Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

Εντάξει. Οι συγγραφείς δεν είναι πουτάνες...


(απλώς, εθισμένοι στην παρλαπίπα των social media. Ok, τώρα;)

Φοβόμουν πολύ καιρό να το γράψω, αλλά για να ‘μαι ειλικρινής τώρα πια δεν με πολυ-αφορά. Είναι χρόνια τώρα που πιστεύω, ότι όταν κάποιος πολυβγαίνει στο «γυαλί», ας είν’ κι ο Πάπας της Ρώμης που λέει ο λόγος, μοιραία, όσο και χαλύβδινος χαρακτήρας να ‘ναι, δυο πράγματα του συμβαίνουν: σταδιακώς την «ακούει τέρμα» και μετά ψιλο-γελοιοποιείται.

Δυστυχώς, και υποθέτω λόγω επαγγέλματος, το είδα να συμβαίνει πολλές φορές, ακόμη και με κόσμο που πίστευα ότι εκτιμούσα και μετά ψιλοσιχάθηκα και ακόμη πιο μετά μου ‘βγαιναν συναισθήματα καθαρού οίκτου. (Εκείνο το αυθόρμητο, «α, τον καημένο» που σου βγαίνει, όταν βλέπεις θεάματα σαν τη Τζούλια – τη γνωστή – ή τον Κίμωνα και μετά σκυλομετανιώνεις που ξεστόμισες τέτοιο πράγμα για έναν ταλαιπωρημένο συνάνθρωπο. Αυτό).

{Α, και προς Θεού, με όλο αυτό δεν εννοώ ότι εχτιμούσα ποτέ την Τζούλια ή τον Κίμωνα. Μην τρελαθούμε, κιόλας}.

Φαντάζομαι – δεν κατέχω από ντρόγκες– ότι η τηλεόραση είναι κάτι σαν ναρκωτικό, κάτι που σε κάνει να νιώθεις σαν τον Πανάγαθο ένα πράμα, πανταχού παρών και τα πάντα ελέγχων και φυσικά πρώτο τραπέζι πίστα στα καλύτερα, από τα highlands του Κολωνακίου μέχρι τον περίπτερα της γειτονιάς σου.

Στην πορεία βέβαια αποκτάς κουσουράκια που γράφουν ακόμη και στη μουρίτσα σου. Κάνεις κάτι γκριμάτσες τύπου ψυχιατρείο, μιλάς πιο θεατράλε, μ’ έναν στόμφο ανεξήγητο, με μια φόρα σα να κάμεις διάγγελμα, γενικώς βγάζεις γέλιο, αλλά έλα που έχεις αρχίσει ήδη να εθίζεσαι στα ρεζιλίκια, άσε που τη βρίσκεις, κιόλας.

Και μετά έρχονται οι κριτικές, (ενίοτε κι από κάτι τιποτένιες σαν τα μούτρα μου) και αισθάνεσαι, ΕΣΥ η τηλεπερσονα, αδικημένη, αλλά κυρίως πανέτοιμη να μου κανείς τα μούτρα κρέας και αν μου βαστάει κι έχω τα κότσια ας βγω να μετρηθούμε στο γήπεδο σου.

Είναι το σημείο που έχεις χάσει τελείως τη μπάλα, δεν σε φτάνει να μου την πεις, θες να μου απαντάς από παντού, μπλέκεις μέσα και τα social media και δεν σταματάς να μιλάς ακόμη κι όταν ψοφησω που λέει ο λόγος. (Μιλάμε για καημό!).

Και καλά να είσαι τηλεπερσόνα, που είναι στη φύση σου και στη φύση αυτού που νομίζεις ότι (εξ)υπηρετείς, να τα κάμεις σκατά! Αλλά όταν είσαι συγγραφέας, τι γίνεται;

Είναι κανά δεκάρι μέρες που γίνεται της Υπαπαντής και ενώ καίγεται κυριολεκτικά ο κώλος μας, το πλήθος μέγα και μικρό ασχολείται με ερωτήματα τύπου: είναι άραγε οι συγγραφείς πουτάνες; Υπάρχουν άραγες πληρωμένοι κοντυλοφόροι; Μπορεί ένας “ανώνυμος blogger” (άλλη ανόητη καραμέλα κι αυτή) να κρίνει την πνευματική ζωή του τόπου;

(Που κολλάει η τηλεόραση; Κολλάει).
Μα τω Χριστώ, δεν με νοιάζει η ουσία της κόντρας. Πάντα θα υπάρχει ένας καλός ή ένας ανάξιος λόγος για να γίνεται ο κόσμος μαλλί – κουβάρι.

Και πάντα θα υπάρχουν πρόθυμοι «στόχοι», αλλά και καλές δούλες προκειμένου να μεταφέρουν αυτή την κόντρα στο «γυαλί». Αλλά στα social media, ρε γαμώτο; Οι μπουγάδες, τα μανταλάκια κι όλο το νερό της γούρνας; Γιατί; Και στο Twitter και στο Facebook οι ζαβές πρακτικές της τηλεόρασης;

Και πας και απαντάς ΕΣΥ, που δεν είσαι τηλεπερσόνα, αλλά συγγραφέας.
Εσύ που ξέρεις τη δύναμη των λέξεων και την υπεροχή της ψυχραιμίας κι από τουί σε ριτουί και ξαναμανά – ριτουί ανακατεύεις τη χαβούζα του διαδικτύου με κουτάλα που μόνος σου πήρες με τα χεράκια σου. Και το ωραίο; Σε σιγοντάρουν σ’ αυτό το ανακάτεμα όχι μόνο οι φανατικοί σου «αναγνώστες», άλλα αρρωστάκια κι αυτά του διαδικτυακού ξεσκίσματος, αλλά και οι όμοιοι σου συγγραφείς.

Και ξεφωνίζεις ότι η οργή και το δίκιο σε πνίγουν και γλώσσα δε βάζεις μέσα και την Κατίνα της γειτονιάς που κάποτε την έφτανε και την περίσσευε το να βγει στην τηλεόραση, τώρα είσαι ικανός να μου την κουβαλήσεις μέχρι το LinkedIn. Και μου το ονομάζεις αυτό δημόσιο διάλογο...

Άμε, πουλάκι μου, παραπέρα. Βρες μια κάμερα να τα πεις ή γράψε ένα βιβλίο. Σε κάθε περίπτωση θα κερδίσει το διαδίκτυο, θα σωθεί το Facebook από την παράκρουση και θα επανέλθει το Twitter στα συγκαλά του, τύπου «καλημέρα τουϊτάκια μου!!! Σήμερα σηκώθηκα και έκαμα τσισάκια!».


ΥΓ.: Και μετά έρχεται ο Χριστιανόπουλος (που ποτέ δεν χώνεψα την εμπάθεια του με τον Ελύτη, αλλά ok) και σου λέει λιτά, ευγενικά και αυστηρά ότι δεν θέλει το βραβείο Λογοτεχνίας. Κοινώς, πάρτε και βάλτε το στο... ράφι σας. Πως να μην τον σεβαστείς, τον σοφό, μέσα σε τόση παρλαπίπα;


Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

Στην πολυκατοικία...

(... Και αφού σιγουρεύτηκα ότι όντως το ’11 ξεκουμπίστηκε, μπορώ να ευχηθώ «καλή χρονιά»...).

Αλλά δεν μπορώ να το φωνάξω. Βλέπεις, όλη η πολυκατοικία είναι μία πληγή και τα πολλά χάχανα τη σκοτίζουν. Παλιότερα, το μόνο αναμμένο φως μετά τις 2 το χάραμα ήταν το δικό μου. Τώρα, η πλευρά που βλέπει στον ακάλυπτο είναι... φωταγωγημένη.

Κι αν δεν είναι, βλέπεις μικρές φλογίτσες πίσω από τζάμια με τις τραβηγμένες όπως – όπως κουρτίνες. (Και μιλάμε για πολυκατοικία – εξορία, άλλοτε, όπου η μόνη καπνίστρια ήταν η αφεντιά μου).

Γυρίζω το βράδυ στο σπίτι και ξέρω πότε ο διπλανός είναι μέσα. Κλαίει. Χωρίς σταματημό, χωρίς ανάσα, χωρίς διακοπή. Είναι 31, 8 μήνες άνεργος, τους τελευταίους 3 χωρίς ρεύμα. Με βάρδιες και χωρίς πολλά λόγια, ζεσταίνουμε το νερό για τον καφέ του, βράζουμε μακαρόνια, ξέρουμε πότε κάνει μπάνιο απ’ τις κραυγές που σέρνει, όταν πέφτει το κρύο νερό πάνω του.

Δεν λέει «ευχαριστώ» στους γείτονες. Μόνο μας αφήνει σημειώματα κάτω από τις πόρτες με χαρούμενες φατσούλες και μονές λέξεις ευγνωμοσύνης.

Η από πάνω σπούδαζε μουσική. Το καλοκαίρι έδωσε εξετάσεις, «γονάτισε», λέει, το Ωδείο από τη χάρη της και τώρα, πουλάει κατσαρόλες τηλεφωνικά, part time το απόγευμα. Πληρώνεται με ποσοστά. Προχθές, της δώσανε 200 ευρώ, που θα πει ότι μέσα σε 2 μήνες είχε καταφέρει να πουλήσει 3 σετ, δύο χύτρες και 4 βραστήρες.

Τουλάχιστον, ξενυχτάμε, αλλά 2 με 6 το πρωί, μερακλώνουμε με Σούμπερτ, Τάλεμαν και Σοστακόβιτς. Ενίοτε, ο έχων δύο τσιγάρα ή δύο πακέτα (αναλόγως τα κεσάτια), κερνάει διαμπαλκονικώς τους άλλους, με το σύστημα «ζεμπίλι»: πέφτει σχοινάκι, δεμένο με σακουλάκι, βάζεις (στο σακουλάκι) αυτό που προαιρείσαι και με μανταλάκι σου ‘ρχεται χαρτάκι που γράφει «ευχαριστώ».

Στον 2ο, στον 3ο, στο ισόγειο, δεν υπάρχει όροφος χωρίς τον άνεργο του, όπως είχε τόσο σοφά εξηγήσει ο "ήρωας" κ. Παπανδρέου.

Βέβαια, εκτός από σονάτες και λοιπά πρελούδια, ακούς και μπινελίκια. Ξεκινούν στις 8, την ώρα των δελτίων και κρεσεντάρουν όταν «παίζει» το “Master Chef Junior”. Κατανοητό. Ο διπλανός που τρώει επί τρίμηνο μακαρόνια – ρύζι – μακαρόνια, έπαθε σύνδρομο Τουρέτ από τη μέρα που είδε λίγη τηλεόραση με τη γιαγιά του 3ου. Με τόσους ξιφίες, σολωμούς και καπνιστά ριζότα ήρθε και την πλήρωσε (αδίκως) η δόλια Μπεκατώρου.

Ε, και φυσικά έχει και τα τυχερά της η πολυκατοικία. Στο άκουσμα της είδησης ότι ο Κουλούρης πήγε να πατήσει αστυνομικό, αρχίσαμε όλοι να ψαχνόμαστε για εφεδρικά μαύρα μαλακά μολύβια ματιών. Τι τα θες; Σε άλλους πάνε τσιγάρα στο κελί, σε άλλους μάσκαρες. Ο ευπατρίδης πολιτικός γλίτωσε τη σύλληψη, οπότε κι εμείς σώσαμε τα νεσεσέρ μας και ο Hondos δεν έχασε έναν καλό πελάτη.

Κατά τα λοιπά, όλα καλά. Μόνο για την κοκορόμυαλη του 4ου φοβάμαι που μπαινοβγαίνει (ακόμη!) με σακούλες από τον «Καρούζο» και τη “Luisa”. Να ‘ναι καλά το κορίτσι, αλλά το μπουγέλο από τον δίπλα και την από πάνω δεν το γλιτώνει. Εκτός κι αν προλάβει ο οικοδόμος του ισογείου...

ΥΓ1.: Δεν έχει νόημα να γράψω κάτι για το ’11, τώρα πια, ε; Απλώς θα το θυμαμαι σαν τον χρόνο που μου πήρε (σχεδόν) τα πάντα και με «σύστησε» με όλο εκείνο το καραγκιοζιλίκι που μια ζωή απέφευγα. Και με θεωρούσα και τυχερή γι’ αυτό. Τρομάρα μου.

ΥΓ2.: Καλή χρονιά, είπα, ε;

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011

Ο βαθμός της ημέρας (και μια ιστορία στις "Προσωπογραφίες")

Για πολλά χρόνια, συνήθιζα κάθε βράδυ να βάζω βαθμό σε κάθε μέρα. Εσύ ήσουν καλή, εσύ ήσουν ήρεμη, εσύ ήσουν σκατά -να πας και να να μην ξαναγυρίσεις-, εσύ ήσουν υπέροχη. Ανήμερα Πρωτοχρονιάς, εκεί που το body count της γαλοπούλας είχε χτυπήσει ρεκόρ και άπαντες κείτονταν τέζα σε καναπέδες, μπερζέρες, κρεβάτια και χαλιά, βούταγα το καλαντάρι και τα τσιγάρα μου, κλεινόμουν ήσυχα – ήσυχα στην κουζίνα και τις μέτραγα. Τόσες οι καλές, τόσες οι παράξενες, τόσες οι σιχαμένες. Συνήθως, δεν «έκλεβα» στο ζύγι. Άντε καμιά φορά τις «ήσυχες» μέρες να τις μέτραγα για «καλές» ή «υπέροχες» και κάπως έτσι ο ετήσιος απολογισμός έβγαινε υπέρ μου (σαν τον ερωτευμένο, που μαδάει τη μαργαρίτα, στο τέλος του περισσεύει φύλλο και τσαμπουνάει «μ’ αγαπάει και μένει και ένα», τέτοιαι μαλακίαι...).

Τη συνήθεια αυτή, μετά από καμιά δεκαετία, την έκοψα στις 16 Φεβρουαρίου. Μαχαίρι. Και το καλαντάρι το ξαπόστειλα οριστικά στις 30 Αυγούστου. Για πρώτη φορά, πατημένα 33 (μάλλον φταίει η ηλικία) σταμάτησα να μετράω. Όσο και να «κλέψω» φέτος, το ’11, θα είναι - και όχι μόνο για 'μένα, δυστυχώς - για πάντα ένα διπλό σουγιαδάκι που δεν ξέρω πότε ακριβώς θα βγάλω απ’ την πλάτη μου.

(Γενικώς, τον αριθμό «11» τον σιχαίνομαι, αλλά αυτά είναι για άλλη ώρα).

Ακόμη κι έτσι, πάντως, τις προάλλες – και αν συνέχιζα να... βαθμολογώ τις μέρες – ήταν μία εξαιρετική μέρα, ή για την ακρίβεια μία ζεστή και ενδιαφέρουσα νύχτα.

Στο "Black Duck”, έναν πολύ όμορφο χώρο, στη Χρήστου Λαδά, μαζευτήκαμε κάμποσοι φίλοι, για τις «Προσωπογραφίες», ένα βιβλίο που ήρθε να σφραγίσει τον 3ο χρόνο της λειτουργίας του πολυχώρου.

Σ’ αυτό το βιβλίο – τ’ ορκίζομαι, όμως – θα διαβάσετε υπέροχες ιστορίες, πραγματικές ή «πλεγμένες», από γνωστά και μη ονόματα, κείμενα που δύσκολα ξεχνιούνται, που ζορίζουν, που σε κάνουν να χαμογελάς ή να τρέχεις για χαρτομάντηλα, πάντως κείμενα αληθινά.

Αυτά τα λέω για τις ιστορίες των άλλων. Για τη δικιά μου δε λέω λέξη, γιατί σχεδόν δεν μου ανήκει (ειδάλλως, θα ‘χα αρχίσει τις ντροπές και τα «καλέ μη, δεν πρέπει, δεν είναι σωστό». Ανήκει στη Σταυριάνα και στο «ανίψι» μου, τη Μαριλένα, που είναι σταθεροί χορηγοί καλών ιστοριών. Εγώ απλώς άκουσα και έγραψα (ε, έβαλα λίγο κι απ’ το προσωπικό μου ζόρι μέσα).

Και εδώ αρχίζουν οι ευχαριστίες. Κατ’ αρχάς στην κυρία Ζαχαρούλα Λαδά που με έβαλε στη σκέψη για τη δημιουργία μίας τέτοιας ιστορίας στις «Προσωπογραφίες». Κατά δεύτερον στην κυρία Ντόρα Ρίζου που με φιλοξένησε στο 3ο κατά σειρά βιβλίο του “Black Duck” και κατά τρίτον στην ομάδα που επιμελήθηκε τα κείμενα (με πρώτη και καλύτερη την κυρία Ρούλα Βαλακίδου) που με σεβάστηκαν και δεν «πείραξαν» ούτε μισή τελεία από το αγχωμένο κείμενο που τους έστειλα. Είμαι υπόχρεη!

ΥΓ1.: Δυστυχώς, ούτε εκείνο το βράδυ αποφεύχθησαν τα πηγαδάκια για τις ντροπές του Τύπου. Για τις ορδές των απλήρωτων, για τα καζάντια του Alter και της «Ελευθεροτυπίας», για το ότι και η τελευταία κουτσή σαρανταποδαρούσα ζητά από τους εργαζόμενους της να δουλέψουν τσάμπα.

ΥΓ2.: Απίστευτο! Η Νάνα Μούσχουρη μας κάνει κριτική. Με «βασιλικό γιαρέμ γιαρέμ και δυόσμο» κι από την άνεση της απουσίας.

ΥΓ3.: Τα χαιρετίσματα και τις ευχές μου και στην κα Γκολεμά. Όσο για τον φίλο που με mail με ενημέρωσε ότι τα παλιά κείμενα της Κοπτοραπτούς «συστεγάζονται» με εκείνα νέου αρθρογράφου, τον πληροφορώ ότι είμαι ενήμερη και να μην σκανιάζει. Πρόκειται, όπως μου εξήγησαν, για τεχνικό λάθος το οποίο θα αποκατασταθεί.

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011

Πι Αρ, το τηλεοπτικόν

Αν το δεις χριστιανικά, το Πι Αρ (το λέμε και «δημόσιες σχέσεις») είναι η εισαγωγή στη θεωρία της συγχώρεσης. Γνωρίζεις (απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη) όλο τον καλό τον κόσμο, έχεις κακοπάθει (κι ας πρόσεχες) και φυσικά η γούνα σου θυμάται τον πόνο απ’ τα καψίματα και παρ’ όλ’ αυτά εις τας κοινωνικάς εκδηλώσεις χαμογελάς πλατιά, φιλάς σταυρωτά τον αέρα τον κοπανιστό και παριστάνεις την ευγενικιά πυργοδέσποινα (ή τον στραβοχυμένο οικοδεσπότη, αναλόγως) που γνοιάζεται για το πολύτιμο της υγείας του κάθε καραγκιόζη.

Υπό αυτό το πρίσμα, θαυμάζω (μόνο θαυμάζω; Προσκυνώ) τους ανθρώπους που επαγγέλλονται τους ΠιΑριτζήδες, πλην όμως αδυνατώ να πάρω στα σοβαρά ακόμη και την καλημέρα τους, ειδικά δε με τον τρόπο που γίνεται το εν λόγω σπορ στην Ελλάδα.

Δυστυχώς, ανήκω (ακόμη) στην αγαθιάρα εκείνη ανθρωποκατηγορία που πιστεύει ακράδαντα ότι οι σχέσεις, δημόσιες ή ιδιωτικές, «χτίζονται» - όπως λέει και η ευγενής κάστα των ΠιΑριτζήδων – πάνω στην εμπιστοσύνη (την κανονική, όχι τη σουξεδιάρα) και έτσι προχωράνε.

Της οποίας εμπιστοσύνης – μεταξύ μας... – αν της βγάλεις μια φορά το μάτι, συγνώμη που το μαθαίνεις από ‘μένα, αλλά δεν έχει δεύτερη.

(Πόσες φορές μου ‘χουν ζαλίσει τ’ αυτιά μ’ εκείνο το αντιπαθητικό: «έχω να σου δώσω μια ειδησούλα...», την οποία όση ώρα μου την... εμπιστεύονται κάνει τον γύρο του Διαδικτύου... Μα δεν είσαι χαζό, καλό μου; Από ‘σένα λες την περιμένω τη ρουφιάνα την είδηση;).

Αυτά, όμως, προφανώς, ισχύουν για γκαούτσαλα σαν την αφεντιά μου. Η τηλεόραση – και δη οι δημόσιες σχέσεις της – έχουν άλλους κανόνες, τον εξής έναν δηλαδή, «εκεί που γλείφεις (πολύ. Μέχρι παρεξηγήσεως, κυριε εκπομπάρχα) φτύνεις» και τούμπα πάλι το αυγό (έτσι, για να ψηθεί καλά).

Προφανώς, γι’ αυτό (και λόγω της γενικότερης ανέχειας στα κανάλια) γράφονται ύμνοι για τηλεπανηγυρτζήδες που ούτε το σκύλο σου δεν θα τους έδινες να τον πάει για πιπί, ενδεχομένως για τους ίδιους λόγους έχει στενάξει το e-mail μου με πρωτιές (πρώτη η τάδε εκπομπή, πρώτο το δείνα τηλεκακόμοιρο) του στυλ «στους στραβούς βασιλεύει η καλύτερη προσθετική σιλικόνης».

Προφανώς, και για τους ίδιους λόγους στις παρουσιάσεις τηλεοπτικών προγραμμάτων, οι μοκέτες είναι παχιές, για να απορροφούν τα (κάθε λόγης) σάλια, μεταξύ ανθρώπων που αλληλοσιχαίνονται, αλλά ας όψεται η κακούργα η ανάγκη:)

Φίλοι, των δημοσίων σχέσεων και «κολλητοί» των πιτσιρικίων που γεμίζουν αμισθί τηλεοπτικές στήλες γεμάτες «αγάπη μου», «λατρεία μου», θαυμαστικά και τεθλασμένες υστερίες, δεν θα μπορέσω να εξυπηρετήσω.

(Και προς Θεού, στα δελτία Τύπου μη με αποκαλείτε "συνεργάτη". Πρώτον δεν είμαι, δεύτερον δεν παίρνω την τηλεόραση στα σοβαρά, εκτός κι αν μου πατάει κάλους και τρίτον...το ξέχασα. Αφήστε τις αμερικανιές και φερθείτε απλώς επαγγελματικά. Τζαστ ινφόρμ μι. Θενκς!)

Έχω το κακό συνήθειο, όταν μ’ αρέσει κάτι να μ’ αρέσει πολύ και να το υποστηρίζω χωρίς πολλά θαυμαστικά και αποσιωπητικά και το ακόμη χειρότερο χούι, όταν αγαπώ να μην το λέω (τσούζει αυτό), κι όταν σιχαίνομαι και ξερνάω μ’ αυτό που βλέπω να βάζω το καπέλο μου στραβά και να πηγαίνω για τάβλι (αφού σου πω μεσ’ τη μούρη ότι η prime time σου είναι πόνος για τα μάτια μου, το μυαλό μου και έναν καλόγερο που πήγε και βγήκε στο μπούτι από μέσα).

Καθαρά πράγματα και μπαίνει και τέλος στο κακοφόρμισμα, φίλε ΠιΑριτζή.

(Που πας και μου σκοτίζεις τον Γκιώνη για "Junior Master ಚೆಫ್" τη στιγμή που λιποθυμούνε πιτσιρίκια στα σχολεία από την πείνα, άντρες δυο μέτρα να σαβουριάζονται στον πάγο για μια θέση στο τηλεχάος και πέντε κουλούς {έναν τον συλλάβανε, τον άλλο τον σουτάρανε και ο τρίτος προσπαθεί να ταιριάξει τον Τσαρούχη με τη Βανδή και δεν του βγαίνει}. Α, κι αύριο τελειώνουν και τα «Μυστικά της Εδέμ». Να θυμηθώ να αλλάξω τη βιταμίνη των καναρινιώνε).

Ε, μα!

Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2011

Μ(η) Μ(ου) (Ε)ξηγείς. Κατάλαβα.

Σε παρακαλώ, αν έχεις την καλοσύνη, μη ρωτάς «γιατί» και κάνε έναν κόπο να συνηθίσεις γρήγορα στα «μη».

Όταν σε στέλνουν σε μια δουλειά, ή ακόμη κι αν έχεις χτυπήσει μόνος σου την πόρτα, ΜΗ ρωτάς για την αμοιβή σου. Θα σου πουν κάτι σχετικό, κάποια στιγμή.

Προς Θεού, ΜΗΝ τσινήσεις. Δεν θα είναι αυτό που φανταζόσουν, δεν θα είναι καν το κατώτερο των προσδοκιών σου. ΜΗ ρωτάς βλακείες. Οχι. Δεν θα συμπεριλαμβάνεται η ασφάλιση σε αυτό το ποσό.

ΜΗΝ το συζητήσεις.

Δεν έχει να κάνει με ‘σένα. Ούτε με την προϋπηρεσία. Ούτε με τις ικανότητες σου. Δεν απασχολούν κανέναν αυτά. Σε λίγο καιρό δεν θα απασχολούν ούτε εσένα.

ΜΗ φέρνεις αντιρρήσεις (και φυσικά – σ’ το ξαναλέω- μη ρωτάς «γιατί»). Αν η δουλειά πρέπει να γίνει έτσι, θα γίνει έτσι, πάει και τελείωσε. Αν δε σ’ αρέσει, εκεί είναι η πόρτα.

Τι εννοείς, όταν λες αλλιώς το φανταζόσουν; Το μέρος εδώ δεν έχει να κάνει με τη φαντασία σου, παιδάκι.

Τι διάολο, στραβός είσαι; Τι εννοείς, ότι είσαι από τους κατώτατους μισθούς και δεν τους παίρνει να σου κάνουν περικοπές; Τους παίρνει. ΜΗΝ αντιδράσεις. 50% κάτω; 50% κάτω.

Άνθρωπε, εκτός από στραβός είσαι και ηλίθιος; Δεν καταλαβαίνω τι θες να πεις, όταν κλαψουρίζεις ότι δεν είναι δυνατόν να παίρνεις τόσο λίγα χρήματα και να τα παίρνεις και με δύο (τρεις, τέσσερις, πέντε) μήνες καθυστέρηση. Είναι. Όπως και η πόρτα είναι. Εκεί. Που σου ‘δειξα προηγουμένως.

Έχεις τόοοοσα πράγματα να κάνεις, τόοοοση δουλειά και έχεις ακόμη καιρό να σκέφτεσαι ότι τα λεφτά είναι λίγα και οι απαιτήσεις πολλές; Ok, φίλε. Τράβα στον συνδικαλιστή της «γειτονιάς» σου.

Τι εννοείς, δεν τον εμπιστεύεσαι; Α, εσύ δεν υποφέρεσαι. ΜΗΝ ενοχλήσεις άλλους με αυτές τις ηλίθιες υποψίες σου. Αυτό υπάρχει, σ’ αυτό θα πας. Νομίζω, πάντως, ότι σου έδειξα που είναι η πόρτα, έτσι;

ΜΗ μου δείχνεις το μπλοκάκι σου. Δεν μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό. Τι εννοείς ότι έχεις πληρώσει το ΦΠΑ, αλλά δεν έχεις πληρωθεί; Ας μην έκοβες απόδειξη. Τι εννοείς ότι αν δεν έκοβες, δεν θα πληρωνόσουν ποτέ; Μόνος σου το λες, λοιπόν. ΜΗ με ζαλίζεις. Το «αργά» είναι νωρίτερα απ’ το «ποτέ», οπότε περίμενε τώρα.

ΜΗ μου κουβαλάς τους λογαριασμούς πάνω στο τραπέζι των συσκέψεων. Το ξέρω ότι είσαι 5 μήνες απλήρωτος. Εγώ τι θες να κάνω; Ξαναρωτώ: την πόρτα στην έδειξα, ναι;

Να ρωτήσω και κάτι άλλο: ξέρεις πόσα παιδάκια πρόθυμα και μουγκά περιμένουν έξω από την πόρτα; Για τη δική σου δουλειά; Και σε πόσα μπορώ να μοιράσω τον δικό σου τον μισθό; Θα πάρω πέντε με 100 ευρώ το ένα και θα μου πουν και «ευχαριστώ»! Τράβα στη θέση σου, τώρα.

Άμα θες, μη σε κρατάμε.

ΜΗΝ κρίνεις την πολιτική της επιχείρησης. Τι εννοείς ότι ρίξαμε ένα σκασμό λεφτά σε διαφήμιση και αντί για το θέμα σου διαφημίζουμε το Cd; Είσαι τρελός;

Και ΜΗ φωνάζεις και πολύ. Σου βγαίνει τ’ όνομα ότι είσαι αναρχοκουμμούνι κι αν ξαναβρείς δουλειά, σφύρα μου.

Γράψε κάτι για το αφεντικό. Για τις αριστερές καταβολές του. Για το πόσο εντάξει είναι, πόσο συμπάσχει μαζί σου (σας), πόσο καταλαβαίνει την κατάσταση σου (σας), διότι έχει περάσει απ’ τη θέση σας, για το δάκρυ που κύλησε στο μάγουλο του, όταν σας ανακοίνωνε τις περικοπές.

Τι εννοείς «αυτά είναι καραγκιοζιλίκια»; Τι εννοείς πήρε τα φράγκα και τα επένδυσε στην εταιρεία της συζύγου; Είσαι βλάκας; Θες να απολυθείς; Τι εννοείς, όταν λες ότι δεν γίνεται να απολυθείς, αφού ποτέ δεν προσλήφθηκες; Μπορείς!

ΜΗ σέρνεσαι. ΜΗ γκρινιάζεις. ΜΗ γράφεις «επικίνδυνα» πράγματα. Χαμογέλα. Εσύ συμφώνησες σε όλο αυτό. Όταν έβλεπες ότι δεν πληρώθηκες τον πρώτο μήνα, τον δεύτερο, το δέκατο τρίτο, τι περίμενες; Κάνε δημόσιες σχέσεις, ποτέ δεν ξέρεις. Πάντα θα υπάρχει χώρος pay roll, «καμαριέρες» και παρκετέζες γραφείου.

Όταν κορόιδευες τον μαλάκα στο διπλανό γραφείο που σου έβγαζε φιλιππικούς περί «δουλίτσας» και «ψωμακίου», εσύ ήσουν ο έξυπνος; Κοίτα το, το παλλικάρι, πόσο πρόκοψε. Έβαλε και υποψήφιος στις εκλογές του σωματείου σου. Τι εννοείς, δεν βρήκε ούτε την ψήφο του μέσα; Τι εννοείς λούστηκε αυτά που κορόιδευε; Α, εσύ δεν έχεις σωτηρία μου φαίνεται.

Να βάλεις πλάτη για την επιχείρηση. Κι όταν έχει, θα σου δώσει. Άλλοι θα σκότωναν για να βρίσκονται στο μαγαζί που είσαι ΕΣΥ. Για να μη σου πω ότι θα πλήρωναν κιόλας. Αχάριστε, βλάκα, ψευτόμαγκα.

Ποιος νομίζεις ότι είσαι; Από που νομίζεις ότι βγήκες και ζητάς κανονικό μισθό, κανονική δουλειά, ασφάλιση και συνθήκες δημιουργικότητας; Απ’ το χρυσό τσουτσούνι;

Και που ‘σαι! Το «παραιτούμαι», το «-μαι», γράφεται με «-ε». Αγράμματε!


ΥΓ1: Αν αυτό θέλατε, αυτό πήρατε. Αλλά είναι σαφές ότι δεν θέλατε αυτό.


ΥΓ2: Και για να απαντήσω σε ένα φίλο που πολύ με εχτιμάει και πολύ με υπολήπτεται, αλλά όλα μου τα στέλνει ανώνυμα και «ντυμένα» με μία ευγενική απειλή (;). Όχι, φίλε. Το ζόρι στα ελληνικά media δεν ξεκίνησε με το «κανόνι» στον «Ελεύθερο Τύπο», επί Γιάννας. Πάει χρόνια πίσω, χωράει πολλούς και πολύ σύντομα θα χωρέσει περισσότερους. Και... όχι. Αθώα θύματα δεν υπάρχουν. Όλοι, κάπως, σε κάποια στιγμή, συμβάλαμε στην «καραμπόλα» που πήρε σβάρνα το Alter, την «Ελευθεροτυπία» και άλλα (πολλά) Μέσα. Ατέλειωτη η λίστα των εφημερίδων που άνοιγαν προεκλογικά – ή και όχι – και των περιοδικών που δεν κατάφεραν να συμπληρώσουν όχι πενταετία, αλλά ούτε χρόνο ζωής. Αν δεν σε απασχολούν τα μικρά ναυάγια, κάποια στιγμή θα ξαναζήσεις Τιτανικούς, σοφέ τύπε. Αλλά αυτές είναι αναλύσεις που γίνονται από κόσμο, ο οποίος παίρνει τον εαυτό του στα σοβαρά। Ούτε από ‘σένα, ούτε από ‘μένα.


ΥΓ3: Τα πράγματα στον Τύπο θα ήταν λιγότερο οδυνηρά, αν κάθε φορά που έπεφτε μια σφαλιάρα δεν ήσουν πρόθυμος να σκύψεις για να την αρπάξεις καλύτερα. Απλά πράγματα.

@ Τη φωτό τη δανείστηκα από το site lostbodies.gr.

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2011

Σ'τα 'λεγα, Νίτσα μου! (Δεν πρόσεχες)...

Τι να σου πω κι εγώ, Νίτσα μου; Με τη ρόμπα με πιάνεις. Λύσσαγες δυο χρόνια τώρα ότι είναι καλό παιδί, από σπίτι και γενιά, και αθλητικό και μορφωμένο, και κυριλέ κι όσο χρειάζεται – για τον άντρα τον πρόστυχο – κάθικος, αλλά τα είδες τώρα τα χαμπέρια σου.

Σου ‘λεγε, σου ‘λεγε, σου ‘λεγε και ενώ αρνιόσουν του ‘κατσες. Μια τον λυπήθηκες, δυο τον συμπάθησες, τρεις δεν κρατιόσουν κι ήθελες να τον κουτουπώσεις (ποιον; ΑΥΤΟΝ!).

Ψηστήρι, ράουντ του, διότι είχε σκοπό ο κυριούλης. Εκ νέου στη σχάρα, Νίτσα μου. Ενώ σου τα ‘χε κάνει τόσα, δεν σου καθόταν. «Και το ‘χω και δε στο δίνω», ένα πράγμα και δώστ’ του να σε τηγανίζει, να σε φουντώνει, να ανάβει όλα τα κεριά και να εξαφανίζεται, έτσι για να ΄χεις να θυμάσαι.

Αλλά το χέρι πού το ‘χανες, που το ‘βρισκες, στον κώλο σου ήταν – με συμπαθάς, κιόλας – Νίτσα μου.

Σου ‘ταζε διακοπές, Κυριακές και δείπνα με κεριά, κάπου στο ενδιάμεσο σου ‘σκασε και το στούφο ότι είναι ύπανδρος, αλλά ποτέ δεν ήσουν των δεσμεύσεων και (μου) τσαμπούναγες ότι ο άνθρωπος μετράει και δώσ’ του να σου παπαριάζει το αυτί ότι μαζί θα κάμετε παπάδες και εκεί μπαίνει σε εφαρμογή το σχέδιον «εμπιστοσύνη».

«Εμπιστέψου με», σου ‘λεγε, Νίτσα μου και κόντρα «εμπιστέψου με, είμαι καλός άνθρωπος" και πόσο να θες και εσύ, άνθρωπος είσαι και λύγισες και τον εμπιστεύτηκες.

Και κάμετε δουλειές παρέα, Νίτσα μου, πλην όλων των άλλων, και σου βγαίνει η πίστη, Νίτσαααα, αλλά έχε χάρη που έχεις πειστεί για το όραμα κι ας μην έχει ούτε το πάρκινγκ να πληρώσει, ο ανεπρόκοπος, Νίτσα! Και να σε φουρκίζουν κι οι γύρω γύρω, που τσιφούτη τον ανεβάζουν, αναξιόπιστο τον κατεβάζουν και δε σε φτάνει η καψούρα, η καούρα κι η τρελή δουλειά να πρέπει να τον υπερασπίζεσαι κιόλας, τον μπαγλαμά.

Δεν χρειάζεται να σου πω, Νίτσα μου, ότι το χέρι του δεν έμεινε περιμετρικώς του πισινού σου. Το ένα. Διότι το άλλο χάιδευε και τον πισινό μιας άλλης, ενδεχομένως και τον πισινό μιας τρίτης, αλλά είσαι άνθρωπος προοδευτικός και δεν το ‘καμες θέμα, Νίτσα μου.

Και παραλλήλως δούλευες, εμπιστευόσουν, υπερασπιζόσουν (μωρή χαζή! Τον αγάπησες κιόλας;), αλλά και τυφλή δεν ήσουν, Νίτσα μου, φιλότιμη ήσουν. Έβλεπες, ότι πίσω από το ατσαλάκωτο κολάρο και το i-pad2, τρομάρα του, κρύβεται ο φίδιας ο ίδιος, αλλά μαζευόσουν.

Και βεβαίως, στην πορεία άρχισες να τσινάς, Νίτσα μου. Αυτό το «άλλα λέω, άλλα κάνω κι άλλα εννοώ», ήταν καλό μόνο για τον Μάλαμα. Κι ο φίδιας, Νίτσα μου ήταν και φάλτσος.

Αλλά και πάλι το βούλωνες, Νίτσα μου, γιατί σκεφτόσουν ότι σ’ αυτή την ηλικία, το κεφάλι του «καλού παιδιού»- «εμπιστέψου με», αποκλείεται να έχει σκατά μέσα.

Κάποτε κάποτε, ο «εμπιστέψου με» σου κουβάλησε και μια Γερμανίδα κουμπάρα και έναν Αμερικανό κοντοξάδελφο για να πειστείς ότι είναι άνθρωπος σοβαρός με δικτύωση και φερεγγυότητα. Τάχα μου δήθεν ότι τον έχουν ζητήσει κι απ’ άλλα κράτη και δεν είναι τόσο φίδιας, όσο φαίνεται κι ότι τον εκτιμούν στα εξωτερικά, γιατί είναι και κακοπαθημένος.

(Νίτσα, κάμε το σταυρό σου και να λες καλά που δεν σου κουβάλησε σύζυγο και πεθερά να γνωριστείτε κιόλα!).

Κι ενώ έχεις δώσει και το βρακί σου, Νίτσα μου, ανακαλύπτεις ότι ο «εμπιστέψου με», «κελαηδάει» πιο πολύ κι από το Twitter.

Στους απάνω μαχαλάδες ξέρουν ότι είσαι τεμπέλα, στους κάτω μαχαλάδες ότι είσαι αντροχωρίστρα και τον παρέσυρες και στην πλατεία σε φωνάζουν και πουτανάκι, Νίτσα μου. Χώρια που στη δικιά σου πλάτη, (Νίτσα μου), και δουλίτσες είχε κάμει κι άλλα τόσα ετοιμαζόταν να σκαρώσει και, και, και...

Όπως είναι φυσικό (και άργησες, Νίτσα μου), του ζητάς εξηγήσεις, τα κάνεις γυαλιά – καρφιά, δεν σε φτάνουν τα μάρμαρα του Συντάγματος να ξεθυμάνεις για την ευρύτερη ξεφτίλα κι εκείνος, αίφνης, στο παίζει... Σαρκοζί. «Μιλάτε μου στον πληθυντικό, γιατί είμαι κόρη ναυάρχου».

Και πάλι κορόιδο πιάνεσαι, Νίτσα. «Λες να τον προσέβαλα τον άνθρωπο;», συλλογιέσαι και ξαναβάνεις το κεφάλι κάτω.

Και ενώ σ’ έχει πείσει για το ανώτερον της ράτσας του που του δίνει το δικαίωμα να σε διασύρει, ένα ανοιξιάτικο πρωινό με μπόλικο ήλιο και πρώιμα μυγάκια, αποφασίζει να βάλει χέρι και στη δουλίτσα σου.

Και εκεί (επιτέλους) λαλάς και ξυπνάς, Νίτσα μου। Και τον πετάς έξω, σπρωχτό και σηκωτό και παίρνεις μέτρα και με ρωτάς τι άλλο να κάνεις.

Κράξ’τον, Νίτσα κι όπου τον πετυχαίνεις, κάνε οικονομία στο σάλιο από βραδύς και φτύσε σα να μην υπάρχει αύριο. Κι αυτόν και τους ομοίους του, γιατί όντως η ράτσα είναι μεγάλη κι η γενιά παλιά και έχει βασανίσει σαν κι εσένα, ουουου, πολύ κοσμάκη (Νίτσα).

Και τα καλύτερα, δεν σ’τα ‘πα, Νίτσα μου: Τον έχουν πάρει χαμπάρι, γενικώς. Και τα περί καλού παιδιού, μόνο η Γερμανίς κουμπάρα και ο Αμερικανός ξάδερφος τα «τρώνε» πλέον. Ο καθείς για τους λόγους του.

Άντε, Νίτσαααα! Περαστικά κι άλλη φορά να προσέχεις που ξεστραβώνεσαι! Αυτά τα αγόρια είναι μόνο για τη μαμά τους, ενίοτε και για τη σύζυγο που απολαμβάνει ύπνο βαθύ.

ΥΓ.: Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα είναι σατανικώς συμπτωματική. Η φωτό επροτιμήθη διότι το ραφείον τρέφει αδυναμίες. Στους άνδρες με γκρι σουρί και στις πρασινάδες και τα... κάγκελα.