα μάθει ερήμην της μανούλας – απλώς παρακολουθώντας μανούλα να εργάζεται πάνω σε μηχανούλα.
Μην τα πολυλογάμε, κάποια στιγμή μανούλα φοβήθηκε ότι βλαστάρι της θα γίνει σαν μούτρα της, δηλαδή γαζωτριούλα – «φασόν, τιγκέλι, παραγγελίες αστυνομικά πουκάμισα αναλαμβάνουμε! Ευκολίες πληρωμής!» – και θεώρησε ότι ήρθε η ώρα να μου δείξει τον δρόμο τον καλό.
Ξηλώθηκε – ας είναι καλά κοπτοράπτης και γαζωτική – και με κέρασε ένα από τα πρώτα Pentium της ελληνικής αγοράς, αξιολογώντας και τα λόγια της δασκάλας που της έλεγε «κυρία Φωτεινή μου, το παιδί χαζεύει, αλλά είναι καλή στα…φιλολογικά».
Το ανοίξαμε το πισάκι, πολύ χαρήκαμε για τη γνωριμία, κουμπάκια ολούθε, αλλά τι να το κάνεις, όταν έχεις μάθει στον πεντάκλωνο. Τον κοπτοράπτη, εννοώ.
Άλλος ήχος, βρε παιδί μου. Τόση ήταν η πρεμούρα μανούλας να μη με δει και ‘μένα γαζωτριούλα που αναγκαζόμουν να χτυπάω τα πλήκτρα, να νομίζει ότι γράφω για να μ’ αφήνει και στην ησυχία μου. Προσπερνάω στα γρήγορα πανεπιστήμια, φροντιστήρια κι άλλα άχρηστα – εν Ελλάδι, τουλάχιστον – ξεράσματα για να φτάσω στη στιγμή που μανούλα, αναλαμβάνουσα παραγγελία από γνωστό δημοσιογράφο, αναλαμβάνει και την βλακεία να του δώσει να δει κάποια εκ των πονημάτων μου. «Στείλ’ τη μου να τη δω», είπε ο μπαρμπούλης και η μανούλα το ‘κανε το χρέος της.
Για να καταλήγουμε, τελικώς, έκτοτε πέρασαν χρόνοι 11. Από τα δε ΜουΜουΕ έχω να το παινεύομαι ότι κοπτοραπτού πέρασε μόνο μια. Διότι, τελικώς κοπτοράπτης και πισάκι την ίδια δουλίτσα κάνουνε. Σ’ όσα Μέσα βρέθηκα το ίδιο πράγμα άκουσα: «κόψε λίγο από δω βρε παιδί μου και βάλε λίγο κείμενο παρακάτω», «βρε, κουκλίτσα μου κόψ’ το αυτό! Είναι μηνύσιμο», «…είναι ενοχλητικό», «…είναι βαρύ», «…αλάφρυνε το λίγο, ο αναγνώστης θέλει ελαφρούλικα και σφιχτούλικα κειμενάκια» (σ.σ.: κι άμα θέλει τέτοια για δε βάζουμε τον κώλο της Σαράποβα, αφεντικό;), «… είναι ελαφρύ, σφίξ’το λίγο», «…καλά τα γράφεις, αλλά τον τάδε μην τον παραγαμάς, γιατί είναι φίλος του εκδότη», «δεν προλαβαίνουμε να γράψουμε κείμενο, κάνε κόπι πέιστ από το ΑΠΕ! Και σβέλτα»…
Και κάπως έτσι, ο κοπτοράπτης μου έγινε δεύτερη φύση. Και σε άλλους, υποθέτω. Μόνο που ο κοπτοράπτης – ο κανονικός έτσι;- , άμα το δουλεύεις καλά το εργαλείο, σου αφήνει και κανά φράγκο στην τσέπη. Ο άλλος – ο γιαλαντζί – σε βάζει κάτω για 600 ευρώ το μήνα, όξω οι Κυριακές.
Λοιπόν, γνωριμία, τέλος. Θα ακολουθήσουν ειδήσεις, άνευ κοπτοραπτικής άντε και καμιά ιστορία από το εργαστήριο – το κανονικό, των ΜουΜουΕ, ό,τι ‘να ‘ναι – για να γουστάρουμε… Φιλιά και καλές χειροτεχνίες, συνάδελφοι…

1 σχόλιο:

Ψυχος είπε...

Την ιδιοτητα της κοπτοραπτου
την εχω συνδυάσει με μια κυριως σκηνη.

Ροκ Κλαμπ. Στις 3-4 το πρωι.
Στις αρχες των 90'ς.

Γκομενα στα 30. Με κολλαν αρβυλες
και μεταλλαδικη μπλουζα. Να κανει χεντ-μπανκιν.

Πως σε λενε;

Σουλα;

Τι δουλεια κανεις Σουλα;

Κοπτοραπτου.