Δευτέρα 14 Ιουλίου 2008

Σουπερνάτσουραλ!


Εκεί που φυσάει ένα υπέροχο αεράκι και σου δροσίζει τον τηγανισμένο σου κώλο, εκεί κάνει μία ελεεινή άπνοια και ο κώλος σου τηγανίζεται έτι περαιτέρω.
Όπως αντιλαμβάνεστε, υπό αυτές τις καθόλου κόζι συνθήκες, καμία όρεξη δεν έχεις για σοβαρές συζητήσεις, όπως λεφτά, δουλειά, σχέσεις...
Επίσης, καμία όρεξη δεν έχεις για σοβαρή τέχνη. Που αφορά σε πραγματικά θέματα. Α πα πα!
(Προχθές μία φίλη, παλιά κοπτοραπτού - καινούρια παντρεμένη, προσπαθούσε να μας «ψήσει» να πάμε σε μία πειραματική σκήνη που καταπιανόταν με τη διαλεκτική του Ιλιένκοφ, αν θυμάμαι καλά. Δεν είσαι καλά, κοπελιά! Θα φάω το βράδυ μου με τα προβλήματα του σοβιετικού σε ελληνικό έδαφος! Το οποίον σημαίνει: θα φάμε καμιά ώρα μέχρι να πάμε στου βοδιού του κέρατο, θα φάμε άλλες δύο ώρες να βουρλιζόμεθα με τα πχιοτικά κι άλλη μιάμιση μέχρι να γυρίσουμε και θα μας έχει φύγει και κανά 50ευρω πηγαινέλα – ΜΟΝΟ! – έτσι επειδή είναι του πχιοτικού).
Με αυτά και μ’αυτά η ώρα θα ‘χει πάει – στην καλύτερη περίπτωση – μιάμιση το ξημέρωμα και θα ‘χω χάσει και την αγαπημένη μου σειρά.
Σούπερνατσουραλ, όπερ εστί μεθερμηνευόμενον, «Παραφυσικό»!
Α, όλα κι όλα! Δεν μπορώ να πω! Φρόντισε φέτος το Σταρ να τον ξενυχτάμε τον μακαρίτη με δυο αδέλφια που κυνηγάνε διαβόλους και τριβόλους, σα να λέμε ο Βαν Χέλσινγκ εις διπλούν μόνο που δεν κυνηγάει μόνο βαμπίρ...
Εξαίρετη σειρούλα, καναδέζικη αμερικανιά, με γκομενάκια δύο, και υποθέσεις πολλές καθότι τα επεισόδια αυτοτελή...
Τη μία κυνηγούν την Μπλάντι Μέρι, την άλλη κάτι έντομα που στοιχειώσαν μια περιοχή, σούπερ περνάμε τις αδέκαρες και αποπνικτικές νύχτες μας.
Α, εμένα μ’ αρέσουν τα θρίλερ! Παθιάζομαι, πηδάω από καναπέ σε καναπέ, χτυπάω τοίχους και χαλώ και τον ύπνο του γείτονα, που σηκώνεται από τις 4 χαράματα και πλακώνεται στις κουλουμούντρες καθότι Μουσουλμάνος.
Αλλά δε με χαλάει. Ούτε εγω εκείνον. Ο καθείς με τα ζόρια του τα ωραριακά...
Τι έλεγα; Α, ναι! Γαμάτη η σειρούλα, για να μην πω πιο προσοντούχα από το περσινό Νιπ Τακ.
Καθότι με το Σούπερνατσουραλ, μπορείς να φας και μια μπουκιά φαί.
Ένα πατατάκι, ένα νάτσο, κάτι τελοσπάντων.
Με το Νιπ Τακ και να ‘θελες ήταν τόσο αληθοφανή τα σέα μέα των εγχειρήσεων των πλαστικών, που μόλις πήγαινες να βάλεις μια πιρουνιά σπαγκέτι στο στόμα, έβλεπες τα λίπια της 60άρας που έκανε ανόρθωση γλουτών και έκανες να φας μέχρι το επόμενο μεσημέρι.
Τα δε θριλεράκια έχουν κι άλλο προσόν: ξεχνιέσαι! Σαν τα Άρλεκιν, ένα πράμα. Διότι αποκλείεται (!) να σε πάρει στο κατόπι η πεθαμένη θεία που στοίχειωσε το σπίτι σου επειδή πηδιόσανε με τον δεύτερο σύζυγο της.
(Ενώ αν αρέσκεσαι σε ποιοτικά δράματα ή σε πειραματικές σκηνές, ειδικά αυτή την περίοδο, θες δεν θες θα ψυχοπλακωθείς διότι: ο ήρωας θα σου θυμίζει το πόσο σε αδίκησε η τύχη και η ζωή, η ηρωίδα θα σου φέρνει λίγο στο φυζίκ και άλλα τέτοια διόλου ευχάριστα...).
Τέλεια σου λέω, καθόλου ποιοτική μου πελάτισσα! Βλέπεις 45 λεπτά βανκουβεριανής αμερικανιάς (καθότι η παραγωγή είναι καναδέζικη) στην τσίτα, βλέπεις και λίγη κέτσαπ ολούθε – τάχαμ’ δήθεν το αίμα της μακαρίτισσας – και πας και κοιμάσαι σαν πουλάκι.
Άσε που ο κοπτοράπτης αρέσκεται εσχάτως να βλέπει πελάτες της αλλοδαπής κι ας είν’ κι από το Βανκούβερ. Πελάτες 2 μέτρα με πλάτες νααα! Ή πελάτισσες ξανθές με αναλογίες σούπερ (και καθόλου νάτσουραλ). Όχι σαν τις τις χοντρές που όλον τον χειμώνα είχαν κωλοκάτσει πάνω στο δόλιο το μηχάνημα και τώρα χρειάζεται αλλαγή στα λάστιχα, καθότι πιτσικάρισε το συφοριακό.
Είμαι τρε κοντάντ, λέμε! Κι αν μετά τη σειρούλα ακολουθεί κανά επίσης ματοβαμένο εργάκι, δεν το συζητώ: ξαπλάρω στον καναπέ και για να με σηκώσεις χρειάζεται γερανός!
Και γιατί γαζώνω τέτοια ντάλα θέρους; Α, είναι απλό: διότι επληροφορήθην ότι η σειρούλα τελειώνει όπου να ‘ναι, οπότε ας κάνει κάτι η αγαπητή κανάλα για να μην χαρμανιάσουμε κι εμείς τα αντιποιοτικά!
Γιατί αν χαρμανιάσουμε, μας βλέπω να καταλήγουμε απελπισμένα από βαρεμάρα σε τίποτα πειραματικές σκηνές και τίποτα διαλέξεις του τύπου: «Εκλεκτικισμός: Η σούπα του ζητιάνου της Αστικής Ιδεολογίας»...
Και δεν είναι να χάνουν τηλεθέαση οι κανάλες από τέτοια λιμά...




ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.tvshowsondvd.net

Τετάρτη 9 Ιουλίου 2008

Ξύσιμο...


Το τελευταίο δεκαήμερο ο κοπτοράπτης ανέπτυξε δική του προσωπικότητα, με έγραψε στα τέτοια του, κατέβασε ρολλά και επιδιδόταν με χάρη και χαρά σ’ αυτό που ονομάζουμε «ξύσιμο».

(Σα δε ντρέπομαι, κοτζαμάν γαϊδούρα να φορτώνω τη σπαρίλα μου στο καημένο το μηχάνημα... Αλλά αγαπητοί πελάτες και πελάτισσες, γείτονες και γειτόνισσες, αυτή είναι η μαύρη αλήθεια).

Τις μέρες κοιμόμουν – ωσάν το βόδι - και τα βράδια άνοιγα το λάστιχο, καθόμουν στο μπαλκόνι και χάζευα τα πουλιά μου (τα καναρίνια, εννοώ, οφ κορς) να κοιμούνται κουλουριασμένα σαν μπαλάκια.

Α, βλέπω και θρίλερ. Μόνο στην τηλεόραση πλέον, διότι τα επαγγελματικά γκραν γκινιόλ τα έκοψα πριν κανά μήνα με το χασαπομάχαιρο (το ψαλίδι τελικώς δεν ήτο αρκετό...).

Διεκπεραιώνω τα απολύτως απαραίτητα με θαυμαστή αργοπορία (ποιος εγώ, που σιχαίνομαι όσους σέρνουν τα παπούτσια τους στον δρόμο)..

Χαζεύω τους ωραίους και τις ωραίες στα λεωφορεία. Ενίοτε χαμογελάω (όχι στους ωραίους. Μόνη μου.) Πότε – πότε τραγουδάω κιόλας.

Μαθαίνω να σβαρνίζω (απ’ τον κοπτοράπτη και τη ζωή μου) ό,τι με μπιπ τα τελευταία 10 χρόνια. Κι όσο κι αν παλεύω να νιώσω ενοχές το μόνο που μου βγαίνει είναι ένα χαζό γκομενέ χαμογελάκι.

Α! Α! Α! Με μίνι και ξώπλατο και σαγιονάρα και χαϊμαλιά έσκασα μύτη σε παλιό επαγγελματικό – πολύ ΚΥΡΙΛΟΥΛΑ στέκι – για να παραδώσω κάτι φακέλους. Κόκαλο οι σερβιτόροι, κόκαλο και οι αναμένοντες! (Τι ζώον τόσα χρόνια να μην πάω μία φορά με παρεό!).

Πληροφορήθηκα ότι μεγάλο κανάλι ετοιμάζει σειρά με θέμα της επικαιρότητας, νωπό ακόμη.. Αυτός που μου το σφύριξε πίστευε ότι θα αρχίσω να βρίζω και θα γράψω καμιά κακία, έτσι για να γίνει τζερτζελές και διαφήμιση. Ένα έχω να σου πω (κοντέ μου) φίλε: Ηχέσθην. Διότι έμποροι του πόνου δεν είναι μόνο οι κλίκες κάποιων μεγαλογιατρών. Βάλτε τη σειρά σας εκεί που ξέρετε και με τα ρέστα πάρ’τε ταβοράκια. Θα σας χρειαστούν.

Σβήνω μέιλς που μου ζητάνε: α) συνέντευξη, β) ραντεβού για ρουσφέττι (από μένα;;; θέλετε γιατρό γκάις), γ) διορισμό σε κανάλι (χα,χα), δ) δημοσκόπηση (έλα μου;).

Μιλάω λίγο, κοιμάμαι πολύ (το ‘παμε αυτό, κοπελιά, πάμε παρακάτου) και μόνο τώρα καταλαβαίνω (ΝΤΑΛΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΜΑΝΑ ΜΟΥ;) ποιοι μ’ αγαπάνε και ποιοι προσεύχονται να σπάσει ο κοπτοράπτης (γιατί, ρε σεις; Και σιγά τις αποκαλύψεις για τη Ζίμενς που δεν έκανα, δηλαδή...).

Δεν φοράω (ΜΕ ΤΙΠΟΤΑ ΟΜΩΣ!) μαύρα. Ιδρώνω όταν βλέπω γκόμενες με μαύρα ρούχα και μπότες (Πιάστε τις! Και πηγαίντε τις στα επείγοντα).

Και ελπίζω, ελπίζω, ελπίζω. Ότι αυτό το καλοκαίρι θα με απαλλάξει απ’ ό,τι παραλίγο να με κάνει κακό άνθρωπο, γουρούνι των κοπτοραπτείων και κομπλεξικό πλην καταξιωμένο εργατάκι...

Σας διαβάζω όλους κάθε μέρα. Ζηλεύω τον Swell (σίριουσλι) που τα ‘γραψε όλα στα... μπανιερά του και πήγε Ρόδο και την Abttha που της την πέφτουν τα πιπίνια στα λεωφορεία (παλιοκόριτσο, τι κάνεις στον κόσμο;;;).

Και εκεί προς το τέλος της εβδομάδας θα λαδώσω τον κοπτοράπτη και θα τραβήξω δυο περιποιημένα γαζιά για την αγαπημένη μου – για φέτος – ξένη σειρά.

Όχι που θα ‘γραφα τίποτα σοβαρό! Δε σφάξανε...


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: farm1.static.flickr.com

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2008

Πάρτε μου δώρο μια τσατσάρα!



Δεν το μπορώ το καλοκαίρι. Ειλικρινώς. Κατά βάθος είμαι Σουηδέζα, για να μην πω Εσκιμώα. Αυτή την αηδία που ιδρώνω, κολλάω, δεν μπορώ να κλείσω μάτι, όλη την ώρα πρέπει να ‘χω την κεφάλα μου κάτω από το ντους και τα μάτια μου να κλείνουν από τη μαύρη νύστα απλώς ΔΕΝ το μπορώ!
(Και μη μου πει κανείς για αιρ κοντίνσιον, γιατί θα βρίσω. Και αυτόν, και τη ΔΕΗ που κάθε Αύγουστο μου ‘ρχεται φορτσάτη και το ότι τα πνευμόνια μου δεν αντέχουν την ξηρότητα που προκαλούν αυτά τα ρημάδια).
Είναι τράτζικ αυτό που ζω, σας το ορκίζομαι. Το μάτι μου κλείνει εκεί κατά τις 5.30 και το ξυπνητήρι χτυπάει εκεί κατά τις 7.30.
Εν τω μεταξύ, ξαπλωμένη τέζα στον καναπέ έχω δει όοοολες τις επαναλήψεις, όλες τις ξένες σειρές που απευθύνονται σε βαμπίρ – κοινώς προβάλλονται μετά τις δύο – και όλα τα μηχανήματα για τέλειους κοιλιακούς, κωλιακούς, μπουτιακούς και θωρακικούς.
Εννοείται ότι μετά βλέπω εφιάλτες με Δράκουλες που κάνουν διάδρομο και βαράκια, αλλά αυτό είναι άλλο καπέλο.
Στο μεταξύ, μία (ΜΙΑ) σειρά μου άρεσε σ’ αυτή τη ζωή και τελειώνει.
«Νόμος και Τάξη». Ωραίες αμερικανίτσες με γαμάτες ιστοριούλες και μπατσούληδες που είναι πολύ ταφ, αλλά το βράδυ πολύ συναισθηματικοί και θέλουν να αποκαταστήσουν τις σχέσεις τους με τα 8χρονα παιδάκια τους.
Αυτό το ωραίο πράμα, λοιπόν, το ξεκάθαρο, το μπρουτάλ, που δεν χρειάζεται καμία λεζάντα ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ!!!!
Και τι θα βλέπω εγώ τώρα μέσα στην μαύρη αγρύπνια;;; Τιούντορς;;; Ούτε που να το συζητάς! Ό,τι έχει κορώνα επάνω του με οδηγεί σε αναφυλακτικά επεισόδια.
Το μόνο που έχω καταφέρει να διαπιστώσω – κι αυτό σε κατάσταση ζάπινγκ – είναι ότι ο Ερρίκος ήταν φαρμακοτσούτσουνος. Ό,τι πήδηξε μετά ή το σκότωσε ή του πέθανε. Α παπα! Και κάνει και ζέστη...
Και καλά το βράδυ πάει κι έρχεται;
Το πρωί; Τι κάνεις το πρωί; Την προηγούμενη εβδομάδα παραλίγο το γλίτωσα το εγκεφαλικό όταν άκουσα Ελένη Μενεγάκη να λέει ότι στο σπίτι της μηνιαίω χρειάζεται 17 κιλά λάδι. Έπαθα, ίδρωσα, μου βγήκαν λίγο τα μάτια έξω, αλλά μετά βαρέθηκα να ασχοληθώ. Διότι ποια είμαι εγώ που θα κάνω κουμάντο σε ξένο σπίτι με τόσα στόματα; Αλλά βρε πουλί μου, μην τα πετάς έτσι αυτά!
Υπάρχει κόσμος που δεν μπορεί να εξοικονομήσει ούτε το ένα κιλό το λαδάκι και το βάζει με το σταγονόμετρο...
Δεν είμαι καλά. Κοίτα τι πάει και με πειράζει, θα μου πεις. Εδώ γίνεται της τρελής το ικρίωμα με τη Ζίμενς και εγώ ζορίζομαι με τα ελαιόλαδα.
Άσε που έρχονται οι πελάτισσες με τα ξώβυζα και ξώπλατα και μου ‘χουνε κάνει τα αυτιά μου χωνιά με τις παπαριές (σόρυ κιόλας) που ετοιμάζουν οι κανάλες για του χρόνου... (Έλεος!). Αγκομαχάει ο κοπτοράπτης σαν παλιόγρια στην ανηφόρα.
Παιδιά, σοβαρά μιλάω, αν μ’ αγαπάτε, κατά πως λέτε και κατά πως σχολιάζετε να μου πάρετε δώρο μια τσατσάρα. Όχι βούρτσα, προς Θεού! Τσατσάρα! Με λίγα δόντια κατά προτίμηση.
Να την ξεδοντιάζω σαν τους φυλακισμένους που μετράνε μέρες προς την ελευθερία.
Κι εγώ τέτοιες μετράω.
Αλλά μέχρι να ξεδοντιαστεί η τσατσάρα έχω μέλλον ακόμη. Και ξενύχτια...


ΥΓ.: Κανονικά θα 'πρεπε να ρίξω κανά "γαζί" για τα... Τηλεοπτικά Βραβεία. Αλλά δεν είμαι σε μουντ για να κάνω τόσο χοντρή πλάκα. Ή για να "γαζώσω" τόσο σοβαρά κοστούμια. Θα πω καμιά βαριά και θα γίνουμε ρεντίκολο πάλι, οπότε κάνω ότι δεν είδα...




ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: http://cse.ssl.berkeley.edu/

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2008

Βρε, πως πέρασε ένας χρόνος...



(ή πόσο χαίρομαι που δεν έκατσα στα αυγά μου έναν χρόνο πριν…)

Σε εορτές, επετείους και λοιπές κοινωνικές εκδηλώσεις οι αντιδράσεις μου είναι λίγο… καημένες.
Μάλλον στην προηγούμενη μου ζωή ήμανε άντρας που τον παντόφλιαζε η σύζυγος, επειδή ποτέ δεν μπορούσε να θυμηθεί αν (εδέησε και) την παντρεύτηκε στις 20 ή στις 21.
Έτσι, την πάτησα και με τα... γενέθλια του κοπτοραπτείου.

Με φάγανε οι δουλειές κι οι ζαβλαμάδες, τα ντεντ λάινς και οι λοιπές καθημερινές σιχαμάρες– «τι θα φάμε σήμερα;», «ποιος ξέχασε να πληρώσει τη ΔΕΗ κι έχει λήξει ο λογαριασμός; Άσε θα πάω εγώ, βαριέστε που ζείτε!»...
Και παραλίγο να ξεχάσω ότι σαν σήμερα πριν από ένα χρόνο ο κοπτοράπτης μου «κρεμάστηκε» στο ίντερνετ και από τότε χάσκει σαν χαζός στη μπλογκοκοινωνία.
Είθισται σε τέτοια... επετειακά κείμενα, ο «γαζώνων» να αναφέρει και μερικά στατιστικά για να δείξει ποιοι μπήκαν και πόσοι, ποιο ποστ διαβάστηκε περισσότερο, ποιος είναι ο καλύτερος του φίλος και τα συναφή...
Εγώ πάλι, άχρηστη γαρ με τα τεχνολογικά, δεν έχω και δεν ξέρω πως να έχω τέτοια στατιστικά και μεταξύ μας, σκασίλα μου.
Ξέρω να σας πω ότι αυτόν τον ένα χρόνο που σας παίρνω τα αυτιά με το «πιρ – πιρ – πιρ» της ρημαδομηχανής, έχω περάσει τόσο καλά όσο ποτέ άλλοτε, σε κανένα άλλο κοπτοραπτείο.
Τα δικά μου στατιστικά, τα πρόχειρα και λίγο παλαιολιθικά, λένε ότι κι εσείς περάσατε καλά, αν όχι όλοι σας, τουλάχιστον κάποιοι από εσάς.
Λένε επίσης, ότι, ακόμη κι αν αύριο αλλάξω επάγγελμα και γίνω μανάβισσα, γνώρισα τρεις καλούς ανθρώπους.
Από αυτούς που θα ‘θελες να ‘ναι στον διπλανό κοπτοράπτη, από αυτούς που συνήθως – για να καταλάβεις πόσο σκατά έχουμε κάνει τη ζωή μας – δεν τους βρίσκεις εύκολα.
Μοnahikelike, Swell, Mediator, για ‘σας βαράει καμπάνα.
Με κάποιους από εσάς πάλι, όπως η Abttha, ο Γιάννης ο Καφάτος, η Aunt Donna, χωρίς να έχουμε γνωριστεί ποτέ, μια αόρατη κλωστή, όχι απαραιτήτως του κοπτοράπτη, μας φέρνει πιο κοντά, που ώρες ώρες είναι να απορείς πως γίνεται αυτό...
Με άλλους, όπως η Ρίτσα η Μασούρα, ο Σπύρος ο Σεραφείμ, ο Kitsosmitsos, ο Dionysos, η Tsaperdona, η Vasiliki και τόοοοοσοι άλλοι, πότε χανόμαστε, αλλά όταν βρισκόμαστε μπλογκικώς πολύ το ‘φχαριστιόμαστε.
Τα ίδια στατιστικά, λένε ότι δεν ταιριάξανε τα χνώτα μας με δύο από εσάς, αλλά καθόλου δεν πειράζει, τι θα ήταν η ζωή αν είμασταν όλοι στο γούτσου γούτσου...
Φυσικά υπήρξαν και οι ανώνυμοι, με τα μέιλς και τα μηνύματα τους, με τις αγάπες τους και τα απωθημένα τους, με τα υπέροχα ανέκδοτα και τις φοβερές φωτογραφίες που κάθε μέρα – αλήθεια λέω! – με κάνουν να κατουριέμαι στα γέλια μόνη μου στο ραφείο και παραλλήλως κάνουν το αφεντικό μου να ανησυχεί για την τρελή που γελάει μόνη της και «να την προσέχετε παιδιά να μην αρπάξει κανά ψαλίδι και μας ξυρίσει όλους εδώ μέσα...».

Και τα σχόλια σας! Παναγία μου, εύχομαι να μην βρεθεί κανένα θρασίμι στον δρόμο σας, γιατί την πούλεψε!
Λαστ μπατ νοτ λιστ, να πω δυο λόγια για την τηλεοπτική μου πελατεία, μέρος της οποίας με διαβάζει στα μουλωχτά, αλλά όταν παρατσιγκληθεί (σιγά καλέ, τον τελευταίο καιρό τεμπελιάζω, ούτε που αξίζει να ασχολείστε μαζί μου) μου τα «χώνει» ανοιχτά.
Μέσα από την καρδιά μου, σας ευχαριστώ όλους για τον υπέροχο χρόνο που πέρασε, έκανε τη ζωή μου καλύτερη από ηθικής πλευράς και με γλίτωσε από τη φυλακή και τον ψυχίατρο.
Ε, δεν είναι και λίγο!
Παιδιά, ευχαριστώ για όλα και υπόσχομαι – για να πω κι εγώ την επετειακή παπάρα μου – ότι στο τρέχον έτος σκοπεύω να επιδείξω μεγαλύτερο ζήλο σε ό,τι αφορά τα κουστούμια που μας έρχονται κακοραμμένα από τα μίντια και τις κανάλες!

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: i230.photobucket.com/albums

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2008

Το 10 το ζαβό (συν μία κουλαμάρα)...


Από Παρασκευή σε Παρασκευή το πάω, το ξέρω σκατά τα ‘χω κάνει, όλο λέω ότι θα οργανώσω τον χρόνο μου, αλλά σε λίγο θα πάρω το βραβείο της ακαμάτρας γαζώτριας.
Έλεγα κι εγώ, με το πτωχό μου το μυαλό, ότι η ανεργία – ή έστω η ημιανεργία* – ήταν το καλύτερο που μπορεί να λάχει του ζαβού ανθρώπου, αλλά πριτς!
Μόλις σε πάρουν πρέφα ότι τα ψιλοξύνεις, αρχίζουν τα πατιλίκια.
Του τύπου «τρέχα να πληρώσεις κανά λογαριασμό», «βάλε και λίγο σκούπα», «α, και τα βρακιά σου μην τα πετάς δώθε κείθε, γιατί μετά εσύ θα βάλεις πλυντήριο κι εσύ θα απλώσεις».
Μέσα σ’ αυτήν την υπέροχη ντίρλα, ήρθε και η Θεία Ντόνα να με αποκάμει – όχι που δεν ήθελα, δηλαδή, δουλειά δεν είχε ο διάολος πιλάτευε τα ανίψια του – και μου ζήτησε κάτι εν είδει μπλογκοπαίχνιδου, το οποίον και δεν είμαι απολύτως σουρ ότι το άρπαξα καλώς.
Θέλει να της γράψω 10 (άχρηστα) πράγματα για μένα.
Αλλά επειδή ημιάνεργη μπορεί να είμαι, προχειράντζα όμως όχι, εγώ τα 10 θα τα εξελίξω, του στυλ 10 (άχρηστα) για μένα, κουσούρια που μ’ άφηκε η τηλεόραση.
Τσιμπήστε λοιπόν (και εσένα Θεία Ντόνα σε θέλω προσεχτικιά)…
UPDATE: Η οποία Θεία μάλλον ερωτεύτηκε και αντί να μου γράψει "10 +1", το 1 το κράτησε για την πάρτη της!!!!

1. Είμαι απροσάρμοστη. Και ντροπιάρα. Του στυλ, όταν μου μιλάνε άγνωστοι – ενίοτε και γνωστοί - να τραυλίζω και να κοκκινίζω. (Απίστευτο;;;). Εκτός κι αν μου πιάσουν κουβέντα για την Αννίτα Πάνια. Εκεί αλλάζει το πράμα.

2. Δεν μ’ αγάπησαν ποτέ τα αφεντικά μου. Όχι που το ‘χω παράπονο, αλλά έτσι το αναφέρω. Παρηγοριά σε κάτι τέτοιες στιγμές έβρισκα στο πρόγραμμα του Star.

3. Έχω καμιά 200αριά ζευγάρια παπούτσια. Σε λίγο θα με διώξουν απ’ το σπίτι, θα εκλέξουν πρωθυπουργό και θα ζήσουν αυτά καλά και εγώ σε κούτες στην Ομόνοια. Έβλεπα πολύ Fashion Tv στα νιάτα μου.

4. Σιχαίνομαι (ξερνάω, ζαλίζομαι, πέφτω σε κατάθλιψη) τις συσκέψεις. Ειδικά των καναλιών. Ακόμη κι αν… βγάζουν «είδηση». Φτου!

5. Λατρεύω τις ιατρικές σειρές. Και τα ιατρικά ντοκιμαντέρ. Κάνε με βοηθό νοσοκόμας του Δόκτωρ Χάουζ. Δεν έχω πρόβλημα. Δεν αηδιάζω με τα αίματα, δεν κωλώνω με τους εμετούς, δεν αποθαρρύνομαι με τις μύξες και τις λοιπές ρυπαρές εκκρίσεις.

6. Έχω κόλλημα με τις κούκλες (εξόν από Μπάρμπι και λούτρινες αηδίες!). Μεγάλο. Και με τα αυτοκινητάκια. Το κακό είναι ότι ποτέ δεν πρόκειται να βγάλουν ομοιώματα ελληνικών σειρών στην ελληνική παιχνιδοαγορά. Αν ακούει κανείς, πάντως, ενδιαφέρομαι να αγοράσω «3 Χάριτες» σε κούκλες. Και προς Θεού, ελληνικών σειρών είπα, και όχι δελτίων ειδήσεων. Το διευκρινίζω γιατί ανάμεσα μας παίζουν και ψυχανώμαλοι και είναι ικανοί να βγάλουν «Γιώργο Τράγκα με στολή Ράμπο…»

7. Αν μου πεις ψέματα, μπορώ να αρρωστήσω. Μην ανακαλύψω ότι άλλο μου ‘δειξες κι άλλο μου ‘μπηξες. Την έβαψες. Βέβαια, αυτό δεν ισχύει για τους παρουσιαστές, ιδίως της πρωινής ζώνης. Η χαρά του κοπτοράπτη είναι να μασάει τις γραβάτες τους…

8. Έχω εμμονή με τα κραγιόν. Το 10άρι του Λιπ Φίνιτι της Μαξ Φάκτορ είναι απλώς α- ξε – πέ – ρα –στο! Αυτό, βέβαια, είναι κάτι που δεν ασπάζεται ο μυστακοφόρος αγαπημένος μου και δεν ξέρω πότε θα με στείλει στον γέρο διάολο. Τι να κάνω, ρε παιδιά; Ποιότητα, ποιότητα, αλλά εγώ μεγάλωσα με τα ροδαλά χειλάκια της Ελένης Μενεγάκη.

9. Βάρναλης, Πολυδούρη, Ταχτσής, Πόε, Έλιοτ, Κίπλινγκ. Με αυτή τη σειρά ακριβώς! Κι ούτε ένας – ΕΝΑΣ! – πουλημένος της τηλεόρασης δεν μου ‘χει κάνει τη χάρη να ασχοληθεί σοβαρά με την πάρτη τους! Ο Καρατζαφέρης που πριν από ‘κανά δυο χρόνια ασχολήθηκε με τον Ταχτσή δεν πιάνεται, γιατί είναι ο Καρατζαφέρης.

10. (Ουφ! Ξεσπαλιάστηκα, κυρά μου!). Είμαι μονόχνοτη. Και φίλους έχω τρεις. Μετρημένους. Έναν από παιδί και δυο που μου ‘λαχαν στον δρόμο. Και αν τους πειράξεις, σκοτώνω. Με τον έναν δεν μπορώ να μιλήσω για τίποτα τηλεοπτικό, γιατί έχει πετάξει την τηλεόραση απ’ το σπίτι του, αλλά μ’ αγαπάει μέχρι θανάτου και με ανέχεται. Στον άλλο χρωστάω την εμπλοκή μου με τις κοπτοραπτικές. Και την τρίτη – αν κάποια στιγμή δεν με τρελάνει με τις μαλακίες της – θα την παντρέψω στην Τήλο και τις πουτάνες τις κάμερες δεν θα τις αποφύγουμε…

11. (Το ένα που λέγαμε;;;) Όταν ο Ευαγγελάτος πήγαινε, εγώ γύριζα τρίτη φορά!
Εγώ, χρυσέ μου, να σου δώσω συμβουλές για το πως το μπουγαδοκόφινο δεν πιάνει τριχομονάδες και που 'σαι: πριν πατήσεις στο φιλόξενο ραφείον μου, βγάλε παπούτσια - ΤΩΡΑ! - και μετά κάνε ό,τι θες!

Και επειδή είμαι εκδικητικός τύπος, καλώ τον Monahikoliko, την Abttha, τον Swell, τον Γιάννη τον Καφάτο και την – εσχάτως τεμπέλα – Τσαπερδόνα Κανατάκη να γράψουν τα δικά τους άχρηστα 10άρια (συν την κουλαμάρα) για την αφεντιά τους.



* Ημιανεργία: Κατάσταση κατά την οποία δεν ξέρεις αν δουλεύεις. Δηλαδή, ξέρεις, αλλά προκοπή δεν βλέπεις, οπότε είναι σαν να μην δουλεύεις...




Παρασκευή 6 Ιουνίου 2008

"...Καλοκαίρι, μια οσμή νεκροθαλάμου, καλοκαίρι...."


Αυτά τα καλοκαίρια, τα πλαστικά, τα μίζερα, που δεν ξέρεις πότε ίδρωσες, πότε κρύωσες, πότε σκατά θα βρέξει, είναι τα χειρότερα. Και για ‘σένα και για την τηλεόραση. Λες και ο καιρός είναι σε... απευθείας σύνδεση με αρκετούς υπηρέτες της δημοσιογραφίας.
Μιλά με το στόμα τους:
Πότε ξεπροβάλλει δειλά μια ακτίνα ήλιου – τότε που κάνουν όντως αυτό που πρέπει. Σε πληροφορούν.
Πότε βρέχει ακατάπαυστα βλακείες – καμιά ομπρέλα δεν είναι αρκετή.
Και πότε τα λεγόμενα τους καίνε σαν βασανιστικός, λιγδιάρης καύσωνας τα εγκεφαλικά σου κύτταρα. Είναι οι στιγμές που τα σενάρια της μαλακίας – καμιά είδηση, μόνο σάλτσες – χύνονται από την οθόνη σαν καυτή ανάσα, ανθρώπου που έχει καιρό να πλύνει τα δόντια του.
Τις τελευταίες μέρες σχεδόν μακαρίζω τον Ταχτσή.
Ο φόνος του δεν βεβηλώθηκε ικανά.
Η λινκιά δεν είχε ακόμη ανακαλυφθεί.
Άσε που τω καιρώ εκείνω, οι ανόητοι αισθάνονταν ακόμη μια κάποια ντροπή για την ανοησία τους και φρόντιζαν να μιλούν λιγότερο.
Σήμερα, σε τεμαχίζουν, ενώ είσαι ακόμη ζωντανός. Σιγά που θα κωλώσουν, όταν πεθάνεις.
Αν δε, πεθάνεις φρικτά, οδυνηρά, κανείς δε σε γλιτώνει από το σκύλεμα.
Βλέπεις, ο νομοθέτης είχε προβλέψει την περιύβριση νεκρού – άρθρο 201 του Ποινικού Κώδικα. Δεν είχε προβλΤον Ιαίποτα για την τηλεοπτική περιύβριση που προκύπτει στο σαλόνι σου, βαφτισμένη «ενημέρωση».

«Οι τελευταίες στιγμές του Νίκου Σεργιανόπουλου».
«Στα ίχνη του δράστη του φόνου του Νίκου Σεργιανόπουλου»
«Όλη η αλήθεια για τη δολοφονία του Νίκου Σεργιανόπουλου»
«Πρόσωπο – κλεδί καταθέτει για την υπόθεση του Νίκου Σεργιανόπουλου»
«Έτσι σκότωσαν τον Νίκο Σεργιανόπουλο»

Κι ύστερα ήρθαν οι γενικεύσεις, τα υπονοούμενα, οι σιχαμερές νουθεσίες περί ομοφυλοφίλων, αυτά τα λεκτικά όργια που και νεκρό ανασταίνουν.
Κι ύστερα ήρθαν οι... «ενδοσκοπήσεις» από ψυχολογοψυχιάτρους που είναι να απορείς ποιος ασθενής τους εμπιστεύεται ό,τι πολυτιμότερο έχει: την ψυχή του...
Κι ύστερα ήρθαν οι... αγορεύσεις από δικηγόρους, που δεν θα καθόσουν να σε υπερασπιστούν ακόμη κι αν είχες κλέψει μια καραμέλα.
Ταφόπλακα στα παραπάνω, το τηλεπαπαδαριό που το φυσικό του περιβάλλον δεν είναι ούτε ο άμβωνας ούτε το εξομολογητήριο...
Μ’ έναν κώδικα ηθών και αξιών που η δικιά μου η μεζούρα – και κανενός, φαντάζομαι – αδυνατεί να προλάβει... Ποτε μακραίνει, κατά πως θέλουν όλοι αυτοί και πότε κονταίνει. Κατά τον ίδιο τρόπο.
Το τι τεκταίνεται, όταν οι προβολείς σβήνουν και τα γκλάμουρ πάρτις τελειώνουν, το ξέρετε όλοι. Κι αν δεν το ξέρετε, κάντ’ τε μια βόλτα μέχρι το blog του χαρισματικού Παναγιώτη Χατζηστεφάνου και την «Επώνυμη» του (panagiotishadjistefanou.blogspot.com).
Γραμμένο πριν από λίγα χρόνια, γραμμένο σκληρά, βάρβαρα σχεδόν, αλληγορικό σε πολλά σημεία, αλλά πέρα για πέρα πραγματικό, για όποιον το... «σηκώνουν» τα ευαίσθητα άντερα του.
Όλα τα υπόλοιπα, όσο κι αν καίγεστε από... ανθρώπινη περιέργεια, δείτε τα. Αλλά προσπερνώντας τα. Έτσι κι αλλιώς -και επειδή νοιαζόμαστε για τον συνάνθρωπο- είμαστε καταδικασμένοι να τα ξαναδούμε.
Σε επανάληψη. Αργά, εμετικά, βασανιστικά.


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ:
www.ibiza-spotlight.com

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2008

Θεολογικά ζητήματα...



Αποφεύγω να κάτσω στον κοπτοράπτη εδώ και καμιά δεκαριά μέρες.
Μαζί με εμένα κάθονται κι άλλοι δύο τύποι (όχι δεν σάλταρα! Μιλώ σοβαρά!).
Ο ένας κρατάει τρίαινα, έχει δυο μικρά βερνικωμένα κερατάκια και μου τσιμπάει τον πισινό κάθε που πάω να πω «δε βαριέσαι, κι αυτό θα περάσει».
Ο άλλος φοράει κελεμπία, ξεψειρίζει κάτι εκνευριστικώς λευκά γένια και σε κάθε μου αντίρρηση, με το δεξί του χέρι με χαϊδολογάει και με το αριστερό αστράφτει ξανάστροφες στον βερνικωμένο...
Το βασικό μας πρόβλημα – ημών των τριών – είναι ότι ο καθείς πιστεύει πως για ό,τι μου συμβαίνει φταίει ο άλλος...
Το παπουλάκι με τα λευκά γένια θεωρεί ότι πηγή των προβλημάτων μου είναι ο τύπος με την τρίαινα...

Ο βερνικωμένος πάλι φρονεί ότι το πρόβλημα μου είναι ο μπάρμπας που με ωθεί στην αδράνεια, σε μαθήματα του τύπου «γύρνα και το άλλο μάγουλο»...
Εγώ πάλι φρονώ ότι μου τα ‘χουν ζαλίσει κι οι δύο και τις τελευταίες μέρες ψάχνω εντομοκτόνο της προκοπής που να ξεπαστρεύει ζωύφια σαν και την πάρτη τους (δεν βρήκα...).
Δεν ξέρω – μα την Αγία Καραμέλλα – ποιος από τους δύο είναι πιο εκνευριστικός...
Πάω να ανοίξω τον κοπτοράπτη, - τσουπ! – ακάλεστος ο μεσιέ με τα λευκά...
Στο πρώτο γαζί, σκορτσάρει ο ένας κλώνος, κόβεται η κλωστή, αρχίζω τα πουστιρλίκια και λες και τον ερώτησα, πετάγεται ο μπάρμπας:
«Μη βαρυγκωμάς. Κανένας δεν περνάει καλύτερα από ‘σένα... Να, βλέπεις το αφεντικό σου; Είναι μόνο του, χωρίς φίλους, χωρίς κανέναν να τον αγαπάει πραγματικά, χωρίς έναν άνθρωπο να του χαμογελά γιατί το εννοεί...».
Φουρκισμένη βουτάω το ψαλίδι. Αφενός να φτιάξω τις κλωστές αφετέρου να πατήσω μια ψαλιδιά στο καφτάνι του μπάρμπα, να ‘χει να ασχολείται να μ’ αφήσει στη μιζέρια μου.
Δεν προλαβαίνω να το σκεφτώ και – παφ! – σκάει το σκατό με την τρίαινα. Και με μια τσιριχτή φωνή το πουτανάκι...
«- Τι κάαααθεσαι;;; Κότα!!! Κοτάρα!!! Βούτα το ψαλίδι και κάν’τα όλα λίμπα! Μπες μέσα και μην αφήσεις γαζωτική για γαζωτική! Χαζή!!!! Να σου πιάνουν τον πισινό, δε σε πειράζει!!! Εγώ σε πειράζω που σου ρίχνω καμιά για να ξυπνήσεις!!! Σήκωωωω! Κοτάρα, κωλώστρα, ψευτοτσαμπουκά της δεκάρας!!!»
«- Μην τον ακούς!», πετιέται αναπτερωμένος ο μπάρμπας. «Η ζωή είναι ανηφόρα. Αυτός θέλει το κακό σου! Θέλει να μείνεις με το ψαλίδι στο χέρι. Δούλευε και έχει ο Θεός. Δηλαδή, εγώ...».
«- Μμμμμ! Ο ρήτορας! Τέτοια λέγε της να κάτσει μια ζωή εδώ πάνω, να βγάζει τα μάτια της για τα κουρέλια των άλλων. Ξύπνα, γελοία! Πάρε την κατάσταση στα χέρια σου, μπαγλαμού!!!! Ε, μπαγλαμού!!!».

... Όπως καταλαβαίνετε, με τέτοιες παρέες κυκλοφορώ στην Αθήνα, καλοκαιριάτικα. Ούτε η Eurovision, ούτε τα καλλιστεία, ούτε το πάρτυ του Real, ούτε μια ταινία με ζόμπι που έδειχνε –μεγάλη η χάρη Του – το Mega, Δευτέρα ξημερώματα δεν μπόρεσε να με κάνει καλά...
Ένα αγαθό είχα εν αφθονία, η τρισέρμη, τον ύπνο, και το ‘χασα κι αυτό από τη μέρα που στο δεξί μου αυτί εγκαταστάθηκε ο θείτσος με τα πούπουλα και στο αριστερό μου το υπόθετο με το θειάφι και την τρίαινα.
Μακάριες οι γκόμενες των καλλιστείων! Πόσο θα ‘θελα να ‘χα την καΐλα τους! Πόσο θα ‘θελα τα ζόρια μου να λύνονταν με ένα απλό ξεμάλλιασμα. Και το μόνο μου ζόρι να ήταν ποια ξεφτίλω μου βούτηξε το στέμμα!


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ:
www.funbumperstickers.com
www.dancollinscartoons.com