Παρασκευή 13 Ιουνίου 2008

Το 10 το ζαβό (συν μία κουλαμάρα)...


Από Παρασκευή σε Παρασκευή το πάω, το ξέρω σκατά τα ‘χω κάνει, όλο λέω ότι θα οργανώσω τον χρόνο μου, αλλά σε λίγο θα πάρω το βραβείο της ακαμάτρας γαζώτριας.
Έλεγα κι εγώ, με το πτωχό μου το μυαλό, ότι η ανεργία – ή έστω η ημιανεργία* – ήταν το καλύτερο που μπορεί να λάχει του ζαβού ανθρώπου, αλλά πριτς!
Μόλις σε πάρουν πρέφα ότι τα ψιλοξύνεις, αρχίζουν τα πατιλίκια.
Του τύπου «τρέχα να πληρώσεις κανά λογαριασμό», «βάλε και λίγο σκούπα», «α, και τα βρακιά σου μην τα πετάς δώθε κείθε, γιατί μετά εσύ θα βάλεις πλυντήριο κι εσύ θα απλώσεις».
Μέσα σ’ αυτήν την υπέροχη ντίρλα, ήρθε και η Θεία Ντόνα να με αποκάμει – όχι που δεν ήθελα, δηλαδή, δουλειά δεν είχε ο διάολος πιλάτευε τα ανίψια του – και μου ζήτησε κάτι εν είδει μπλογκοπαίχνιδου, το οποίον και δεν είμαι απολύτως σουρ ότι το άρπαξα καλώς.
Θέλει να της γράψω 10 (άχρηστα) πράγματα για μένα.
Αλλά επειδή ημιάνεργη μπορεί να είμαι, προχειράντζα όμως όχι, εγώ τα 10 θα τα εξελίξω, του στυλ 10 (άχρηστα) για μένα, κουσούρια που μ’ άφηκε η τηλεόραση.
Τσιμπήστε λοιπόν (και εσένα Θεία Ντόνα σε θέλω προσεχτικιά)…
UPDATE: Η οποία Θεία μάλλον ερωτεύτηκε και αντί να μου γράψει "10 +1", το 1 το κράτησε για την πάρτη της!!!!

1. Είμαι απροσάρμοστη. Και ντροπιάρα. Του στυλ, όταν μου μιλάνε άγνωστοι – ενίοτε και γνωστοί - να τραυλίζω και να κοκκινίζω. (Απίστευτο;;;). Εκτός κι αν μου πιάσουν κουβέντα για την Αννίτα Πάνια. Εκεί αλλάζει το πράμα.

2. Δεν μ’ αγάπησαν ποτέ τα αφεντικά μου. Όχι που το ‘χω παράπονο, αλλά έτσι το αναφέρω. Παρηγοριά σε κάτι τέτοιες στιγμές έβρισκα στο πρόγραμμα του Star.

3. Έχω καμιά 200αριά ζευγάρια παπούτσια. Σε λίγο θα με διώξουν απ’ το σπίτι, θα εκλέξουν πρωθυπουργό και θα ζήσουν αυτά καλά και εγώ σε κούτες στην Ομόνοια. Έβλεπα πολύ Fashion Tv στα νιάτα μου.

4. Σιχαίνομαι (ξερνάω, ζαλίζομαι, πέφτω σε κατάθλιψη) τις συσκέψεις. Ειδικά των καναλιών. Ακόμη κι αν… βγάζουν «είδηση». Φτου!

5. Λατρεύω τις ιατρικές σειρές. Και τα ιατρικά ντοκιμαντέρ. Κάνε με βοηθό νοσοκόμας του Δόκτωρ Χάουζ. Δεν έχω πρόβλημα. Δεν αηδιάζω με τα αίματα, δεν κωλώνω με τους εμετούς, δεν αποθαρρύνομαι με τις μύξες και τις λοιπές ρυπαρές εκκρίσεις.

6. Έχω κόλλημα με τις κούκλες (εξόν από Μπάρμπι και λούτρινες αηδίες!). Μεγάλο. Και με τα αυτοκινητάκια. Το κακό είναι ότι ποτέ δεν πρόκειται να βγάλουν ομοιώματα ελληνικών σειρών στην ελληνική παιχνιδοαγορά. Αν ακούει κανείς, πάντως, ενδιαφέρομαι να αγοράσω «3 Χάριτες» σε κούκλες. Και προς Θεού, ελληνικών σειρών είπα, και όχι δελτίων ειδήσεων. Το διευκρινίζω γιατί ανάμεσα μας παίζουν και ψυχανώμαλοι και είναι ικανοί να βγάλουν «Γιώργο Τράγκα με στολή Ράμπο…»

7. Αν μου πεις ψέματα, μπορώ να αρρωστήσω. Μην ανακαλύψω ότι άλλο μου ‘δειξες κι άλλο μου ‘μπηξες. Την έβαψες. Βέβαια, αυτό δεν ισχύει για τους παρουσιαστές, ιδίως της πρωινής ζώνης. Η χαρά του κοπτοράπτη είναι να μασάει τις γραβάτες τους…

8. Έχω εμμονή με τα κραγιόν. Το 10άρι του Λιπ Φίνιτι της Μαξ Φάκτορ είναι απλώς α- ξε – πέ – ρα –στο! Αυτό, βέβαια, είναι κάτι που δεν ασπάζεται ο μυστακοφόρος αγαπημένος μου και δεν ξέρω πότε θα με στείλει στον γέρο διάολο. Τι να κάνω, ρε παιδιά; Ποιότητα, ποιότητα, αλλά εγώ μεγάλωσα με τα ροδαλά χειλάκια της Ελένης Μενεγάκη.

9. Βάρναλης, Πολυδούρη, Ταχτσής, Πόε, Έλιοτ, Κίπλινγκ. Με αυτή τη σειρά ακριβώς! Κι ούτε ένας – ΕΝΑΣ! – πουλημένος της τηλεόρασης δεν μου ‘χει κάνει τη χάρη να ασχοληθεί σοβαρά με την πάρτη τους! Ο Καρατζαφέρης που πριν από ‘κανά δυο χρόνια ασχολήθηκε με τον Ταχτσή δεν πιάνεται, γιατί είναι ο Καρατζαφέρης.

10. (Ουφ! Ξεσπαλιάστηκα, κυρά μου!). Είμαι μονόχνοτη. Και φίλους έχω τρεις. Μετρημένους. Έναν από παιδί και δυο που μου ‘λαχαν στον δρόμο. Και αν τους πειράξεις, σκοτώνω. Με τον έναν δεν μπορώ να μιλήσω για τίποτα τηλεοπτικό, γιατί έχει πετάξει την τηλεόραση απ’ το σπίτι του, αλλά μ’ αγαπάει μέχρι θανάτου και με ανέχεται. Στον άλλο χρωστάω την εμπλοκή μου με τις κοπτοραπτικές. Και την τρίτη – αν κάποια στιγμή δεν με τρελάνει με τις μαλακίες της – θα την παντρέψω στην Τήλο και τις πουτάνες τις κάμερες δεν θα τις αποφύγουμε…

11. (Το ένα που λέγαμε;;;) Όταν ο Ευαγγελάτος πήγαινε, εγώ γύριζα τρίτη φορά!
Εγώ, χρυσέ μου, να σου δώσω συμβουλές για το πως το μπουγαδοκόφινο δεν πιάνει τριχομονάδες και που 'σαι: πριν πατήσεις στο φιλόξενο ραφείον μου, βγάλε παπούτσια - ΤΩΡΑ! - και μετά κάνε ό,τι θες!

Και επειδή είμαι εκδικητικός τύπος, καλώ τον Monahikoliko, την Abttha, τον Swell, τον Γιάννη τον Καφάτο και την – εσχάτως τεμπέλα – Τσαπερδόνα Κανατάκη να γράψουν τα δικά τους άχρηστα 10άρια (συν την κουλαμάρα) για την αφεντιά τους.



* Ημιανεργία: Κατάσταση κατά την οποία δεν ξέρεις αν δουλεύεις. Δηλαδή, ξέρεις, αλλά προκοπή δεν βλέπεις, οπότε είναι σαν να μην δουλεύεις...




Παρασκευή 6 Ιουνίου 2008

"...Καλοκαίρι, μια οσμή νεκροθαλάμου, καλοκαίρι...."


Αυτά τα καλοκαίρια, τα πλαστικά, τα μίζερα, που δεν ξέρεις πότε ίδρωσες, πότε κρύωσες, πότε σκατά θα βρέξει, είναι τα χειρότερα. Και για ‘σένα και για την τηλεόραση. Λες και ο καιρός είναι σε... απευθείας σύνδεση με αρκετούς υπηρέτες της δημοσιογραφίας.
Μιλά με το στόμα τους:
Πότε ξεπροβάλλει δειλά μια ακτίνα ήλιου – τότε που κάνουν όντως αυτό που πρέπει. Σε πληροφορούν.
Πότε βρέχει ακατάπαυστα βλακείες – καμιά ομπρέλα δεν είναι αρκετή.
Και πότε τα λεγόμενα τους καίνε σαν βασανιστικός, λιγδιάρης καύσωνας τα εγκεφαλικά σου κύτταρα. Είναι οι στιγμές που τα σενάρια της μαλακίας – καμιά είδηση, μόνο σάλτσες – χύνονται από την οθόνη σαν καυτή ανάσα, ανθρώπου που έχει καιρό να πλύνει τα δόντια του.
Τις τελευταίες μέρες σχεδόν μακαρίζω τον Ταχτσή.
Ο φόνος του δεν βεβηλώθηκε ικανά.
Η λινκιά δεν είχε ακόμη ανακαλυφθεί.
Άσε που τω καιρώ εκείνω, οι ανόητοι αισθάνονταν ακόμη μια κάποια ντροπή για την ανοησία τους και φρόντιζαν να μιλούν λιγότερο.
Σήμερα, σε τεμαχίζουν, ενώ είσαι ακόμη ζωντανός. Σιγά που θα κωλώσουν, όταν πεθάνεις.
Αν δε, πεθάνεις φρικτά, οδυνηρά, κανείς δε σε γλιτώνει από το σκύλεμα.
Βλέπεις, ο νομοθέτης είχε προβλέψει την περιύβριση νεκρού – άρθρο 201 του Ποινικού Κώδικα. Δεν είχε προβλΤον Ιαίποτα για την τηλεοπτική περιύβριση που προκύπτει στο σαλόνι σου, βαφτισμένη «ενημέρωση».

«Οι τελευταίες στιγμές του Νίκου Σεργιανόπουλου».
«Στα ίχνη του δράστη του φόνου του Νίκου Σεργιανόπουλου»
«Όλη η αλήθεια για τη δολοφονία του Νίκου Σεργιανόπουλου»
«Πρόσωπο – κλεδί καταθέτει για την υπόθεση του Νίκου Σεργιανόπουλου»
«Έτσι σκότωσαν τον Νίκο Σεργιανόπουλο»

Κι ύστερα ήρθαν οι γενικεύσεις, τα υπονοούμενα, οι σιχαμερές νουθεσίες περί ομοφυλοφίλων, αυτά τα λεκτικά όργια που και νεκρό ανασταίνουν.
Κι ύστερα ήρθαν οι... «ενδοσκοπήσεις» από ψυχολογοψυχιάτρους που είναι να απορείς ποιος ασθενής τους εμπιστεύεται ό,τι πολυτιμότερο έχει: την ψυχή του...
Κι ύστερα ήρθαν οι... αγορεύσεις από δικηγόρους, που δεν θα καθόσουν να σε υπερασπιστούν ακόμη κι αν είχες κλέψει μια καραμέλα.
Ταφόπλακα στα παραπάνω, το τηλεπαπαδαριό που το φυσικό του περιβάλλον δεν είναι ούτε ο άμβωνας ούτε το εξομολογητήριο...
Μ’ έναν κώδικα ηθών και αξιών που η δικιά μου η μεζούρα – και κανενός, φαντάζομαι – αδυνατεί να προλάβει... Ποτε μακραίνει, κατά πως θέλουν όλοι αυτοί και πότε κονταίνει. Κατά τον ίδιο τρόπο.
Το τι τεκταίνεται, όταν οι προβολείς σβήνουν και τα γκλάμουρ πάρτις τελειώνουν, το ξέρετε όλοι. Κι αν δεν το ξέρετε, κάντ’ τε μια βόλτα μέχρι το blog του χαρισματικού Παναγιώτη Χατζηστεφάνου και την «Επώνυμη» του (panagiotishadjistefanou.blogspot.com).
Γραμμένο πριν από λίγα χρόνια, γραμμένο σκληρά, βάρβαρα σχεδόν, αλληγορικό σε πολλά σημεία, αλλά πέρα για πέρα πραγματικό, για όποιον το... «σηκώνουν» τα ευαίσθητα άντερα του.
Όλα τα υπόλοιπα, όσο κι αν καίγεστε από... ανθρώπινη περιέργεια, δείτε τα. Αλλά προσπερνώντας τα. Έτσι κι αλλιώς -και επειδή νοιαζόμαστε για τον συνάνθρωπο- είμαστε καταδικασμένοι να τα ξαναδούμε.
Σε επανάληψη. Αργά, εμετικά, βασανιστικά.


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ:
www.ibiza-spotlight.com

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2008

Θεολογικά ζητήματα...



Αποφεύγω να κάτσω στον κοπτοράπτη εδώ και καμιά δεκαριά μέρες.
Μαζί με εμένα κάθονται κι άλλοι δύο τύποι (όχι δεν σάλταρα! Μιλώ σοβαρά!).
Ο ένας κρατάει τρίαινα, έχει δυο μικρά βερνικωμένα κερατάκια και μου τσιμπάει τον πισινό κάθε που πάω να πω «δε βαριέσαι, κι αυτό θα περάσει».
Ο άλλος φοράει κελεμπία, ξεψειρίζει κάτι εκνευριστικώς λευκά γένια και σε κάθε μου αντίρρηση, με το δεξί του χέρι με χαϊδολογάει και με το αριστερό αστράφτει ξανάστροφες στον βερνικωμένο...
Το βασικό μας πρόβλημα – ημών των τριών – είναι ότι ο καθείς πιστεύει πως για ό,τι μου συμβαίνει φταίει ο άλλος...
Το παπουλάκι με τα λευκά γένια θεωρεί ότι πηγή των προβλημάτων μου είναι ο τύπος με την τρίαινα...

Ο βερνικωμένος πάλι φρονεί ότι το πρόβλημα μου είναι ο μπάρμπας που με ωθεί στην αδράνεια, σε μαθήματα του τύπου «γύρνα και το άλλο μάγουλο»...
Εγώ πάλι φρονώ ότι μου τα ‘χουν ζαλίσει κι οι δύο και τις τελευταίες μέρες ψάχνω εντομοκτόνο της προκοπής που να ξεπαστρεύει ζωύφια σαν και την πάρτη τους (δεν βρήκα...).
Δεν ξέρω – μα την Αγία Καραμέλλα – ποιος από τους δύο είναι πιο εκνευριστικός...
Πάω να ανοίξω τον κοπτοράπτη, - τσουπ! – ακάλεστος ο μεσιέ με τα λευκά...
Στο πρώτο γαζί, σκορτσάρει ο ένας κλώνος, κόβεται η κλωστή, αρχίζω τα πουστιρλίκια και λες και τον ερώτησα, πετάγεται ο μπάρμπας:
«Μη βαρυγκωμάς. Κανένας δεν περνάει καλύτερα από ‘σένα... Να, βλέπεις το αφεντικό σου; Είναι μόνο του, χωρίς φίλους, χωρίς κανέναν να τον αγαπάει πραγματικά, χωρίς έναν άνθρωπο να του χαμογελά γιατί το εννοεί...».
Φουρκισμένη βουτάω το ψαλίδι. Αφενός να φτιάξω τις κλωστές αφετέρου να πατήσω μια ψαλιδιά στο καφτάνι του μπάρμπα, να ‘χει να ασχολείται να μ’ αφήσει στη μιζέρια μου.
Δεν προλαβαίνω να το σκεφτώ και – παφ! – σκάει το σκατό με την τρίαινα. Και με μια τσιριχτή φωνή το πουτανάκι...
«- Τι κάαααθεσαι;;; Κότα!!! Κοτάρα!!! Βούτα το ψαλίδι και κάν’τα όλα λίμπα! Μπες μέσα και μην αφήσεις γαζωτική για γαζωτική! Χαζή!!!! Να σου πιάνουν τον πισινό, δε σε πειράζει!!! Εγώ σε πειράζω που σου ρίχνω καμιά για να ξυπνήσεις!!! Σήκωωωω! Κοτάρα, κωλώστρα, ψευτοτσαμπουκά της δεκάρας!!!»
«- Μην τον ακούς!», πετιέται αναπτερωμένος ο μπάρμπας. «Η ζωή είναι ανηφόρα. Αυτός θέλει το κακό σου! Θέλει να μείνεις με το ψαλίδι στο χέρι. Δούλευε και έχει ο Θεός. Δηλαδή, εγώ...».
«- Μμμμμ! Ο ρήτορας! Τέτοια λέγε της να κάτσει μια ζωή εδώ πάνω, να βγάζει τα μάτια της για τα κουρέλια των άλλων. Ξύπνα, γελοία! Πάρε την κατάσταση στα χέρια σου, μπαγλαμού!!!! Ε, μπαγλαμού!!!».

... Όπως καταλαβαίνετε, με τέτοιες παρέες κυκλοφορώ στην Αθήνα, καλοκαιριάτικα. Ούτε η Eurovision, ούτε τα καλλιστεία, ούτε το πάρτυ του Real, ούτε μια ταινία με ζόμπι που έδειχνε –μεγάλη η χάρη Του – το Mega, Δευτέρα ξημερώματα δεν μπόρεσε να με κάνει καλά...
Ένα αγαθό είχα εν αφθονία, η τρισέρμη, τον ύπνο, και το ‘χασα κι αυτό από τη μέρα που στο δεξί μου αυτί εγκαταστάθηκε ο θείτσος με τα πούπουλα και στο αριστερό μου το υπόθετο με το θειάφι και την τρίαινα.
Μακάριες οι γκόμενες των καλλιστείων! Πόσο θα ‘θελα να ‘χα την καΐλα τους! Πόσο θα ‘θελα τα ζόρια μου να λύνονταν με ένα απλό ξεμάλλιασμα. Και το μόνο μου ζόρι να ήταν ποια ξεφτίλω μου βούτηξε το στέμμα!


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ:
www.funbumperstickers.com
www.dancollinscartoons.com

Κυριακή 25 Μαΐου 2008

Νόουμπάντι’ς μπιτς: Κάνοντας... ίντερβιου στην Ελλάδα



Ίντερβιου. Στην Ελλάδα δεν πρέπει να υπάρχει πιο παρεξηγημένη διαδικασία.
Πας, ας πούμε, μία ωραία πρωία για να συζητήσεις με κάποιον κυριούλη, που μεγάλη όρεξη την έχει να επενδύσει στις κοπτοραπτικές…
Ωραίαααα! Σε πρώτη φάση σου κλείνει ραντεβού, ενώ στο τηλέφωνο σε έχει ζαλίσει στις κολακείες – «εγώ θέλω κάποια / -ον σαν κι εσάς, να το ξέρει το αντικείμενο, να είναι συνεπής, να ξέρει τι φουστάνι ράβει, μπλα μπλα μπλα» - κοινώς σου τα ‘χει κάνει τσουρέκια πασχαλινά, τόσο πια, που λες, «δεν μπορεί, ας πάω, να δω τουλάχιστον πόσο καραγκιόζης είναι».
Βάζεις τα σιδερωμένα σου, παίρνεις και ένα ημισοβαρό ύφος, τσιμπάς απ’ το συρτάρι και κανά δυο τρία, σαραντά τρία δείγματα δουλειάς, να μη μας πάρουνε και για χθεσινούς, φοράς και ένα μέτριο τακούνι για να μην ξεγοφιαστείς – αν είσαι γυναίκα- και πηγαίαιαινεις!
Συνήθως, το… ίντερβιου γίνεται στο γραφείο του καραγκιόζη και εφ’ όσον έχεις κλείσει 45 λεπτά στην αναμονή, έχεις κοζάρει όλες τις γραμματείς και έχεις πιει στην καλύτερη των περιπτώσεων 3 καφέδες.
Κάποια στιγμή και ενώ αρχίζεις να τα παίρνεις στο κρανίο και είσαι έτοιμος/-η να σηκωθείς να φύγεις, ανοίγει η πόρτα και βγαίνει ο προύχοντας.
Συνήθως, το άνοιγμα της πόρτας συνοδεύεται από ένα χοντροκομμένο «ω! την αγαπητή/-ό» και ένα σιχαμένο ταπ ταπ στην πλάτη και οι δυο σας περνάτε στα ενδότερα.
Κι εκεί βγαίνει το τσίρκο με όλα τα ζώα ιν φτροντ οφ γιορ άις.
Το τι ακούς – δεν λέγεται.
Το τι βλέπεις – δεν περιγράφεται.
Το τι μαλακίες συλλέγεις στο ειδικό κουτάκι για τέτοιες περιπτώσεις - είναι πέρα από κάθε φαντασία.
Ο τύπος – που έχεις απέναντι σου – θέλει να γίνει Μέρντοχ τουλάχιστον, δεν το συζητάμε – και εσύ ακούς στωικά τα σχέδια, μέχρι να φτάσουμε στο ζητούμενο: τι ζητάει από ‘σένα και κυρίως πόσο προτίθεται να πληρώσει αυτό που ζητάει.
Το πρώτο σκέλος – τι ζητάει, δηλαδή – το πληροφορείσαι άμεσα.
Θέλει αυτό και τούτο και κείνο, θέλει και λίγο Κωστέτσο, αλλά να μοιάζει με Ντιόρ και στο βάθος να ξεχωρίζει λίγο Γκαλιάνο.
Κοινώς, θέλει την μάνα του και τον πατέρα του, στο πανηγύρι της Άνω Παναγιάς, λίγο πριν τον 15αυγουστο.
Οκέι, λοιπόν.
Και έρχεται η σειρά σου. Να μην πεις κι εσύ τι θέλεις για την υπερπαραγωγή;
Όχι. Να βουτήξεις τα χαρτιά σου και να πας σπίτι σου, αγαπημένη/- ε.
Διότι, θα δουλεύεις κανά μήνα (στην καλύτερη περίπτωση), αλλά το επίμαχο δεν θα το έχεις συζητήσει ακόμη.
Στο μεσοδιάστημα ο καραγκιόζης θα σου έχει ζητήσει να γίνεις ο Καβάλι ο ίδιος και που ‘σαι; Τι παράξενο… Δεν θα ‘σαι πια ο…αγαπητός.
Σε κάθε τηλεφώνημα, σε κάθε – μη χέσω – μίτινγκ θα είσαι ο «ρε, συ!».
Εκτός…
Εκτός κι αν αποφασίσεις, ανεξαρτήτως γένους να γίνεις μπόσις μπιτς – κι όταν λέω μπιτς δεν εννοώ την παραλία – και καταφέρεις εξ αρχής να συστηθείς, όπως συστηνόταν ο εκ Ρωσίας νικητής της Γουροβίζιον, Ντίμα Μπίλαν: «Χαλόου. Άι έμ Ντίμα Μπίλαν, μπιγκ σταρ ιν Ράσα!».
Αν πάλι δεν κάνεις το παραπάνω, και έχεις αποφασίσει αμέσως μετά το Ίντερβιου να πας για καφέ, απλώς υφίστασαι τον παπάρη να σου λέει για τον «επικεφαλή» που θέλει «να σε διορίσει», χαιρετάς ευγενικά και τον στέλνεις αλλού να βρει κότσους.
Μετά από πολλά χρόνια, και ενώ έχεις κάνει συλλογή από παπαριές και καραγκιόζηδες, έχεις να λες στα εγγονάκια σου μένι – μένι στόρις αμπάουτ ιντερβιους φορ τζοβ ιν Γκρις, γελάτε όλοι ευτυχισμένοι και ελπίζεις ότι τα εγγόνια σου δεν θα κακοπέσουν σε τέτοια αθύρματα.


ΑΣΧΕΤΟ: Παρακαλείται όποιος γνωρίζει τι μάρκα παπούτσια φορούσε η Καλομοίρα στον τελικό, καθώς και η εκπρόσωπος της Νορβηγίας να στείλει εδώ!!!


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: ir.vtbearcompany.com

Κυριακή 18 Μαΐου 2008

Οι κάλοι μου και "Οι Πύλες του Ανεξήγητου"


Παράπονο το ‘χουν μάι μπιλόβντ ουάνς να προσέχω στον δρόμο, όταν περπατάω. Α, αυτό αξίζει να το δείτε, διότι φαινομενικά δεν έχω καμιά επικοινωνία με το περιβάλλον, 9 στις 10 έχω μαραφετάκι στα αυτιά και ακούω χαζαμάρες και 10 στις 10 μ’ έχει χτυπήσει το παπούτσι και πηγαίνω σαν συγκαμένη με ολίγον από χαζό χαμόγελο στη μάπα.
Με λίγα λόγια, είμαι γυναίκα που σταματώ την κυκλοφορία!
Καθότι δεν ακούω όταν μου κορνάρουν, αλλά και να θέλω δεν μπορώ να τρέξω διότι έχω μάθει στις ξυπολησιές και οποιοδήποτε παπούτσι στα δέκα λεπτά με έχει αχρηστέψει ως άνθρωπο ευθυτενή.
Οι άσχετοι και πυροβολημένοι πιστεύουν ότι τανιέμαι και κουνιέμαι (πονάω, βρε γελοίε! Την όρεξη σου είχα να πηγαίνω σα σκούνα!), οι δε καλοί άνθρωποι, ψιθυρίζουν με τρυφερότητα ατάκες του τύπου: «χαζούλικο, μωρέ, αλλά χαριτωμένο» (να ‘στε καλά, παιδιά!).
Η ουσία είναι ότι εγώ τα πάω περίφημα με την πάρτη μου κι αν με άφηναν αι συνθήκαι να κυκλοφορώ ξυπόλητη για το υπόλοιπον του βίου μου, θα είχα διαπρέψει (δεν ξέρω που, αλλά περί αυτού είμαι βεβαία)…
Αυτή του κουλαμάρα, με τους κάλους στα πόδια (του μυαλού δεν ενοχλούν στην κίνηση), εγώ την πάω βόλτα εδώ και πάνω από 25 χρόνια και καθόλου δε με χάλασε. Ο δε κολλητός μου προτιμά να με λέει «ιδιαίτερη», απ’ το να φωνάζει κουλή και να με πληγώνει.
Όσο για τον καλό μου, ε, αυτός έχει πάρει απόφαση ότι τα’ χει φτιάξει με γιαγιάκα που μοιάζει με προσκοπίνα και ο χριστιανός (με) πηγαίνει μονίμως στο ρελαντί.
Σημειώστε δε ότι, όταν πρέπει να παρουσιαστώ σε κάποιο επαγγελματικό ραντεβού, μίτινγκ (μη χέσω!) ή άλλη κοινωνική υποχρέωση με αδιάκριτα βλέμματα, είμαι η επιτομή του «άνω θρώσκω» και του «βαδίζω γαμάτα!». Σφίγγω τα δόντια, το παπούτσι έχει γίνει ένα με το νύχι μου κι ας είναι και δυο νούμερα μεγαλύτερο (!), οι κάλοι είναι έτοιμοι να ερεθίσουν τους δακρυγόνους αδένες μου, αλλά χαμογελάω με χάρη και δεν τρέχει κάστανο.
(Βέβαια, στο τέλος της ημέρας είμαι σαν τον Ντάνιελ Σαν στο Καράτε Κιντ, να σφαδάζει από τσι πόνοι και χωρίς κανέναν Κινέζο σένσεϊ να του βάζει μαγική λοσιόν στα ματωμένα κάτω άκρα, αλλά δεν πειρά…).
Ωραία! Και ενώ σας έχω πει όοοολα αυτά και πλέον είναι πανεύκολο να με εντοπίσετε στους δρόμους της Αθήνας, πως θα σας φαινόταν αν συνέχιζα το κείμενο, παρντόν το φουστάνι ήθελα να πω, με ανάλυση για την πυρηνική ενέργεια και τον Βανούνου τον άτιμο;
Θα λέγατε ότι η Κοπτοραπτού το ‘καψε και θέλει καινούριες φλάντζες και κανένα άδικο δεν θα ‘χατε.
Ε, κάπως έτσι την πάτησα το Σάββατο τα μεσάνυχτα (όχι, δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω με μία φαγωμένη απ’ το παπούτσι φτέρνα!), όταν επέλεξα να δω (ΝΑΙ! ΝΑΙ!) «Πύλες του Ανεξήγητου» στον Άλτερ.
Το θέμα ήταν, αν επικοινωνούν μαζί μας οι συγχωρεμένοι μας και πως το κάνουν, ενώ στην εκπομπή ήτο καλεσμένο και ένα διάσημο «διάμεσο».
Προσπεράστε το γεγονός ότι είδα αυτό που είδα (τα ‘χουμε πει: είμαι βιτσιόζα! Συμπαθάτε με…), προσπεράστε και τη θεματολογία που για τους πολλούς μπορεί να θεωρηθεί και λίγο σπούκι…
Σταθείτε στο ότι χαμπάρι δεν πήρα για το θέμα – άτιμες τηλεοπτικές αναγγελίες, άλλα λέτε και άλλα δείχνετε! – και στο ότι χωρίς το «διάμεσο», «γραμμή» με τη γιαγιά μου τη Νινή δεν θα βγάλω που να χτυπάω τον αποτέτοιο μου χάμου.
Βέβαια, μπορεί να φταίει ότι ποτέ δεν κατάφερα να επικοινωνήσω της προκοπής με τους ζώντες και θα βγάλω άκρη με τους συγχωρεμένους;
Επίσης, (προσπαθώ να εστιάσω στη ρίζα του προβλήματος), ίσως να ‘φταιγε ότι με απασχολούσε κάτι πολύ γήινο, όπως η γιγάντια φουσκάλα που είχε φυτρώσει τόσο στη φτέρνα όσο και στο μεσαίο δαχτυλάκι… Πως λοιπόν να ασχολούμαι με την ύλη – τα ξερά μου, δηλαδή; - και να ‘χω απαιτήσεις να επικοινωνήσω και με το «πέρα από ‘δω»;
Άσε που γενικώς είμαι πολύ κατά του οβολού υπέρ μαργιολικατζούδων που θα μου πουν
α. τι κάνει η γιαγιά μου εκεί πάνω, β. ποια τσούλα μου βούτηξε τον γκόμενο στη Γ’ Γυμνασίου, γ. που καταχώνιασε η μάνα μου την καφέ μου τη βερμούδα (ΠΟΥ;;;).
Διότι, ναι, ο κύριος «διάμεσος» πλερώνεται κανονικά για να κάνει συνεδρίες δημοσίως, αλλά αν πας και τον τσιμπήσεις στο μουλωχτό και στο ιδιωτικό μπορεί να σε εξυπηρετήσει, αλλά να είναι προβληματική η λινκιά του με τον Ύψιστο.
Κατά τα λοιπά ο κ. Χαρδαβέλλας μου είναι εξαιρετικά συμπαθής. Ειδικά όταν είναι όρθιος και βαδίζει πάνω κάτω στο στούντιο. Είναι που πιστεύω ότι κι εκείνον τον κόβουν τα ρημαδοπάπουτσα και συμπάσχω.
Να, μια εκπομπή που θα ‘χε ενδιαφέρον, λοιπόν: μήπως οι κάλοι είναι εξωγήινοι ξενιστές με στόχο την σταδιακή εξαφάνιση μας (από τους γαμωπόνους);;;; Ρωτώ.



ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.stickertracks.com

Κυριακή 11 Μαΐου 2008

Τιβί: Ρόουλ πλέινγκ γκέιμ φορ έβριβόδι



(Εμπνευσμένο από τον Swell και αφιερωμένο σε όσους δεν ζουν χωρίς τηλεόραση)

Παλιά, πολύ πριν κάτσω τον αποτέτοιο μου στον κοπτοράπτη, μαθήτρια γαρ, δεν μπορούσα να διαβάσω τα μαθήματα της επομένης, αν στην τιβί δεν «έπαιζε» μια παπαριά της εποχής.
Ολίγον «Τόλμη και Γοητεία», ολίγον «Σάντα Μπάρμπαρα», στα τσακίρ κέφια και στα δύσκολα διαγωνίσματα μπόλικη «Λάμψη» και στα καπάκια «Καλημέρα Ζωή».
(Μη με ρωτήσετε πως τελείωσα το σχολείο… Πάντως, παιδί Ίντιγκο δεν ήμανε. Το ‘χω ψάξει!).
Όταν πλέον έκατσα – πανάθεμα την ώρα – στο ρημάδι και άρχισε και για ‘μένα η λεγόμενη παραγωγική διαδικασία, μου ήτο αδύνατο να εργασθώ, αν δεν «έπαιζε» έστω και στο «ψιθυριστό» κάποια μεταγλώττιση, δεν πα’ να ήταν και η «Χουανίτα η Παρθένα».
Για να εξηγήσω το βίτσιο μου, ήθελα να ακούω κάποιον να παίζει τον ρόλο του: ο καλός, ο κακός, ο άσχημος, η Χιονάτη και τα 7 σκαμπό, η μάνα μου, ο πατέρας μου και έξι τούβλα όρθια.
Τώρα πια είμαι στην υπερευτυχή θέση να μη χρειάζεται να επιλέξω κανάλα, ώρα και μέρα: το οποίον σημαίνει, ότι η ελληνική τιβί είναι ένα ακατάληπτο τουρλού ρόλων, μια φοβερή πολυσαλάτα καρατερίστα, όπου ο διόλου απαιτητικός τηλεθεατής (σαν και τα μούτρα μου) μπορεί ανά πάσα στιγμή να βρει κάποιον να του «παίξει» ό,τι τραβά η ψυχή του…
Και για να γαζώσω πιο ειδικώς: Υπάρχουν κάτι φοβερές διάνοιες τηλεκριτικής που πρώτες και πρώτοι λανσάρισαν το αξίωμα ότι για να επιζήσει κανείς στο μαγικό κουτί της τιβί πρέπει να βρει έναν ρόλο – του πάει, δεν του πάει, κανέναν δεν απασχολεί.
Το «τσίμπησαν» αυτό οι τηλεαστέρες, έμαθαν το ποιηματάκι τους απ’ έξω, πρόβαραν την πρόζα τους μπροστά στον καθρέφτη και οι ρόλοι μοιράστηκαν: από ‘δω τα «καλά παιδιά» (ελάτε τώρα, όλο κάπου πάει ο νους σας), από ‘κει οι «φωνακλάδες» (ξέρω τι σκέφτεστε!), παρακείθε οι κουλτουριαραίοι (…έλα, προσπαθήστε λίγο), πέρα Παναγιά λολίτες και ωραίες και πάει λέγοντας.
Οι κανάλες, εννοείται ότι δεν είναι χαζές κι ότι ψυχοπονάνε και σιγοντάρουν τους ρολίστες. Το χρήμα ρέει για όποιον φωνάζει, «τα λέει», πουλάει αίσθημα ή αμολάει κακίες και ο Θεός της τηλεόρασης ευλογεί όλη αυτή τη σαλάτα που καλύπτει κάθε ανάγκη του τηλεθεατή, σαν και τη πάρτη μου (χε,χε,χε).
Ποιος είπε ότι δεν ξαναγέννησε η φύση Αυλωνίτη; Σταυρίδη; Νοταρά;
Και τους ξαναγέννησε και έφτιαξε τους απαραίτητους κλώνους, μόνο που άλλους τους έριξε στα κεντρικά δελτία και άλλους στην πρωινή ψυχαγωγία. Άκου λέει!
Άλλωστε, τι θα ήταν η ζωή μας, αν ήμασταν όλοι ίδιοι;
Παρένθεση: Κάποτε πριν από πολλά χρόνια, η πολυαγαπημένη μου μήτηρ, ρώτησε τον επίσης λατρεμένο μου πατέρα, γιατί εννοεί να ακούει Τράγκα – Κακαουνάκη το πρωί στο ράδιο και το μεσημέρι να βλέπει Βασίλη Λεβέντη (στην αθάνατη εποχή του φραπέ και της πίτσας;)…
Η απάντηση ήταν αποστομωτική: «Γιατί το Εθνικό κοιμάται όρθιο και η σχολή Κουν βγάζει μόνο διανοούμενους!».
Ξερή η μαμά, του έψησε τον καφέ, του τον άφηκε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, δυνάμωσε και λίγο την ένταση και δεν ξαναρώτησε.
Το λοιπόν, εικοσιτόσα χρόνια μετά την ερώτηση της μητρός, συγχύζομαι απέραντα, όταν ακούω ότι «έχουμε την τηλεόραση που μας αξίζει», «η αμάθεια μας κυβερνάει μέσω της τιβί», «η αποξένωση και ο αφελληνισμός» και άλλα εκτός τόπου και χρόνου που βλέπω γραμμένα, σαν την αμίμητη ερώτηση της Μαίρης Αρώνη στον Διονύση Παπαγιαννόπουλο: «Λιόλιο, ήρθες;».
Βαράτε βιολιτζήδες! Δημοκρατία έχομεν (;) και κάποιος πρέπει να κάνει θόρυβο!
Διότι πως θα γαζώσω εγώ σε κλίμα απολύτου ησυχίας; Με Περγκολέζι και Σοπέν; Βάρα, μανίτσα μου, να μην πεινάσουμε!

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: upload.wikimedia.org

Παρασκευή 2 Μαΐου 2008

"Δεν είναι η δόξα, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΛΕΦΤΑ..."


(Από τη χώρα της άκαφτης – ακόμη – θερμίδας, της φουσκωμένης από φαγάκι και ευτυχία κοιλιά, σας εύχομαι καλό μήνα και άντε σιγά σιγά γυρνάτε στο ελεεινό μαγκανοπήγαδο μας!).

Λοιπόν, τώρα που γατιά, σκυλιά, πετούμενα, γκόμενοι και μανάδες βυθίστηκαν σε ύπνο βαθύ, μπορώ να «γαζώσω» με την ησυχία μου δυο φωνήεντα για αυτό το ρυπαρό πράγμα που λέγεται χρήμα.
Ξεκινώ από το απλό αξίωμα που λέει ότι τα λεφτά είναι ένα περίεργο υλικό που στα δικά μου τα χέρια εξαφανίζεται και στα χέρια του αφεντικού μου αυγαταίνει…
Όχι, διότι εγώ είμαι τρυποχέρα και το αφεντικό μερακλής και εργατικός άνθρωπος (μην τρελαθούμε τώρα και μας μουτζώνουν και οι τοίχοι του κοπτοραπτείου…)
Αλλά; Γιατί; Αυτό είναι κάτι που ο ίδιος ο Θεός της Εργατικής Πρωτομαγιάς να κατέβει, δεν θα μπορέσει να μου το εξηγήσει.
Ο μήνας – αυτή τη στιγμή που δουλεύει εις το μιουτ ο κοπτοράπτης για να μην ξυπνήσω μάι μπιλόβντ ουάνς – έχει αισίως 2 και εγώ (καθόλου αισίως) καμία…
Και εννοείται ότι δεν «γαζώνω» ούτε για να γκρινιάξω ούτε γιατί σκοπεύω από αύριο να ζητήσω δανεικά από κανέναν…
Το έργο το ‘χω ξαναδεί και δόξα να ‘χει ο Γιαραμπής, έζησα μέχρι σήμερα δουλεύοντας ωσάν τον σκύλο για να πληρώσω γαμώΑΕΙ, γαμωνοίκια, γαμωκοινόχρηστα και γαμωηλεκτρικά, αλλά…
Αλλά μου είναι πλέον πολύ δύσκολο να πηγαινοέρχονται κάτω από τη μύτη μου και εντός του κοπτοραπτείου τα Πράντα και τα Μπούρμπερι και στα καπάκια να ακούω για καταθλίψεις και «ξέρεις, μωρέ, δεν είμαι και πολύ καλά» και τα συναφή…
Και μη γυρίσει κανείς να μη μου πει ότι φθονώ, γιατί θα αρπάξω την ψαλίδα και θα τον κουρέψω…
(Διότι, το δηλώνω, αύριο το πρωί να μου πέσει τριπλό τζακ ποτ του Τζόκερ, δεν θα στάξει κάστανο, θα συνεχίσω τη ζωούλα μου κανονικώς και αδιαλείπτως με μία και μόνη διαφοροποίηση: θα πάω μέχρι την πόρτα του αφεντικού, θα βγάλω τη γλώσσα μου έξω με τριπλό κωλοδάχτυλο {το που θα βρω το τρίτο χέρι δικός μου λογαριασμός!} και το πολύ πολύ να με στείλει στον οικογενειακό του ψυχίατρο για ψυχανάλυση…).
Αλλά, ρε πούστη μου! Δεν είναι δυνατόν η κατάθλιψη να σε πιάνει, όταν πρέπει να πληρώσεις! Δεν είναι δυνατόν να καταπίνεις τα Κοπάλια το ένα μετά το άλλο, όταν για τρίτη φορά μέσα στο έτος, σεμνά και με καντάρια ντροπής πάνω της, τολμά η πλακοραφού να σου μιλήσει για τη σύμβαση και το κλιμάκιο της, την κοινωνία μου μέσα!
Δεν είναι το περιβάλλον – που δεν είναι φιλικό προς τον χρήστη…
Δεν είναι οι ώρες του «γαζώματος» - που είναι ατελείωτες πανάθεμα τες…
Και ειλικρινά, μα ειλικρινά δεν είναι τα λεφτά, που δεν είναι ούτε για «ζήτω»…
Είναι ότι περνάμε τόσες ώρες από τη ζωή μας – τόσο σύντομη και τόσο όμορφη – με ανθρώπους που υπό άλλες συνθήκες δεν θα τους χαρίζαμε ούτε τον πυρετό μας…
Και αφήνουμε πίσω μας αγαπημένους, φίλους που όλοι θα θέλανε να έχουν, ασχολίες και πράγματα να ξεροσταλιάζουν πίσω από ντεντλάινς και «παραγγελιές», πίσω από σκυλοπελάτισσες και ηλίθιες (ΗΛΙΘΙΕΣ!!!) ατέρμονες συσκέψεις, πίσω από καθυστερημένους μισθούς, τόσο καθυστερημένους που όταν έρθουν κανείς δεν περιμένει το κέρασμα, το δώρο, το τραπέζι που του ‘χες τάξει…
Ούτε που θέλω να σκεφτώ πόσο κοστολογούνται όλα αυτά και ποιος τα πληρώνει, όταν και αν έρθει η ώρα της πληρωμής…

(Από τη χώρα της πραγματικής ευτυχίας – ω, ναι! – σας φιλώ όλους, μα όλους και εύχομαι αύριο πουρνό πουρνό – όταν ήδη θα έχω καθίσει τον πισινό μου στην στραβιά καρέκλα του εμποροραφείου – να έχω ξεχάσει όσα «γάζωσα» απόψε…
Για το καλό μου και για την ψυχική υγεία του αφεντικού μου, βεβαίως βεβαίως!
Το επόμενο ποστ θα είναι αυστηρώς τηλεοπτικόν, για να μην ξεφεύγουμε και από τη σειρά μας!).


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: mortagesavercentre.com.